The NBA Vs Nτόναλντ Τραμπ: Η πατριωτική ορθότητα της διαμαρτυρίας…


View image on Twitter

“Διεξάγουμε μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων μας σε παγκόσμια βάση, διότι αν το καλοσκεφτείτε, αυτό είναι και το ΝΒΑ στην ουσία του. Οι καλύτεροι από όλο τον κόσμο έρχονται να στο αγωνιστούν μαζί στο υψηλότερο επίπεδο. Συνεπώς οι κυβερνητικοί περιορισμοί σχετικά με τις μετακινήσεις, ναι, με ανησυχούν. Είναι ενάντια στις θεμελιωτικές αρχές και στα θεμελιωτικά συστατικά που κάνουν το ΝΒΑ ξεχωριστό”.

Στο περιθώριο του πρόσφατου All Star Game, ο κομισάριος του καλύτερου πρωταθλήματος μπάσκετ στον κόσμο, Ανταμ Σίλβερ, πήρε σαφή διαχωριστική θέση ενάντια στο πρόσφατο διάταγμα Τραμπ, το οποίο έχει ως σκοπό να αναστείλει για τέσσερις μήνες το ομοσπονδιακό πρόγραμμα υποδοχής προσφύγων των ΗΠΑ, σε ο,τι αφορά επτά (πλέον έξι μετά την εξαίρεση του Ιράκ) “μουσουλμανικές” χώρες .

Aπό τον Giorgos P., editor στο Basketball Guru (@b_ballguru)

Οι εμφανείς λόγοι της αντίθεσης

Τα κίνητρα του κομισάριου είναι συγκεκριμένα και διαφανή, σε ο,τι αφορά τουλάχιστον το λειτουργικό κομμάτι του ζητήματος. Το διαβόητο πλέον “travel ban” του νέου προέδρου αιφνιδίασε το ΝΒΑ , το οποίο επί χρόνια χτίζει ένα πολυπολιτισμικό προφίλ με έμφαση στην αποδοχή του διαφορετικού, έχοντας μάλιστα εγκαθιδρύσει προγράμματα όπως το Basketball without Borders1, σε τρία αφρικάνικα κράτη. Η Αφρική , εξάλλου, έχει στοχοποιηθεί από το διάταγμα, καθώς τρεις από τους επτά “απαγορευμένους” πληθυσμούς της ανήκουν (Λιβυή, Σομαλία, Σουδάν). Όπως επισημαίνει επίσης ο δημοσιογράφος της Boston Globe, Γκάρι Ουόσμπερν, το ΝΒΑ διατηρεί γραφεία ή κέντρα επικοινωνίας σε Λονδίνο, Μανίλα, Μαδρίτη, Χονγκ Κονγκ και Γιοχάνεσμπουργκ, και μόλις διεξήγαγε σειρά παιχνιδιών στο – επίσης στοχοποιημένο από τον Τραμπ – Μεξικό. Πέραν του ηθικού ή του πολιτικού, η λίγκα δεν θέλει να αποξενωθεί από ένα ευρύ κοινό, το οποίο έχει προσελκύσει με κόπο, πάντα προτάσσοντας αντιρατσιστική ρητορική ή καλύτερα ρητορική φιλοξενίας . Επίσης, ανησυχεί (ή τουλάχιστον μέχρι ενός σημείο ανησυχούσε) για τον αντίκτυπο που ενδεχομένως να έχει το διάταγμα σε μετακινήσεις των ίδιων των μελών της, και συγκεκριμένα των παικτών. Με την ανακοίνωση του travel ban, οι Σουδανοί Θον Μέικερ και Λουόλ Ντενγκ βρέθηκαν αμέσως αντιμέτωποι με τις πιθανές συνέπειες του, άσχετα αν στην πορεία ξεκαθαρίστηκε πως οι ίδιοι δεν θα επηρεαστούν τελικά.

