Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΑΙΡΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΛΟΓΗ. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ…


1-3.jpg

από Κλεονίκη Αλεξοπούλου

 ή  Μανιφέστο μιας δυναμικής διασποράς, όχι μιας χαμένης γενιάς.Για αρκετούς κοινωνικούς ιστορικούς και θεωρητικούς της διεθνικότητας (transnationalism), η μετανάστευση ανθρώπων από μια περιοχή σε μια άλλη εντός ή ακόμα περισσότερο εκτός του έθνους-κράτους παίζει ένα σημαντικό μετασχηματιστικό ρόλο, (επανα)διαμορφώνοντας τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και τους θεσμούς. Καταρχάς, η μετανάστευση αμφισβητεί τα σύνορα, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια τεχνητή ανθρώπινη σύμβαση. Ήταν και είναι μια έμπρακτη ένδειξη αμφισβήτησης της αξίωσης του εθνικού κράτους ότι οι πολίτες (οφείλουν να) ανήκουν σε μια μόνο χωρική επικράτεια (Lubkemann 2000). Ενσαρκώνει επίσης την ελεύθερη επιλογή των ατόμων ή ολόκληρων κοινοτήτων να διαλέξουν τον τρόπο ζωής τους (life strategy). Έχει κατοχυρωθεί σε τελική ανάλυση ως ένα ανθρώπινο δικαίωμα.

Στην περίπτωση του αποικιοκρατούμενου κόσμου και ειδικά της Αφρικής, τα σύνορα επιβλήθηκαν έξωθεν και με τόσο αυθαίρετο τρόπο από τις ευρωπαικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις το 19ο αιώνα, όπου δικαίως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την καταπάτηση αυτών των συνόρων και την «επανοικειοποίηση» του χώρου από τους τότε μετανάστες ως μια επαναστατική πράξη. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή να μεταναστεύσει κανείς ήταν και είναι σε έναν περιορισμένο βαθμό μια κατάσταση ελευθερίας, εφόσον γινόταν και γίνεται εντός καθορισμένων ορίων που θέτουν οι εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και η πολιτική εξουσία. Όμως αυτό ισχύει σχεδόν για όλο το φάσμα των ανθρώπινων επιλογών.

 

Η μετανάστευση εργατικού δυναμικού πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε ως οικονομικό εργαλείο από αποικιακά κράτη και ισχυρές καπιταλιστικές εταιρίες. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Μοζαμβίκης η πορτογαλική αποικιακή κυβέρνηση υπέγραψε μια σειρά από συμβάσεις με το κράτος της Νοτίου Αφρικής, ώστε να μεταναστεύουν συστηματικά εργάτες απ’ το νότο της πορτογαλικής αποικίας στα ορυχεία χρυσού και διαμαντιών της γείτονος χώρας. Οι εργάτες αυτοί όμως υποχρεώνονταν να γυρίσουν στη χώρα τους μετά το πέρας του συμβολαίου τους και να λαμβάνουν μισή αμοιβή στα ορυχεία χρυσού της Νοτίου Αφρικής και μισή αμοιβή στη Μοζαμβίκη, ώστε να ξοδεύουν το μισθό τους εντός της μαμάς «πατρίδας» και να καταναλώνουν ντόπια προιόντα ώστε να προωθηθεί η νομισματοποίηση της οικονομίας. Έτσι, οι Πορτογάλοι αποικιοκράτες θεσμοποίησαν την κυκλική μετανάστευση και επέβαλαν την «επιστροφή» των μεταναστών ως απαράβατο όρο (Alexopoulou and Juif 2017). Συγκεκριμένα, οι Αφρικανοί μετανάστες ανθρακωρύχοι κατανάλωναν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους στο εισαγόμενο πορτογαλικό κρασί(!).

Επιπλέον, υπήρξαν αναρίθμητες περιπτώσεις καταναγκαστικής μετανάστευσης και εργασίας (δεκαετίες αφότου είχε καταργηθεί η δουλεία), λόγω έλλειψης επαρκούς εργατικού δυναμικού στα δημόσια έργα και στην αγροτική παραγωγή: χαρακτηριστική περίπτωση, η μετανάστευση Αφρικανών απ’ τις δυτικές ακτές της ηπείρου στις Cadbury φυτείες κακάο στα νησιά Σάο Τομέ και Πρίνσιπε. Πάμπολλα άλλα παραδείγματα μετανάστευσης στην αποικιακή Αφρική ανοίγουν διάπλατα τη βεντάλια της ιστορίας της μετανάστευσης, από πλέον οργανωμένες και θεσμοποιημένες μορφές έως ανεπίσημες (informal) και άτακτες «λαθρο»μεταναστεύσεις.

