Ουόλτ Ουίτμαν (1819-1892)…


Στις 26 Μαρτίου 1892 πέθανε ο Ουόλτ Ουίτμαν.

Ο Ουώλτ Ουίτμαν (Walt Whitman), ο επιφανέστερος αμερικανός ποιητής του 19ου αιώνα (1819-1892), είχε αγγλική και ολλανδική την καταγωγή. Στα νεανικά του χρόνια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του για να εργασθεί ως ξυλουργός, οικοδόμος, τυπογράφος και δάσκαλος. Από το 1838 άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά.

Βαθιά επηρεασμένος από τις θεωρίες του Ραλφ Ουάλντο Έμερσον εκδίδει, το 1855 στην πρώτη της μορφή, τη συλλογή του Φύλλα χλόης, αποτελούμενη από δώδεκα ποιήματα. Έκτοτε εμπλουτίζει σε αλλεπάλληλες εκδόσεις τη συλλογή αυτή με νέες συνθέσεις, εξασφαλίζοντας την αναγνώριση φανατικών θαυμαστών όπως ο Σουίνμπερν και ο Ο.Μ. Ροσσέτι, αλλά και την επιφυλακτικότητα του ευρύτερου κοινού, κυρίως για τις προωθημένες περί ηθικής αντιλήψεις του. Κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο υπηρετεί ως εθελοντής νοσοκόμος, εμπειρία που τον σφραγίζει και που την καταγράφει στα Πολεμικά απομνημονεύματά του (1875). Άλλα του έργα: Δημοκρατικές απόψεις (1871), Δείγματα ημερών (1882), Κλαδιά του Νοεμβρίου (1888), Χαίρε, φαντασία μου (1891).

Έργα του στα ελληνικά:

Αφιερώματα. Ξεκινώντας από το Πώμανοκ, Ηριδανός 2007
Επιλογή ποιημάτων, Εκδοτική Θεσσαλονίκης 2006
Το τραγούδι του εαυτού μου, Ηριδανός 2006
Στη γαλάζια όχθη της Οντάριο, Ύψιλον 1999

Πηγή: biblioNet


Do you like Walt Whitman?

Τρεις φυλακισμένοι (Τομ Ουέιτς, Τζον Λιούρι, Ρομπέρτο Μπενίνι) συζητούν για τον Ουόλτ Ουίτμαν. Σκηνή από το Down by law (Στην παγίδα του νόμου, 1986) του Τζιμ Τζάρμους.


Ουόλτ Ουίτμαν, τρία ποιήματα

Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

 

Έξω  από αυτήν τη Μάσκα
(παίρνοντας θέση μπροστά σ’ ένα πορτρέτο)
1

Έξω από αυτήν την κυρτωμένη, χοντροκομμένη Μάσκα,
(Όλες οι ευθειότερες, οι ομοιότερες Μάσκες απαρνημένες—αυτή προτιμημένη,)
Τούτη η κοινή αυλαία του προσώπου, περικλεισμένη σε μένα για εμένα, σε σένα για εσένα, σε κάθε έναν για καθέναν,
(Τραγωδίες, λύπες, γέλιο, δάκρυα— ω ουρανέ!
Τα παθιασμένα, συρρέοντα έργα που αυτή η αυλαία έκρυψε!)
Αυτό το λούστρο απ’ του Θεού τον γαληνότερο, τον πιο καθάριο ουρανό,
Αυτή η μεμβράνη από του Σατανά τον κοχλαστό τον λάκκο,
O χάρτης της γεωγραφίας ετούτης της καρδιάς—αυτή η απέραντη μικρή χώρα—αυτή η άηχη θάλασσα·
Έξω από τις περιελίξεις αυτής της σφαίρας,
Αυτό το πιο δαιμόνιο ουράνιο σώμα από του ήλιου ή της σελήνης—από του Δία, της Αφροδίτης, του Άρη·
Αυτή η συμπύκνωση του Σύμπαντος—(μάλιστα, να εδώ το μόνο Σύμπαν,
Εδώ η ιδέα—όλη σ’ αυτή τη μυστηριακή αδραξιά σφιγμένη·)
Αυτά τα σκαλισμένα μάτια, που αστράφτουν προς τα σένα, να περαστούν στους μέλλοντες καιρούς,
Να εκτοξευτούν και να στροβιλιστούν πέρα για πέρα στο γειρτό,περιστρεφόμενο διάστημα—από αυτά για να πηγάσει,
Προς Εσένα, όποιος και νά ‘σαι — ένα Βλέμμα.