Μια δεύτερη ανάγνωση

Πέρα από αυτά όμως, ίσως ο Σίλβερ αποφάσισε να κάνει μία δημόσια δήλωση αντίθεσης και για άλλους, πιο σκιώδεις, λόγους. Μέχρι και πριν λίγο καιρό, ο κομισάριος είχε πρόθυμα παραχωρήσει το πάλκο των διαμαρτυριών σε άλλους, μέχρι που τελικά αυτό γέμισε από κόσμο. Οι πιο διάσημοι αθλητές του ΝΒΑ, μαζί με τους πιο επιφανείς προπονητές και παράγοντες, τοποθετήθηκαν εναντίον του διατάγματος με πολύ σκληρότερη γλώσσα, και με την στάση της λίγκας να είναι σιωπηρά ενθαρρυντική. Θα έλεγε κανείς πως από τις 27 Ιανουαρίου και έπειτα, το μπάσκετ των ΗΠΑ άνοιξε κανονικό πόλεμο με τον Ντόναλντ Τραμπ, έναν πόλεμο που μαίνεται μέχρι και σήμερα, και “απειλεί” να μετατρέψει τους αγωνιστικούς χώρους σε πεδίο ακτιβισμού ή έστω πολιτικοκοινωνικού διαλόγου.

Η προηγούμενη φορά που συνέβη αυτό ήταν στις αρχές του φθινοπώρου, όταν η άρνηση αθλητών άλλων αθλημάτων να σηκωθούν κατά την διάρκεια ανάκρουσης του εθνικού ύμνου πριν τα παιχνίδια, είχε πάρει μορφή επιδημίας, αρχής γενομένης από την περιβόητη διαμαρτυρία του Κόλιν Κάπερνικ στο αμερικάνικο φούτμπολ. Αφορμή για εκείνες τις πράξεις ήταν η συνεχιζόμενη αστυνομική βία κατά των μαύρων και πρόθεση η στήριξη του κινήματος Black Lives Matter. Τότε ο Σίλβερ είχε κινηθεί έξυπνα, στηρίζοντας παλιότερες δημόσιες δηλώσεις των παικτών του ΝΒΑ επάνω στο θέμα, και καταφέρνοντας να αποσπάσει την συμφωνία τους πως θα αφήσουν την όποια πολιτική τους τοποθέτηση εκτός των γραμμών του γηπέδου. Η συμφωνία αυτή βρήκε τον καλύτερο κοινωνό της στο πρόσωπο του πιο διάσημου μπασκετμπολίστα στον πλανήτη, Λεμπρόν Τζέιμς. “Θα σηκωθώ στον εθνικό ύμνο. Αυτός είμαι και αυτό θα κάνω. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συμφωνώ με τον Κάπερνικ ή ότι δεν σέβομαι αυτό που κάνει”.

Η παραπάνω εκδοχή για τα κίνητρα του Σίλβερ υποστηρίχθηκε θερμά στην δημόσια σφαίρα από τον δημοσιογράφο του προοδευτικού ιστότοπου the Nation, Ντέιβιντ Ζίριν, ενός ανθρώπου με ομολογουμένως έντονη πολιτική δράση στον τομέα του αθλητισμού και πολύ γνωστού για τις “άβολες” διερωτήσεις του σε ο,τι αφορά την σύνδεση των δύο πεδίων, αθλητικού και κοινωνικού.Σε πρόσφατο άρθρο του, ο Ζίριν έγραψε: “[Πάνω που όλα πήγαιναν καλά] ένα όχι τόσο αστείο γεγονός συνέβη. Ο Τραμπ εκλέχτηκε πρόεδρος και η επανάσταση έγινε κανονικοποιημένη (σ.σ. normalized) . Μία ετερογενής “αντίσταση” ενάντια στον Λευκό Οίκο άρχισε, και με κάθε του tweet o πρόεδρος στέλνει κόσμο στον δρόμο. Οι παίκτες και οι προπονητές είναι μέρος του. […] Αντιστέκονται και δεν σταματάνε, ακόμη και αν έχουν ξεφύγει από όσα μπορεί να ελέγξει ο Σίλβερ. Είναι αυτό που ονομάζουμε ακούσιες συνέπειες. Ο Σίλβερ ήθελε μια λίγκα σε επαγρύπνηση. Ε λοιπόν, την έχει, και για λίγο καιρό κανείς δεν θα πάει πίσω για ύπνο”.

