Όταν το Κέντρο Ψυχαναλυτικών Ερευνών απωθεί το Πολιτικό-»Έρωτας και Επιθυμία στον 21ο αιώνα»…


Στις 10 Μαρτίου, Σάββατο, πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων κλινικό σεμινάριο με θέμα «Έρωτας και επιθυμία τον 20ο αιώνα», με κεντρικό ομιλητή τον Fabian Fajnwaks.

https://www.psychologynow.gr/psy-activities/speeches-lectures/3295-erotas-kai-epithymia-ston-21o-aiona-kentro-psyxanalytikon-erevnon-tis-athinas.html 

 
Η Εισήγηση

Δεδομένου ότι η όλη διαδικασία της εισήγησης και της μετάφρασης από τα γαλλικά στα ελληνικά διήρκεσε πολύ ώρα, παρακάτω σημειώνω κάποια ουσιαστικά σημεία.

Ο ομιλητής μας ξενάγησε στη θεωρία του Lacan για τις σχέσεις των φύλων με επίκεντρο τους τύπους εμφυλοποίησης που ο Γάλλος ψυχαναλυτής θέτει στο 20ο Σεμινάριο (»Ακόμη»). Με γνώμονα το λακανικό αξίωμα »δεν υπάρχει διάφυλη σχέση», δεν υπάρχει δηλαδή τυποποιήσιμη, μαθηματική-συναρτησιακή σχέση ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αναφέρθηκε στη λογική του όλου και της φαλλικής σημασίας που σύμφωνα με τον Lacan χαρακτηρίζει τον Άντρα, και τη λογική του μη-όλου που χαρακτηρίζει το γυναικείο. Ο Lacan διαφοροποιείται τόσο από τον κοινωνιολογικό αναγωγισμό όσο και από τον βιολογικό αναγωγισμό. Η θέση »Άντρας» και η θέση »γυναίκα» ή »γυναικείο», είναι δύο θέσεις που τα υποκείμενα καταλαμβάνουν μέσα στο πολιτισμικό Συμβολικό, δεν αποτελούν όμως πλήρως »κοινωνική κατασκευή», αφού η έμφυλη τοποθέτηση αναφέρεται πάντοτε σε κάτι της τάξεως του Πραγματικού, ένα τρόπο απόλαυσης που ριζώνει στο σώμα. Μολονότι ο (φαντασιακός και συμβολικός) Φαλλός παραμένει ο άξονας αναφοράς στην κατανομή των φύλων, ο ομιλητής υποστήριξε πως, σε αντίθεση με τις ενστάσεις ορισμένων φεμινιστριών, ο Lacan δίνει προνομιακό status στο γυναικείο ως εκείνο που έχει πρόσβαση σε μια απόλαυση εκτός της φαλλικής σημασίας. Η απουσία υπολογισμένης διάφυλης σχέσης συνεπάγεται το πεπρωμένο της ασυμμετρίας των δύο φύλων και της αποτυχίας στερέωσης ενός δεσμού-παραδοσιακή απάντηση σε αυτή την αποτυχία ήταν ο γάμος, ως συμβολικός δεσμός που συγκάλυπτει το χάσμα του Πραγματικού μεταξύ αντρών και γυναικών. Η αποδυνάμωση του γάμου ως θεσμού με την παρακμή της Πατρικής imago και της οιδιπόδειας αρχιτεκτονικής, καθώς και οι νέες σεξουαλικές ταυτότητες που μελετούν οι gender studies και οι νέες τεχνολογικές εφαρμογές των social media και της ρομποτικής, είναι αιτία και αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης αυτού του διάφυλου χάσματος, και θέτουν εν αμφιβόλω της παλιές έμφυλες ταξινομήσεις. Η θεωρία των 4+1 Λόγων του Lacan, του Λόγου του Κυρίου, του Λόγου της Υστερίας, του Λόγου του Πανεπιστημίου και, τελικά, του Λόγου του Καπιταλιστή, προσπαθεί να συλλάβει τις αλλαγές αυτές στον κοινωνικό δεσμό, που έχουν αποτέλεσμα την απομυθοποίηση του έρωτα. Η διάκλειση, βασικός μηχανισμός στο φροϋδολακανικό λεξιλόγιο της ψύχωσης, ως η απόρριψη του Κύριου Σημαίνοντος και του θεμελιακού Νοήματος που εδραιώνει τις ανθρώπινες σχέσεις, προωθείται μέσω της Επιστήμης και του Κεφαλαίου, και εμφανίζεται να επιτελεί το ρόλο ενός τελεστή αποκανονικοποίησης της κοινωνικο-πολιτισμικής και υποκειμενικής-ηθικής οργάνωσης. Συνεπιφέροντας την απομυθοποίηση του Έρωτα, είτε στην εκδοχή του ιπποτικού ιδεώδους είτε στην εκδοχή άλλων εξιδανικεύσεων, και την εργαλειοποίηση-πραγμοποίηση των ερωτικών σχέσεων ως επιδεκτικών χειρισμού και επιστημονικών-καπιταλιστικών κριτηρίων μετρησιμότητας-αποδοτικότητας. Το ανυπόφορο της διάφυλης σχέσης αποκαλύπτεται πλέον χωρίς πολιτισμικά ψιμύθια. Ο Λόγος του Καπιταλιστή ανοίγει το δρόμο, υπερβαίνοντας τους συμβολικούς-κανονιστικούς ευνουχιστικούς φραγμούς, προς έναν φαινομενικό παράδεισο των ενορμήσεων, δεν οδηγεί όμως στην απελευθέρωση της επιθυμίας αλλά στην ενίσχυση της φαντασιωτικής αιχμαλώτισής της, με την παραγωγή νέων, εμπορευματικών και χρηματικών φαντασιώσεων, προστάζοντας διαρκώς το κυνήγι της τραυματικής υπεραπόλαυσης-κάθε νέο Iphone εμφανίζεται ως εκείνο που θα βουλώσει τελικά τη τρύπα του υποκειμενικού διχασμό, ως εμπορευματικό ομοίωμα του χαμένου αντικειμένου της υπεραπόλαυσης.

