Ένας Έλληνας στους γκρεμούς της Ιρλανδίας…


Στη δυτική άκρη της Ιρλανδίας υπάρχει ένας γκρεμός που λίγοι υψοφοβικοί τολμούν να πουν τ’ όνομα του. Κι ακόμα λιγότεροι, μπορεί και κανένας, τολμούν να πλησιάσουν στην άκρη για να κοιτάξουν τον Ατλαντικό.

Ο Τόλκιν σίγουρα τέτοια τοπία είχε στο μυαλό του, παρά εκείνα της Νέας Ζηλανδίας, όταν έγραφε για τη Μέση Γη. Στα γαελικά λέγεται Aillte an Mhothair. Τόλμησα και το είπα, όπως -κάποτε- τόλμησα και να κοιτάξω.

Για να μη φανεί ότι παριστάνω τον Άραγκορν, ενώ στην πραγματικότητα είμαι πιο πολύ χόμπιτ, θα παραδεχτώ ότι πλησίασα στην άκρη του γκρεμού πεσμένος στα τέσσερα. Σαν ζώο τετράποδο, παρά σαν ζώο δίποδο άπτερο κι αχάριστο.

Ακόμα κι έτσι μου ‘ρθε ίλιγγος. Ήταν τόσο ψηλά που αν είχα αυτοκτονικές τάσεις και πηδούσα θα προλάβαινα να μετανιώσω πολύ πριν φτάσω στη θάλασσα.

Όπως σε ταινία, όπου ο αυτόχειρας πρωταγωνιστής κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν του καθώς πέφτει, έτσι κι εγώ -είμαι σίγουρος- θα θυμόμουν τι ωραία που είναι να ζεις-να τρως-να κοιμάσαι-να ερωτεύεσαι-να κάνεις σεξ-να παίζεις μουσική-να γράφεις-ακόμα και να δουλεύεις, και θα ‘λεγα λίγο πριν γίνω ένα με τη θάλασσα και το μηδέν τα τελευταία μου λόγια.

Αλλά, αφού δεν θα υπήρχε κανείς να μ’ ακούσει να τα λέω, δεν θα ‘ταν τα τελευταία μου.

(Τα τελευταία μου λόγια θα ήταν: “My goodness my guinness”. Και τα είχα πει λίγες ώρες πριν, έξω απ’ τη παμπ, διαβάζοντας φωναχτά μια διαφημιστική αφίσα της Guinness, όπου ένας μουστακαλής τρέχει για να σώσει τη γκίνες του από ένα λιοντάρι. Με είχε ακούσει κάποιος γέρος με πρησμένη μύτη κι είχε υψώσει το ποτήρι του.

Για να ‘ναι τα τελευταία σου λόγια πρέπει κάποιος να σ’ ακούσει, αλλιώς το δέντρο πέφτει χωρίς να κάνει θόρυβο.)

~~

Δεν πήδηξα. Είχα καλύτερα πράγματα να κάνω, ακόμα κι αν μετάνιωνα γι’ αυτά. Οπισθοχώρησα (στα τέσσερα πάντα) στην ασφάλεια του εδάφους χωρίς γκρεμούς, πήρα το σακίδιο μου και τα μουσικά μου όργανα και ξεκίνησα για το χωριό, όπου νοίκιαζα το κρεβάτι μου.

Στη διαδρομή έβγαλα τo feadog (ή αλλιώς penny whistler) για να παίξω. Είναι μια χάλκινη φλογέρα, της οποίας ο ήχος ταιριάζει τόσο στα λιβάδια της Ιρλανδίας. Στα πρόβατα δεν κάνει καμία εντύπωση, αλλά οι αγελάδες μαγεύονταν όταν με άκουγαν.

Κάπως έτσι, στα είκοσι πέντε μου χρόνια, χωρίς τελευταία λόγια, με το feadog και μερικές αγελάδες να με ακολουθούν, έφτασα στο μικρό χωριό, που μάλλον δεν ήταν τίποτα άλλο από οικισμός.

