Ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Οι μέθοδοι που ακολουθούνται για την επιβολή του νεοφιλελεύθερου δόγματος παρουσιάζουν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της εξάπλωσης της ισχύος, όπως τα έθεσε ο Θουκυδίδης από το 400 π. Χ. Αυτός είναι και ο λόγος της πανομοιότυπης δράσης της Αμερικής σε όλες τις χώρες που καθιστούσε προτεκτοράτα. Η Αϊτή, ένα νησί της Καραϊβικής πάνω από τη Λατινική Αμερική, στο ύψος του Μεξικού, είναι ένα ακόμη παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης επικράτησης. Ο Τσόμσκι, στο βιβλίο του «Κέρδος και Πολίτης» αναφέρει: «Η Αϊτή ήταν το πλουσιότερο αποικιακό απόκτημα του κόσμου (μαζί με τη Βεγγάλη) και πηγή ενός μεγάλου μέρους του πλούτου της Γαλλίας. Ήταν σε μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο και την κηδεμονία των ΗΠΑ από τότε που εισέβαλαν οι πεζοναύτες του Ουίλσον, πριν 80 χρόνια». (σελ. 142).

Χάρτης του Μεξικού
Χάρτης του Μεξικού

Το 1990 ο Ζαν Μπερτράντ Αριστίντ κέρδισε τις εκλογές, αλλά το 1991 ανατράπηκε από τη δικτατορία του στρατηγού Ραούλ Σεντράς. Φυσικά, οι ΗΠΑ, επισήμως, τάχθηκαν κατά της δικτατορίας του Σεντράς. Ο Τσόμσκι σχολιάζει: «Η προσπάθεια που κατέβαλε η πρώτη δημοκρατική κυβέρνηση της Αϊτής να ανακουφίσει τους Αϊτινούς από την καταστροφή είναι αυτό που προκάλεσε την εχθρότητα της Ουάσινγκτον, το στρατιωτικό πραξικόπημα και την τρομοκρατία που ακολούθησε». (σελ. 143).

Παρά το εμπάργκο τόσο ο Μπους, όσο και ο Κλίντον φρόντισαν να τροφοδοτούν τους πραξικοπηματίες επιτρέποντας στην Texaco Oil Company να συναλλάσσεται μαζί τους: «Οι κυβερνήσεις του Μπους και του Κλίντον το υπονόμευσαν από την αρχή εξαιρώντας τις αμερικανικές εταιρείες και επιτρέποντας μυστικά στην Texaco Oil Company να τροφοδοτήσει το καθεστώς των πραξικοπηματιών και τους πλούσιους υποστηρικτές του κατά παράβαση των επισήμων κυρώσεων, ένα αποφασιστικής σημασίας γεγονός που αποκαλύφθηκε πλήρως μια μέρα πριν από την αποβίβαση των στρατευμάτων των ΗΠΑ για “αποκαταστήσουν τη δημοκρατία”, αλλά ακόμη δεν έχει φτάσει στο κοινό και είναι μάλλον απίθανο να είναι υποψήφιο για τα ιστορικά αρχεία». (σελ. 142).Εργάτες γης στο Μεξικό

Εργάτες γης στο Μεξικό

Κι αν κάποιος αμφισβητεί την πεποίθηση του Τσόμσκι ότι η Texaco Oil Company συνεργάστηκε με το καθεστώς, είναι αδύνατο να αμφισβητήσει την πολιτική και οικονομική κατάσταση της Αϊτής, πριν από την εκλογή του Αριστίντ, που ανατράπηκε από τη χούντα: «Το 1981 ένα τραπεζικό σχέδιο ανάπτυξης της USAID και της Παγκόσμιας Τράπεζας βασιζόταν στα εργοστάσια συναρμολόγησης και την αγροτική παραγωγή εξαγωγικού προσανατολισμού, αφαιρώντας γη από την παραγωγή τροφίμων και την εγχώρια κατανάλωση. Η USAID προέβλεψε “ιστορικής σημασίας αλλαγή προς βαθύτερη αλληλεξάρτηση των αγορών με αυτές των ΗΠΑ” αυτού του μοντέλου που θα έμοιαζε με “την Ταϊβάν της Καραϊβικής”. Η Παγκόσμια Τράπεζα συνταυτίστηκε και πρόσφερε τις γνωστές συνταγές για “επέκταση των ιδιωτικών επιχειρήσεων” και ελαχιστοποίηση των “κοινωνικών αντικειμενικών σκοπών”, αυξάνοντας έτσι την ανισότητα και τη φτώχεια και μειώνοντας τα επίπεδα της υγείας και της παιδείας». (σελ. 142 – 143).

Χάρτης της Αϊτής
Χάρτης της Αϊτής

Παρακολουθούμε το νεοφιλελεύθερο δόγμα των ιδιωτικοποιήσεων σε πλήρη εξέλιξη και ταυτόχρονα τη γνωστή προπαγάνδα για μείωση της ανισότητας, εξάλειψη της φτώχειας κλπ: «Πρέπει να σημειωθεί, όση αξία και να έχει, ότι αυτές οι συνηθισμένες συνταγές προσφέρονται μαζί με τα κηρύγματα για την ανάγκη να μειωθεί η ανισότητα και η φτώχεια και να βελτιωθούν τα επίπεδα υγείας και παιδείας. Στην περίπτωση της Αϊτής, οι συνέπειες ήταν οι συνηθισμένες: κέρδη για τους εργοστασιάρχες των ΗΠΑ και τους υπέρ – πλούσιους Αϊτινούς και μείωση των ημερομισθίων της Αϊτής κατά 56% όλη τη δεκαετία του 1980 – εν ολίγοις ένα “οικονομικό θαύμα”». (σελ. 143).

