Cas Mudde: Βλέπουμε το φαινόμενο (λαϊκισμός), χάνουμε την ουσία του (ακραία Δεξιά). Και αυτό κοστίζει…


O λαϊκισμός είναι χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής. Όμως δεν είναι λαϊκισμός όλες οι πολιτικές εναντίον του κατεστημένου, που κυκλοφορούν τώρα με την ετικέττα του. Πάρα πολλές από αυτές είναι απλά κλασικές πολιτικές της ριζοσπαστικής Δεξιάς, γράφει ο Ολλανδός πολιτικός επιστήμονας Κας Μούντε, ο οποίος, μαζί με τον Γιαν-Βέρνερ Μύλλερ, είναι από τους καλύτερους νέους αναλυτές της λαϊκιστικής πολιτικής.
Η παραγνώριση της ουσίας του σημερινού λαϊκισμού και η επικέντρωση στα φαινόμενα είναι φανερή· λόγου χάρη, στο πόσο αμήχανα και αμφίθυμα αντιμετωπίστηκε (και αντιμετωπίζεται ακόμη)από πολλούς μη δεξιούς ο αρχιλαϊκιστής της εποχής μας Ντόναλντ Τραμπ, μολονότι ο υποτιθέμενος ανατροπέας και πολέμιος εκ δεξιών κατά του κατεστημένου και του νεοφιλελευθερισμού, έδειξε από την αρχή σαφώς, παρά το απρόβλεπτο στύλ του και την αντιθεσμική του ρητορεία, ποιά πράγματα θεωρεί μέτρα προτεραιότητας στην πρακτική πολιτική: Μεταξύ άλλων: μείωση της φορολόγησης  των πλουσίων, απορρύθμιση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, μή συμμετοχή των ΗΠΑ στα μέτρα εναντίον της κλιματικής αλλαγής, αυτής της «εμπορικής απάτης των Κινέζων», όπως λέει. Θα δούμε και τι επιφυλάσσει στα διεθνή ζητήματα και στις γεωπολιτικές ισορροπίες, χθες ως απομονωτιστής, τώρα ως βομβαρδιστής.
Ο δεξιός αρχιλαϊκιστής κάνει καλά τη δουλειά για την οποία είναι εκεί που είναι. Οι αντίπαλοί του έχουν πρόβλημα. Πολλοί, τόσο στη λεγόμενη ριζοσπαστική Αριστερά, όσο και στον πολιτικό χώρο που εκλαμβάνεται ή αυτοκατανοείται είτε ως φιλελεύθερη Σοσιαλδημοκρατία είτε ως «ενδιάμεσο Κέντρο», παραγνωρίζουν εξίσου τα περιεχόμενα της πολιτικής για χάρη των τύπων, της μορφής, του περιτυλίγματος. Συχνά ο λαϊκισμός είναι απλά ένα περιτύλιγμα. Σήμερα, ουσία και περιεχόμενο της πολιτικής του είναι να παρέχει, για λογαριασμό του συστήματος (με την χαμπερμασιανή έννοια, σε αντιδιαστολή με τον βιόκοσμο), νέες προσδοκίες ατομικής ευημερίας και ανόδου ή έστω σταθεροποίησης και επανόρθωσης. Δηλαδή αυτά που δεν μπορεί πια να δώσει σήμερα, στον συνήθη πολίτη, ο οικονομικός φιλελευθερισμός και οι πολιτικές που τον στήριζαν.
