Ο νεοφιλελευθερισμός και η αποθέωση του κερδοσκοπικού κεφαλαίου…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Ο Νόαμ Τσόμσκι στο βιβλίο του «Οι έχοντες και μη κατέχοντες» διευκρινίζει το νέο  ρόλο της Κεντρικής Τράπεζας: «Η κεντρική Τράπεζα ελέγχει βασικά τα επιτόκια. Στη διάρκεια της ύπαρξής της, έχει αναλάβει να φέρει σε πέρας διάφορες επιδιώξεις και έχει εκδώσει διάφορες οδηγίες. Οι επίσημοι σκοποί της ήταν, αρχικά τουλάχιστον, να μειώσει τον πληθωρισμό και ν’ αυξάνει την απασχόληση. Επομένως, ένας από τους στόχους της ήταν να βοηθάει την επίτευξη της αποδοτικής πλήρους απασχόλησης. Αυτό δε σημαίνει μια απασχόληση της τάξης του 100%, αλλά ένα ποσοστό που να το προσεγγίζει. Σιγά σιγά, άρχισε να δίνει λιγότερη σημασία σ’ αυτό το στόχο. Σήμερα, η βασική της επιδίωξη είναι να εμποδίζει την αύξηση του πληθωρισμού». (σελ. 176).

Και βέβαια, ο πληθωρισμός κρίνεται απολύτως ασύμφορος για το κερδοσκοπικό – τοκογλυφικό κεφάλαιο: «Το σύνολο του ανεξέλεγκτου χρηματιστηριακού κεφαλαίου έχει αυξηθεί αστρονομικά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Οι μετακινήσεις των κεφαλαίων γίνονται πολύ γρήγορα, χάρη στις τηλεπικοινωνίες κλπ. Καθημερινά μετακινούνται έως κι ένα τρισεκατομμύριο δολάρια στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Τα κεφάλαια αυτά αποσκοπούν κυρίως στην κερδοσκοπία εις βάρος των νομισμάτων. Μετακινούνται σε αγορές όπου το νόμισμα θα παραμείνει σταθερό, υπάρχει υψηλή ανεργία και ο ρυθμός ανάπτυξης είναι χαμηλός, και επομένως είναι αδύνατο να υπάρξουν πληθωριστικές πιέσεις». (σελ. 176).

Νόαμ Τσόμσκι
Νόαμ Τσόμσκι

Κι αν υπάρχει απορία για τους λόγους που ο πληθωρισμός απωθεί τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, ο Τσόμσκι θα γίνει κατατοπιστικός: «Αν κάποιος επενδύει, για παράδειγμα, σε ομόλογα, ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι μια ενδεχόμενη αύξηση του πληθωρισμού, που σημαίνει μια ενδεχόμενη αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης. Επομένως, θ’ αποφύγει να επενδύσει σε χώρες που δίνουν κίνητρα για την οικονομική ανάπτυξη». (σελ. 176 –177).

Συνέχεια

Survivor ή ό,τι έμεινε από το Άουσβιτς…


Νώντας Σκυφτούλης

Εδώ δεν μιλάμε για τα συνήθη του καπιταλιστικού καταμερισμού, τον ανταγωνισμό στην επιβίωση, την ιεραρχία πλούτου και γοήτρου, την αξιολόγηση στις εξετάσεις κοινωνικής οικονομικής ανόδου. Εδώ μιλάμε για ένα παραλήρημα όπου ο «θάνατος» και ο αφανισμός του άλλου γίνονται τα έπαθλα για ένα χρηματικό βραβείο και ασφαλώς όλη αυτή η κατάσταση πάλι κέρδη θα αποφέρει στη διοργανώτρια αρχή. Τόσο παραληρηματικό που φτάνει στην πλήρη καταστροφή του ίδιου του συστήματος μέσα από τον αφανισμό όλων.

Το survivor είναι ένα τηλεοπτικό παιχνίδι επιβαλλόμενου πριμιτιβιστικού είδους, όπως επιβαλλόμενοι είναι και οι κανόνες του από την κερδοσκοπική διοργάνωση.