Η εκλογή του Αριστίντ και η πολιτική που υποσχόταν ήταν μάλλον επικίνδυνη για τη νεοφιλελεύθερη επικράτηση. Η χούντα όφειλε να προστατέψει να συμφέροντα των ελαχίστων. Η μετέπειτα «επικράτηση της δημοκρατίας» (μετά τη στρατιωτική παρέμβαση της Αμερικής) είχε πάρει το μάθημά της: «Τώρα η δημοκρατία έχει αποκατασταθεί. Η νέα κυβέρνηση εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει το δημοκρατικό και μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που είχε σκανδαλίσει την Ουάσινγκτον και να ακολουθήσει τις πολιτικές που εξέφραζε ο υποψήφιος που υποστήριζε η Ουάσινγκτον στις εκλογές του 1990 στις οποίες είχε πάρει το 14% των ψήφων». (σελ. 142).

Το μήνυμα είναι σαφές: Η δημοκρατία επιτρέπεται μόνο αν μένει ευχαριστημένη η Ουάσινγκτον. Και η Ουάσινγκτον προτιμά τις νεοφιλελεύθερες ιδέες: «Με την “αποκατάσταση της δημοκρατίας” η USAID αναστέλλει την παροχή βοήθειας για να εξασφαλίσει την ιδιωτικοποίηση των τσιμεντοβιομηχανιών και των αλευρόμυλων υπέρ των πλουσίων της Αϊτής και των ξένων επενδυτών (η “κοινωνία των πολιτών” της Αϊτής σύμφωνα με τις οδηγίες που συνόδευσαν την αποκατάσταση της δημοκρατίας), ενώ παράλληλα απέκλειε τις δαπάνες για την υγεία και την παιδεία. Οι αγροτικές επιχειρήσεις λαμβάνουν άφθονη χρηματοδότηση, αλλά δε διατίθενται χρηματοδοτικές πηγές για την απασχόληση των χωρικών και των χειρωνακτών από όπου προέρχεται το εισόδημα της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού. Εργοστάσια συναρμολόγησης ξένης ιδιοκτησίας, που απασχολούν εργάτες (περισσότερο γυναίκες) με ημερομίσθια κάτω από τα απαιτούμενα για διαβίωση και σε φοβερές συνθήκες εργασίας, επωφελούνται από το φτηνό ηλεκτρικό ρεύμα που επιδοτείται από το γενναιόδωρο προϊστάμενο. Αλλά για τους Αϊτινούς φτωχούς – το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού – δεν μπορούν να υπάρξουν επιδοτήσεις για καύσιμα ή για τρόφιμα· αυτά απαγορεύονται από τους κανονισμούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου βάσει της αρχής ότι αποτελούν “έλεγχο τιμών”». (σελ. 143).

Φυσικά, ο πρόεδρος Κλίντον καρπώθηκε δεόντως τη συμβολή της αμερικανικής πολιτικής στην προώθηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Μην ξεχνάμε ότι τα αμερικανικά στρατεύματα έριξαν τη δικτατορία: «Η ανακοίνωση του δόγματος Κλίντον συνοδεύτηκε από ένα εξαιρετικό παράδειγμα που περιγράφει τις νικηφόρες αρχές: τα επιτεύγματα της κυβέρνησης στην Αϊτή». (σελ. 141).

Ο Τσόμσκι σχολιάζει: «Πράγματι, στον εκλεγμένο πρόεδρο της Αϊτής επιτράπηκε να επιστρέψει, αλλά μόνο αφού οι λαϊκές οργανώσεις είχαν υποστεί επί τρία χρόνια την τρομοκρατία από δυνάμεις που όλο αυτό το διάστημα διατηρούσαν στενούς δεσμούς με την Ουάσιγκτον· η κυβέρνηση Κλίντον ακόμη αρνείται να επιστρέψει στην Αϊτή 160.000 σελίδες έγγραφα σχετικά με την κρατική βία που κρατούνται από στρατιωτικές δυνάμεις “για να αποφευχθούν απογοητευτικές αποκαλύψεις”, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ήταν επίσης αναγκαίο να περάσει ο πρόεδρος Αριστίντ “ένα κατεπείγον μάθημα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό”, όπως οι κυριότεροι υποστηρικτές του στην Ουάσινγκτον περιέγραψαν τη διαδικασία εκπολιτισμού του ταραχοποιού ιερέα». (σελ. 141).

Για το νεοφιλελεύθερο επεκτατισμό της «δημοκρατίας» και της «ελευθερίας» το ζητούμενο δεν ήταν η δημοκρατική επαναφορά, αλλά οι όροι με τους οποίους θα γινόταν: «Ως όρο για την επιστροφή του, ο Αριστίντ ήταν αναγκασμένος να δεχτεί ένα οικονομικό πρόγραμμα που κατευθύνει τις πολιτικές της αϊτινής κυβέρνησης στις ανάγκες της “Κοινωνίας των Πολιτών, ειδικά του ιδιωτικού τομέα, και του εθνικού και του ξένου”: Οι επενδυτές των ΗΠΑ είναι καθορισμένο να αποτελούν τον πυρήνα της αϊτινής πολιτικής κοινωνίας, μαζί με τους πλούσιους Αϊτινούς που υποστήριξαν το στρατιωτικό πραξικόπημα, αλλά όχι τους Αϊτινούς χωρικούς και τους κατοίκους των παραγκουπόλεων που οργάνωσαν μια κοινωνία των πολιτών τόσο ζωντανή και δονούμενη, ώστε να είναι ικανοί ακόμη και να εκλέξουν το δικό τους πρόεδρο παρά την πλημμυρίδα των δυσκολιών, πράγματα που προκάλεσαν την άμεση επιθετικότητα των ΗΠΑ και τις προσπάθειές τους να ανατρέψουν το πρώτο δημοκρατικό εκλεγμένο καθεστώς». (σελ. 141 – 142).