Σε αντίθεση με το Λόγο του Καπιταλιστή, ο Λόγος του Αναλυτή δεν προστάζει τη ξέφρενη υπεραπόλαυση, όπως αυτή μεσολαβείται από τις επιταγές της κερδοφορίας της αγοράς. Αντίθετα, «Η ψυχανάλυση δεν είναι απλώς μια θεραπευτική τεχνική, είναι μια ηθική, η ηθική της επιθυμίας…Σε αντίθεση με τον καπιταλιστή, ο ψυχαναλυτής δεν συσσωρεύει την απόλαυση, την εκχωρεί εν είδει αγαθοεργίας. Οδηγεί τους άλλους να απαλλαγούν από αυτό το καταραμένο απόθεμα που είναι η απόλαυση.»

Η Συζήτηση

Η συζήτηση ήταν εξαιρετικά φτωχή. Στη πραγματικότητα, δεν υπήρξε. Έγιναν 4 ερωτήσεις, εκ των οποίων οι δύο ήταν από τον κ.Βεργέτη και την κ.Φραγκιαδάκη, που βρίσκονταν στο πάνελ, συντονίζοντας τη συζήτηση και μεταφράζοντας από τα γαλλικά. Το συγκεκριμένο μοτίβο είναι συνηθισμένο για τέτοιου τύπου εκδηλώσεις,όπως για παράδειγμα εφαρμόστηκε στις ομιλίες του Alain Badiou στην Ελλάδα. Η αυθεντία του ομιλητή και των μεταφραστών-συντονιστών, που μεταφέρουν το Λόγο του στο ελληνικό κοινό, προστατεύεται από τη διαδικασία της κριτικής, που θα μπορούσε, στη ροή μιας δυναμικής αλληλεπίδρασης με το κοινό, να προσλάβει ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Και τώρα το Πολιτικό, που Απωθούν Επιμελώς

Δύο άτομα πρόλαβαν να ρωτήσουν τον ομιλητή κάτι, »εκτός προγράμματος».