Από τον καιρό που υπάρχουν μοντέρνες νομισματοποιημένες οικονομίες είναι γνωστή η συμβολή των μεταναστών είτε στην οικονομία των χωρών καταγωγής μέσω εμβασμάτων είτε στην ανάπτυξη των χωρών υποδοχής μέσω της εργασίας τους σε καίριους τομείς της παραγωγής. Επίσης αυξημένο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει προσελκύσει τις τελευταίες δεκαετίες ο κρίσιμος ρόλος των μεταναστών στη μεταφορά ανθρώπινου κεφαλαίου (human capital) και τεχνογνωσίας, που προωθούν την καινοτομία και στις χώρες υποδοχής και στις χώρες καταγωγής, εάν πρόκειται για κυκλική μετανάστευση (όπου οι μετανάστες επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους).

Στη μεταμοντέρνα εποχή μας ή αλλιώς στο στάδιο του ύστερου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία υπηρεσιών, η έννοια της εργατικής τάξης ως μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο αμφισβητείται, επειδή αποκλείει άλλα είδη εργαζομένων ή άλλες υπεξούσιες ομάδες όπως οι μετανάστες, οι άνεργοι, οι νοικοκυρές. Το «πλήθος», όπως το εννοιολόγησαν οι Χαρντ και Νέγκρι (2011), σε αντίθεση με το λαό που είναι μια παραδοσιακά ενοποιητική έννοια βασισμένη στο έθνος ή τη φυλή, περικλείει τους μετανάστες, και διεκδικεί τον τίτλο του νέου επαναστατικού υποκειμένου. Πώς οργανώνονται όλες αυτές οι ετερόκλητες ομάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών? Μέσω ενός δικτύου «δημοκρατικών σχέσεων» που προσομοιάζει με το ίντερνετ (ibid).

Δε φιλοδοξώ σε καμιά περίπτωση μέσα σε λίγες παραγράφους να ανασυγκροτήσω τις θεωρήσεις στις οποίες αναφέρομαι ούτε τις κριτικές τους. Θέλω μόνο να δείξω την αυξανόμενη σημασία που έχουν οι μετανάστες σήμερα ως φορείς αλλαγής, από την οπτική γωνία διαφορετικών θεωρητικών παραδόσεων. Επίσης νομίζω ότι αξίζει η προσπάθεια να ντύνουμε τα εκάστοτε θεωρητικά σχήματα με τις εμπειρίες του παρόντος, με μια σχετική ελευθερία έκφρασης σκέψεων και συναισθημάτων, για λόγους οικειοποίησης και επαναπροσδιορισμού των ιδεών, σύμφωνα με τις δικές μας καθημερινές πραγματικές ανάγκες.

Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο εξωτερικό και ειδικεύονται σε διάφορους επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους, δουλεύουν σε πολυεθνικές και μεσαίου μεγέθους εταιρίες ή συνιστούν άλλον έναν κρίκο του πρεκαριάτου διαφόρων χωρών του εξωτερικού. Αρκετές έρευνες κι αναλύσεις (Generation E, EUmigré) αναφέρονται στο βραχυπρόθεσμο brain drain που υφίσταται η Ελλάδα και στο ενδεχόμενο μακροπρόθεσμο brain gain, το οποίο θα μπορούσε να καρπωθεί εάν οι μετανάστες αυτοί κάποια στιγμή επέστρεφαν στη χώρα τους.

Φαίνεται σαν το ελληνικό κράτος να μην επέλεξε ποτέ συνειδητά να διώξει ορδές νέων εργαζομένων και φοιτητών. Πράγματι, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας δε θεσμοποίησαν ποτέ τη μετανάστευση εργατικού δυναμικού με τον τρόπο που το έκαναν οι αποικιακές κυβερνήσεις του παρελθόντος. Υπέγραψαν μόνο τις συμβάσεις ελεύθερης διακίνησης πολιτών εντός της ΕΕ που ειναι ακόμα και για τους αντιπάλους της μια προοδευτική κατάκτηση. Και εφάρμοσαν τις εργασιακές πολιτικές που προτάθηκαν από την ηγεσία της ΕΕ και το ΔΝΤ, πολιτικές που ίσως θα έπρεπε να ονομάζονται «πολιτικές ανεργίας», καθώς πρόκειται για μια κοινωνική πραγματικότητα δυσθεώρητων ποσοστών ανεργίας εκτός της συνεχούς αναθεώρησης των όρων και συνθηκών εργασίας, όπου επανα- ή μάλλον από-ρυθμίζονται καθημερινά ωράρια, μισθοί, συντάξιμα κλπ. Παρουσιάζεται, λοιπόν, σαν όλο αυτό να είναι μια παράπλευρη συνέπεια της κρίσης που χτύπησε τη χώρα και η πράξη της μετανάστευσης να είναι η εφαρμογή αυτού που αποκαλούμε ατομική στρατηγική.