Οι πολιτικοί αντίπαλοι του ριζοσπαστικού δεξιού λαϊκισμού, είτε ως «πολιτισμική» Αριστερά είτε ως δημοκρατικός φιλελεύθερος ατομισμός, στη Δύση, ευρωπαϊκή και αμερικανική, παραμένουν εγκλωβισμένοι στις ιδέες της γενιάς του ’68. Οι πρώτοι ψάχνουν (ακόμη !) για το επαναστατικό τους υποκείμενο σε όλο και πιό ιδιαίτερες, μειοψηφικές ή και εξωτικές κοινωνικές ομάδες, αδιαφορώνταςστην πράξη για τον ή την συνήθη μισθωτό/ή εργαζόμενο/η (ή τώρα άνεργο/η), με την οικογένεια και την «βαρετή» κοινωνική ζωή. Οι δεύτεροι ενδιαφέρονται πολύ για την ισότητα ως τύπο και την ελευθερία ως νομική μορφή – και πάλι κύριο πεδίο εφαρμογής μειοψηφικές κοινωνικές ομάδες, αδιαφορία για τους πολλούς συνήθεις, τους χωρίς πολλά προσόντα ή ιδιαιτερότητες – και έτσιχάνουν την ισότητα ως υλικό περιεχόμενο και την ελευθερία ως ουσία. Αποτέλεσμα, στην πράξη: Αφενός κοινωνική ανισότητα με άνοιγμα ψαλίδας πρωτοφανές μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (βλ., λόγου χάρη, ΟΟΣΑ και Thomas Piketty), αφετέρου απώλεια των βάσεων που διατηρούν ζωντανό, τρέφουν το δημοκρατικό φιλελεύθερο εκκοσμικευμένο κράτος και τις οποίες «δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτό το ίδιο» (Ernst-Wolfgang Böckenförde). Άν δεν υπήρχε η σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά και η φιλελεύθερη Σοσιαλδημοκρατία, ο δεξιός λαϊκισμός (είτε με το outsider πρόσωπο, είτε, κυρίως, με το καθιερωμένο), θα φρόντιζε να τις εφεύρει εκ του μηδενός. Είναι ιδανικοί αντίπαλοι για να μπορεί να μπαίνει και να αλέθει, χωρίς να δίνει αλεστικά.
«Υπό το μανδύα της μάχης κατά των λαϊκιστών, η κατεστημένη πολιτική τάξη αργά αλλά σταθερά υποσκάπτει το φιλελεύθερο δημοκρατικό σύστημα», καταλήγει ο Κας Μούντε. Σε μια εποχή με πολλά προβλήματα, αυτό είναι το πιό κρίσιμο.

Πρέπει πραγματικά να μιλήσουμε για τη λέξη από «Λ». Τη συναντάμε παντού στις μέρες μας. Και τη χρησιμοποιούν όλοι: άνδρες, γυναίκες, ακόμα και παιδιά άκουσα να τη χρησιμοποιούν. Φυσικά και μιλάω για το λαϊκισμό. Δεν υπάρχει περίπτωση να διαβάσεις ένα άρθρο για την πολιτική αυτή την εποχή και να μην περιλαμβάνει τη λέξη. Στην ουσία, οποιαδήποτε εκλογή ή δημοψήφισμα παρουσιάζεται ως μάχη ανάμεσα σε έναν θαρραλέο λαϊκισμό και ένα πολιορκημένο κατεστημένο. Δεν μένει χώρος για κάτι άλλο.
Μη με παρεξηγήσετε, ο λαϊκισμός είναι μια χρήσιμη έννοια για να καταλάβουμε τη σύγχρονη πολιτική στην Ευρώπη, αλλά και εκτός αυτής, όμωςμόνον υπό δύο αυστηρές προϋποθέσεις. Πρώτον, η έννοια «λαϊκισμός» πρέπει να οριστεί πλήρως και δεύτερον, πρέπει να την χρησιμοποιούμε ως μία από πολλές άλλες έννοιες για να κατανοήσουμε την πολιτική. Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει τις περισσότερες φορές που μιλάμε για πολιτική και λαϊκισμό σήμερα. Ο λαϊκισμός ως οπτική γωνία υπό την οποία βλέπουμε τα συμβαίνοντα στην πολιτική υπερισχύει επί των άλλων οπτικών γωνιών και αυτό έχει ως συνέπεια να βλέπουμε υπερβολικό λαϊκισμό και πολύ λίγο μη-λαϊκισμό.