Γυναίκες εργάζονται σε βιομηχανία της Αϊτής
Γυναίκες εργάζονται σε βιομηχανία της Αϊτής

Η αμερικανοκρατούμενη πολιτική στην Αϊτή πριν από το 1990, που επανήλθε με τη  χούντα και παγιώθηκε με την αποκατάσταση της δημοκρατίας αργότερα, επέφερε την ολοκληρωτική επιβολή του νεοφιλελεύθερου δόγματος – που ήταν και το μοναδικό ζητούμενο εξ’ αρχής. Οι «μεταρρυθμίσεις» βάλανε τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Κι αν κάποιος αρέσκεται στην αλήθεια των αριθμών, ο Τσόμσκι παραθέτει: «Πριν να θεσπιστούν οι ”μεταρρυθμίσεις”, η εγχώρια παραγωγή ρυζιού ικανοποιούσε σχεδόν όλες τις ανάγκες της χώρας και είχε σημαντικές διασυνδέσεις με την εγχώρια οικονομία. Χάρις στη μονόπλευρη “απελευθέρωση” τώρα καλύπτει μόνο το 50%, με τις αναμενόμενες συνέπειες στην οικονομία. Η Αϊτή πρέπει να “μεταρρυθμιστεί”, καταργώντας τους δασμούς σύμφωνα με τις σκληρές αρχές της οικονομικής επιστήμης – οι οποίες με κάποιο θαύμα της λογικής εξαιρούν τις αμερικανικές αγροτικές επιχειρήσεις που συνεχίζουν να δέχονται τεράστιες επιδοτήσεις από το δημόσιο και οι οποίες αυξήθηκαν από την κυβέρνηση Ρέιγκαν στο βαθμό που να αποτελούν, το 1987, το 40% των μεικτών κερδών που πραγματοποιούσαν οι παραγωγοί». (σελ. 144).

Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν απολύτως προφανές τι θα συνέβαινε στην Αϊτή: «Οι φυσικές συνέπειες είναι κατανοητές: Μια έκθεση της USAID του 1995 παρατηρεί ότι “το εξαγωγικού προσανατολισμού εμπόριο και η εξαγωγικού προσανατολισμού επενδυτική πολιτική” που διατάσσει η Ουάσινγκτον “θα συνθλίψουν αμείλικτα τους ντόπιους καλλιεργητές ρυζιού”, που θα πρέπει να στραφούν σε μια πιο ορθολογική επιδίωξη αγροτικών εξαγωγών προς όφελος των Αμερικανών επενδυτών, σύμφωνα με τις αρχές της θεωρίας των ορθολογικών προσδοκιών». (σελ. 144). Με άλλα λόγια: «… η πιο φτωχή χώρα του [δυτικού] ημισφαιρίου μετατράπηκε σε μεγάλο εισαγωγέα αμερικανικού ρυζιού που παράγεται από εταιρείες των ΗΠΑ οι οποίες επιδοτούνται από το δημόσιο». (σελ. 144).

Κι αυτό ακριβώς είναι το νόημα της νεοφιλελεύθερης δημοκρατικής εκδοχής. Η μεταφορά του πλούτου στα ανώτερα στρώματα, που, μοιραία, επέρχεται με την εξαθλίωση των πολλών. Από κει και πέρα, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ο Τσόμσκι είναι ξεκάθαρος: «Αυτό το άριστο παράδειγμα μας λέει περισσότερα για τη σημασία και τις επιπλοκές που επιφέρει η νίκη που επιβάλλει τη “δημοκρατία και την ανοιχτή αγορά”». (σελ. 144). Αξίζει να σημειωθεί για την ιστορία της Αϊτής ότι ο Αριστίντ ανέβηκε και πάλι στην εξουσία το 2000, όπου, όμως, αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά από κατηγορίες για νοθεία στο εκλογικό αποτέλεσμα. Το 2008 έγιναν σφοδρές συγκρούσεις λόγω της μεγάλης ανόδου των τιμών στα τρόφιμα. Η νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν παρά τη θέληση του λαού δεν έφεραν την ευημερία.

Το μόνο που μένει είναι η απογοήτευση που επιφέρει την απαξίωση της δημοκρατίας και της πολιτικής γενικότερα. Στις εκλογές του 1997 το 95% των Αϊτινών δεν πήγε καν να ψηφίσει. Και βέβαια, η ευθύνη θα είναι και πάλι δική τους, αφού κρίνονται ανάξιοι της δημοκρατίας μην εκτιμώντας το πολύτιμο δώρο που τους έκανε η Αμερική: «Οι Αϊτινοί φαίνεται να καταλαβαίνουν το μάθημα, ακόμη και αν οι διαχειριστές του δόγματος στη Δύση προτιμούν μια διαφορετική εικόνα. Οι κοινοβουλευτικές εκλογές του Απριλίου 1997 αποκάλυψαν “ένα καταθλιπτικό 5%” ψηφοφόρων, ανέφερε ο Τύπος, και έτσι εγείρεται το ερώτημα “Διέψευσε η Αϊτή τις Ελπίδες των ΗΠΑ;” Θυσιάσαμε τόσα πολλά για να τους φέρουμε τη δημοκρατία, αλλά αυτοί είναι αγνώμονες και ανάξιοι». (σελ. 144).

Όμως, η κατάσταση σε όλη την Κεντρική και Λατινική Αμερική δεν είναι διαφορετική: «Οι σφυγμομετρήσεις στην Κεντρική Αμερική αποκαλύπτουν ότι η πολιτική προκαλεί “πλήξη”, “δυσπιστία” και “αδιαφορία” σε ποσοστά του πληθυσμού πολύ μεγαλύτερα από αυτά που αισθάνονται για την πολιτική “ενδιαφέρον” ή “ενθουσιασμό” … “ο πληθυσμός είναι πολιτικά απαθής και αισθάνεται τον εαυτό του θεατή σε ένα δημοκρατικό σύστημα” και “γενικά αισθάνεται απαισιοδοξία για το μέλλον”. Η πρώτη έρευνα στη Λατινική Αμερική που έγινε με χορηγό την Ευρωπαϊκή Ένωση βρήκε παρόμοια στοιχεία με αυτά της Κεντρικής Αμερικής: “Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έρευνας”, σχολίασε ο Βραζιλιάνος συντονιστής της έρευνας, ήταν “η λαϊκή αντίληψη ότι μόνο η ελίτ είχε επωφεληθεί από τη μετάβαση στη δημοκρατία”. Οι Λατινοαμερικάνοι διανοούμενοι παρατηρούν ότι το πρόσφατο κύμα εκδημοκρατισμού συνέπεσε με νεοφιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που ήταν επιζήμιες για τους περισσότερους ανθρώπους και που οδήγησαν σε κυνική αποτίμηση των τυπικών δημοκρατικών διαδικασιών». (σελ. 145).