Μέσα στην καθολική ασημαντότητα εντός και εκτός παιχνιδιού παράγεται εκτός των άλλων και ένα σύνολο σημασιών για το πώς παίζεται η ζωή και γιατί. Ταυτόχρονα όμως σηματοδοτείται και η αξία της ζωής καθεαυτής καθώς και το νόημά της. Το survivor αποτελεί ένα «παιχνίδι» που υπάρχει για να καλύψει το τηλεοπτικό θέαμα αλλά όποιος εντέλει το παρακολουθεί έρχεται σε οικειότητα συμβολικά με ό,τι πιο φρικιαστικό παρήγαγε ο άνθρωπος σε όλα τα χρόνια της ύπαρξής του.

Το survivor που λέτε, δείχνει κάποιους ανθρώπους σε μια παραλία (στρατόπεδο) που προσπαθούν να συγκροτήσουν ομάδα κοινωνική και να επιβιώσουν χωρίς τη μεσολάβηση του πολιτισμού. Το μερίδιο του φαγητού πρέπει να το κερδίσουν διαγωνιζόμενοι σε συγκεκριμένα αθλήματα. Οι παίκτες δεν μπορούν να αποφασίσουν σχεδόν για τίποτα ούτε καν για το πώς να συνυπάρξουν, όση ελευθερία κι αν έχουν, διότι μία είναι η απόφαση της προοπτικής: ποιον θα  ρίξουν στον «φούρνο» την επόμενη φορά ώστε να μείνει ένας από τους 30 στο τέλος. Αυτοί οι 30 «μουσουλμάνοι» χωρίς ύπαρξη (homo sacer) αποφασίζουν μόνο για ένα πράγμα: την εξόντωση του επόμενου. Δεν είναι sonderkommandos που αναλαμβάνουν από τη διοργάνωση την εξόντωση άλλων αλλά διαχειρίζονται την εντολή της διοργάνωσης που είναι ο αφανισμός όλων πλην ενός.

Συνέχεια

Ολλανδία: Αντιγράφοντας τον Τραμπ κέρδισε ο Ρούτε τις εκλογές …


του Λεωνίδα Βατικιώτη

Κανείς δε θα διαφωνήσει με το συμπέρασμα του Spiegel ότι η νίκη του Μαρκ Ρούτε στις ολλανδικές εκλογές ήταν «καλό νέο για την Ευρώπη». Το ερώτημα όμως είναι σε ποια Ευρώπη αναφέρεται το γερμανικό περιοδικό…

Οι εκλογές στην Ολλανδία στις 15 Μαρτίου, μετά τις εκλογές στην Αυστρία τον Δεκέμβριο του 2016, φαίνεται ότι ανέκοψαν την προέλαση του ακραίου αντιδραστικού ρεύματος που το 2016 ηγεμόνευσε πολιτικά πρώτα επί της ψήφου εξόδου από την ΕΕ μεταξύ των Βρετανών στο δημοψήφισμα του Ιουλίου και λίγους μήνες αργότερα, το Νοέμβριο, αναδεικνύοντας τον Τραμπ σε πλανητάρχη. Το 2017 δε θα μοιάζει με το 2016 όπως όλα δείχνουν, δεδομένου πως ούτε η Λε Πεν πρόκειται να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, ούτε η Εναλλακτική για τη Γερμανία της Φράουκε Πέτρυ, υποχωρούντος του μεταναστευτικού κύματος, να τα πάει τόσο καλά στις εκλογές του Οκτωβρίου.

Κάπου εδώ σταματούν τα καλά νέα…

Μια πιο προσεκτική εξέταση των πρόσφατων εξελίξεων στην Ολλανδία δείχνει ότι μπορεί ο Γκέερτ Βίλντερς να μην εξελέγη πρώτο κόμμα, ενδεχόμενο που ήταν εξ αρχής απίθανο, η περαιτέρω αντιδραστικοποίηση της πολιτικής ωστόσο κατέγραψε νέες επιτυχίες. Πήρε κάτι περισσότερο από τις εκλογές…

