Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗ (ISAAC DEUTSCHER)…


maxresdefault

Isaac Deutscher

Η συνείδηση ενός πρώην κομμουνιστή

1950


Πρώτη δημοσίευση: Κριτική του βιβλίου The God That Failed στην εφημερίδα TheReporter (Νέα Υόρκη) τον Απρίλιο 1950.
Μεταγραφή: Martin Fahlgren
Online εκδοχή: Marxist Internet Archive 2013
HTML Markup: Martin Fahlgren, 2013

Μετάφραση στα ελληνικά: ΦΤ

Επιμέλεια: Δημήτρης Κ.


Ο Ινάτσιο Σιλόνε αφηγείται ότι είπε κάποτε αστειευόμενος στον Παλμίρο Τολιάτι, τον Ιταλό κομμουνιστή ηγέτη: «Η τελική αναμέτρηση θα είναι ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους πρώην κομμουνιστές». Υπάρχει ένα πικρό ψήγμα αλήθειας στο αστείο.  Στον πόλεμο προπαγάνδας ενάντια στην ΕΣΣΔ και τον κομμουνισμό, ο πρώην κομμουνιστής ή ο πρώην σύντροφος είναι ο πιο ενεργός δεινός σκοπευτής. Με την ευθιξία που τον διακρίνει από τον Σιλόνε, ο Άρθουρ Κέσλερ κάνει μια παρόμοια παρατήρηση: «Είσαστε ίδιοι όλοι εσείς οι βολεμένοι, στεγανοποιημένοι, Αγγλοσάξονες αντικομμουνιστές. Όλοι απεχθάνεστε τις δικές μας κραυγές Κασσάνδρας και μας περιφρονείτε ως συμμάχους αλλά, όταν όλα  έχουν πια ειπωθεί, εμείς οι πρώην κομμουνιστές είμαστε οι μόνοι άνθρωποι στο πλευρό σας που ξέρουν ακριβώς περί τίνος πρόκειται.»

Ο πρώην κομμουνιστής είναι το προβληματικό παιδί της σύγχρονης πολιτικής. Ξεφυτρώνει στα πιο παράξενα μέρη και γωνίες. Σε στριμώχνει στο Βερολίνο να σου πει την ιστορία της δικής του «μάχης του Στάλινγκραντ», που διεξήγαγε εδώ, στο Βερολίνο, ενάντια στον Στάλιν. Τον βρίσκεις στο περιβάλλον του Ντε Γκωλ: δεν είναι άλλος από τον Αντρέ Μαλρώ, τον συγγραφέα του «La condition humaine» (μεταφρασμένο στα ελληνικά με τον τίτλο «Η ανθρώπινη μοίρα»).  Στην πιο περίεργη πολιτική δίκη της Αμερικής ο πρώην κομμουνιστής επί μήνες έδειχνε τον Αλγκέρ Χις. Μια άλλη πρώην κομμουνίστρια, η Ρουθ Φίσερ, καταδίδει τον αδερφό της, Γκέρχαρτ Άισλερ, και στηλιτεύει τους Βρετανούς που δεν τον παρέδωσαν στις ΗΠΑ. Ένας πρώην τροτσκιστής, ο Τζέιμς Μπέρναμ κατακρίνει έντονα τον Αμερικανό επιχειρηματία για πραγματική ή φανταστική έλλειψη καπιταλιστικής ταξικής συνείδησης και σκιαγραφεί ένα πρόγραμμα δράσης που στόχο έχει τίποτα λιγότερο από την παγκόσμια ήττα του κομμουνισμού.  Και τώρα έξι συγγραφείς- οι Κέσλερ, Σιλόνε, Αντρέ Ζιντ, Λουίς Φίσερ, Ρίτσαρντ Ράιτ και Στίβεν Σπέντερ- ενώνουν τις δυνάμεις τους για να εκθέσουν και να καταστρέψουν τον Θεό που απέτυχε.