2

Ένας Ταξιδευτής σκέψεων και χρόνων—ειρήνης και πολέμων,
Νεότητας από καιρό εξοδεμένης, και μέσης ηλικίας που ξεπέφτει,
(Όπως ο πρώτος τόμος μιας ιστορίας που μελετήθηκε κι αφέθηκε στην άκρη, και αυτός εδώ ο δεύτερος,
Τραγούδια, αποκοτιές, καιροσκοπίες, που πάνε για να κλείσουν,)
Αργοπορώντας μια στιγμή, εδώ και τώρα, σ’ Εσένα αγνάντια Εγώ γυρίζω,
Όπως στο δρόμο, ή σε μια πόρτα κουφωτή, τυχόν, ή παραθύρι ανοιχτό,
Στέκοντας, χαμηλώνοντας, γυμνώνοντας την κεφαλή μου, ειδικά Εσένα χαιρετώ,
Να σύρω και να σφίξω την Ψυχή σου, για μια φορά, αδιάρρηκτα με τη δική μου,
Κι έπειτα να ταξιδέψω, να ταξιδέψω εμπρός.

Ω Εαυτέ μου! Ω Ζωή!

Ω εαυτέ μου! ω ζωή!… των ερωτημάτων αυτών που επαναλαμβάνονται•
Των ατελείωτων τρένων των απίστων— πόλεων έμπλεων με τους ανόητους•
Του εαυτού μου αδιάκοπα που μέμφεται τον εαυτό μου, (καθώς ποιός περισσότερο ανόητος από εμένα, και ποιός περισσότερο άπιστος;)
Ματιών που μάταια ποθούν το φως— των επονείδιστων στόχων—του αγώνα που αέναα ξαναρχίζει,
Των φτωχών εκβάσεων των πάντων— των βραδυκίνητων και ρυπαρών όχλων που βλέπω γύρω μου•
Των αδειανών και άχρηστων χρόνων της αδράνειας— με τον αδρανή εμένα συνυφασμένων,
Το ερώτημα, ω εαυτέ μου! τόσο λυπητερό, επανέρχεται—Τί το καλό μέσα σε αυτά, ω εαυτέ μου, ω ζωή;

      Απάντηση.

Ότι είσαι εδώ—ότι ζωή υπάρχει, και ταυτότητα·
Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται, και συ μπορείς να συνεισφέρεις μια στροφή.

Η Τελευταία Επίκληση

 

Στα τελευταία, με τρόπο μαλακό,
Από τους τοίχους της σθεναρής οχυρωτής εστίας,
Από την πόρπη των πλεγμένων κλειδαριών, από τη φύλαξη των καλά κλεισμένων θυρών,
Άσε με να εκπνευστώ.

Άσε με να γλιστρήσω αθόρυβα προς τα μπροστά·
Με το κλειδί της απαλότητας ξεκλείδωσε τις κλειδαριές—με έναν ψίθυρο,
Θέσε ορθάνοιχτες τις πόρτες ω ψυχή.

Μαλακά—μην ανυπόμονη φανείς,
(Δυνατό είναι το κράτημά σου, ω σάρκα εφήμερη,
Δυνατό είναι το κράτημά σου, ω αγάπη).

Πηγή: Βακχικόν



Δύο ποιήματα για τον Ουίτμαν

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα: Ωδή στον Γουόλτ Γουίτμαν
Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

Στο Ηστ Ρίβερ και στο Μπρονξ
τ’ αγόρια τραγουδούσαν, έδειχναν τη μέση τους
με τον τροχό, το λάδι, το πετσί και το σφυρί.
Ενενήντα χιλιάδες μεταλλωρύχοι
βγάζανε το ασήμι από τους βράχους
και τα παιδιά σχεδίαζαν προοπτικές και σκάλες.

Αλλά κανένας δεν κοιμόταν,
κανείς δεν ήθελε να ’ναι ποτάμι,
κανείς δεν αγαπούσε τα μεγάλα φύλλα,
κανείς τη γαλάζια γλώσσα της ακτής.