Ο θρίαμβος του Τραμπισμού δεν πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά και μόνο στα ποσοστά του πάντα προσεκτικά χτενισμένου Γκέερτ Βίλντερς, ώστε θυμίζοντας τον Μότσαρτ να αποτελεί μια διαρκή υπόμνηση ενός «ένδοξου» παρελθόντος. Ο θρίαμβος των πολιτικών του αμερικανού προέδρου, με κορυφαία μεταξύ πολλών άλλων τη απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ όλων ανεξαιρέτων των πολιτών επτά μουσουλμανικών κρατών, πρέπει να αναζητηθεί στην απόφαση του πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε να απαγορεύσει την είσοδο στην Ολλανδία του τούρκου υπουργού Εξωτερικών και στη συνέχεια να διώξει την τουρκάλα υπουργό Οικογενειακών Υποθέσεων! Επρόκειτο για δύο αποφάσεις που όχι απλώς παραβίαζαν το διπλωματικό πρωτόκολλο, αλλά υπαγορεύτηκαν από καθαρά καιροσκοπικούς, μικροπολιτικούς, εκλογικούς λόγους. Ο Ρούτε έκανε επίδειξη δύναμης στους Τούρκους για να αποδείξει στους Ολλανδούς ότι ο ίδιος είναι στην πράξη κι όχι στα λόγια πιο αποτελεσματικός αντι-μουσουλμάνος από τον Γκέερτ Βίλντερς. Οικειοποιούμενο επομένως την πολιτική των Βίλντερς – Τραμπ κατάφερε το Λαϊκό Φιλελεύθερο Κόμμα να κερδίσει την πρώτη θέση στις εκλογές κι ας έχασε το ένα τέταρτο των εδρών του, πληρώνοντας με αυτό τον τρόπο τις αντεργατικές μεταρρυθμίσεις των προηγούμενων ετών.

Αυτή είναι η Ευρώπη που κέρδισε στις ολλανδικές εκλογές της 15ηςΜαρτίου: Η Ευρώπη του ρατσισμού που αντιγράφει πολιτικές πρακτικές και ιδεολογία από την Άκρα Δεξιά, καταφέρνοντας να τη νικήσει με τα δικά της όπλα. Ο θρίαμβος έτσι του «φιλελεύθερου κατεστημένου» γίνεται σε βάρος εκείνων των αρχών που επισήμως πρεσβεύει. Αποδεικνύεται με αυτό τον τρόπο πόσο κίβδηλη και ψευδεπίγραφη είναι η «τιτανομαχία» μεταξύ «φιλελεύθερου κατεστημένου» και ακροδεξιάς, σε ό,τι τουλάχιστον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες.

Σε αυτό το ρευστό τοπίο, ο Βίλντερς κι η ευρωπαϊκή άκρα Δεξιά μπορούν κάλλιστα να συνεχίσουν να διεκδικούν το ρόλο του «πιο πολύτιμου παίκτη» καθώς αποδεικνύονται το ιδανικό υπομόχλιο για την τέλεια δεξιά στροφή. Το καταφέρνουν μάλιστα αυτό χωρίς να χάνουν και το πολιτικό έδαφος κάτω από τα πόδια της, όπως συνέβη με τη σοσιαλδημοκρατία που από την Ελλάδα μέχρι τη Γαλλία αποδείχθηκε το τέλειο θύμα. Μάρτυρας οι πέντε επιπλέον έδρες που κέρδισε το Κόμμα Ελευθερίας του Βίλντερς, αναρριχώμενο στη δεύτερη θέση, από την τρίτη που είχε εξασφαλίσει το Σεπτέμβριο του 2012.

Ευχάριστες νότες στο εκλογικό αποτέλεσμα, που σφραγίστηκε από την άνοδο της συμμετοχής των ψηφοφόρων, ήταν αφ’ ενός η συντριβή του συγκυβερνώντος Εργατικού Κόμματος του Γερούν Ντέιζελμπλουμ που από 38 έδρες κέρδισε μόνο 9(!) πληρώνοντας τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξή του. Αφ’ ετέρου, η επιτυχία που κατέγραψε η Αριστερά, παρά τις αντιφάσεις της, με το Πράσινο Αριστερό Κόμμα να κερδίζει 14 έδρες από 4 και το μαοϊκών καταβολών Σοσιαλιστικό Κόμμα 14 επίσης έδρες, από 15.