Όμως αν το καλοσκεφτούμε, η ατομική αυτή επιλογή είναι η αποκρυστάλλωση των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων και της πολιτικής εξουσίας στο δεδομένο ιστορικό χρόνο. Έχει δηλαδή ταξικό πρόσημο. Λόγω της σύμπτυξης του χώρου και του χρόνου που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, υπάρχουν αυξανόμενες ανάγκες για δια βίου εκπαιδευόμενους και πολλές φορές πολύγλωσσους εργαζόμενους. Οι  εταιρίες χρειάζονται όλο και πιο ευέλικτους μαχητές (τύπου Survivor, σ’ ένα πλαίσιο κοινωνικού δαρβινισμού) που τη Δευτέρα θα ‘ναι στο Ναιρόμπι και την Πέμπτη στο Σικάγο. Οι μαχητές αυτοί βέβαια δεν προλαβαίνουν έτσι ούτε να συνειδητοποιήσουν ποιος είναι ο φυσικός και κοινωνικός τους χώρος ούτε να συνάψουν φιλικούς και συντροφικούς δεσμούς με βάθος. Ενώ η απόλαυση της μάθησης και η μνήμη  δίνουν συχνά τη θέση τους στο ανικανοποίητο της ταχείας κατανάλωσης εντυπώσεων και στη λήθη. Όταν έγραφε ο Κούντερα τη «βραδύτητα» (1995), δε μπορούσε ακόμα να φανταστεί το σημερινό βαθμό εντατικοποίσης των πάντων.

Η ηλεκτρονική δικτύωση, στην οποία εναποθέτουν τις ελπίδες τους πολλοί, ανοίγει σίγουρα δρόμους επικοινωνίας και αυξάνει κι άλλο την ταχύτητα με την οποία αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι. Αλλά η συνεχής μετακίνηση αναγκαστικά οδηγεί σε μια συνεχή ανακύκλωση ανθρώπων που ενδεχομένως να συνοδεύεται και από συναισθήματα αποκοπής, ανασφάλειας και ματαίωσης που προέρχονται από τη φυσική απουσία κι από τον αέναο επαναπροσδιορισμό του επόμενου βήματος και του επόμενου στόχου. Κάποτε ήταν ουτοπία κι άπιαστο όνειρο να ταξιδέψεις, να ανακαλύψεις. Τώρα έχει καταλήξει να ‘ναι ουτοπία, για μια σημαντική μερίδα ανθρώπων, το να έχεις βάση, όνομα που δεν αλλάζει, γλώσσα προτίμησης. Και φυσικά, η επιλογή ταυτότητας και η ταξική συνείδηση από μια διεθνιστική άποψη φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Υπάρχει βέβαια η ταυτότητα του κοσμοπολίτη με όλα τα ερωτηματικά που ανοίγει ο ορισμός της.

Ολ’ αυτά δεν αποσκοπούν σε μια επανάληψη του αυτονόητου ή σε ένα «κατηγορώ» της ελεύθερης διακίνησης πολιτών. Βοηθούν ομως στον εντοπισμό της ανάγκης ενός σημερινού κομματιού εργαζομένων να ανήκουν κάπου, και στην κατανόηση της κυρίαρχης ακροδεξιάς ατζέντας στο ταυτοτικό ζήτημα. Ποιοι είμαστε? Η απάντηση φαίνεται να έρχεται μόνο απ’ τα δεξιά: Είμαστε ο ισχυρότερος λαός του κόσμου, Αμερικανοί, πρώην μετανάστες που είχαμε όμως κοινό όραμα, ξεκινήσαμε από διαφορετικά σημεία, συγκλίναμε όμως σε ένα. Είμαστε Ολλανδοί, Γάλλοι. Ενώ το ακραίο κέντρο επιμένει: Μόνο το ελεύθερο εμπόριο, οι ξένες (πάντα) επενδύσεις και η οικονομική μεγέθυνση δημιουργούν θέσεις εργασίας και μαγικά προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Κι η Αριστερά σιωπά, μπερδεμενη ανάμεσα σε ρατσιστικές κορώνες και κοινωνικά κεκτημένα που καταπατήθηκαν από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και την ήττα της σοσιαλδημοκρατίας. Η απάντηση της Αριστεράς δεν ειναι συνταγή μαγειρικής για να τη γραψουμε σε μια γραμμή, επαναλαμβάνουν πολλοί. Ας κάνουμε όμως, όπως κάναμε στο δημοτικό, την εξής άσκηση: ας εντοπίσουμε τα συστατικά μέρη αυτής της απάντησης και ας εναπόκειται μετά στην ελεύθερη βούληση του καθενός πώς θα τα συνθέσει. Συλλογική επιλογή, εναλλακτικό όραμα, αλλαγή παραδείγματος. Αν η Αριστερά δεν τα προσφέρει αυτά, δεν είναι Αριστερά.