Konrad Gesner (1516-1565): Nomenclator aquatilium animatum
Ο λαϊκισμός χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, οι οποίοι τις περισσότερες φορές στερούνται ξεκάθαρων ορισμών· αντιθέτως αναφέρεται ευρέως σε κάθε είδους ανεύθυνες ή μη παραδοσιακές πολιτικές, όπως σ΄ αυτές που υπόσχονται τα πάντα σε όλους ή χρησιμοποιούν λαϊκότροπη ρητορική. Ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του λαϊκισμού, όμως και τα δύο είναι όντως πολύ διαδεδομένα στις πολιτικές εκστρατείες εν γένει. Αντιθέτως, ο λαϊκισμός περιγράφεται καλύτερα ως εξής:

Είναι μια ιδεολογία που θεωρεί ότι σε τελική ανάλυση η κοινωνία είναι χωρισμένη σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές ομάδες – τον «αγνό λαό» και τη «διεφθαρμένη ελίτ» – και ισχυρίζεται ότι η πολιτική πρέπει να είναι μια έκφραση της volonté généraleτηςγενικής βούλησης του λαού.

Ο λαϊκισμός είναι ταυτόχρονα μονιστικός και ηθικολογικός. Οι λαϊκιστές πιστεύουν ότι όλος ο λαός μοιράζεται τα ίδια συμφέροντα, ενδιαφέροντα και αξίες και ότι η βασική διάκριση ανάμεσα στον λαό και την ελίτ είναι ηθικής φύσης, δηλ. οι «αγνοί» απέναντι στους «διεφθαρμένους». Παρουσιάζουν την πολιτική σαν μια μάχη όλων εναντίον ενός, ενός εναντίον όλων, πράγμα που κατά ειρωνικό τρόπο το επιβεβαιώνει και η αφήγηση των κατεστημένων Μέσων Ενημέρωσης περί θαρραλέου λαϊκισμού εναντίον του πολιορκημένου κατεστημένου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λαϊκισμός αποτελεί σημαντική πτυχή της σημερινής πολιτικής. Τα λαϊκιστικά κόμματα εκπροσωπούνται στα περισσότερα ευρωπαϊκά κοινοβούλια και λαϊκιστές πρόεδροι ή πρωθυπουργοί κυβερνούν σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές χώρες. Όμως τα περισσότερα τέτοια κόμματα και πολιτικοί δεν είναι απλά και μόνον λαϊκιστικά και λαϊκιστές. Συνδυάζουν τον λαϊκισμό με άλλα ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Οι αριστεροί λαϊκιστές συνδυάζουν τον λαϊκισμό με κάποια μορφή σοσιαλιστικής ιδεολογίας – σκεφτείτε τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα ή τον Τσαβισμό στη Βενεζουέλαν – ενώ οι δεξιοί λαϊκιστές πρωτίστως συνδυάζουν το λαϊκισμό με απολυταρχισμό και νατιβισμό – σκεφτείτε τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ή τον Γκερτ Βίλντερς (Geert Wilders) στην Ολλανδία.
Πριν από την άνοδο του αριστερού λαϊκισμού, οι δεξιοί λαϊκιστές περισσότερο έφεραν τον τίτλο του «ριζοσπαστικού δεξιού» παρά του «λαϊκιστή», ενώ ο συνδυασμός των δύο, λαϊκιστική ριζοσπαστική Δεξιά (ή άν προτιμάτε, ριζοσπαστικός δεξιός λαϊκισμός) είναι πιο κατάλληλος. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απλά ακαδημαϊκό ζήτημα. Γιατί τα δυτικά Μέσα Ενημέρωσης έχουν την τάση να αντιλαμβάνονται τη σημερινή πρόκληση εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας αποκλειστικά με όρους λαϊκισμού και επικεντρώνονται κυρίως στην καλλιέργεια αισθημάτων εναντίον του κατεστημένου από outsiders της πολιτικής. Γι’ αυτό και τα συγκροτήματα Τύπου βιάστηκαν να πανηγυρίσουν την νίκη του συντηρητικού Ολλανδού Πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε (Mark Rutte) με τον «καλό λαϊκισμό», εναντίον του «κακού λαϊκισμού» του Γκερτ Βίλντερς.