Η «λεγεώνα» των πρώην κομμουνιστών δεν είναι συμπαγής. Είναι  διασκορπισμένη σε όλα τα μήκη και πλάτη. Τα μέλη της μοιάζουν πολύ μεταξύ τους αλλά διαφέρουν κιόλας. Έχουν κοινά γνωρίσματα και ατομικά χαρακτηριστικά. Όλοι εγκατέλειψαν ένα  στρατό και ένα στρατόπεδο- κάποιοι ως συνειδητοί αντιρρησίες, άλλοι ως λιποτάκτες κι άλλοι ως πλιατσικολόγοι. Κάποιοι εμμένουν ησύχως στις συνειδητές τους ενστάσεις ενώ άλλοι φωνασκούν και ζητάνε τα ρέστα από ένα στρατό στον οποίο προηγουμένως ήταν σφοδρά αντίθετοι. Όλοι φορούν ξεφτίδια και κουρέλια της παλιάς στολής, μαζί με τα πιο αλλοπρόσαλλα νέα ενδύματα. Και όλοι κουβαλούν την κοινή τους πικρία και τις ατομικές τους αναπολήσεις.

Κάποιοι μπήκαν στο κόμμα μια περίοδο, άλλοι οργανώθηκαν σε μια  άλλη φάση. Το πότε οργανώθηκαν συνδέεται με τις υπόλοιπες εμπειρίες τους. Η διανοητική ακεραιότητα έχαιρε ακόμη εκτίμησης σε ένα κομμουνιστή, δεν είχε ακόμη υποταχτεί οριστικά στο raison d’état[1] της Μόσχας. Εκείνοι που οργανώθηκαν στο κόμμα τη δεκαετία του’30 είχαν σημείο αφετηρίας σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο. Από την αρχή τους χειραγωγούσαν ως νεοσύλλεκτους οι αρχιλοχίες στους στρατώνες του κόμματος.

Αυτή η διαφορά αποτυπώνεται πάνω στην ποιότητα των αναμνήσεων του πρώην κομμουνιστή. Ο Σιλόνε, που οργανώθηκε το  1921, αναπολεί  με πραγματική θέρμη την πρώτη αυτή επαφή με το κόμμα, εκφράζοντας πλήρως την διανοητική έξαψη και τον ηθικό ενθουσιασμό με τα οποία παλλόταν ο κομμουνισμός εκείνη την πρώτη περίοδο. Οι αναμνήσεις του Κέσλερ και του Σπέντερ, που οργανώθηκαν τη δεκαετία του ’30, αποκαλύπτουν την απόλυτη ηθική και διανοητική στειρότητα που είχε πάνω τους ο πρώτος αντίκτυπος του κόμματος. Ο Σιλόνε και οι σύντροφοί του είχαν έντονους προβληματισμούς γύρω από θεμελιώδεις ιδέες πριν και αφού απορροφήθηκαν από τη λάντζα των καθημερινών  καθηκόντων. Στην ιστορία του Κέσλερ, η «ανάθεση καθηκόντων» του κόμματος, ήδη από την πρώτη στιγμή επισκιάζει όλα τα ζητήματα προσωπικών απόψεων και ιδανικών.  Ο κομμουνιστής της παλαιάς κοπής ήταν επαναστάτης πριν γίνει, ή πριν να περιμένουν απ’ αυτόν να γίνει ένα ανδρείκελο. Οι επόμενες φουρνιές κομμουνιστών ελάχιστα πρόλαβαν να έχουν την ευκαιρία να ανασάνουν τον γνήσιο αέρα της επανάστασης.

Ωστόσο, τα αρχικά κίνητρα που τους ώθησαν να οργανωθούν ήταν παρόμοια, αν όχι τα ίδια, σχεδόν σε κάθε περίπτωση: βιώματα κοινωνικής αδικίας ή εκφυλισμού, αίσθηση αβεβαιότητας που τροφοδοτούσαν οι οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις  και μια ακατανίκητη επιθυμία για ένα μεγάλο ιδανικό ή σκοπό ή για ένα αξιόπιστο οδηγό της νόησης μέσα στον κλυδωνιζόμενο λαβύρινθο της σύγχρονης κοινωνίας. Το νέο μέλος ένιωθε ότι τα βάσανα και οι δυστυχίες της παλιάς καπιταλιστικής τάξης είναι αβάσταχτα και το λαμπρό φως της Ρωσικής επανάστασης φώτιζε αυτές τις δυστυχίες με εκπληκτική ευκρίνεια.