Στο Ήστ Ρίβερ και στο Κουίνσμπορο
τ’ αγόρια πάλευαν με τη βιομηχανία,
κι οι Εβραίοι πούλαγαν στου ποταμού το φαύνο
το ρόδο της περιτομής,
κι ο ουρανός έφερνε προς τις γέφυρες και τις σκεπές
κοπάδια βίσονες σπρωγμένα από τον άνεμο.

Κανένας δεν τα συγκρατούσε,
κανείς δεν ήθελε να είναι σύννεφο,
κανείς δεν έψαχνε τις φτέρες
ούτε το κίτρινο στεφάνι από το ντέφι.

Μόλις η σελήνη βγαίνει
οι τροχαλίες θα γυρίσουν για να λερώσουνε τον ουρανό·
μια γραμμή από βελόνες θα ζυγώσει τη μνήμη
και τα φέρετρα θα μεταφέρουν αυτούς που δε δουλεύουνε.

Νέα Υόρκη από βούρκο,
Νέα Υόρκη από σύρματα και θάνατο.
Ποιόν άγγελο έχεις μυστικό στο μάγουλο;
Ποιά φωνή τέλεια θα πει τις αλήθειες του σταχυού;
Ποιός τ’ όνειρο το τρομερό από τις λερωμένες ανεμώνες σου;

Ούτε για μια στιγμή μονάχα, όμορφε γέρο Ουόλτ Ουίτμαν,
δεν έπαψα να βλέπω τη γενειάδα σου γεμάτη πεταλούδες,
ούτε τους βελουδένιους ώμους σου
τους ξεφτισμένους από τη σελήνη,
ούτε και τους μηρούς σου του παρθενικού Απόλλωνα,
ούτε και τη φωνή σου όπως μια κολόνα στάχτης·
γέροντα όμορφε όπως η ομίχλη,
που στέναζες ίδιος μ’ ένα πουλί
με το φύλο τρυπημένο από μια καρφίτσα,
εχθρέ του σάτυρου,
εχθρέ του αμπελιού,
κι εραστή των κορμιών κάτω απ’ το τσαλακωμένο ύφασμα.

Ούτε για μια στιγμή μονάχα, αντρίκια ομορφιά,
που στα βουνά του κάρβουνου,
τις αγγελίες και τις αμαξοστοιχίες,
δεν ονειρεύτηκες να ’σαι ποτάμι και να κοιμάσαι σαν ποτάμι
μ’ αυτό το σύντροφο που θα ’βαζε στο στήθος σου
έναν πόνο μικρό από άμαθη λεοπάρδαλη.

Ούτε για μια στιγμή μονάχα, Αδάμ του αίματος, αρσενικέ,
άνδρα μοναχέ στη θάλασσα, όμορφε γέρο Ουόλτ Ουίτμαν,
γιατί στους εξώστες,
μαζεμένοι στα μπαρ,
βγαίνοντας σαν τσαμπιά απ’ τους υπονόμους,
τρέμοντας ανάμεσα στα πόδια των σωφέρ
η στροβιλιζόμενοι στις πίστες με το αψέντι,
οι αδελφές, Ουόλτ Ουίτμαν, σε δείχνουνε.

Κι αυτός είναι! Κι αυτός! Και προσγειώνονται
πάνω στη φωτεινή κι αγνή γενειάδα σου,
ξανθοί απ’ το Βορρά, νέγροι απ’ την άμμο,
μεγάλα πλήθη από χειρονομίες και κραυγές
όπως οι γάτες κι όπως τα ερπετά,
οι αδελφές, Ουόλτ Ουίτμαν, οι αδελφές,
θαμποί από δάκρυα, κρέας για το μαστίγιο,
την μπότα η τη δαγκωματιά των θηριοδαμαστών.

Κι αυτός είναι! Κι αυτός! Βρώμικα δάχτυλα
αγγίζουνε την όχθη του ονείρου σου
όταν ο φίλος τρώει το μήλο σου
με μια απαλή γεύση από βενζίνη
κι ο ήλιος τραγουδάει στους αφαλούς
των αγοριών που παίζουνε κάτω απ’ τις γέφυρες.