Η διασπορά, αν θέλει να είναι οργανικό κομμάτι αυτού του μετασχηματισμού, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Κι οι ευθύνες της εκτείνονται πέρα απ’ την ανακύκλωση ιδεωδών στις παρέες των ίδιων γνωστών-αγνώστων. Ας μην αφήσουμε άλλο χρόνο ανεκμετάλλευτο, ας επιχειρήσουμε να οργανώσουμε ανοιχτά φόρουμ θέτοντας προς συζήτηση όλες τις διαστάσεις λειτουργίας του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, των δομών αλληλεγγύης και των commons  όχι μόνο εντός Ελλάδας, αλλά σε όποια πόλη του εξωτερικού η παρουσία μας είναι σημαντική. Όπως οι οικονομολόγοι μελετούν την περίπτωση κυκλοφορίας άλλου νομίσματος πλην του Ευρώ, συχνά σε συνεργασία με ξένους φορείς, έτσι χρειαζόμαστε όχι μόνο τους κοινωνικούς αλλά και τους θετικούς επιστήμονες της διασποράς να ανταλλάξουν απόψεις για την αναδιάρθρωση της παραγωγής, εναλλακτικές πηγές ενέργειας, μια διαφορετική πολεοδομία κοκ. Αν δε θέλουμε την κρίση ως ευκαιρία μόνο για μεμονωμένες start-ups και θέλουμε η έρευνα να προηγείται της εμπορικής ιδέας και η παραγωγή της πώλησης, οφείλουμε να συμμετέχουμε με όποιο τρόπο μπορούμε σε συλλογικότητες που θα αποσκοπούν σ’ έναν κεντρικό σχεδιασμό. Ακόμα κι αν δεν έχουμε τη δύναμη, έχουμε τη γνώση και μπορούμε να γίνουμε ένας σημαντικός μοχλός πίεσης. Έτσι, για άλλη μια φορά στην ανθρώπινη ιστορία, θα άρουμε συλλογικά τα σύνορα που αρχικά περάσαμε ως άτομικότητες. Ας πιάσουμε το ΤΙΝΑ από το Α κι ας το γδάρουμε ίσαμε το Τ.

*Το κείμενο αυτό γράφτηκε μετά από συζητήσεις εντός της πολιτικής συλλογικότητας Reinform στην Ολλανδία.

 _________________________________________________________

 

Advertisements

Το πλανόδιο τσίρκο του «σοσιαλισμού»…


Από τον Δημήτρη Κούλαλη

ΕΛΛΟΓΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

Παρατήρηση 1η: Το χθεσινοβραδινό «talk show»  που παρακολουθήσαμε στη Βουλή, μπορεί να περιγραφεί με τα εξής απλά λόγια: « Αν αρχίσουμε, κύριοι βουλευτές της ΝΔ, να σκαλίζουμε ο ένας τις αμαρτίες του άλλου, τότε θα μολυνθεί ο πολιτικός βίος αυτής της χώρας». Βάσω Παπανδρέου, αναπληρώτρια υπ. Βιομηχανίας του ΠΑΣΟΚ, 1985.

Η κ. Παπανδρέου δήλωνε σοσιαλίστρια.

Παρατήρηση 2η: Ο πρώην υπουργός των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, κ. Γιάννος Παπαντωνίου, γνήσιος εκφραστής των κυβερνήσεων του «εκσυγχρονισμού», για τον οποίο εχθές η Βουλή ψήφισε τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής σχετικά με το μέγα σκάνδαλο των εξοπλιστικών, ήταν εκείνος πουδήλωνε ότι  πάντα δρα με γνώμονα τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Για το λόγου το αληθές:

Ο κ. Παπαντωνίου δήλωνε σοσιαλιστής.