Ο σοσιαλισμός, η αταξική κοινωνία, το τσάκισμα του αστικού κράτους, όλα φαίνονταν να είναι προ των πυλών. Ελάχιστοι από τους νεοσύλλεκτους μπορούσαν να διαισθανθούν το αίμα, τον ιδρώτα και τα δάκρυα που επρόκειτο να’ ρθουν.  Στον εαυτό του, ο διανοούμενος που είχε ασπαστεί τον κομμουνισμό φάνταζε ως νέος Προμηθέας- με την διαφορά ότι εκείνον δεν θα τον αλυσόδενε η οργή του Δία στο βράχο.  «Επομένως τίποτε (καθώς αναθυμάται ο Κέσλερ την διάθεσή του εκείνη την περίοδο) δεν είναι ικανό να διαταράξει την εσωτερική γαλήνη και ηρεμία αυτού που προσηλυτίστηκε- εκτός από τον περιστασιακό φόβο μήπως χάσει ξανά την πίστη του…»

Ο πρώην κομμουνιστής μας τώρα αποκηρύσσει με πικρία την προδοσία των ελπίδων του. Αυτό σε κείνον φαίνεται σχεδόν πρωτοφανές, άνευ προηγουμένου. Ωστόσο, καθώς περιγράφει με ευφράδεια τις προσδοκίες και τις αυταπάτες της πρώτης περιόδου, αναγνωρίζουμε έναν παράξενα οικείο τόνο. Ακριβώς το ίδιο κάνουν ο απογοητευμένος Γουόρντσγουορθ και οι σύγχρονοί του καθώς ανακαλούν τον πρώτο νεανικό ενθουσιασμό τους για τη Γαλλική επανάσταση:

Bliss was it in that dawn to be alive,
But to be young was very heaven![2]

Ο διανοούμενος κομμουνιστής που αποκόπτεται συναισθηματικά από το κόμμα του αξιώνει κάποια ευγενή καταγωγή. Ο Μπετόβεν έσκισε  την πρώτη σελίδα  της Eroica, όπου μαζί με τον τίτλο αναγραφόταν και η αφιέρωση της συμφωνίας στον Ναπολέοντα, μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Πρώτος Πρόξενος θα ανέβαινε στο θρόνο.  Ο Γουόρντσγουορθ είπε για τη στέψη του Ναπολέοντα ότι ήταν «μια θλιβερή οπισθοχώρηση για ολόκληρη την ανθρωπότητα». Σε όλη την Ευρώπη, οι οπαδοί της Γαλλικής Επανάστασης έμειναν άναυδοι όταν ανακάλυψαν ότι ο απελευθερωτής των λαών και εχθρός των τυράννων από την Κορσική ήταν ο ίδιος τύραννος και καταπιεστής.

Ομοίως, οι  Γουόρντσγουορθ της εποχής μας σοκαρίστηκαν όταν είδαν ότι ο Στάλιν συνήψε συμφωνία με τον Χίτλερ και τον Ρίμπεντροπ. Αν και δεν γράφτηκαν έργα σαν την  Eroica στις μέρες μας, οι σελίδες αφιερώσεων άγραφων έργων σκίστηκαν με περισσή θεατρικότητα.