Αλλά εσύ δεν έψαχνες τα γρατσουνισμένα μάτια,
ούτε το τέλμα το κατάμαυρο όπου βουτάνε τα παιδιά,
ούτε το παγωμένο σάλιο,
ούτε τα πληγωμένα τόξα σαν του βατράχου την κοιλιά
που κουβαλάνε οι αδελφές σ’ αμάξια και ταράτσες
την ώρα που η σελήνη
τους μαστιγώνει απ’ τις γωνιές του τρόμου.
Εσύ έψαχνες ένα γυμνό που ήταν σαν ποτάμι,
ταύρος και όνειρο που ενώνει τον τροχό με το φύκι,
πατέρα της αγωνίας σου, καμέλια του θανάτου σου,
και που θα στέναζε στις φλόγες του κρυφού ισημερινού σου.

Γιατί είναι δίκαιο που ο άντρας δεν αναζητάει την τέρψη του
στο ματωμένο άλσος του επόμενου πρωιού.
Ο ουρανός έχει ακτές όπου αποφεύγει τη ζωή
κι είναι κορμιά που δεν τους πρέπει
να επαναλαμβάνονται το χάραμα.

Αγωνία, αγωνία, όνειρο, προζύμι κι όνειρο.
Αυτό είν’ ο κόσμος, φίλε μου, αγωνία, αγωνία.
Οι νεκροί σαπίζουνε κάτω από το ρολόι των πόλεων.
Ο πόλεμος περνάει κλαίγοντας
μ’ ένα εκατομμύριο γκρίζους αρουραίους,
οι πλούσιοι δίνουνε στις ερωμένες τους
μικρούς και λαμπερούς ετοιμοθάνατους,
και η ζωή δεν είν’ ευγενική, ούτε καλή, ούτε άγια.

Μπορεί ο άντρας, αν το θέλει, να οδηγεί τον πόθο του
από κοραλλένια φλέβα η από γύμνια ουράνια.
Αύριο οι έρωτες θα είναι βράχοι και ο Χρόνος
μια αύρα που έρχεται κοιμισμένη στα κλαριά.

Γι’ αυτό δεν υψώνω τη φωνή μου, γέρο Ουόλτ Ουίτμαν,
ούτε εναντίον του παιδιού που γράφει
όνομα κοριτσιού στο μαξιλάρι του,
ούτε εναντίον του αγοριού που νύφη ντύνεται
στη σκοτεινιά της γκαρνταρόμπας,
ούτε εναντίον των μοναχικών απ’ τα καζίνα
που πίνουνε με σιχασιά το νερό της εκπόρνευσης,
ούτε εναντίον των ανδρών με το πράσινο βλέμμα
που αγαπούν τον άνδρα και καίνε σιωπηλά τα χείλη τους.
Αλλά εναντίον σας, αδελφές των πόλεων,
με την πρησμένη σάρκα και τη σκέψη ακάθαρτη.
Μητέρες της λάσπης. Άρπυιες. Εχθροί χωρίς όνειρο
του Έρωτα που μοιράζει στέμματα χαράς.

Εναντίον σας πάντα, που δίνετε στ’ αγόρια
σταγόνες βρώμικου θανάτου με πικρό φαρμάκι.
Εναντίον σας πάντα,
Φαίρις της Αμερικής,
Πάχαρος της Αβάνας,
Χότος του Μεξικού,
Σαράσας του Κάντιθ,
Άπιος της Σεβίλλης,
Κάνκος της Μαδρίτης
Φλόρας του Αλικάντε,
Αδελαΐδας της Πορτογαλίας.
Αδελφές όλου του κόσμου, δολοφόνοι περιστεριών!
Σκλάβοι της γυναίκας. Σκύλες των κοιτώνων τους.
Ανοιχτοί στις πλατείες με πυρετό από βεντάλια
η στήνοντας καρτέρι σε παγωμένα τοπία κώνειου.
Δε θα υπάρξει έλεος! Ο θάνατος
τρέφεται από τα μάτια σας
και μαζεύει άνθη γκρίζα στην όχθη του βούρκου.

Δε θα υπάρξει έλεος! Γρηγορείτε!!
Γιατί οι συγχυσμένοι, οι καθαροί,
οι κλασικοί, οι διάσημοι, οι ικέτες
θα σας κλείσουν τις πόρτες του βακχικού οργίου.

Κι εσύ, ωραίε Ουόλτ Ουίτμαν, κοιμήσου στις όχθες του Χάτσον
με τη γενειάδα ως τον πόλο και τα χέρια σου ανοιχτά.
Μαλακέ άργιλε η χιόνι, η γλώσσα σου έχει καλέσει
συντρόφους που ποιμαίνουν την ασώματη γαζέλα σου.

