ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΕΜΙ ΣΤΑ ΔΟΝΤΙΑ: ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ…


1530477_1573671986183384_2626079278423187794_n.jpg

Όλη η ποιητική σκηνή των Αθηνών/ τρώει τη σκόνη του νταλικέρη/
στο πάρκινγκ της Στυλίδας/ που είχε βάλει στη διαπασών/
τη σονάτα του Σεληνόφωτος σ.1.

Συμμετείχαμε σήμερα – ή ίσως χτες – δύο από αυτή την παρέα (ακριβώς αυτοί οι δύο άνθρωποι που θα πήγαιναν μαζί σε κάτι τέτοιο δηλαδή, ή μάλλον, με ακριβώς αυτόν τον άνθρωπο που θα πήγαινα μαζί σε κάτι τέτοιο – αν και ήταν ταυτόχρονα εντελώς προσωπική διαδικασία), στο ταξίδι μέσα στην πόλη Με το Καλέμι στα Δόντια – Μια Παράσταση Αυτοκινήτου του Σαμσών Ρακά. Σήμερα – ή ίσως χτες – γιατί αυτό το κείμενο θα γραφτεί αναπόφευκτα σε δύο χρόνους. Πρώτος χρόνος, ο χρόνος του τώρα, σήμερα το βράδυ, ξημερώματα δηλαδή. Φυσικά, μετά από ένα τέτοιο ποιητικό ταξίδι στην πόλη, δε γινόταν να μην ακολουθήσουν ποτά. Ουίσκι συγκεκριμένα – αυτό που μέχρι πολύ πρόσφατα κορόιδευα λέγοντας ότι είναι λαδερό και καίει, κι ένας άλλος καλός φίλος από αυτή την παρέα βάλθηκε να πειστούμε μαζί ότι κάνω λάθος (και με έπεισε).

Μετά τα ποτά, που ήταν μάλλον αποφόρτιση παρά περισσότερη συζήτηση επί αυτού που ζήσαμε, γυρνάνε στο μυαλό διαρκώς σκέψεις και συναισθήματα που εκβιάζουν την αποτύπωσή τους. Δυσκολεύομαι βέβαια να τα αφήσω να μην περάσουν από το κόσκινο του αύριο. Από μια ακόμα ανάγνωση, πιο «νηφάλια», αφού ακούσω το σιντί του ΟΥΤΙΣ που κρύβεται στην τσάντα μου (εντάξει, σήμερα το βράδυ θα το ακούσω), αφού διαβάσω ξανά άλλα κείμενα, αφού θυμηθώ πιο συγκεκριμένα τα γεγονότα. Γι’ αυτό και οι δύο χρόνοι. Νομίζω είναι καλύτερα έτσι (μπορεί και όχι/ αλλά εντάξει, υπόσχομαι στον εαυτό μου να είναι εν θερμώ – το πολύ μέχρι αύριο).

Λέω, πως πολύ καλά γράφει, μα του λείπει η στόφα της αυτοκαταστροφής
Το χειρότερο βέβαια είναι τ’ άλλο
Να διαθέτεις στόφα αυτοκαταστροφής, αλλά να μην ξέρεις να γράφεις.