Συνέχεια

Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; (Μέρος Α΄)…


pasted-image-0

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; Μέχρι και τον 18ο αιώνα, (επισήμως) καμία. Από τον 19ο άρχισαν δειλά-δειλά να ασχολούνται δημοσίως, αλλά συναντούσαν μεγάλη αντίσταση μέσα στους ανδροκρατούμενους τομείς της γνώσης. Οι άντρες (γονείς, εκπαιδευτικοί, προϊστάμενοι) δεν έδειχναν καθόλου διατεθειμένοι να τους κάνουν χώρο· μάλλον το αντίθετο: τις απέτρεπαν, τις εμπόδιζαν, τις απέκλειαν· έκλεβαν τις ιδέες τους, τις ταπείνωναν με υποδεέστερες δουλειές, τις αγνοούσαν. Μια γυναίκα έπρεπε πρώτα να ξεπεράσει τον σκόπελο του (συνήθως αντιδραστικού) πατέρα-αφέντη. Στη συνέχεια, να σπουδάσει – περίπου στα κρυφά. Και στο τέλος να βρει μια ταπεινή δουλειά, σαν να της έκαναν και χάρη από πάνω που την εκμεταλλεύονταν.

Η κατάσταση έχει αλλάξει σήμερα, στον 21ο αιώνα; Ναι, αναμφισβήτητα. Τώρα είναι καλύτερα τα πράγματα για τις γυναίκες στις επιστήμες, αλλά και γενικότερα στη δημόσια σφαίρα. (Μιλάμε πάντα για τον δυτικό κόσμο.) Είναι καλύτερα, αλλά όχι καλά. Μπορεί η κατάσταση να βελτιώνεται διαρκώς, αλλά όχι με τον ρυθμό που θα έπρεπε. Οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι ποσοστιαία ελάχιστες σε σύγκριση με τους άντρες σε όλους τους τομείς των θετικών επιστημών (αλλά και των ανθρωπιστικών, όπως και της φιλοσοφίας, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία). Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί η προκατάληψη –βαθιά ριζωμένη στις πατριαρχικές κοινωνίες διαχρονικά– ότι οι γυναίκες δεν έχουν καμία δουλειά στις επιστήμες εξακολουθεί να υπάρχει. Πώς το έλεγε ο John Lennon το 1972; «Woman is the nigger of the world» – ακόμα. Στο σπίτι, οι γονείς δίνουν για παιχνίδια στα κοριτσάκια κούκλες και σερβίτσια τσαγιού – ακόμα. (Τα προετοιμάζουν εξ απαλών ονύχων για έναν ρόλο επικουρικό: «πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα κρύβεται μια δυναμική γυναίκα», λένε για να χρυσώσουν το χάπι. Ο μηχανισμός διαιώνισης των ανισοτήτων ξοδεύει πολλή χρυσόσκονη για τα χάπια της.) Στο σχολείο, οι δάσκαλοι «κατανοούν» την απέχθεια των κοριτσιών για την αριθμητική, λες και αυτή οφείλεται σε κάποιον εγγενή (γενετικό) παράγοντα, και έτσι δεν τα ζορίζουν. Αργότερα, όσες έχουν καταφέρει, παρ’ όλα τα εμπόδια, να σπουδάσουν (και όχι μόνο θετικές επιστήμες), στους χώρους εργασίας (είτε στην ακαδημαϊκή ζωή είτε στην ελεύθερη αγορά) πέφτουν κατά κανόνα θύματα σεξισμού, υποτίμησης, απόρριψης. Συχνά δεν εξελίσσονται με την ταχύτητα που εξελίσσονται άντρες με τα ίδια προσόντα· καμιά φορά δεν αμείβονται καν ισότιμα με αυτούς· συνήθως τις υποτιμούν και ταυτόχρονα τις εκμεταλλεύονται. Και εκείνες, εκτός λαμπρών εξαιρέσεων, δέχονται τη μοίρα τους γιατί «έτσι έχουν τα πράγματα». Μόνο που δεν θα έπρεπε να έχουν έτσι. Καθόλου όμως.

Συνέχεια

Καπιταλιστικά και Αντικαπιταλιστικά Κοινά…


Γιώργος Λιερός

“Χωρίς τα κοινά δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αστικό κράτος ούτε αγώνας για την ανατροπή του”.

Έχουμε ορίσει τα κοινά ως “πρακτικές αυτοοργανωμένων κοινωνικών ομάδων οι οποίες έχουν σαν βάση την απο κοινού χρήση (ή αξιώσεις χρήσης) τμημάτων του περιβάλλοντός τους στα οποία αποδίδουν συγκεκριμένες μορφές σεβασμού”. Στα κοινά ανήκουν συνεταιρισμοί, αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια, κοινωνικά κέντρα, οργανώσεις αλληλεγγύης, η κοινωνική οικονομία, κινήσεις πολιτών που διεκδικούν ή υπερασπίζονται τα δημόσια αγαθά, αθλητικοί σύλλογοι, θρησκευτικές οργανώσεις, πολιτιστικοί σύλλογοι, θεωρητικοί όμιλοι, εκδοτικές ομάδες κλπ.