Κοιμήσου: τίποτα δε μένει.
Ένας χορός των τοίχων ερεθίζει τα λιβάδια
κι η Αμερική πνίγεται σε μηχανές και θρήνο.
Θέλω ο δυνατός αέρας από την πιο βαθιά τη νύχτα
να πάρει άνθη και γράμματα απ’ την αψίδα όπου κοιμάσαι,
κι ένα νεγράκι ν’ αναγγείλει στους χρυσούς λευκούς
τον ερχομό της βασιλείας του σταχυού.

15 Ιουνίου [1930]

Πηγή: Στάχτες

Άλλεν Γκίνσμπεργκ: Ένα σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια
Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός

Τι σκέψεις κάνω για σένα απόψε, Ουόλτ Ουίτμαν, γιατί περπάτησα στα πεζοδρόμια κάτω απ’ τα δέντρα μ’ έναν πονοκέφαλο αμήχανος κοιτάζοντας το γεμάτο φεγγάρι.

Με την πεινασμένη μου κούραση, και ψάχνοντας για εικόνες, μπήκα μέσα στο φωτισμένο νέον φρούτο σουπερμάρκετ, ονειρευόμενος τις απαριθμήσεις σου!

Τι ροδάκινα και τι σκιόφωτα! Ολόκληρες οικογένειες ψωνίζοντας τη νύχτα! Πτέρυγες γεμάτες συζύγους! Γυναίκες στα αβοκάντος, μωρά στις ντομάτες! — κι εσύ, Γκαρθία Λόρκα, τι έκανες κει κάτω στα καρπούζια;

Σ’ είδα, Ουόλτ Ουίτμαν, άτεκνο, μοναχικό γέρικο σκουλίκι να ψαχουλεύεις ανάμεσα στα κρέατα του ψυγείου και να παρατηρείς τους μπακαλόγατους.

Σ’ άκουσα να κάνεις τέτοιες ερωτήσεις: Ποιος σκότωσε τις χοιρινές μπριζόλες; Πόσο κάνουν οι μπανάνες; Είσαι ο Άγγελός μου;

Περιπλανήθηκα μέσα κι έξω απ’ τους γυαλιστερούς σωρούς των κονσερβών ακολουθώντας σε, κι ακολουθούμενος στη φαντασία μου από τον αστυνομικό του καταστήματος.

Διασχίσαμε μαζί τους φαρδιούς διαδρόμους με τη μοναχική φαντασία μας δοκιμάζοντας αγκινάρες, παίρνοντας κάθε κατεψυγμένη λιχουδιά, χωρίς ποτέ να περνάμε απ’ το ταμείο.

Ουόλτ Ουίτμαν, πού πάμε; Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα. Ποιο δρόμο η γενειάδα σου σημαδεύει απόψε;

(Αγγίζω το βιβλίο σου κι ονειρεύομαι την οδύσσειά μας στο σουπερμάρκετ και νιώθω παράλογος).

Να περπατήσουμε ολονυχτίς σε μοναχικούς δρόμους; Τα δέντρα σωριάζουν σκιά στη σκιά, τα φώτα είναι σβησμένα στα σπίτια, κι οι δυο μας θα ‘μαστε μόνοι.

Να τριγυρνάμε ονειρευόμενοι τη χαμένη Αμερική της αγάπης δίπλα από γαλάζια αυτοκίνητα στις λεωφόρους, πηγαίνοντας προς το σπίτι μας, το σιωπηλό μας εξοχικό;

Α, αγαπητέ πατέρα, γκριζογένη, μοναχικέ γέρο δάσκαλε του θάρρους, ποιαν Αμερική είχες όταν ο Χάρων σταμάτησε ν’ αβαράρει το πορθμείο του κι αποβιβάστηκες σε μια καπνισμένη όχθη και στάθηκες παρακολουθώντας τη βάρκα να χάνεται στα μαύρα νερά της λήθης;

Μπέρκλεϊ 1955

Μεταπολεμική αμερικάνικη ποίηση — Επιλογή, μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις: Αλέξης Τραϊανός, Αθήνα 1979


* * *

__________________________________________________________

Aπό:https://dimartblog.com/2017/03/26/walt-whitman/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s