Όταν ανακαλύψαμε την παράσταση αυτοκινήτου, θεωρητικά τελείωνε (μέχρι τέλος Μάρτη διαβάζαμε). Το πρώτο, αντανακλαστικό, συναίσθημα, ήταν αγωνία και άγχος – δε γίνεται να τη χάσουμε, κι όμως, προφανώς μάλλον τη χάνουμε. Μετά από ένα μάλλον λίγο πανικόβλητο μέιλ στον άγνωστό μας – αν και μάλλον αρκετά οικείο – Σαμσών Ρακά, ακολούθησε μεγαλύτερη αγωνία και άγχος: δε θα τη χάσουμε όπως φαίνεται. Δυο θέσεις για τη Δευτέρα, ο τρίτος θα είναι κάποιος άγνωστος, τι ωραία που θα είναι κάποιος άγνωστος (κι αυτός αρκετά οικείος όπως αποδείχθηκε). Κι από εκεί και πέρα, η αγωνία (και το άγχος) κατοχυρώθηκε. Ο Σαμσών Ρακάς, το πορτατίφ του σ.2, η ψυττάλεια σ.3, οι εκδόσεις υποκείμενο, οι ραδιοφωνικές εκπομπές (μα πόσο όμορφο είναι το ραδιόφωνο) και τα βιβλία του, ήταν από εκείνους τους φίλους από χρόνια, που δε γνωρίζεσαι κι όμως επικοινωνείς τόσο που κάπως νιώθεις ότι γνωρίζεσαι, και στο τέλος πλανιέσαι, και δεν ξέρεις ακριβώς ποια είναι η πραγματική πραγματικότητα (σημείο προς επιστροφή). Ατελείωτα βράδια (τα μεγάλα εκείνα ξημερώματα). Και όμως, η πραγματική γνωριμία επιφύλασσε αμηχανία (προφανώς). Πάντως, αυτό που ερχόταν, ήταν εντελώς πρωτόγνωρο. Μια παράσταση αυτοκινήτου, δηλαδή μέσα σε ένα αυτοκίνητο, δηλαδή μέσα στο δικό του αυτοκίνητο, ένα μικρό λευκό Ρενό με δύο δεινοσαυράκια στο παρμπρίζ, πολλά μικρά αυτοκόλλητα στο ντουλαπάκι, ένα μαγικό κασετόφωνο (σιντί δηλαδή, αλλά εντάξει), και μια ιδιαίτερη οικειότητα. Τρία άτομα, γνωστοί/ες ή άγνωστοι/ες, σε μια βόλτα στην πόλη, με τον Σαμσών Ρακά να διηγείται την ανέκδοτη ποιητική του έκταση ΟΥΤΙΣ, με πανέμορφες μουσικές για δυόμιση περίπου ώρες. Σημείο εκκίνησης, το άγαλμα του Παλαμά. Σημείο λήξης, ε, προφανώς: ένα πάρκο κι ένα τρένο σ.4.

Η Κυριακή, ήταν μια από εκείνες τις φανταστικές Κυριακές – στο σπίτι, με μουσικές, και διαβάσματα. Και η Δευτέρα, ήταν η αποθέωση της αγωνίας. Γύρισα από τη δουλειά, ξεκίνησα από το σπίτι πολύ νωρίτερα, κατέβηκα στο άγαλμα του Παλαμά με τα πόδια, κι όπως περπατούσα χάζευα την πόλη και θυμόμουν στιγμές της ζωής μας που την έχουμε ζήσει αλλιώς. Και σκεφτόμουν, λες και υποψιαζόμουν τι θα ακολουθούσε, πόσο διαφορετικά νοηματοδοτείται η πόλη ανάλογα με τη συνθήκη στην οποία τη ζεις. Τα ίδια πλακάκια του Συντάγματος για παράδειγμα, τώρα, και στις πλατείες του ’11. Η Ιπποκράτους τώρα και η Ιπποκράτους εκείνη τη Δευτέρα του Δεκέμβρη του ’08 ανάποδα, συνοδηγός στο μηχανάκι δυο το βράδυ, ζιγκ ζαγκ ανάμεσα σε φωτιές. (Αυτά είναι τα κακά και τα καλά νέα μαζί– τίποτα δεν κρατάει για πάντα.).

δε μιλώ για προδοσία
φταίμε εμείς που γράφαμε ποιήματα
και ξεχάσαμε να γίνουμε αλήτες.

Όσο εμείς σιωπούσαμε ο Έζρα Πάουντ αγκάλιαζε τις δυνάμεις του άξονα. Βάζουμε τα ποιήματα στη θέση τους – βάζουμε τους εαυτούς μας στη θέση τους. Ένα ποιητικό ταξίδι που μας προσγειώνει (κι έτσι είναι κόντρα στους πνευματικούς ανθρώπους από τους οποίους μπουχτίσαμε: Από πνευματικούς βανδάλους πάσχουμε, και από χτίστες). Ψάχνουμε το χαμένο κέντρο. Που μπορεί να βρεθεί; Σε ένα κάποιο υποκείμενο του πόθου, σε μια ανάμνηση μιας ζωής που μπορεί να βιωθεί – που έχει βιωθεί – κι αλλιώς; (όμως όχι, καμία νοσταλγία σ’ αυτό το ταξίδι στην πόλη). Κι αν είμαι πρόγονος αρχαίων Ελλήνων είμαι απ’ την πλευρά των δούλων. Δούλοι με πολιτικά δικαιώματα – το κόλπο του αιώνα μας. Δεν ξέρω βέβαια αν βρήκαμε τελικά το χαμένο κέντρο. Κάπου κρεμόταν, είχε γράμματα και ρακόμελο, κοντά μοιάζει στο κέντρο. Ποτέ δε φτάνεις στο κέντρο-κέντρο μάλλον εξάλλου.