Παρατήρηση 3η: Ο πρώην πρωθυπουργός, κ. Κώστας Σημίτης,  ο οποίος εμφανίστηκε χθες μετά από μια δεκαπενταετία σχεδόν σε τηλεοπτικό σταθμό, είναι εκείνος ο  οποίος την ώρα που μιλούσε για «εκσυγχρονισμό» και για «ανάπτυξη», από το βήμα της Βουλής, με τον πιο κυνικό τρόπο δήλωνε μετά την κατάρρευση της φούσκας του χρηματιστηρίου: «Ας πρόσεχαν», απευθυνόμενος σε όσους ανυποψίαστους και αφελείς είχαν ποντάρει ολόκληρο το βιος τους στο τζόγο.

Είχε προηγηθεί η χρήση των αποθεματικών των ταμείων για την τόνωση του Χρηματιστηρίου. Είχε προηγηθεί ακόμη το μαζικό ψυχολογικό ντοπάρισμα του κόσμου από τους υπουργούς της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι προέτρεπαν  σύσσωμη την κοινωνία να επενδύσει στις επίπλαστες προσδοκίες του εύκολου και άκοπου κέρδους.

Ο κ. Σημίτης δήλωνε σοσιαλιστής.

Παρατήρηση 4η: Το 2015, ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ,  κ. Βενιζέλος, ο οποίος, τότε, είχε υπογράψει και ψηφίσει τα δύο πρώτα μνημόνια, εγκαλούσε τον κ. Τσίπρα, ο οποίος υπέγραψε και ψήφισε το τρίτο και πάει για το τέταρτο , για το πότε επιτέλους θα φύγουν τα μνημόνια. Είναι ο ίδιος άνθρωπος, ο οποίος συμμετείχε σε μία κυβέρνηση η οποία ενώ εξαπέλυε δριμεία επίθεση κατά των εργαζομένων, ταυτόχρονα,  έδινε πριμ ύψους 350 εκατ. σε εταιρείες μεγαλοεργολάβων, επειδή τα έσοδα από την είσπραξη των διοδίων δεν ήταν τα αναμενόμενα.

Ο κ. Βενιζέλος δήλωνε σοσιαλιστής.

Παρατήρηση 5η: Ο πρώην πρωθυπουργός, κ. Γιώργος Παπανδρέου, λίγο μετά την εκλογική του νίκη το 2009 δήλωνε από το βήμα της Βουλής, παραφράζοντας το σύνθημα του «Μάη», η φαντασία στην εξουσία, ότι αυτός κι η κυβέρνησή του είναι «αντιεξουσιαστές στην εξουσία». Μετά από μερικούς μήνες έμπασε το ΔΝΤ από την πίσω πόρτα…

(η επίμαχη δήλωση στο 0:07)

Ο τρόπος που το ‘κανε καταγράφεται στο βιβλίο του έγκριτου δημοσιογράφου (!), κ. Γ. Πρετεντέρη, «Ψυχρός Εμφύλιος» (Πατάκης) : «( …) Όπου στον κόσμο εφαρμόζονται ανάλογα οικονομικά προγράμματα– έγραφε- οι εμπνευστές τους ξεκινούν από το πραξικόπημα. Κανονικά δηλαδή πρώτα εμφανίζονται τα τανκς και μετά η τρόικα… Φυσικά στη χώρα μας κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Γι’ αυτό καταβλήθηκε τόση προσπάθεια να δημιουργηθεί κλίμα κατασκευασμένης συναίνεσης  ή ευρύτερης αποδοχής του μνημονίου με το επιχείρημα του ‘’μονόδρομου’’. (…) Ήταν ίσως η πιο αποκρουστική πλευρά ενός εκτρωματικού σχεδίου».

Ο κ. Γ. Παπανδρέου δήλωνε σοσιαλιστής.