Η πρώτη ερώτηση αφορούσε τη σχέση της φαντασίωσης με τον Καπιταλιστικό Λόγο. Από τη μία ο Lacan ισχυρίζεται ότι στον καπιταλιστικό λόγο ενεργοποιείται ένας μηχανισμός »διάκλεισης του ευνουχισμού», μηχανισμός που αναφέρεται στη ψύχωση. Από την άλλη, ο ομιλητής τόνιζε ότι ο Καπιταλιστικός Λόγος ενισχύει τη φαντασίωση. Ωστόσο, σύμφωνα με τη φρουδολακανική θεωρία, ο ψυχωτικός δεν έχει (θεμελιακή) φαντασίωση, γνωρίζουμε τη φαντασίωση του νευρωτικού και του διαστροφικού, ενώ και ο ίδιος ο λακανικά τυποποιημένος »Καπιταλιστικός Λόγος», κατά μία αξιόπιστη ερμηνεία του, επίσης δεν έχει (βλ. το κείμενο του Pierre Bruno, Capitalist Exception. Η διάκλειση του ευνουχισμού σημαίνει και την έκλειψη της απώλειας στην οποία απαντά η φαντασίωση).

Επομένως, υπήρχε μια εσωτερική αντίφαση στα λεγόμενα του ομιλητή, ο οποίος από τη μία πλευρά αποδεχόταν δίχως κριτική τη λακανική θέση του Καπιταλιστικού Λόγου, από την άλλη πλευρά υποστήριζε και τη θέση περί »ενίσχυσης της φαντασίωσης» στο σύγχρονο καπιταλισμό. Υπάρχει άλλωστε το debate, για το αν ο σύγχρονος καπιταλιστικός λόγος ως κοινωνικός δεσμός δημιουργεί, κανονικοποιητικά, υποκείμενα σύμφωνα με το γνώμονα μιας »γενικευμένης/κοινότοπης διαστροφής», ή σύμφωνα με το γνώμονα μιας »γενικεύμενης-κοινότοπης (»κανονικόρφης») ψύχωσης. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλες θέσεις για το ζήτημα αυτό, μάλλον πιο καλά επεξεργασμένες. Η πλειοψηφία των λακανικών στην αίθουσα, υιοθετώντας τη θέση του Miller, φαίνεται ότι στηρίζουν τη θέση περί »κοινότοπης/κανονικόμορφης» ψύχωσης.

Ο κεντρικός ομιλητής, στην απάντησή του, εξέφρασε και τις δύο αντικρουόμενες θέσεις, χωρίς να διευκρινίσει τη σχέση των ύστερων λακανικών θέσεων για τον καπιταλιστικό λόγο με τη (θεμελιακή) φαντασίωση.

Η δεύτερη ερώτηση από το κοινό, εκκινώντας από την οικονομική κρίση στην Αργεντινή (την ιδιαίτερη πατρίδα του κεντρικού ομιλητή), άρθρωνε ουσιαστικά ένα επιχείρημα που έλεγε ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός υπόσχεται απόλαυση, όμως στην οικονομική κρίση αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να υπηρετήσει τη προσταγή »Απόλαυσε» που ο ίδιος θέτει, και τα υποκείμενα μένουν τραυματικά ανικανοποίητα. Οπότε, η ερώτηση ήταν, αν την κατανόησα σωστά, τί έχει να πεί το πάνελ για αυτό, για αυτή την αντίφαση.

Ο κεντρικός ομιλητής απάντησε με κάπως ασυνάρτητο τρόπο για την Αργεντινή, χωρίς να προχωρήσει στην ουσία του ερωτήματος και μπλέκοντας λίγο το τί έχει γίνει εκεί με το ΔΝΤ κλπ. Αναφέρθηκε, γενικεύοντας προς το τέλος, και σε »κάτι σαν τον κομμουνισμό», ως δυνατή απάντηση, χωρίς να δίνει περισσότερες πληροφορίες για το ζήτημα.