Στο Θεό που απέτυχε, ο Λούις Φίσερ επιχειρεί να εξηγήσει με κάποια μεταμέλεια και δίχως ιδιαίτερη πειστικότητα γιατί ασπάστηκε το δόγμα του Στάλιν και μάλιστα για τόσο καιρό. Αναλύει την πολλαπλότητα κινήτρων, από τα οποία κάποια δρουν βραδύτερα ενώ άλλα ταχύτερα, τα οποία καθορίζουν την στιγμή που οι άνθρωποι συνέρχονται από το μάγεμα του Σταλινισμού. Η ευρωπαϊκή απομάγευση με τον Ναπολέοντα άσκησε επιδράσεις με τρόπο ανομοιόμορφο και απρόβλεπτο. Ένας σπουδαίος Ιταλός ποιητής, ο Ούγκο Φόσκολο, που είχε υπηρετήσει ως στρατιώτης τον Ναπολέοντα και είχε συνθέσει την  Ωδή στον Βοναπάρτη, τον Απελευθερωτή,  στράφηκε κατά του ειδώλου του μετά την συνθήκη ειρήνης του Καμποφόρμιο- αυτό πρέπει να εξέπληξε ένα «Ιακωβίνο» από τη Βενετία όσο εξέπληξε και το Σύμφωνο μη επίθεσης (Σύμφωνο Μολότωφ) μεταξύ Ναζί- Σοβιετικών  ένα Πολωνό κομμουνιστή. Ωστόσο, ένας άνθρωπος σαν το Μπετόβεν παρέμεινε υπό τη γοητεία του Βοναπάρτη για επτά ακόμη χρόνια, ώσπου είδε τον Ναπολέοντα να ρίχνει δεσποτικά το δημοκρατικό προσωπείο του. Αυτό του «άνοιξε τα μάτια»- παρόμοια αφυπνιστικές ήταν και οι  δίκες της Μόσχας και οι σταλινικές εκκαθαρίσεις κατά τη δεκαετία του  1930.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγωδία από μια μεγάλη επανάσταση που υποκύπτει στη σιδερένια γροθιά που προοριζόταν να την προασπίσει ενάντια στους εχθρούς της. Δεν υπάρχει πιο απεχθές θέαμα από αυτό μιας μετεπαναστατικής τυραννίας η οποία  ενδύεται τις σημαίες της ελευθερίας. Ο πρώην κομμουνιστής ηθικά νομιμοποιείται όσο και ο πρώην Ιακωβίνος να αποκαλύψει και να εξεγερθεί μπροστά σε ένα τέτοιο θέαμα.

Είναι όμως αλήθεια αυτό που ισχυρίζεται ο Κέσλερ ότι  «οι πρώην κομμουνιστές είναι οι μόνοι άνθρωποι … που ξέρουν περί τίνος πρόκειται»; Δύναται κανείς να διακινδυνεύσει τον ακριβώς αντίθετο ισχυρισμό: Οι πρώην κομμουνιστές είναι αυτοί που ξέρουν λιγότερο απ’ όλους περί τίνος πρόκειται.

Τα επιδεικτικά, επιτηδευμένα διδακτικά τεχνάσματα των πρώην κομμουνιστών ανθρώπων των γραμμάτων φαντάζουν υπερβολικά. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς (με τον Σιλόνε να αποτελεί αξιοσημείωτη εξαίρεση) δεν ήταν ποτέ μέσα στο πραγματικό κομμουνιστικό κίνημα, στον πυρήνα της παράνομης ή της ανοιχτής οργάνωσής του.  Κατά κανόνα, βρίσκονταν στις λογοτεχνικές ή δημοσιογραφικές  παρυφές του κόμματος. Η αντίληψή τους για το κομμουνιστικό δόγμα και την κομμουνιστική ιδεολογία συνήθως πηγάζει από την διαίσθησή τους ως λογοτεχνών, η οποία μερικές φορές μπορεί να είναι οξύτατη αλλά συχνά είναι παραπλανητική.