Παρατήρηση 6η:  Λίγο μετά το 1974, την εποχή του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου συγκρούστηκε σφοδρά με τον Κ. Καραμανλή αναφορικά με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Είναι μνημειώδης η στιγμή του περίφημου «προτιμούμε να ανήκομεν εις τους Έλληνες» και η υιοθέτηση όλης της ρητορικής του ΚΚΕ και της προδικτατορικής ΕΔΑ από το αντιπολιτευόμενο ΠΑΣΟΚ.  Όμως, μια δεκαετία πίσω, ως υπουργός της «Ε.Κ.» άλλα ήταν εκείνα που τον απασχολούσαν… Την «19η Ιανουαρίου 1964 σε ομιλία του στην Πάτρα, 3 χρόνια μετά τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ- έλεγε χαρακτηριστικά: “Η μόνη έννοια την οποία δικαιούμεθα να δώσωμεν εις την απόφασιν της συνδέσεως είναι ότι η Ελλάς απεδέχθη τη μεγάλην πρόκλησιν του 20ού αιώνος, ότι απεδέχθη να αποδυθή εις τον μεγάλον αγώνα διά την ταχείαν ανύψωσιν του βιοτικού επιπέδου του λαού της. Η έκβασις του αγώνος δεν έχει κριθεί. Θα κριθή από τη στρατηγικήν την οποίαν θα ακολουθήσωμεν και από το σθένος, το οποίον θα επιδείξωμεν. Η απόφασις να συνδεθώμεν με την Ευρωπαϊκήν Κοινήν Αγοράν αποτελεί συμβόλαιον μεταξύ του Ελληνικού κράτους και του Έλληνος πολίτου, διά την συμμετοχήν μας εις την μεγάλην εξόρμησιν του 20ού αιώνος. Την κοινήν γνώμην δεν απησχόλησεν επαρκώς η άλλη όψις της συνδέσεως με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ότι δηλαδή η Ελλάς θα αποτελέση ισότιμον μέλος της Κοινότητος των μεγάλων Δημοκρατιών της Δύσης. Και ότι, επομένως, θα κληθή η Ελλάς όχι μόνον να εκσυγχρονίση την οικονομίαν της, αλλά επίσης και το κράτος της και την κοινωνικήν της διάρθρωσιν. Πρώτιστον χαρακτηριστικόν των χωρών της Ευρωπαϊκής Κοινότητος είναι το ότι είναι Δημοκρατίαι». (Ριζοσπάστης 28/6/1998).

Παρατήρηση 7η: Τα τελευταία επτά μνημονιακά χρόνια, ακούστηκε, και από χείλη «σοσιαλιστών», ότι την ευθύνη για την χρεοκοπία της χώρας την έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι και το σπάταλο κράτος. Καταρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι όταν η Αριστερά, η πραγματική Αριστερά, μιλάει για το δημόσιο τομέα, σίγουρα δεν μιλά για το Δημόσιο των «κολλητών»,  των «κουμπάρων», των «υποβρυχίων που έγερναν», της Siemens, των greek statistic s, του οργίου διασπάθισης των Ολυμπιακών Αγώνων και του Κοσκωτά .

Δεν μιλά, εν ολίγοις, για το Δημόσιο του κορπορατισμού και του κομματικού κράτους.

Οι κύριοι «σοσιαλιστές» αν εννοούν αυτού του είδους το Δημόσιο, ναι έχουν δίκιο, είναι ένας γραφειοκρατικός «Φρανκεστάιν» διεφθαρμένος μέχρι μυελού των οστών . Μόνο που είναι το δικό τους Δημόσιο και σίγουρα η ευθύνη δεν βαρύνει τις πλάτες όλων των εργαζομένων του δημόσιου τομέα που προσπαθούν καθημερινά παρά τις αντιξοότητες να εξυπηρετήσουν τους πολίτες. Όσο για το σπάταλο κράτος, ήταν πάντα σπάταλο για τις δουλίτσες των πολυεθνικών και των εργολάβων, ποτέ όμως δεν ήταν σπάταλο για την Υγεία, την Παιδεία, την Πρόνοια, την Ασφάλιση και άλλους ευαίσθητους κοινωνικούς τομείς.

Για να καταλάβουμε πόσο βυσσοδόμησαν πάνω στην έννοια και τις αξίες του σοσιαλισμού, παραδίδοντας μια διοίκηση ρημαγμένη, αρκεί να αναφέρουμε τα όσα έγραφε ο υπ. Εθνικής Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1982-85 , στο βιβλίο του «Πολιτική κατάθεση» ( Οδυσσέας), αναφορικά με τις ‘’προβληματικές εταιρείες’’: «Το πρόβλημα το είχε κατ’ αρχήν η Εθνική Τράπεζα, που είχε δανείσει υπέρογκα ποσά σε αυτές τις εταιρείες.(…) – Μόνο στην Εθνική- οι πιστώσεις ανέρχονταν στο ύψος των 200 δισεκατομμυρίων δρχ. – τα οποία- θα έπρεπε να χαρακτηριστούν επισφαλή και να διαγραφούν. Η τράπεζα θα αδυνατούσε βέβαια να καλύψει ζημιά τέτοιου είδους. (…) Για να προχωρήσουμε αποτελεσματικά, έπρεπε πρώτα από όλα να παραδεχτούμε την πικρή αλήθεια, ότι δηλαδή μεγάλο μέρος των 200 δισεκατομμυρίων (…) θα πληρωνόταν κατ’ ανάγκη από τον φορολογούμενο».