Με δυό λόγια, στα κοινά περιλαμβάνεται όλη η δημόσια και συλλογική ζωή, σε διάκριση από την πολιτική εξουσία και την αγορά. Δεν πρόκειται μόνο -η Έλινορ Όστρομ είναι πολύ σαφής επ’ αυτού- για τους “πόρους κοινής δεξαμενής” και την σχετική μ’ αυτούς οργάνωση της παραγωγής και της διανομής. Τα κοινά είναι όλος ο κοινωνικός ιστός ο οποίος, ξεκινώντας από τα κατώφλια των σπιτιών συνδέει ιδιωτικούς και πολιτειακούς θεσμούς, τους κάνει λειτουργικούς και δένει την κοινωνία σ’ένα όλο, ένα όλο που σπαράσσεται από ασυμφιλίωτες αντιθέσεις. Ο κόσμος των κοινών δεν είναι καθόλου ενιαίος.

Μια κοινωνία που χάνει τα κοινά της διολισθαίνει στην ανομική κατάρρευση, στον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Η αστική κοινωνία, η ηγεμονία της αστικής τάξης, για όσο υφίσταται, διατηρεί τα δικά της κοινά, τη δική της αντίληψη για το κοινό αγαθό. Οι αστοί έχουν τα κοινωνικά τους δίκτυα που οργανώνονται γύρω από τα καλά σχολεία, φιλανθρωπικά, καλλιτεχνικά και πολιτιστικά ιδρύματα, κοινωνικές εκδηλώσεις, λέσχες κι εξοχικά και, φυσικά, μέσα από την επιχειρηματική ζωή -χάρη σε αυτά τα δίκτυα, από πολλές μικρές συζητήσεις, διαμορφώνεται πολύ γρήγορα η συλλογική θέληση της αστικής τάξης. Προπάντων όμως τα κοινά της αστικής τάξης είναι ένας ολόκληρος πολιτισμός που διαποτίζει όλη την κοινωνία, ένας πλούτος μη αγοραίων και μη κυβερνητικών δραστηριοτήτων τις οποίες αναλαμβάνουν πολύ ευρύτερες μερίδες του πληθυσμού.

Συνέχεια

Η αντι-βιβλιοθήκη του Ουμπέρτο Έκο…


από 

Στο σπίτι του Έκο

Η Ιαπωνική λέξη τσουντόκου περιγράφει την πράξη του να αφήνεις κάποιο βιβλίο αδιάβαστο αφού το έχεις αγοράσει, συνήθως τοποθετώντας το σε στοίβες μαζί με άλλα αδιάβαστα βιβλία. Τα σαράντα χιλιάδες βιβλία του Ουμπέρτο Έκο δικαιολογούν την ύπαρξη της λέξης, κι ας λείπει από τις περισσότερες γλώσσες. Και στο βιβλίο «Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως», ο Έκο δικαιολογεί την ύπαρξη μιας ιδιωτικής βιβλιοθήκης.

Όταν κάποιος επισκέπτης στο σπίτι του, βλέποντας το πλήθος των βιβλίων στα ράφια που κάλυπταν σχεδόν κάθε δωμάτιο του σπιτιού του, αναφωνούσε «Τι πολλά βιβλία! Τα έχεις διαβάσει όλα;», ο Έκο δυσφορούσε, θεωρώντας πως η βιβλιοθήκη του έδινε την εντύπωση στον επισκέπτη πως ήθελε να κάνει επίδειξη. Λόγω των επαναληπτικών επεισοδίων σαν το παραπάνω, ο Έκο βάλθηκε να βρει την κατάλληλη απάντηση στο ερώτημα. Η απάντηση, όμως, «Δεν έχω διαβάσει κανένα, αλλιώς γιατί να τα κρατάω εδώ;» προκαλεί την επόμενη ενοχλητική ερώτηση «Και πού τα βάζεις όταν τα διαβάσεις;»· ενώ η απάντηση «Και πολλά ακόμα, αγαπητέ, πολλά ακόμα», αν και κάνει τον επισκέπτη να το βουλώσει με μια αίσθηση δέους και θαυμασμού, είναι μάλλον πολύ ανελέητη και αγχωτική. Ο Έκο κατέληξε στην απόκριση «Όχι, αυτά είναι όσα πρέπει να διαβάσω μέχρι το τέλος του μήνα. Τα υπόλοιπα τα έχω στο γραφείο», η οποία κάνει τον περίεργο επισκέπτη να βιαστεί να αποχωρήσει.