Η εικόνα που ζωγραφίζει ο δημοσιογράφος είναι ομολογουμένως ελκυστική. Παίκτες και προπονητές διαφόρων χρωμάτων και εθνικοτήτων αντιστέκονται με τρόπους που δεν είναι αποδεκτοί, τόσο από την προεδρία, όσο και από τα κέντρα που κατευθύνουν επίσημα την αντιπολιτευτική διαμαρτυρία. Τα είδωλα του κοινού εμφανίζονται σε αυτή την αφήγηση ως οι φορείς μιας άβολης και μεταμορφωτικής ρητορικής, η οποία έχει “κινητοποιητική” δυναμική για τον πληθυσμό, και για αυτό ακριβώς ο περιορισμός της καθίσταται στόχος. Είναι όντως έτσι ή μήπως ο Ζίριν έχει υπερτιμήσει το φορτίο της δυνητικότητας του δημοσίου λόγου παικτών και προπονητών; Θα μπορούσε άραγε η οξεία πολιτική αντίθεση των δηλώσεων να καταστεί στο παρόν πλαίσιο γλωσσική πράξη αντίστασης ή εμπίπτει σε μία πατριωτική έκφραση, που ανατροφοδοτεί τελικά την λαϊκή αποδοχή των φασιστικών πρακτικών του Ντόναλντ Τραμπ; Mε την επιείκεια που αρμόζει στην επείγουσα συγκυρία, μία προσεκτικότερη εξέταση των τοποθετήσεων κατευθύνει τα συμπεράσματα κυρίως προς τα δεύτερη σκέλη των ερωτημάτων.

Δηλώσεις παικτών και προπονητών

Οι πιο διάσημοι εκπρόσωποι του ΝΒΑ, δηλαδή οι παίκτες και προπονητές, στάθηκαν απέναντι στο διάταγμα με σκληρότερη γλώσσα από ο,τι ο κομισάριος, που κατά κάποιο τρόπο τους εκπροσωπεί. Ο δύο φορές MVP του πρωταθλήματος Στεφ Κάρι έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ “κώλο”, αφαιρώντας την κατάληξη “et” από την λέξη “asset” (περιουσιακό στοιχείο) , την οποία είχε χρησιμοποιήσει ο διευθύνων σύμβουλος του κολοσσού αθλητικών ειδών Under Armour, για να περιγράψει τον  φιλελεύθερο Τραμπ. Λεπτομέρεια: Ο Κάρι είναι το πρόσωπο που έχει επιλέξει η εταιρεία για να διαφημίσει τα παπούτσια της, τα οποία φέρουν το όνομα του.