Από την πλευρά της η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «Φράχτες και Παράθυρα» είναι σαφής: «Η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και τη δημοκρατία δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο αν σε μια χώρα διεξάγονται εκλογές κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στο αν οι πολίτες αυτής της χώρας θεωρούν σημαντικές τις εκλογές. Δεν πρέπει να κοιτάμε μόνο αν μια χώρα έχει δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά και να εξετάζουμε την ποιότητα και το βάθος αυτών των δημοκρατικών ελευθεριών». (σελ. 92).

Και βέβαια, το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα δεν έχει να κάνει μόνο με τη «δημοκρατία», αλλά και με την «ελευθερία των αγορών». Αυτός είναι και ο προσανατολισμός των διακρατικών συμφωνιών που επιδιώκει, όπως εκείνη της NAFTA το 1994. Η Antonia Juhasz στο βιβλίο της «Η Ατζέντα του Μπους» διευκρινίζει: «Το 1994 οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό και ο Καναδάς υπέγραψαν την ευρύτερη πολυμερή συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων εκείνης της εποχής. Η NAFTA υπογράφτηκε με την υπόσχεση πως θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα αποφέρει οικονομικά οφέλη και στις τρεις συμβαλλόμενες χώρες». (σελ. 97). Η συμφωνία εκπροσωπούσε το νεοφιλελεύθερο πνεύμα της ελεύθερης αγοράς: «Η NAFTA κατάργησε τους δασμούς και άλλους ελέγχους στις εισαγωγές αγαθών τα οποία διακινούνταν ανάμεσα στις τρεις χώρες». (σελ. 98).

Όπως ήταν αναμενόμενο, η NAFTA αποτέλεσε το μεγάλο πάρτι για τις αμερικανικές εταιρείες: «… οι αμερικανικές εταιρείες μπορούσαν να στείλουν τα προϊόντα τους για συγκέντρωση σε μεξικανικά εργοστάσια, όπου η εργασία είναι φθηνή, η περιβαλλοντική προστασία αδύναμη, οι φόροι χαμηλοί και η προστασία από περαιτέρω ρυθμίσεις και κρατική εποπτεία ακόμη μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις ΗΠΑ. Ύστερα μπορούσαν να στείλουν αυτά τα ολοκληρωμένα προϊόντα πίσω στις ΗΠΑ και να τα πουλήσουν πολύ φτηνότερα από ό,τι αν η αλυσίδα της παραγωγής δεν είχε περάσει τα σύνορα. Αυτά τα εργοστάσια λέγονται μακιγιαδόρας. […] Πολλά μακιγιαδόρας ξεφύτρωναν στις ζώνες επεξεργασίας εξαγωγών, ανάμεσα στα σύνορα ΗΠΑ και Μεξικού. Οι ζώνες επεξεργασίας εξαγωγών είναι σχεδόν εντελώς αποκομμένες από την τοπική μεξικανική οικονομία, με ακόμη λιγότερους περιβαλλοντικούς και εργασιακούς περιορισμούς, πρακτικά αφορολόγητες και με λιγότερες υποχρεώσεις για τους παραγωγούς απ’ ό,τι η υπόλοιπη χώρα. Από το 1990 ως το 2001 ο αριθμός των εργοστασίων μακιγιαδόρας σε όλο το Μεξικό υπερδιπλασιάστηκε από 1.700 σε 3.600, με τα 2.700 από αυτά να βρίσκονται στις ζώνες επεξεργασίας εξαγωγών». (σελ. 98).

Τα αποτελέσματα ήταν τα απολύτως αναμενόμενα: «… σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου […] οι αμερικανικές εισαγωγές από το Μεξικό αυξήθηκαν 229% ανάμεσα στο 1993 και το 2001. Ενώ οι αμερικανικές εξαγωγές προς το Μεξικό αυξήθηκαν 144%, το 60% από αυτές ήταν συστατικά που πήγαιναν για επεξεργασία στα εργοστάσια μακιγιαδόρας, αφήνοντας ελάχιστα ή καθόλου κέρδη στη μεξικάνικη οικονομία ή στον καταναλωτή. Νόμοι που θα μπορούσαν να λύσουν το πρόβλημα, απαιτώντας, π. χ., ένα συγκεκριμένο ποσό εγχώριας συμμετοχής στην παραγωγή, συγκεκριμένο ποσό ντόπιων επενδύσεων ή μεταφορά νέας τεχνολογίας και τα τοιαύτα, καταπνίγηκαν από τη NAFTA πριν γεννηθούν…». (σελ. 98).