Για τον Έκο, η βιβλιοθήκη ήταν ένα εργαλείο δουλειάς, όχι μια αποθήκη ή ένα μέρος για να επιδείξει κανείς «πέντε αστυνομικά και μια παιδική εγκυκλοπαίδεια σε τόμους». Ο συγγραφέας Nassim Taleb αποκαλεί μια τέτοια βιβλιοθήκη ως «αντι-βιβλιοθήκη», η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τις γνώσεις του κατόχου της αλλά και όσα δεν γνωρίζει ακόμα. Το ποσοστό όμως των αδιάβαστων βιβλίων σε σχέση με τα διαβασμένα δεν πρόκειται να πέσει για όσους διατηρούν αντι-βιβλιοθήκες· όσο διαβάζουν, τόσο διευρύνουν τα πεδία γνώσης τους και ανακαλύπτουν πόσα πράγματα ακόμα δεν γνωρίζουν.

Μπορεί κανείς να ρίξει μια ματιά στη βιβλιοθήκη του σπιτιού του Έκο, που περισσότερο μοιάζει με βιβλιοπωλείο, στο παρακάτω βίντεο:

Συνέχεια

Για το μένος των δεξιών απέναντι στα Εξάρχεια…


Του Δημήτρη Τσίρκα

Τα Εξάρχεια ασκούν μία ιδιαίτερη γοητεία στον δεξιό και συντηρητικό χώρο. Αυτό μαρτυρά η μόνιμη ενασχόληση τους με την περιοχή, στα όρια της εμμονής. Συνεχή δημοσιεύματα για το “άβατο” των Εξαρχείων, καταστροφολογικές περιγραφές για τη βία και την ανομία που δήθεν τα χαρακτηρίζουν, μαζί φυσικά, με επαναλαμβανόμενες δεσμεύσεις στελεχών και του προέδρου της ΝΔ ότι “θα τελειώσουν με τα Εξάρχεια μέσα σε ένα μήνα”. Η ενασχόληση αυτή ωστόσο δεν δικαιολογείται από τα πραγματολογικά δεδομένα. Αν τα Εξάρχεια ήταν η ζώνη εγκληματικότητας που περιγράφουν – μία βραζιλιάνικη φαβέλα στο κέντρο της Αθήνας- πως δικαιολογείται το ότι συντηρούν τόσες οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες, που τα καθιστούν μία από τις πιο ανοικτές και ζωντανές περιοχές της πρωτεύουσας;

Αυτή η κραυγαλέα αντίφαση παραπέμπει σε άλλες βαθύτερες διεργασίες. Τα Εξάρχεια αναμορφώνονται από τους δεξιούς και τους συντηρητικούς σε ένα φαντασιακό αντικείμενο, ως ένας τόπος του Άλλου, του πολιτικού εχθρού δηλαδή, που δεν είναι άλλος από την Αριστερά και την Αναρχία. Ένας τόπος όμως όχι τόσο βίας και ανομίας αλλά περισσότερο διονυσιακής έκστασης, όπου ο αντίπαλος υπέρ-απολαμβάνει προνόμια, σχέσεις και αγαθά, που είναι απαγορευμένα στους ίδιους. Γεγονός που αποκαλύπτει το κενό, την έλλειψη στη δική τους οικονομία της απόλαυσης και διαλύει την εικόνα της πληρότητας που προβάλλουν προς τα έξω.

Το μένος των δεξιών απέναντι στα Εξάρχεια απορρέει από την φαντασίωση ότι οι θαμώνες της “αμαρτωλής” περιοχής τους κλέβουν την απόλαυση. Αν τα Εξάρχεια πάψουν να υφίστανται, με τη σημερινή τους μορφή, αυτοί θα μπορέσουν να απολαύσουν απρόσκοπτα και ολοκληρωμένα. Η ύπαρξη μίας τόσο “ανάποδης” αλλά συνάμα πιο ζωντανής και δημιουργικής γειτονιάς, δίπλα στο “πρότυπο” Κολωνάκι αποδεικνύει την αδυναμία αυτού του προτύπου και μαζί του της δεξιάς κοσμοαντίληψης, να μονοπωλήσουν το κοινωνικό φαντασιακό.