Τα λόγια του Κάρι αποτελούν ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα κατά τα οποία η αποδοκιμασία δεν συνοδεύτηκε και από κάποιου είδους ύμνο στην ιστορία ή στις αξίες του έθνους των ΗΠΑ. Στην πλειοψηφία τους, οι υπόλοιπες πολιτικές τοποθετήσεις συνδύασαν προσεκτικά την αντίθεση, με την υπενθύμιση μίας περιγραφής ταυτότητας της χώρας, η οποία μέσα από μια ρητορική πλάνη εκλαμβάνεται σαν προϊόν ιστορικής συνέχειας. Με απλά λόγια, οι διάσημοι αθλητές και προπονητές, απέναντι στο travel ban αντιπαρέβαλλαν αυτό που θεωρούν ότι πάντα αντιπροσώπευε στα αλήθεια η χώρα τους : την δημοκρατία, την ελευθερία του λόγου, την ανεκτικότητα, τον εορτασμό της διαφοράς και την εξάλειψη της ανισότητας. Κάπως έτσι για παράδειγμα, ο Λεμπρόν Τζέιμς υποστήριξε πως “αυτό δεν αντιπροσωπεύει την Αμερική” και ο σκληρός κόουτς των Ντιτρόιτ Πίστονς, Σταν Βαν Γκάντι, συνόδευσε την θέση του περί επιστροφής του Χιτλερισμού με την πεποίθηση πως οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί είναι αντίθετοι σε αυτά που πρεσβεύει η χώρα. Επίσης, ο σταρ των Τορόντο Ράπτορς, Κάιλ Λάουρι, μίλησε για το ιδεώδες της“χώρας των ελεύθερων” (land of the free) , το οποίο καταπατάτε, την ίδια στιγμή που ο προπονητής του Ντουέιν Κέισι συνδύασε τις μνήμες των φυλετικών ταραχών της δεκαετίας του ’60, με το διαχρονικό συναίσθημα του ανήκειν στο αμερικάνικο έθνος : “Είμαι Αμερικάνος πολίτης, περήφανος Αμερικάνος πολίτης, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στο πώς χειριζόμαστε αυτά τα πράγματα στις ΗΠΑ”.

Η λίστα είναι αληθινά μεγάλη, σχεδόν ατελείωτη, και για να είναι κανείς δίκαιος οφείλει να σημειώσει πως τα παραπάνω αντιθετικά χαρακτηριστικά δεν τα συναντά κανείς στις δηλώσεις όλων. Μια τελευταία ματιά, ωστόσο, στις δηλώσεις του προπονητή των Γκόλντεν Στέι Ουόριορς, Στιβ Κερ, αποκαλύπτει ακόμη πιο γλαφυρά τους λόγους για τους οποίους ο Άνταμ Σίλβερ (ή και οποιοσδήποτε άλλος) δεν πρέπει να ανησυχεί από τους δήθεν ακτιβισμούς. Ο Κερ διατράνωσε πρόσφατα πως ο ίδιος δεν πρόκειται να μιλάει από εδώ και πέρα μόνο για το μπάσκετ, καθώς αντιλαμβάνεται αλλιώς την ευθύνη ανθρώπων που , όπως εκείνος, τους δίνεται βήμα μπροστά σε ένα μικρόφωνο. Αναφέρθηκε επίσης (και αυτό είναι κάτι που είναι σίγουρα καλοδεχούμενο) στην παλιότερη αποστροφή των παικτών για την δημόσια πολιτική τοποθέτηση , εξαιτίας οικονομικών συμφερόντων, όπως και στην πρόσφατη αλλαγή αυτής της στάσης, μια αλλαγή που για τον ίδιο ήταν απαραίτητη. Και αφού αντιτάχθηκε και ο ίδιος στο διάταγμα Τραμπ, έκλεισε με τον πατροπαράδοτο τρόπο: “Η ελευθερία του λόγου είναι μία από τις αξίες πάνω στις οποίες χτίστηκε η χώρα μας […] Το ΝΒΑ διαδίδει τις αξίες της ισότητας και της συμπερίληψης, […] ανεξαρτήτως γένους, χρώματος, θρησκείας ή οτιδήποτε άλλου”.

Η πατριωτική ορθότητα της διαμαρτυρίας

Η αλήθεια είναι πως μοιάζει δύσκολος ένας αφορισμός, καθώς η συγκυρία περιέχει πάντα μια κάποια γοητεία. Στην όψη φασιστικών διαταγμάτων, οποιαδήποτε δημόσια αντίθεση προσώπου από θέση εξουσίας , γιορτάζεται από πληθώρα προοδευτικών δυνάμεων ως μία καλοδεχούμενη αναγκαιότητα. Παρ΄όλα αυτά η συγκυρία πολλές φορές καλεί για μία κριτικότερη ματιά.