Όσο για το τι ακριβώς σήμαινε η συγκεκριμένη συμφωνία για την οικονομία του Μεξικού, η Juhasz εξηγεί: «… η θεαματική αύξηση των μακιγιαδόρας συνέπεσε με την παραλίγο κατάρρευση του αγροτικού τομέα εξαιτίας της NAFTA. Η κατάργηση των γεωργικών δασμών και των επιδοτήσεων σε προϊόντα, όπως το καλαμπόκι, που αποτελούν το 60% όλης της μεξικάνικής γεωργίας, επέτρεψε σε φτηνά αμερικανικά προϊόντα, που απολάμβαναν την ισχυρή επιδότηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ, να κατακλύσουν τη μεξικάνικη αγορά. Παρόμοιες προβλέψεις βρίσκονται και στην Αγροτική Συμφωνία του ΠΟΕ. Οι τιμές που δίνονται στους Μεξικάνους αγρότες για το καλαμπόκι έπεσαν κατά 70%. Επιπλέον, για να γίνει το Μεξικό δεκτό στη NAFTA, αναγκάστηκε να απεμπολήσει μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της Μεξικάνικης Επανάστασης: το πρόγραμμα Εχίδος, που παρείχε εγγυημένα δικαιώματα γης στους αυτόχθονες. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα ήταν πως οι Μεξικάνοι αγρότες δεν μπορούσαν πια να ανταγωνιστούν ούτε να κρατήσουν τη γη τους. Ενάμιση εκατομμύριο αγρότες με τις οικογένειές τους εκδιώχτηκαν από τη γη τους και βρέθηκαν να αναζητούν δουλειά». (σελ. 99).

Κι αυτό το απελπισμένο πλήθος ήταν πρώτης τάξεως υλικό για τις αμερικάνικες εταιρείες και τα μακιγιαδόρας: «Όσο αυξανόταν η στρατιά των ανέργων, τόσο σκληρότερες θυσίες τους ζητούσαν οι αμερικανικές εταιρείες για να τους δώσουν δουλειά. Τα μακιγιαδίορας έγιναν έκτοτε συνώνυμο της “εργασίας του ιδρώτα” – με κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανύπαρκτο συνδικαλισμό, πολύωρη απασχόληση με χαμηλές απολαβές, κανένα ευεργέτημα και συνθήκες εργασιακής ανασφάλειας να αποτελούν τον κανόνα. Επιπλέον, το 80% των εργατών στα μακιγιαδόρας είναι γυναίκες, οι οποίες συχνά αντιμετωπίζουν διακρίσεις φύλου και ηλικίας στον εργασιακό χώρο». (σελ. 99).

Όσο για τους Μεξικανούς που θα θελήσουν να περάσουν στην Αμερική αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, ο Τσόμσκι στο βιβλίο του «Ισχύει ό,τι πούμε εμείς» θα καταδείξει τη λύση του Κλίντον: «… οι ΗΠΑ κατασκευάζουν τώρα ένα τείχος κατά μήκος των συνόρων με το Μεξικό». [… … …] «Τα σύνορα με το Μεξικό άλλοτε ήταν ορθάνοιχτα, διαπερατά ένθεν κακείθεν. Μετά, ο Κλίντον τα στρατιωτικοποίησε για πρώτη φορά με την επιχείρηση Gatekeeper το 1994. Τώρα η στρατιωτικοποίηση εντείνεται. Γιατί το 1994; Διότι τότε εγκρίθηκε η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA). Εικάζω πως οι ΗΠΑ είχαν προβλέψει ότι συνεπεία της NAFTA, οι Μεξικανοί αγρότες δε θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις αφειδώς επιχορηγούμενες εξαγωγικές αγροβιομηχανίες των ΗΠΑ, και ότι επομένως ο κόσμος θα συνέρρεε μαζικά στα αστικά κέντρα. Οι εγχώριες επιχειρήσεις δε θα κατάφερναν να ανταγωνιστούν τις πολυεθνικές των ΗΠΑ, που χαίρουν ιδιαίτερης μεταχείρισης στο Μεξικό, χάρη στη λεγόμενη εμπορική νομοθεσία, η οποία δεν έχει σχέση με το εμπόριο, παρά μόνο με τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των επενδυτών. Αποτέλεσμα θα ήταν ένα τεράστιο κύμα ανθρώπων που θα κινούνταν βόρεια, προς στις ΗΠΑ, παράλληλα με ένα άλλο τεράστιο κύμα, εκείνων που εγκατέλειπαν τα ερείπια της Κεντρικής Αμερικής μετά τους πολέμους τρομοκρατίας του Ρίγκαν. Οπότε, τι κάνεις; Υψώνεις τείχος». (σελ. 97 – 98).

Παγκόσμια Τράπεζα
Παγκόσμια Τράπεζα

Στο βιβλίο «Κέρδος και Πολίτης» ο Τσόμσκι θα γίνει πιο επεξηγηματικός: «Ο πραγματικός στόχος ήταν να “εγκλωβιστεί το Μεξικό” στις “μεταρρυθμίσεις” που το έκαναν ένα “οικονομικό θαύμα”, υπό την τεχνική έννοια του όρου, ένα θαύμα για τις ΗΠΑ, τους επενδυτές και τους πλούσιους Μεξικανούς, ενώ ο πληθυσμός βούλιαζε στη δυστυχία». (σελ. 139 – 140). Τελικά, το μοναδικό ζητούμενο είναι η άκρατη εκμετάλλευση του κόσμου, ως την οριστική του εξαθλίωση, και η ταυτόχρονη εξασφάλιση της ολοκληρωτικής του υποταγής στα νέα δεδομένα. Ο Τσόμσκι δε θα μπορούσε να γίνει πιο ξεκάθαρος: «Εν συντομία, η απειλή είναι η δημοκρατία, στη χώρα και στο εξωτερικό, όπως δείχνει το παράδειγμα που διαλέχτηκε. Η δημοκρατία είναι επιτρεπτή, ακόμη και καλοδεχούμενη, αλλά και πάλι, κρινόμενη εκ του αποτελέσματος, όχι από τη διαδικασία. Η NAFTA θεωρήθηκε ότι θα είναι ένας αποτελεσματικός μηχανισμός για να εξαλείψει την απειλή της δημοκρατίας. Εφαρμόστηκε στη χώρα με την αποτελεσματική ανατροπή της δημοκρατικής διαδικασίας, παρά την ουσιαστική αλλά μάταιη δημόσια αντίδραση. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται τώρα ως εργαλεία που δίνουν ελπίδες να φέρουν αμερικανικού στυλ δημοκρατία στους βαθιά νυχτωμένους Μεξικάνους». (σελ. 140 – 141).