Ο εκλιπών πια Γεράσιμος Αρσένης δήλωνε και αυτός σοσιαλιστής.

Ως επίλογο, χρησιμοποιούμε ένα απόσπασμα, ενδεικτικό της διάψευσης των προσδοκιών και της πολιτικής απάτης όλων αυτών των χρόνων, από το έργο του Μενέλαου Λουντέμη , «Οδός Αβύσσου- Αριθμός Ο»:

«Τα τελευταία τούτα χρόνια στον τόπο αυτό ειπώθηκαν τα χειρότερα ψέματα της Ιστορίας. Ειπώθηκαν ψέματα που ντράπηκαν και τα ίδια, μια και δεν ντρέπονταν τα στόματα που τα ‘λεγαν».

__________________________________________________________

Από:http://www.nostimonimar.gr/to-planodio-tsirko-tou-sosialismou/

Ο Μπελογιάννης και το αίτημα για μια ριζικά νέα επαναστατική πορεία…


O Mπελογιάννης δεν έμεινε κυρίως σαν ο επαναστάτης της εθνικής αντίστασης, της νίκης που δεν είναι νίκη. Αλλά σαν ο επαναστάτης της ήττας ύστερα από σκληρή μάχη, της ήττας που δεν είναι ακριβώς ήττα.

Στις 30 Mαρτίου 1952 εκτελέστηκε ο Mπελογιάννης μαζί με τους συντρόφους του, Mπάτση, Kαλούμενο και Aργυριάδη, στο Γουδί, κάτω από τους προβολείς των στρατιωτικών αυτοκινήτων, για να μην προλάβει το ξημέρωμα και πάρει χαμπάρι ο κόσμος. «Πάμε για καθαρό αέρα», ήταν τα λόγια του, στο «ήρθε η ώρα» του δεσμοφύλακα. Aπό τότε ο Mπελογιάννης αγαπήθηκε όσο λίγοι και υμνήθηκε συχνά και από τους αντιπάλους του, ξένους και «δικούς του». Συμβόλισε ευρύτερα το μαρτύριο, την αξιοπρέπεια και την ελπίδα της μετεμφυλιακής Ελλάδας των εργαζομένων και από μια άποψη το γενικότερο δράμα του μεταπολεμικού κόσμου. Κέρδισε ιδιαίτερα την τιμή να εκφράσει ως τα όρια της ποίησης και του μύθου την αυταπάρνηση και την αισιοδοξία των κομμουνιστών, των επαναστατών, των χιλιάδων λαϊκών αγωνιστών.

Aπό τότε η στάση του ταυτίστηκε με κάθε ανυπότακτη συνείδηση και πράξη, με τα πιο ψηλά πετάγματα των νεότερων γενιών, με την ίδια την αφοσίωση στην ατέλειωτη περιπέτεια της ανθρώπινης απελευθέρωσης. Δίκαια όλα αυτά, γιατί όταν ήρθε η «ώρα του» (όχι αυτή που καθόρισαν οι δολοφόνοι του) πήγε να τη συναντήσει, όπως και πάρα πολλοί άλλοι, όχι χωρίς φόβο, αλλά πάντως χωρίς στόμφο και κυρίως με στοχασμό και τόλμη, έτοιμος στη σκέψη κι ανθρώπινος, με το κεφάλι ψηλά.

Συνέχεια

Το ανθρωπάκι …


Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που ο γερο-Καραμανλής δεν είχε γίνει ακόμη «Εθνάρχης», η κοινότητα του Κεφαλαριού νοίκιασε το 100 τετραγωνικών μέτρων κτήριο που υπήρχε μέσα στο πάρκο. Σ’ αυτό το κτήριο επρόκειτο να λειτουργήσει η «Αλάσκα», ένα από τα πλέον ιστορικά ζαχαροπλαστεία τής χώρας, όπου γυρίστηκαν αμέτρητες σκηνές ταινιών τού παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Τα χρόνια πέρασαν και η «Αλάσκα» άλλαξε κάμποσες φορές χέρια αλλά παρέμενε στην θέση της. Ώσπου στα μέσα της δεκαετίας τού ’90 ήρθε ο δήμαρχος Κηφισιάς και αποφάσισε να ανακαινίσει το κτήριο, το οποίο έδειχνε σαφή σημάδια φθοράς. Μόνο που η ανακαίνιση συνδυάστηκε με επέκταση κι έτσι στην θέση του παλιού κτηρίου φύτρωσε ένα νέο, σχεδόν τέσσερις φορές μεγαλύτερο: τα 100 τετραγωνικά έγιναν 380 και, μάλιστα, δίχως καμμιά άδεια. Αυθαίρετο μεν αλλά ο δήμαρχος «είχε τις άκρες του», κατά το κοινώς λεγόμενον. Τί διάβολο; Από τα 22 του στο πολιτικό κουρμπέτι ως ιδιαίτερος γραμματέας τού Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα και θα κώλωνε σε μια άδεια;