Οι παίκτες, οι προπονητές και οι λοιποί πρωταγωνιστές του ΝΒΑ ήταν από εκείνους που στάθηκαν κοντά στο κίνημα Black Lives Matter. Την φορά αυτή όμως, ελάχιστα ξεφεύγουν από έναν κλασικό πατριωτικό λόγο, όμοιο με εκείνον που συναντάμε στα σενάρια του Χόλιγουντ. Επαναδιατυπώνουν μία ψευδή (και σαφώς φανταστική) εικόνα των ΗΠΑ, πάνω στην οποία παλαιότερα έχουν πατήσει οι κυβερνώντες για να διεξάγουν ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Ο λόγος τους δεν σηματοδοτεί κάποια ρήξη, ούτε αμφισβητεί ευθέως το “έθνος” , τόσο ως οντότητα , όσο και ως σημείο που περιέχει αξίες μοναδικές ως προς τις ΗΠΑ. Αντίθετα, το (ανα)θεσπίζει από την αρχή2 και του προσδίδει παρελθόν και ιστορικότητα, έτσι ώστε να φαίνεται πως “η Αμερική” πάντα ήταν δομημένη επάνω σε παγκόσμιες ανθρωπιστικές αξίες, οι οποίες την χαρακτηρίζουν αντιστικτικά σε σχέση με τους εχθρούς της. Ο Τραμπ είναι φασίστας, εμείς δεν είμαστε έτσι, εμείς είμαστε αυτοί, είμαστε τόσο μοναδικοί, όσο και διαφορετικοί από τους άλλους.

nba2

Όταν ο Μπους ξεκίνησε τον πόλεμο στο Ιράκ, τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε είχαν ακριβώς την ίδια αφετηρία, μόνο που τότε στην θέση του Τραμπ ήταν ο Σαντάμ. Πιο πριν ήταν οι Ταλιμπάν και αργότερα, για την κυβέρνηση Ομπάμα, ήταν πλήθος άλλων αντίστοιχων εχθρών. Μία γρήγορη καταγραφή του info-war στο τέλος της θητείας του πρώτου μαύρου προέδρου υπενθυμίζει κάτι που στο πλαίσιο της συγκυρίας τείνει να ξεχαστεί: o Oμπάμα άφησε περισσότερα ανοιχτά πολεμικά μέτωπα από όσα του παραδόθηκαν από τον Μπους, επιχειρώντας στρατιωτικά στο 70% του πλανήτη. H επίδοξη διάδοχος του τον περασμένο Δεκέμβρη, Χίλαρι Κλίντον, υποστηρίχθηκε ανοιχτά από τον Λεμπρόν Τζέιμς σε προεκλογική ομιλία της, χωρίς στην ατζέντα της να συμπεριλαμβάνεται φυσικά τίποτε διαφορετικό. Όπως θυμίζει ένα άρθρο του “It’s Going Down”, οι Δημοκρατικοί  πάντα είχαν τον τρόπο τους να προσελκύουν κοντά τους τα ανεξάρτητα κινήματα, να τους δίνουν θεσμικούς ρόλους, και μέσω αυτών να τα απορροφούν και να τα καταστρέφουν. Η βαθύτερα ταξική κριτική ή αμφισβήτηση των κοινοβουλευτικών θεσμών που έφεραν στην προεδρία τον Τραμπ είναι, όπως πάντα, βολικά απούσες.