Ακόμα χειρότερη είναι η ικανότητα του πρώην κομμουνιστή να αποστασιοποιηθεί.  Είναι  δέσμιος  της συναισθηματικής του αντίδρασης ενάντια στο προηγούμενο περιβάλλον του κι αυτός ο εγκλωβισμός  τον εμποδίζει να κατανοήσει το δράμα στο οποίο ενεπλάκη ή βρέθηκε εν μέρει εμπλεκόμενος. Σκιαγραφεί τον κομμουνισμό και τον Σταλινισμό ως ένα τεράστιο τόπο νοητικού και ηθικού τρόμου. Βλέποντάς αυτή την εικόνα, οι μη μυημένοι  μεταφέρονται από την σφαίρα της πολιτικής στην καθαρή δαιμονολογία. Ενίοτε η καλλιτεχνική απόδοση μπορεί να είναι δυνατή- ο τρόμος και οι δαίμονες τρυπώνουν σε πλείστα όσα ποιητικά αριστουργήματα. Από πολιτική άποψη όμως αυτή η παρουσίαση είναι αναξιόπιστη, ακόμη και επικίνδυνη.   Ασφαλώς, η ιστορία του Σταλινισμού έχει άφθονο τρόμο. Αυτό όμως είναι ένα μόνο από τα στοιχεία του κι ακόμη κι αυτό το δαιμονικό στοιχείο πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα των ανθρώπινων κινήτρων και συμφερόντων. Ο πρώην κομμουνιστής δεν επιχειρεί καν τη θεώρηση μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα.

Σε μια σπάνια διαύγεια ειλικρινούς αυτοκριτικής, ο Κέσλερ προβαίνει σ’ αυτή την παραδοχή:

«Κατά κανόνα, η μνήμη μας εξιδανικεύει το παρελθόν. Όταν όμως κάποιος έχει αποκηρύξει ένα σύστημα αξιών ή έχει προδοθεί από ένα φίλο, ενεργοποιείται ο αντίστροφος μηχανισμός. Μέσα από το πρίσμα αυτής της ύστερης γνώσης, η αρχική εμπειρία χάνει την αθωότητά της, αμαυρώνεται και αποκτά μια ξινή, χαλασμένη γεύση όταν κανείς την ανακαλεί. Σε αυτές τις σελίδες επιχείρησα να συλλάβω ξανά και να αποτυπώσω την ψυχική διάθεση με την οποία βιώθηκαν οι εμπειρίες [στο Κομμουνιστικό κόμμα] που αφηγήθηκα- και γνωρίζω ότι δεν τα κατάφερα. Η ειρωνεία, ο θυμός και η ντροπή συνεχώς παρεισέφρεαν, το πάθος εκείνης της εποχής μεταμορφώνεται στρεβλά  σε διαστροφή, η εσωτερική βεβαιότητα παίρνει τη μορφή του κλειστού σύμπαντος του τοξικομανή. Στην καταδικασμένη αυλή της μνήμης πέφτει η  σκιά ενός αγκαθωτού συρματοπλέγματος. Αυτοί που τους συνεπήρε η μεγάλη ψευδαίσθηση της εποχής μας και έζησαν  αυτήν την έκλυση ηθών και διανόησης, είτε παραδίνονται σε ένα νέο εθισμό του αντίθετου είδους είτε είναι καταδικασμένοι να πληρώνουν το τίμημα με το τυπικό αίσθημα ζάλης και κόπωσης που ακολουθεί τη μέθη, το οποίο στη δική τους περίπτωση διαρκεί για όλη τους τη ζωή .»

Αυτό δεν ισχύει αναγκαστικά για όλους τους πρώην κομμουνιστές. Ορισμένοι μπορεί να νιώθουν ότι η εμπειρία τους είναι απαλλαγμένη από τους νοσηρούς υπαινιγμούς του Κέσλερ.  Ωστόσο, ο Κέσλερ δίνει έναν ειλικρινή και έντιμο χαρακτηρισμό του τύπου πρώην κομμουνιστή στον οποίο και ο ίδιος ανήκει. Μολαταύτα, είναι δύσκολο να βρει κανείς αντιστοιχίες αυτής της αυτοπροσωπογραφίας με τον ισχυρισμό ότι η αδελφότητα για την οποία κάνει λόγο «είναι οι μόνοι άνθρωποι… οι οποίοι γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται». Ομοίως δικαιούται κάποιος που έχει υποστεί τραυματικό σοκ να ισχυριστεί ότι είναι ο μόνος που καταλαβαίνει τι σημαίνουν οι πληγές και τα χειρουργεία. Το μέγιστο που δύναται να γνωρίζει, ή μάλλον να νιώθει, ο διανοούμενος πρώην κομμουνιστής, είναι η δική του παθογένεια, αγνοεί όμως τη φύση της εξωτερικής βίας που την προκάλεσε, πόσω δε μάλλον την θεραπεία.