Ωστόσο, αυτό που διέφυγε από την προσοχή πολλών, ήταν ότι ο ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία (VVD) Ρούτε και ο ηγέτης των Χριστιανοδημοκρατών (CDA) Ζίμπραντ Μπούμα (Sybrand Buma)έκαναν μια ολοένα και περισσότερο απολυταρχική και νατιβιστική προεκλογική εκστρατεία. Και τα δύο κόμματα παρουσιάστηκαν σαν υπερασπιστές των «Χριστιανικών» και «Ολλανδικών» αξιών, με πρακτικές όπως το να τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο ή με τη ρατσιστική παράδοση τουΜαύρου Πιτ [ο μαύρος βοηθός του Σάντα Κλάους, κατά την ολλανδική παράδοση]. Ο ηγέτης της κοινοβουλευτικής ομάδας του VVD, Χάλμπε Ζίλστρα (Halbe Zijlstra) είπε πως ακόμη και η παράδοση με τα πασχαλινά αυγά απειλείται από το Ισλάμ και τους Μουσουλμάνους, υποστηριζομενος ακόμη και από μη θρησκευόμενους αριστερούς ομοϊδεάτες του. Και ο Ρούτε το πήγε ένα βήμα παραπέρα, στοχοποιώντας σαφώς τους μετανάστες και τους πρόσφυγες μετην εκστρατεία του υπό τον τίτλο «act normal»· υπονοούσε ότι ακόμα και οι απόγονοι των μεταναστών είναι, στην καλύτερη περίπτωση, Ολλανδοί πολίτες υπό δοκιμή.

Όμως ενώ τα περισσότερα Μέσα Ενημέρωσης διέκριναν ελάχιστα από τα συμβαίνοντα στις ολλανδικές εκλογές, είδαν πάρα πολλά στο βρετανικό δημοψήφισμα και στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Και οι δύο περιπτώσεις αντιμετωπίζονται συστηματικά ως νίκες του λαϊκισμού, κάτι που στην καλύτερη περίπτωση είναι υπερβολή και στη χειρότερη περίπτωση ψέμα. Μολονότι το βρετανικό Κόμμα Ανεξαρτησίας (UKIP) έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να «δώσει ώθηση» στους υποστηρικτές του «Leave», ώστε να περάσουν το όριο του 50%, η κυρίως ώθηση προς την Brexit ήταν πάντα υπόθεση των Συντηρητικών κατά πρώτο λόγο. Γι’ αυτό, πολλοί Βρετανοί από όσους ψήφισαν Brexit, δεν ψήφισαν εναντίον μιας «διεφθαρμένης ελίτ», είτε βρετανικής είτε ευρωπαϊκής, αλλά ψήφισαν υπέρ της απο-κατάστασης της εθνικής κυριαρχίας, όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται, συμφωνώντας με ένα σημαντικό κομμάτι της ελίτ των Τόρι [δηλαδή του κατεστημένου κόμματος των Συντηρητικών].