Με έναν περίεργο τρόπο, αγαπάω πολύ την Αθήνα. Κι αυτό σκεφτόμουν καθώς χάζευα όλα τα μέρη στα οποία πήγαμε βόλτα με το Ρενό. Επανανοηματοδοτούνταν η πόλη, μέσα από μια τέχνη αλλιώς, και μέσα από μια αποστασιοποίηση που είχα προφανώς ανάγκη. Ήταν βέβαια σαν κάποιος να μου κάνει πλάκα. Όλα τα μέρη που πήγαμε, τα μέρη που σταθήκαμε, που διασχίσαμε ή σταματήσαμε, ήταν με κάποιο διαβολεμένο τρόπο, συγκεκριμένα ιδιαίτερα μέρη του παρελθόντος ή του παρόντος μου: Ήδη το σημείο εκκίνησης, ένα πολύ ιδιαίτερο πρώτο ραντεβού. Το πέρασμα ένα κλικ δίπλα από το σπίτι μου. Η καθημερινή διαδρομή για τη δουλειά, στον παράδρομο της Συγγρού. Ένα γνώριμο τμήμα της Καλλιθέας, και το σπίτι των φίλων που φιλοξένησε πολλά γέλια και κλάματα, αγκαλιά με τον Τάκη (ένα άλλο δεινοσαυράκι), και άπειρη αγάπη. Έξω από το σπίτι κάποιου παλιού εραστή. Έξω από τα everest στην Πειραιώς, ακριβώς εκεί που σταματάω σε κάτι τέτοιες βόλτες στην πόλη, ακριβώς σύμβολο εκείνης της μοναξιάς (έχουμε ποντάρει τη ζωή μας στη Λίντσεϊ Γουάλεν). Οι γέφυρες – κούφιες όλες, δεν ενώνουν κόσμους, μόνο ελλείψεις, κενά και χάσματα ενώνουν. Ένα κάθετο στενάκι στην Κωνσταντινουπόλεως – σχεδόν πεζοδρομημένο, αλλά όχι ακριβώς, με την κίνηση του αυτοκινήτου να βγαίνει αβίαστα, χωρίς γκάζια και φρένα (σίγουρα θα ξαναβρεθούμε εδώ). Οι δρόμοι του Δεκέμβρη του ’08, η κατειλημμένη ΓΣΕΕ που ξεπροβάλλει στο τέλος της Αλεξάνδρας (γιατί όλο τέτοιες σκέψεις έρχονται; είναι η επανανοηματοδότηση της πόλης, και της ζωής μας, που μας πάει αντανακλαστικά εκεί). Το θέατρο της Δώρας Στράτου, η είσοδος από πίσω, που ερχόμασταν παιδιά. Το πάρκινγκ κάτω από ένα εμπορικό κέντρο (στον K. δεν αρέσουν τα πάρκινγκ – τώρα άλλαξε γνώμη λέει). Το παιδικό σπίτι στο Περιστέρι (εδώ, στην Καλλιθέα, αλλά το ίδιο είναι), με τα παλιά φωτιστικά, την ίδια σκάλα μέχρι να φτάσεις πάνω, τους ίδιους διακόπτες για το φως, την ίδια ταράτσα. Δεν είναι βέβαια όλα αυτά καμιά σπουδαία σύμπτωση. Είναι η ζωή μας εδώ, τα μοιράσματα μας, είναι η ζωντανή μνήμη και πραγματικότητα όσων έχουν ζήσει σε μια πόλη σαν την Αθήνα (και επιδιώκουν ίσως να τη ζουν). Και μεις, να πιστεύουμε ακόμα σε τέτοιους κόσμους. Απλά πράγματα, τρομαχτικά. Γράφει ο Σαμσών Ρακάς για την παράσταση: «Όμως το περιβάλλον που συμβαίνουν είναι αμιγώς αντικαλλιτεχνικό: απλώς το αυτοκίνητό μου, απλώς η πόλη μας, η καθημερινότητά μας, οι δρόμοι μας, απλώς εμείς.» Αμιγώς αντικαλλιτεχνικό;

Μια απίστευτη μυσταγωγία. Και φυσικά, ένα βράδυ μιας διαρκούς ερωτεύσιμης και ερωτικής, κατάστασης και διαδικασίας σ.5. Ένα κολάζ από στίχους. Πίστευα πιο μικρή ότι δεν υπάρχει έρωτας αν δεν τον ζεις (πριν καναδυό χρόνια δηλαδή). Σκέφτομαι πλέον, μήπως ο έρωτας υπάρχει κυρίως αν δεν τον ζεις; Ή μήπως είναι κι αυτό φυγή απ’ τον έρωτα; (δεν τολμάω να μη βάλω κι εδώ το κυρίως, και το ή μήπως, δεν μπορώ αλλιώς, δεν είναι καιρός για απολυτότητες).