Κι αφού καθίσταται σαφές το ύφος της νεοφιλελεύθερης δημοκρατίας, ο Τσόμσκι κρίνει σκόπιμο να καταδείξει και το αντίστοιχο ύφος του ελεύθερου εμπορίου: «Σκεφτείτε και πάλι την περίπτωση της NAFTA, μια συμφωνία που είχε σκοπό να παγιδεύσει το Μεξικό σε μια οικονομική πειθαρχία που προστατεύει τους επενδυτές από τον κίνδυνο ενός “δημοκρατικού ανοίγματος”. Δεν είναι μια “συμφωνία ελεύθερου εμπορίου”. Μάλλον είναι μια συμφωνία υψηλού προστατευτισμού, που σχεδιάστηκε για να εμποδίσει τους ανταγωνιστές από την Ανατολική Ασία και την Ευρώπη. Επιπλέον μαζί με τις παγκόσμιες συμφωνίες συμμερίζεται τέτοιες αρχές που στρέφονται εναντίον της [ελεύθερης] αγοράς, όπως τις ακραίες απαγορεύσεις στον τομέα των “πνευματικών δικαιωμάτων” που οι πλούσιες χώρες ποτέ δεν είχαν αποδεχτεί την εποχή της ανάπτυξής τους, αλλά που τώρα έχουν σκοπό να χρησιμοποιήσουν, για να προστατεύσουν τις εταιρείες που έχουν έδρα στο έδαφός τους, ώστε να καταστρέψουν παραδείγματος χάριν τη φαρμακοβιομηχανία στις φτωχότερες χώρες – και παρεμπιπτόντως να μπλοκάρουν τις τεχνολογικές καινοτομίες, όπως επέτρεπαν οι βελτιωμένες διαδικασίες παραγωγής για πατενταρισμένα προϊόντα υπό το παραδοσιακό καθεστώς των πατέντων. Η πρόοδος δεν είναι πια το επιθυμητό· επιθυμητές είναι περισσότερο οι αγορές, εκτός και αν η πρόοδος είναι επωφελής για αυτούς που μετράνε». (σελ. 145 – 146).

Όμως, οι συνέπειες της NAFTA δεν περιορίζονται μόνο στο Μεξικό. Η Juhasz θα δώσει μια εικόνα για τον αντίκτυπο που υπήρξε και στον Αμερικάνο εργαζόμενο: «Η στροφή τέτοιου όγκου παραγωγής προς το Μεξικό είχε τεράστιο κόστος για τους Αμερικανούς εργαζομένους. Το Γραφείο Απογραφής των ΗΠΑ υπολόγισε ότι στα χρόνια της NAFTA οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν τρία εκατομμύρια θέσεις βιομηχανικής κατασκευαστικής εργασίας – δηλαδή μία στις έξι αυτού του κλάδου. Περίπου 525.000 Αμερικανοί εργαζόμενοι καταχωρήθηκαν επίσημα ως “άνεργοι θύματα της NAFTA”. Η αμερικανική κυβέρνηση τους θεώρησε νόμιμους δικαιούχους ενός συγκεκριμένου επιδόματος. Αυτή η νέα δεξαμενή ανέργων άσκησε πίεση σε όλα τα αμερικανικά επαγγέλματα, συμβάλλοντας στη ραγδαία άνοδο της εισοδηματικής ανισότητας στις ΗΠΑ». (σελ. 98 – 99).

Επρόκειτο για μια πραγματική επίθεση στην αμερικανική μεσαία τάξη: «Το 1997, το Business Week έγραψε πως η εταιρεία Pain Webber συμβούλευε τους επενδυτές να ακολουθήσουν μια στρατηγική α λα Tiffany/Wal – Mart “αποφεύγοντας εταιρείες που εξυπηρετούν τη μεσαία αγορά καταναλωτών, επειδή υπάρχει σοβαρός λόγος. Η μεσαία τάξη, που κάποτε έδειχνε να περιλαμβάνει τους πάντες, δεν αναπτύσσεται πλέον σε όρους αριθμών ή αγοραστικής δύναμης. Αντιθέτως, διογκώνεται η κορυφή και ο πυθμένας (…) η δεκαετία του ’90 έφερε τη μέγιστη εισοδηματική πόλωση στις ΗΠΑ από οποιαδήποτε άλλη εποχή μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο”. Η έκθεση του Γραφείου Απογραφής του 2001 επιβεβαίωσε αυτή την αποτίμηση, ανακαλύπτοντας ότι το 1999 τα ωριαία πραγματικά ημερομίσθια των εργαζομένων με εκπαίδευση χαμηλότερη από κολεγιακή είχαν φτάσει στο ναδίρ της μεταπολεμικής περιόδου. Την ίδια στιγμή, τα πραγματικά ημερομίσθια των αποφοίτων κολεγίου ή ανώτερων σχολών είχαν αυξηθεί σταθερά στο ανώτατο σημείο από το 1973. Αυτή η τάση ραγδαίας ανόδου της εισοδηματικής ανισότητας είναι παγκόσμιο φαινόμενο». (σελ. 99).