Γενικά, υπήρχε μια δυσφορία στο πάνελ απέναντι σε καθετί που θύμιζε το Πολιτικό. Η κ.Φραγκιαδάκη, μετά την ερώτηση για την Αργεντική, την οικονομική κρίση και την αδυναμία του καπιταλισμού να υλοποιήσει την υπόσχεση και προσταγή της απόλαυσης, είπε χαρακτηριστικά: »Ας επιστρέψουμε τώρα στη ψυχανάλυση». Λες και ο Lacan δεν είχε δώσει έναν ορισμό του ασυνειδήτου, ανάμεσα σε πολλούς, που έλεγε »το ασυνείδητο είναι πολιτικό». Είχα δυσπιστία για αυτή τη διατύπωση. Η όλη διοργάνωση του σεμιναρίου, η αντίδραση του πάνελ στις ερωτήσεις και ο τρόπος που ο κεντρικός ομιλητής τοποθετήθηκε σχετικά, με έναν να το ξανασκεφτώ. Μήπως το ασυνείδητο, όντως είναι πολιτικό, ή τουλάχιστον, είναι και πολιτικό?

Εκείνο που χαρακτήριζε το πάνελ, κατά τη διατύπωση των ερωτήσεων, ήταν η δυσφορία προς το Πολιτικό. Μια δυσφορία η οποία εκφράζοταν στα πρόσωπα κυρίως του κ.Βεργέτη και της κ.Φραγκιαδάκη. Το Πολιτικό, φυσικά, το αναγνωρίζουν, αλλά μόνο κατά έναν ορισμένο τρόπο, σύμφωνα με έναν ορισμένο κανόνα. Όταν ο κεντρικός ομιλητής περνούσε από τη Θεωρία στην Πολιτική, παρατηρούσα μια μικρή μετάθεση, διολίσθηση του σημαίνοντος, από το »Λόγο του Καπιταλιστή» στον »Νεοφιλελεύθερο Λόγο». Η πολιτική του κριτική ήταν στον Νεοφιλελευθερισμό, πρωτίστως, και δευτερευόντως στον Καπιταλισμό. Γιατί, το συμπέρασμα, θα έπρεπε να είναι ρητά ένας αντικαπιταλισμός και ένας μετα-καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας, και όχι ένας αντινεοφιλελευθερισμός, αν παίρναμε την όλη θεωρητική του ανάλυση στα σοβαρά. Μια θεωρητική ανάλυση που έλεγε ότι η σύγχρονη δυσφορία απέναντι στον πολιτισμό, είναι δυσφορία απέναντι σε έναν πολιτισμό οργανωμένο σύμφωνα με τον Καπιταλιστικό Λόγο. Όμως, η μόνη προοπτική που ανοιγόταν, στο συμπέρασμα της συλλογιστικής του, ήταν η προοπτική της ψυχανάλυσης στο ντιβάνι, της τέχνης, και μιας άλλης, οραματικά, προσωπικής στάσης αγαθοεργίας. Ενώ ο »Λόγος του Καπιταλιστή», είναι κοινωνικός δεσμός. Και η κριτική του, θεωρητική και έμπρακτη, σημαίνει κριτική του κοινωνικού καπιταλιστικού δεσμού. Όχι μιας πολιτικής πτυχής του, που κατονομάζεται, με αμφιλεγόμενη αναλυτική χρησιμότητα, ως »Νεοφιλελευθερισμός».

Χαρακτηριστική ήταν η πολιτική τοποθέτηση του Βεργέτη, όταν ανέβαινε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αποθέωση του Συριζα ως εμβληματικού συμπτώματος και τεράστιου Συμβάντος ala Badiou, στο πλαίσιο μιας αντινεοφιλελεύθερης ρητορείας. Βλ.

http://www.avgi.gr/article/10976/5316188/demetris-bergetes-o-syriza-einai-ena-emblematiko-symptoma-aphypnises-tes-i