Η πατριωτική ορθότητα των δηλώσεων παικτών και προπονητών αποτελεί την ιδεολογικά φορτισμένη βάση όσων περιμένουν με ανυπομονησία το επόμενο ατόπημα του Ντόναλντ Τραμπ, προκειμένου να αναδυθούν εκείνοι ως το πολιτικό του αντίθετο. Η ιστορία των ΗΠΑ μας υπενθυμίζει πως ότι αυτές οι αντιθέσεις, ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχουν σε ένα (έστω) υπερφίαλο επίπεδο, δεν διακόπτουν την συνέχεια των επεκτατικών πρακτικών.

nba3

Πάνω στην ίδια περίπου γραμμή, ο πολιτικός “ακτιβισμός” (sic) των NBAers είναι βούτυρο στο ψωμί του Ανταμ Σίλβερ, ο οποίος δεν χρειάζεται να ανησυχεί τόσο, όσο υποστηρίζει ο Ζίριν. Μαζεύοντας όλο το ταλέντο του κόσμου και διακηρύσσοντας παράλληλα τις ανθρωπιστικές του αξίες, το ΝΒΑ έχει καταφέρει να επεκταθεί και να αυξήσει την δημοφιλία του. Aπό το περυσινό καλοκαίρι το καλύτερο πρωτάθλημα μπάσκετ του πλανήτη δρέπει τους καρπούς μιας τηλεοπτικής συμφωνίας μαμούθ, η οποία θα του αποφέρει περίπου 24 δις δολάρια για τα επόμενα 9 χρόνια. Ως αποτέλεσμα αυτής, το διαθέσιμο μπάτζετ που έχει πλέον η κάθε ομάδα για συμβόλαια παικτών ανήλθε για φέτος στα 94,1 εκατομμύρια, μία αύξηση της τάξης του 34% . Σε λίγους μήνες το salary cap θα αυξηθεί περαιτέρω , οι παίκτες θα κερδίσουν ακόμη περισσότερα, και το κοινό θα τους απολαμβάνει όχι μόνο ως αθλητές, αλλά και ως ευαισθητοποιημένα πολιτικά όντα.

Όσο και αν ο εθνικιστής/ομοφοβικός/ρατσιστής πρόεδρος των ΗΠΑ απειλεί να καταστρέψει κοινωνίες και ανθρώπους, ο Σίλβερ θα πρέπει να κοιμάται ήσυχος. Στην προσπάθεια του να δημιουργήσει μία από τις πιο επεκτατικές λίγκες του πλανήτη, να βρει ταλέντο από τους φτωχούς και να πουλήσει προϊόν μέχρι και στους καταφρονεμένους, οι συντελεστές του θεάματος είναι τελικά, ηθελημένα ή μη, οι καλύτεροι σύμμαχοι. Ο πόλεμος του ΝΒΑ ενάντια στον πρόεδρο της Αμερικής είναι αληθινός, και από αυτόν μπορεί να βγουν αληθινά οφέλη.

Σημειώσεις

  1. Για το πρόγραμμα Basketball without Βorders μπορείτε να διαβάσετε παρακάτωhttp://www.nba.com/bwb/mission.html . Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που φέρνει σε επαφή τo NBA (σε συνεργασία με την FIBA) με ταλέντα από διάφορες χώρες του κόσμου.
  2. Για την ανάπτυξη του επιχειρήματος, στάθηκε πολύτιμη η παλαιότερη ανάγνωση δύο κειμένων της Τζούντιθ Μπάτλερ. Η αναφορά είναι στα “Σώματα με Σημασία” (Εκδόσεις Πολιτεία) και στις “Παραστασιακές Επιτελέσεις και Συγκρότηση του Φύλου” . Τελείως πρόχειρα, και με τον φόβο της λανθασμένης υπεραπλούστευσης, στο έργο της καθηγήτριας του Μπέρκλει και σημαντικότατης φιγούρας του queer κινήματος, κομβική θέση για την ανάπτυξη της σκέψης της κατέχει η ιδιότητα της γλώσσας να επιτελέσει την πράξη της θέσπισης μιας ταυτότητας (π.χ. Αμερικάνος, queer, γυναίκα).
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s