Τα αποτελέσματα της NAFTA ήταν ακριβώς αυτό που ήθελαν οι εταιρείες. Η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα και τα ΜΜΕ έπαιξαν για μια ακόμη φορά το ρόλο τους. Ο Τσόμσκι εξηγεί: «Η συμφωνία της NAFTA είχε εισαχθεί βιαίως στο Κογκρέσο και παρά την έντονη λαϊκή αντίθεση αλλά με την απεριόριστη υποστήριξη του κόσμου των επιχειρήσεων και των μέσων ενημέρωσης, που πλημμύρισαν από ευχάριστες υποσχέσεις για οφέλη προς όλους τους εμπλεκόμενους που με αξιοπιστία προέβλεπε η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ και εξέχοντες οικονομολόγοι που ήταν εφοδιασμένοι με τα πλέον σύγχρονα μοντέλα (τα οποία μόλις είχαν αποτύχει να προβλέψουν τις καταστροφικές συνέπειες της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου ΗΠΑ – Καναδά, αλλά που κατά κάποιο τρόπο επρόκειτο να λειτουργήσουν σ’ αυτή την περίπτωση). Τελείως αγνοήθηκε η ανάλυση της Υπηρεσίας Αποτίμησης Τεχνολογίας (το γραφείο ερευνών του Κογκρέσου), η οποία συμπέρανε ότι η σχεδιασμένη εκδοχή της NAFTA θα ζημίωνε τους περισσότερους πληθυσμούς της Βόρειας Αμερικής, και πρότεινε τροποποιήσεις που θα μπορούσαν να την καταστήσουν επωφελή και πέρα από τους μικρούς κύκλους των επενδύσεων και του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αγνόηση της επίσημης θέσης του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ, που παρουσιάστηκε σε μια παρόμοια ανάλυση. Ταυτόχρονα οι εργάτες με πικρό τρόπο κατηγορήθηκαν για την “οπισθοδρομική και μη φωτισμένη” αντίληψη και την “ωμή τακτική απειλών” που υποκινείται από “το φόβο της αλλαγής και την ξενοφοβία”». (σελ. 136 – 137).

Νόαμ Τσόμσκι
Νόαμ Τσόμσκι

Ο Τσόμσκι κάνει αναφορά και σε μια μελέτη που παρήγγειλε η Γραμματεία Εργασίας της NAFTA: «Η μελέτη διεξάχθηκε υπό τους κανονισμούς της NAFTA και ως ανταπόκριση σε παράπονα που εξέθεσαν εργαζόμενοι στις τηλεπικοινωνίες σχετικά με παράνομη εργατική τακτική της Sprint. Τα παράπονα έγιναν αποδεκτά από το Εθνικό Συμβούλιο Εργατικών Σχέσεων των ΗΠΑ το οποίο διέταξε ελαφριές ποινές έπειτα από πολυετή καθυστέρηση, μια συνηθισμένη διαδικασία. Η ανακοίνωση της μελέτης της NAFTA που διεξάχθηκε από την Κέιτ Μπρόνφενμπρένερ, οικονομολόγο ειδική στα εργατικά του Πανεπιστημίου Κορνέλ, εγκρίθηκε από τον Καναδά και το Μεξικό, αλλά η έγκρισή της καθυστέρησε από την κυβέρνηση Κλίντον. Η μελέτη αποκαλύπτει σημαντική συμβολή της NAFTA στην πάταξη των απεργιών. Περίπου οι μισές από τις προσπάθειες για οργάνωση συνδικάτων διακόπτονται από τις απειλές των εργοδοτών να μεταφέρουν την παραγωγή στο εξωτερικό· παραδείγματος χάριν τοποθετώντας πινακίδες που γράφουν, “Μεταφορά εργασίας στο Μεξικό” μπροστά σε ένα εργοστάσιο στο οποίο αναπτύσσεται δραστηριότητα για την οργάνωση συνδικάτου». (σελ. 138 – 139).

Και βέβαια, αυτού του είδους οι απειλές δεν είναι διόλου αβάσιμες: «Οι απειλές δεν παραμένουν απραγματοποίητες: Όταν παρ’ όλα αυτά, τέτοιες δραστηριότητες για τη συνδικαλιστική οργάνωση επιτύχουν, οι εργοδότες κλείνουν είτε ολόκληρο το εργοστάσιο είτε τμήματά του με ρυθμούς που είναι τριπλάσιοι από αυτούς πριν από τη NAFTA. Οι απειλές για κλείσιμο είναι σχεδόν διπλάσιες σε πιο ευκολομετακίνητους κλάδους (παραδείγματος χάριν στην κατασκευαστική βιομηχανία έναντι του οικοδομικού τομέα)». (σελ. 139).

Η καταπάτηση της νομιμότητας είναι μια λεπτομέρεια, που δεν αξίζει τον κόπο να γίνει λόγος: «Αυτές και άλλες πρακτικές που αναφέρονται στη μελέτη είναι παράνομες, αλλά για τους ειδικούς αυτά είναι λεπτομέρειες, συγκρινόμενες με τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και των εμπορικών συμφωνιών, όταν τα αποτελέσματά τους είναι απαράδεκτα. Η κυβέρνηση Ρέιγκαν κατέστησε σαφές στον κόσμο των επιχειρήσεων ότι οι παράνομες δραστηριότητές τους εις βάρος των συνδικάτων δεν επρόκειτο να παρεμποδιστούν παρότι ποινικά κολάσιμες και οι διάδοχοί του τήρησαν την ίδια στάση. Υπήρξε σημαντική καταστροφή των συνδικάτων – ή με πιο ευγενικές λέξεις, “αλλαγές στους θεσμούς και στις πρακτικές της αγοράς εργασίας” που συμβάλλουν σε “σημαντικό περιορισμό των ημερομισθίων” στο πλαίσιο ενός οικονομικού μοντέλου που προσφέρεται με μεγάλη υπερηφάνεια σε έναν αναχρονιστικό κόσμο, που δεν έχει ακόμη συλλάβει τις νικηφόρες αρχές που θα ανοίξουν το δρόμο προς την ελευθερία και τη δικαιοσύνη». (σελ. 139).