Μια ρητορεία που δεν μπορούσε να εισδύσει, φυσικά, στον καπιταλισμό ως κοινωνικό δεσμό, στον τρόπο που καταπιέζει και λειτουργεί. Στη θεωρία, στον Καπιταλιστικό Κοινωνικό Δεσμό ασκείται κριτική, σε σχέση με το Λόγο του Αναλυτή, που είναι το μέτρο της κριτικής. Στην πολιτική και τη πράξη, ο Καπιταλισμός μπαίνει στο απυρόβλητο, ενόψει μιας Κυβέρνησης τύπου ΣΥΡΙΖΑ. Η οποία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (-ΑΝΕΛ), εκτός από Μνημόνια και στρατόπεδα συγκέντρωσης και εκκενώσεις καταλήψεων στέγης για μετανάστες, όχι απλώς αναπαρήγαγε τον Καπιταλισμό ως κοινωνικό δεσμό, αλλά ενίσχυσε και τη δυσφορία του υποκειμένου (άγχος, κατάθλιψη κ.α), εμπεδώνοντας, με »αριστερό πρόσημο», το κράτος και το κεφάλαιο, την καταστολή, την καταπίεση, την εκμετάλλευση, ακόμα και το Ρατσιστικό-Εθνικιστικό Λόγο.

Τόσο το ερώτημα για τη φαντασίωση και τον καπιταλισμό, όσο και το ερώτημα για την οικονομική κρίση και τη δυσφορία που αυτή προκαλεί, προκάλεσαν αμηχανία στην λακανική (-μιλερική) ορθοδοξία. Για τον απλούστατο λόγο, ότι αδυνατεί να αναλύσει με ριζικά κριτικό τρόπο τον Καπιταλισμό, αλλά και το Κράτος. Η Λακανική ορθοδοξία απωθεί το Κεφάλαιο και το Κράτος, προτιμά, όταν μιλά για το σήμερα, να καταγγέλλει τον Νεοφιλελευθερισμό. Η Λακανική ορθοδοξία αδυνατεί να διανοηθεί τί θα ήταν η φαντασίωση που δομεί ο Καπιταλιστικός Λόγος, γιατί έχει εκπαιδευτεί στην κατανόηση της νευρωτικής και της διαστροφικής (σε μικρότερο βαθμό) φαντασίωσης, αυτές τις φαντασιώσεις διδάσκει, ενώ βραχυκυκλώνεται μπροστά στο απλό γεγονός, ότι το Κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση δημιουργεί υποκείμενα με ένα τρόπο μη αναγώγιμο στις παραδοσιακές ψυχαναλυτικές ταξινομήσεις. Αδυνατεί να πλαισιώνει τη κριτική της επιθυμητικής οικονομίας με μια κριτική της πολιτικής οικονομίας, αντλώντας τις πολιτικές συνέπειες ενός τέτοιου εγχειρηματος.  Η Λακανική Ορθοδοξία απωθεί, άρα, και το Πολιτικό. Αρνείται το Πολιτικό, αμύνεται απέναντι στο Πολιτικό, προσπαθεί να το ενσωματώσει σε όσο πιο ανώδυνες, για το Συμβολικό-Ιδεολογικό της Σύμπαν, διατυπώσεις γίνεται.  Κόντρα στον ύστερο Λακάν και τη γραμμή φυγής που χάραξε από τα παραδοσιακά δεσμά της ψυχανάλυσης, η λακανική ορθοδοξία επιμένει να αποπολιτικοποιεί και να »απο-οικονομικοποιεί» την απόλαυση, που παράγεται, διανέμεται και καταναλώνεται σε ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα οργάνωσης. Η Λακανική ορθοδοξία επιμένει να συρρικνώνει τη λύση στο ψυχαναλυτικό, επαγγελματοποιημένο ντιβάνι, στον Οιδίποδα, και στην τέχνη, στον Joyce, στον Ψυχαναλυτή και στον Καλλιτέχνη. Καταπίπτει σε μια παραλλαγή του Λόγου του Κυρίου, έναν Λόγο του Πανεπιστημίου, όταν δεν καθηλώνεται απλώς σε έναν φιλελεύθερο Υστερικό-κριτικό Λόγο (δηλαδή, όχι ριζικά κριτικό), που γνωρίζει, μάλιστα, πολύ καλά γαλλικά. Αντί να εντάσσει τη ψυχαναλυτική και τη καλλιτεχνική παραγωγή, σε μια ευρύτερη ομοβροντία διαφορετικών μηχανών, εργασιακών, πολιτισμικών, πληροφοριακών, κοινοτικών μηχανών, στην κατεύθυνση σύγκρουσης με τον Καπιταλιστικού κοινωνικό δεσμό και της υπέρβασής του, αναζητώντας τον κοινωνικό δρόμο για μια έλλογη οργάνωση της απόλαυσης, με την ελάχιστη δυνατή κοινωνικοπολιτική καταστολή και απώθηση, άρα και με την ελάχιστη δυνατή υποχρεωτική εργασία.