__________________________________________________________

Aπό:https://www.kommon.gr/i/841-ollandia-antigrafontas-ton-tramp-kerdise-o-royte-tis-ekloges-tou-leonida-vatikioti

Με την δεύτερη προσπάθεια…


Η επίσκεψη της γερμανίδας πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον έγινε, αφού έλιωσαν οι πάγοι στα αεροδρόμια (δεν είχε την θερμότητα των σαουδαράβων για να πάει νωρίτερα). Στο βαθμό που μπορεί κανείς να συμπεράνει οτιδήποτε απ’ τις after δηλώσεις Μέρκελ και Τραμπ στους δημοσιογράφους συμφώνησαν ότι διαφωνούν.

Λόγοι συσχετισμών και μόνο αναγκάζουν το Βερολίνο (τον γερμανικό καπιταλισμό) να μην έχει ανοικτά την πρωτοβουλία επιθέσεων στον «οικονομικό» πόλεμο με την Ουάσιγκτον. Θα κρατάει μια αμυντική στάση. Ως εάν να έχει τα μαύρα σε μια παρτίδα σκάκι.

Αλλά (οι σκακιστές το ξέρουν) δεν κερδίζουν τα λευκά απλά και μόνο επειδή «ανοίγουν» πρώτα.

Δεν πρόκειται για δύο αταίριαστες μεταξύ τους πολιτικές βιτρίνες. Πρόκειται για δύο αντίπαλους καπιταλισμούς, ο ένας πρώην «μόνη υπερδύναμη» σε παρακμή, και ο άλλος πρώην ηττημένος του Α, του Β και του Γ παγκόσμου πολέμου, σε ακμή.

Και ο καθένας έχει τους «εκπροσώπους» που του αναλογούν.


Από:http://www.sarajevomag.gr/index.html

Αποκατάσταση του πολιτικού Νίτσε: Σύνοψη του έργου του, εμβάθυνση στην κριτική του στη νεωτερική ανθρωπολογία κι επιστήμη της Ιστορίας – Μέρος Α …


Του Χρήστου Χίου

Ο ταραχώδης στοχασμός

Προκειμένου να μπορέσει να αναλυθεί η σκέψη του Νίτσε από τη σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας, ο ίδιος θα πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητός ευρύτερα ως στοχαστής. Άλλωστε σπάνια κατανοείται ως πολιτικός φιλόσοφος· τουναντίον, ακόμη και ο ίδιος δήλωνε «ο τελευταίος αντι-πολιτικός Γερμανός.»1 Αυτός του ο αυτοπροσδιορισμός μπορεί να προσληφθεί με διάφορους τρόπους, με την ίδια την έννοια του πολιτικού να αποτελεί ένα θέμα υπό συζήτηση στον ακαδημαϊκό χώρο. Το βέβαιο είναι πως ο Νίτσε επ’ ουδενί δεν αναγνώριζε το πρωτείο στην πολιτική ή την οικονομία. Για εκείνον το κέντρο κάθε ανθρώπινης κοινότητας ήταν η κουλτούρα και ο πολιτισμός, πράγμα το οποίο αντανακλάται με πολλή σαφήνεια στη φιλοσοφία του.

Έχοντας καταρτιστεί ως φιλόλογος σε μια ταραχώδη ιστορική περίοδο για την Ευρώπη, ο Νίτσε είχε τη διορατικότητα να διαγνώσει τα πρώτα σημάδια αδυναμίας του φιλελευθερισμού, ή ίσως του πρώιμου και ανώριμου γερμανικού φιλελευθερισμού της εποχής εκείνης. Οι υποβόσκουσες αντινομίες του πολιτικού οικοδομήματος της Ευρώπης στον ύστερο 19ο αιώνα τελικά θα συντελούσαν στα πολιτικά και στρατιωτικά τέρατα του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Διαισθανόμενος την ανισορροπία ο Νίτσε ασφυκτιούσε, εγκλωβισμένος μεταξύ δυο κόσμων: Αυτού που έπνεε τα λοίσθια κι εκείνου που με δυναμική εγκαθιδρυόταν. Σε μια τέτοια συγκυρία, στράφηκε στην Ιστορία για να αντλήσει παραδείγματα και να κατανοήσει τις κοινωνίες και τους ανθρώπους – ίσως περισσότερο απ’ όλα τον ίδιο του τον εαυτό.

Συνέχεια