Παρομοίως, παρά το χαμό που έγινε, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016 ήταν, πρώτον και κύριον, άλλη μια εκλογική διαδικασία στην οποία οι Ρεπουμπλικάνοι ψήφισαν τους Ρεπουμπλικάνους και οι Δημοκρατικοί τους Δημοκρατικούς. Ίσως είναι αλήθεια ότι ο λαϊκισμός κινητοποίησε και οδήγησε στις κάλπες υπέρ του Τραμπ μερικούς θυμωμένους λευκούς της εργατικής τάξης στην «αμερικανική ενδοχώρα», κάτι που ενδεχομένως ανέτρεψε την καθιερωμένη πλειοψηφία του Δημοκρατικού Κόμματος στις Πολιτείες αυτές και συνεπώς το εκλογικό αποτέλεσμα συνολικά, όμως αυτοί οι ψηφοφόροι, στην καλύτερη περίπτωση, αποτελούν μια μικρή μειοψηφία των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις πρόσφατες εκλογές. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που ψήφισαν τον Τραμπ το έκαναν για λόγουςπαραδοσιακά ρεπουμπλικανικούς, όπως για πολιτικές θέσεις περί την άμβλωση, τη μετανάστευση, τους φόρους – και κυρίως, για λόγους κομματισμού.
Εν ολίγοις, είναι ώρα να βάλουμε το όλο πλαίσιο του λαϊκισμού στη σωστή του θέση. Ναι, ο λαϊκισμός είναι σημαντικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής, όμως δεν είναι λαϊκισμός όλες οι πολιτικές εναντίον του κατεστημένου· και τα λαϊκιστικά κόμματα δεν έχουν να κάνουν μόνον με τον λαϊκισμό. Μάλιστα, για να κατανοήσουμε ακριβέστερα πολιτικούς σαν τον Τραμπ και τον Βίλντερς και το τί πρόκληση αποτελούν για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, ο απολυταρχισμός και ο νατιβισμός είναι εξίσου σημαντικά πράγματα όσο και ο λαϊκισμός, αν όχι περισσότερο. Επιπλέον, μολονότι οι καθιερωμένοι πολιτικοί υιοθετούν τον λαϊκισμόν κυρίως στην προεκλογική ρητορική τους, ωστόσο τον απολυταρχισμό και τον νατιβισμό τον εφαρμόζουνκαι έμπρακτα στις πολιτικές τους, όπως έχουμε δει στις πρόσφατες αντιδράσεις τους για τη μεταναστευτική κρίση και την τρομοκρατία, από τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας μέχρι την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη Γαλλία.
Αν θέλουμε ειλικρινά να καταλάβουμε τη σύγχρονη πολιτική και να προστατέψουμε τη φιλελεύθερη δημοκρατία, είναι ώρα να στρέψουμε την προσοχή μας σε όλες τις πτυχές της λαϊκιστικής ακροδεξιάς πρόκλησης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που προέρχεται μέσα από την κατεστημένη πολιτική τάξη και όχι μόνον από τους λαϊκιστές outsiders. Γιατί, υπό το μανδύα της μάχης κατά των «λαϊκιστών», η κατεστημένη πολιτική τάξη αργά αλλά σταθερά υποσκάπτει το φιλελεύθερο δημοκρατικό σύστημα.
Ο Cas Mudde, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Georgia (H.Π.Α), είναι ο συγγραφέας του «Populist Radical Right Parties in Europe»(Cambridge University Press, 2007, στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Επίκεντρο» με τίτλο «Λαϊκιστικά Ριζοσπαστικά Δεξιά Κόμματα στην Ευρώπη»). Εχει επιμεληθεί την έκδοση «Populism in Europe and the Americas: Threat or Corrective for Democracy»?(Cambridge University Press, 2012, στα ελληνικά με τίτλο «Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική – Απειλή ή διόρθωση για τη δημοκρατία;», 2013). Καινούργιο βιβλίο του: «ΣΥΡΙΖΑ, Η Διάψευση της Λαϊκιστικής Υπόσχεσης» (επιμ. Π. Παπασαραντόπουλος).

Cas Mudde, αρθρογραφία στο ελληνικό Huffington Post

Μετά την Κρίση, άρθρα του Cas Mudde:
________________________________________________________
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s