NAFTA
NAFTA

Κι ενώ ο Τσόμσκι καταφεύγει στην ειρωνεία της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας, ο  Μορίς Κιουρί, στο κείμενό του «Ο Ολοκληρωτικός Φιλελευθερισμός» φαίνεται επιθετικότερος: «Οι πρακτικές του καπιταλισμού μοιάζουν μ’ εκείνες της μαφίας» [… …]. «Ακολουθώντας τα πρότυπα της μαφίας, ο καπιταλισμός προστατεύει τους πειθήνιους κυβερνώντες που επιτρέπουν χωρίς την παραμικρή αιδώ στις μεγάλες αμερικανικές και πολυεθνικές εταιρείες να εκμεταλλεύονται τις χώρες τους. Με αυτό τον τρόπο εδραιώνει – όταν δεν τις εγκαθιδρύει – δικτατορίες, οι οποίες προστατεύουν με πιο αποτελεσματικό τρόπο από τις δημοκρατίες τις περιουσίες των επιχειρήσεων. Χρησιμοποιεί αδιακρίτως σαν όπλα του τη δημοκρατία ή τη δικτατορία, τις διαπραγματεύσεις ή τον γκανγκστερισμό, την τρομοκρατία ή τις δολοφονίες». (σελ. 21).

Πέρα απ’ αυτά, ο Κιουρί θα καταδείξει και μία ακόμη αλάθητη γκανγκστερική – νεοφιλελεύθερη μέθοδο: «Η τοκογλυφία είναι μια ακόμη μαφιόζικη μέθοδος που χρησιμοποιεί ο καπιταλισμός. Όπως η μαφία δανείζει σε κάποιον έμπορο και αυτός, καθώς δεν μπορεί ποτέ να απαλλαγεί από το χρέος του, καταλήγει να χάσει το κατάστημά του (ή τη ζωή του), έτσι οι χώρες παρακινούνται, συχνά με τεχνητούς τρόπους, να κάνουν επενδύσεις, ενώ επιπλέον τους πουλούν όπλα για να συμβάλλουν στον αγώνα εναντίον των απείθαρχων κρατών, με συνέπεια να πρέπει να εξοφλούν αιωνίως τους συσσωρευόμενους τόκους και οι δανειστές να θέτουν κάτω από την κυριαρχία τους τις οικονομίες αυτών των χωρών». (σελ. 21 – 22).

Όσο για το ζήτημα των εργασιακών δικαιωμάτων, ο Κιουρί δε θα μπορούσε να γίνει σαφέστερος: «Η καταστολή και η εκμετάλλευση σχετίζονται μεταξύ τους. Η καταστολή του συνδικαλιστικού κινήματος (που κάποτε ήταν νόμιμη) συνεχίζεται και σήμερα σιωπηρά. Οι επιχειρήσεις προσφεύγουν σε μεθόδους όπως η παρακολούθηση των συνδικαλιστών, η συγκρότηση εγκληματικών ιδιωτικών στρατών στην υπηρεσία των εργοδοτών, η δημιουργία συνδικάτων από αφεντικά (CFT – Confederation Francaice du Travail/Γαλλική Συνομοσπονδία Εργασίας) και καταστολή κάθε ριζοσπαστικής εργατικής αμφισβήτησης». (σελ. 22).

Αυτό που μένει είναι το συμπέρασμα του Παναγιώτη Κονδύλη στο βιβλίο του «Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού»: «Ο φιλελευθερισμός ήταν ανέκαθεν γνωστός ως το προπύργιο “του” ατομικισμού, και γι’ αυτό η δημοκρατική μεθερμηνεία και ριζοσπαστικοποίηση του τελευταίου με σκοπό την επίτευξη της υλικής ισότητας συνέχισε να ονομάζεται “φιλελευθερισμός”, πράγμα που της έδωσε ένα διττό πολιτικό – τακτικό πλεονέκτημα: έθεσε αναγκαστικά τους αμιγείς φιλελεύθερους σε μιαν ιδεολογική και ηθική διελκυστίνδα, ενώ ταυτόχρονα διαχώρισε τη θέση της από τον εφιάλτη του σοσιαλιστικού κολλεκτιβισμού. Τούτος ο δημοκρατικός ή αριστερός ή κοινωνικός φιλελευθερισμός – όπως θέλει κανείς – μπορούσε μάλιστα να ισχυρισθεί ότι είναι πιο “φιλελεύθερος” από τον ορθόδοξο φιλελευθερισμό στο βαθμό που τούτος εδώ, προκειμένου να καταπολεμήσει το κοινωνικό κράτος κτλ., ερωτοτροπούσε με αυταρχικές λύσεις, δηλαδή in extremis ήταν πρόθυμος να θυσιάσει ολοκληρωτικά ή εν μέρει τον πολιτικό φιλελευθερισμό στο βωμό του οικονομικού». (σελ. 220 – 221).

Νόαμ Τσόμσκι: «Κέρδος και πολίτης», εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, σειρά ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΣ, Αθήνα 2000.

Νόαμ Τσόμσκι: «Ισχύει ό,τι πούμε εμείς, για την εξουσία των ΗΠΑ σ’ έναν κόσμο που αλλάζει», εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2008.

 Antonia Juhasz: «Η Ατζέντα Μπους, τέσσερις πολυεθνικές εξαργυρώνουν την “εισβολή στον πλανήτη”», εκδόσεις «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ», Αθήνα 2007.

Παναγιώτης Κονδύλης: «Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία», εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 1991.

Το κείμενο του Μορίς Κιουρί «Ο Ολοκληρωτικός Φιλελευθερισμός» συγκαταλέγεται στο βιβλίο «Η Μαύρη Βίβλος του Καπιταλισμού», εκδόσεις Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 2002.

Naomi Klein: «Φράχτες και Παράθυρα, αϊ στο διάολο, ΔΝΤ», Εκδοτικός Οργανισμός Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 2011.

http://www.mapsopensource.com/mexico-map.html

http://www.nytimes.com/2013/10/16/world/americas/group-says-haitian-garment-workers-are-shortchanged-on-pay.html

http://searchinbrowser.mplore.com/images?keyword=NAFTA


Από:http://eranistis.net/wordpress/2017/03/04/%CE%BF-%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s