Οι δεξιοί αντιμετωπίζουν τα Εξάρχεια όπως οι συντηρητικοί γέροι τους χώρους διασκέδασης των νέων. Τυπικά ως τόπο εκφυλισμού, βίας και ανομίας , κατά βάθος, με φθόνο και την κρυφή επιθυμία να μπορούσαν και εκείνοι να απολαύσουν τους απαγορευμένους καρπούς του. Επειδή ωστόσο, το αυταρχικό υπερεγώ τους (η συντηρητική ιδεολογία) και η πρόωρη διανοητική γήρανση δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο, θα πρέπει να εκλείψουν από προσώπου γης για να πάψουν να τους θυμίζουν τη δική τους μονοδιάστατη και θλιβερή ύπαρξη. Απ’ αυτή την άποψη, τα Εξάρχεια είναι το σκανδαλώδες πλεόνασμα του Κολωνακίου και όλης της αποστειρωμένης ιδεολογίας που το χαρακτηρίζει. Και η κουκούλα των Εξαρχείων δεν είναι παρά η διεστραμμένη φαντασίωση της γραβάτας του Κολωνακίου.


Aπό:http://www.hitandrun.gr/gia-menos-ton-dexion-apenanti-sta-exarchia/

Συμβαίνει στο αμέρικα…Συμβαίνει στην ευρώπη….Συμβαίνει στο ελλαδιστάν…


Συμβαίνει στο αμέρικα 1.

Διάφοροι “ειδικοί” (αναλυτές / δημαγωγοί) επιμένουν: η παραίτηση του Flynn είναι μόνο η αρχή• η καρέκλα του ψόφιου κουναβιού τρίζει… Με κύρια (υποτιθέμενη) «πέτρα του σκανδάλου» τις «σχέσεις του με την Μόσχα»…
Η προσωποκεντρική αντίληψη για τη εξουσία είναι τέλεια για να πουλάει μελοδράματα και κατορθώματα για την ευχαρίστηση του πόπολου• αλλά τα καπιταλιστικά κράτη έχουν πάψει (εδώ και τουλάχιστον έναν αιώνα) να κρέμονται απ’ τα γεννητικά όργανα οποιουδήποτε άρχοντα. Δεν υπάρχει βασιλιάς για να του κόψουν το κεφάλι• και το ψόφιο κουνάβι δεν είναι εξαίρεση.
Είναι βέβαιο (και από πολλές απόψεις λογικό) ότι η ιδέα ενός συμβιβασμού με την Μόσχα, με σκοπό να απομονωθεί το Πεκίνο, είναι εξαιρετικά προβληματική απ’ την σκοπιά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Εκφράζει, εκπροσωπεί το ψόφιο κουνάβι μια τέτοια προσέγγιση; Δεν βάζουμε καθόλου το χέρι μας στη φωτιά.
Όμως και η αντίθετη ιδέα, της «κατά μέτωπο» αντιμετώπισης της συμμαχίας Μόσχας – Πεκίνου (plus Τεχεράνη, plus διάφοροι ακόμα), είναι εξίσου προβληματική αν δεν πρόκειται να ξεκινήσει άμεσα η Ουάσιγκτον έναν κανονικό παγκόσμιο πόλεμο, ούσα σίγουρη ότι έχει τέτοια στρατιωτική υπεροπλία ώστε να τον κερδίσει.
Αυτό σημαίνει ότι με ψόφιο κουνάβι στην προεδρική καρέκλα ή χωρίς, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός βρίσκεται σε ιστορικό σταυροδρόμι, όπου κανένας δρόμος δεν είναι «εύκολος» ή «σίγουρος». Αν αυτό είναι το θέμα, τότε η θεατρική αναπαράστασή του είναι, απλά, βαρετά έως επικίνδυνα αποπροσανατολιστική.

Robert Harwad

Συμβαίνει στο αμέρικα 2.

Ο εικονιζόμενος ήταν η επόμενη επιλογή του ψόφιου κουναβιού για την θέση του Flynn (υπενθυμίζουμε: σύμβουλος του αμερικάνου προέδρου για τα θέματα εθνικής ασφαλείας…) Λέγεται Robert Harward και είναι (το μαντέψατε; όχι νηπιαγωγός…) καραβανάς. Απόστρατος αντιναύαρχος, ή κάτι τέτοιο.
Αλλά…. τσάκισε η πρόσληψη. Γιατί ο υποψήφιος ήθελε να προσληφθεί μαζί του και όλη η ομάδα του (παρατρεχάμενοι, κλπ).
Κρίμα. Χάθηκε το κελεπούρι. Θα έκανε ωραίο φωτογραφικό δίδυμο με τον έλληνα υπ.εξ. Nick the greek, την επόμενη φορά που ο δεύτερος θα κτύπαγε την πόρτα του λευκού οίκου…

Συνέχεια