Δεν είναι ότι ακόμα και αυτή η Ψυχανάλυση δεν έχει να προσφέρει πολλά στο υποκείμενο. Ούτε κάνουμε εδώ μια κριτική στη ψυχανάλυση ως »ατομικιστική», υπερασπιζόμενοι ένα αφηρημένο και επιβλητικό Συλλογικό. Ωστόσο, όσο η ψυχανάλυση πληρώνεται τοις μετρητοίς, όσο η ίδια, ως επάγγελμα, εξαρτάται από τον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και από τη συσσώρευση Κεφαλαίου, όσο αναζητά την πιστοποιημένη, κρατική αναγνώρισή της σε ένα υψηλότερο status απέναντι στην ανταγωνιστική ψυχιατρική, όσο δεν συμβάλλει στην έμπρακτο μετασχηματισμό του ίδιου του κοινωνικού-πολιτισμικού δεσμού στον οποίο αναγνωρίζει τη δομική συνθήκη αιτιογένεσης του υποκειμένου και των συμπτωμάτων της δυσφορίας του, τόσο δεν θα μπορέσει να προχωρήσει τη κριτική της, δηλαδή την ανάλυσή της, και να »θεραπεύσει». Γιατί ο αναλυμένος κοινωνικός δεσμός, το πέρας της ανάλυσης ως ορίζοντας, δεν μπορεί παρά να είναι μια κοινότητα ανθρώπων στην οποία εκλείπουν οι προϋποθέσεις κοινωνικής αποξένωσης που γεννούν το Κράτος και το Κεφάλαιο. Ένας δρόμος που ξεκινάει να τον διαβεί κανείς από σήμερα, και όχι από αύριο, μέσα στον κοινωνικό δεσμό, δηλαδή, σε κάθε κοινωνική σχέση.

Η προσπάθεια ορισμένων ψυχαναλυτών να απωθήσουν το Πολιτικό και να αρνηθούν πάσει θυσία το πέρασμα στη πράξη μετασχηματισμού του καπιταλιστικού κοινωνικού δεσμού τον οποίο, συμπτωμικά αφορμώμενοι, επικρίνουν, οδηγεί σε αλαζονικές και συμπλεγματικές στάσεις, συχνά και σε κωμικοτραγικές συμπεριφορές.

Πρώτα σαν Τραγωδία και μετά σαν Φάρσα, θα έλεγε και ο Μάρξ. Συχνά η λακανική ορθοδοξία αναγνωρίζει ότι ο Marx ανακάλυψε το σύμπτωμα, στην υπεραξία, από την οποία ο Lacan κατασκεύασε την έννοια της χαμένης υπεραπόλαυσης. Ξέχασαν να προσθέσουν ότι ο Marx ήταν επαναστάτης, ενάντια στην εκμετάλλευση της υπεραξίας και της απόλαυσης των ανθρώπων, των ανθρώπων που μπορούν, στη μικρή, θνητή και συχνά θλιβερή ζωή τους, να ζήσουν αληθινά καλύτερα.

Και ναι. Όλα αυτά σχετίζονται με τον έρωτα και την επιθυμία στον 21ο αιώνα.
___________________________________________________________

Aπό:https://bestimmung.blogspot.gr/2017/03/21.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s