Φοβάμαι μη σε χάσω/χωρίς να σ’ έχω καν/ έχω τρελαθεί;

Γιατί/ και σου ζητώ συγνώμη/ ό,τι δε με αγάπησε/ το εκδικούμαι/ με ακόμη περισσότερη αγάπη.

Δε θέλω να σε δω/ θέλω να σε κοιτάξω.

Να ερωτεύεσαι/ αυτό που πιστεύεις πως θα ερωτευόσουν/ αν ήσουν/ αυτό που δεν είσαι.

Και αν είναι έτσι, γιατί η Πηνελόπη, που περίμενε τόσο καιρό, όταν έφτασε ο Οδυσσέας, συνέχισε να περιμένει; Μια διαρκής ερωτική κατάσταση περικυκλωμένη από μια σειρά θεωρημάτων (θεώρημα νούμερο εννιά: οι πιο σφιχτές γροθιές χάνουν πιο γρήγορα την άμμο από την παλάμη τους), και με απόλυτη κορύφωση ένα κερί, και το χέρι που δεχόταν το σημάδι του. Ένα περίπου άγγιγμα. Έγινε τελικά – ή μήπως όχι; Δίκιο είχαν τελικά/ ο έρωτας μάς κάνει αόρατους/ όμως μου λες πώς να σ’ αγγίξω τώρα; σ.6Εξάλλου, σε αρκετές στιγμές κατά τη διάρκεια του βραδιού επανερχόταν στο μυαλό μου το ποίημα εκείνο του Αργύρη Χιόνη (Οι άνθρωποι το πιο συχνά/ δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους/ Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους/ Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες/ Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους/ και τα ξεχνούνε/ Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα/ Ένα σωρό ποιήματα άγραφα).

Ένα ποιητικό ταξίδι στην πόλη των ζωντανών, αναμφισβήτητα ά-χρονο (που όμως θα ήθελα τόσο πολύ να κρατήσει μέχρι το πρωί). Έγραψε ο Αλεκσάντερ Πλατς στο Ημερολόγιο της παράστασης #8: «Έχω κάποιες σημαδούρες στον κόσμο. Το να με κάνουν βόλτες με το αυτοκίνητο είναι το αγαπημένο μου πράγμα στον κόσμο. Η Αθήνα είναι το αγαπημένο μου μέρος στον κόσμο. Η γραφή είναι ο αγαπημένος μου κόσμος.» σ.7. Ε, αυτό (και η νύχτα – και η νύχτα είναι η αγαπημένη μας στιγμή στον κόσμο).

Αλλά εμείς, δεν ακούγαμε τίποτα. Θέλαμε στυλ, μποντλερικό.
Θέλαμε να το παίξουμε καταραμένοι. Τι γελοίο θεέ μου.

(Πλησίασε. Πλησιάσαμε.) Ποιος τελικά θα μας σώσει; Ούτις. -Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν. Ένα τ’ ονομάζω σ.8.

Μα καλά, γίνονται αυτά στην πραγματική πραγματικότητα; σ.9 Ε ναι, γίνονται αυτά στην πραγματική (μας) πραγματικότητα.

Πληροφορίες: http://ypokeimeno.com/kalemi-sta-dontia/ (με ενημέρωση και για τη διαθεσιμότητα των θέσεων) και https://www.facebook.com/events/637953069745976/.

* Τα αποσπάσματα σε πλάγια γράμματα είναι τμήματα των αναγνώσεων που ακούσαμε. Φοβάμαι όχι πιστά σε αρκετές περιπτώσεις, προϊόντα της μνήμης (που ας ελπίσουμε ότι αποδίδει τα νοήματα αλλά και σίγουρα εξαπατά διαμεσολαβώντας). Της δικής μου μνήμης, και κάποια που μου έστειλε ο Κ. – ήταν μια από τις λίγες φορές που συγκρατήσαμε διαφορετικά αποσπάσματα.

** Η κεντρική φωτογραφία «κλέφτηκε», κι αυτή, από τον Σαμσών Ρακά – από το φ/β του (ο στίχος, από τη σονάτα του Σεληνόφωτος, του Γιάννη Ρίτσου σ.10). Την είχε δημοσιεύσει πριν δυο χρόνια – πριν λίγες μέρες αναρωτήθηκε αν έχουμε κανά νέο. Παραμένουμε να αναρωτιόμαστε μαζί του.

*** ποιος μας έχει έτσι στρέψει/ ώστε ό,τι κι αν κάνουμε/ κρατάμε τη στάση τού αποχαιρετισμού; (λόγια της κασσάνδρας) σ.11

__________________________________________________________ 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s