Σκηνές από τις ταινίες Η γυναίκα μου τρελλάθηκε, Δεσποινίς διευθυντής, Μερικοί το προτιμούν κρύο
και Κορίτσια για φίλημα. Όλες γυρισμένες στην «Αλάσκα» του Κεφαλαριού την δεκαετία τού ’60.

Δήμαρχος είμαι, ό,τι θέλω κάνω; Μάλλον κάπως έτσι πρέπει να σκεφτόταν ο δήμαρχος. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε το γεγονός ότι νοίκιασε το νέο κτήριο των 380 τετραγωνικών προς 1.350.000 δραχμές τον μήνα, ενώ το παλιό των 100 τετραγωνικών πλήρωνε νοίκι 3.788.000 μηνιαίως; Βέβαια, ο δήμαρχος μηνύθηκε για την οικονομική ζημιά που προκάλεσε στον δήμο αλλά δεν επρόκειτο να δικαστεί ποτέ, μιας και στις εκλογές τού 2000 βγήκε βουλευτής με την Νέα Δημοκρατία και γλίτωσε λόγω ασυλίας.

Συνέχεια

η ένοπλη παρέλαση : ρομπότ, εργασία, ιδεολογία…


Στα μέρη μας το θέμα δεν είναι φλέγον. Μεγάλη ανεργία αλλά περιορισμένη (σε σχέση με άλλα μέρη) χρήση της πληροφορικής και των παραγώγων της στον δευτερογενή. Διεθνώς όμως είναι ένα απ’ τα αγαπημένα της δημαγωγίας. Η τεχνολογική ανεργία. Πολλά δημοσιεύματα και επιστημονικά πορίσματα, που εμφανίζονται με αξιοσημείωτη και αυξανόμενη ένταση τα τελευταία χρόνια κουνάνε προειδοποιητικά (δηλαδή απειλητικά) το δάκτυλο: “Τα ρομπότ απειλούν την εργασία”! Αν και τέτοιου είδους αγωνίες δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζονται στην ιστορία γενικά – και στην ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ειδικότερα – δημοσιογράφοι και ειδικοί (οικονομολόγοι, ιστορικοί, επιχειρηματίες…)  επιμένουν: “Αυτή την φορά ίσως τα πράγματα να εξελιχθούν διαφορετικά”: Η ολοένα και πιο ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των αυτοματισμών – λένε – κάνει υπολογίσιμη (κυριολεκτικά!) την πιθανότητα αυτοματοποίησης και αντικατάστασης από πληροφοριακές μηχανές ολοένα και περισσότερων μορφών εργασίας και ειδικοτήτων, που πιθανόν να είναι αδύνατον να αναπληρωθούν αρκετά γρήγορα με κάποιες νέες.

Τι είναι αυτό που θα μπορούσε να δώσει μια βάση στο “αυτή τη φορά ίσως τα πράγματα να εξελιχθούν διαφορετικά”; Ποιές ήταν οι προηγούμενες φορές; Τι έγινε τότε; Στο βαθμό που οι “προφήτες” του ότι κάποιο είδος σύγχρονων μηχανών (τα ρομπότ κατά κύριο λόγο) θα μειώσουν την ανθρώπινη εργασία επικαλούνται, έστω και αόριστα, κάποιες “άλλες φορές” του παρελθόντος, θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι τίμιοι μ’ αυτές τις “προηγούμενες φορές”. Δεν είναι.
Το επίδικο, εννοείται, είναι οι μηχανές. “Τι μπορούν να κάνουν” και “τι δεν μπορούν να κάνουν”. Διατυπωμένες έτσι οι ερωτήσεις περιέχουν έναν υψηλό βαθμό μεταφυσικής. Οι μηχανές δεν μπορούν να κάνουν τίποτα περισσότερο απ’ αυτό για το οποίο σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν. Από ιδεολογική άποψη όμως, το τι μπορούν να κάνουν οι μηχανές σαν επιχείρημα είναι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτές τις ίδιες!
Ας ρίξουμε κατ’ αρχήν μια ματιά σε μια “προηγούμενη φορά”. Είναι διαφωτιστική.

Συνέχεια