Αυτός ο ανορθολογικός συναισθηματισμός κυριαρχεί στην εξέλιξη πολλών πρώην κομμουνιστών. «Η λογική της αντίθεσης με κάθε τίμημα», λέει ο Σιλόνε, «παρέσυρε πολλούς πρώην κομμουνιστές μακριά από το σημείο εκκίνησής τους, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις τους ώθησε ως το φασισμό». Ποιο ήταν αυτό το σημείο εκκίνησης για τον καθένα; Σχεδόν όλοι οι πρώην κομμουνιστές ήρθαν σε ρήξη με το κόμμα τους στο όνομα του κομμουνισμού. Σχεδόν όλοι βάλθηκαν να υπερασπιστούν το ιδανικό του σοσιαλισμού ενάντια στις καταχρήσεις μιας γραφειοκρατίας που ήταν δουλοπρεπής απέναντι στη Μόσχα. Σχεδόν όλοι στην αρχή ήθελαν να πετάξουν τα απόνερα της Ρώσικης επανάστασης για να προστατεύσουν το μωρό που κολυμπούσε μέσα σ’ αυτά.

Αργά ή γρήγορα οι προθέσεις αυτές λησμονήθηκαν ή εγκαταλείφτηκαν. Έχοντας έρθει σε ρήξη με την κομματική γραφειοκρατία στο όνομα του κομμουνισμού, ο αιρετικός κατόπιν έρχεται σε ρήξη με τον ίδιο τον κομμουνισμό. Ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε πως η ρίζα του κακού βρίσκεται πολύ βαθύτερα απ’ ότι φανταζόταν στην αρχή, αν και ο ίδιος έχει σκάψει ράθυμα και πολύ επιφανειακά για να βρει τη «ρίζα του κακού». Δεν υπερασπίζεται πλέον τον κομμουνισμό ενάντια στην ανήθικη κατάχρησή του. Τώρα πια υπερασπίζεται την ανθρωπότητα ενάντια στην πλάνη του σοσιαλισμού . Δεν πετάει πια τα απόνερα της Ρώσικης επανάστασης για να σώσει το μωρό αλλά ανακαλύπτει ότι το μωρό είναι ένα τέρας που πρέπει να στραγγαλιστεί. Ο αιρετικός δίνει τη θέση του στον αποστάτη.

Το πόσο θα απομακρυνθεί από το σημείο εκκίνησης, εάν θα γίνει φασίστας, όπως λέει ο Σιλόνε, ή όχι, εξαρτάται από τις τάσεις και τις προτιμήσεις του- και η ηλίθια καταδίωξη όσων παρεκκλίνουν από την σταλινική ορθοδοξία συχνά ωθεί τον πρώην κομμουνιστή στα άκρα. Όμως, όποια απόχρωση κι αν πάρει η ατομική στάση του, κατά κανόνα, ο διανοούμενος πρώην κομμουνιστής παύει να είναι αντίθετος στον καπιταλισμό. Συχνά σπεύδει να τον υπερασπιστεί, και σ’ αυτό του το έργο αναπαράγει την έλλειψη ηθικών ενδοιασμών, την στενότητα αντίληψης, την περιφρόνηση απέναντι στην αλήθεια και το σφοδρό μίσος  με τα οποία τον διαπότισε ο Σταλινισμός. Παραμένει ένας δογματικός σεχταριστής. Είναι το ανεστραμμένο είδωλο του σταλινικού. Εξακολουθεί  να βλέπει τον κόσμο άσπρο- μαύρο, αλλά έχουν αλλάξει θέση τα χρώματα.  Ως κομμουνιστής δεν έβλεπε διαφορά ανάμεσα στους φασίστες και τους σοσιαλδημοκράτες. Ως αντικομμουνιστής δεν βλέπει διαφορά ανάμεσα στο ναζισμό και τον κομμουνισμό.  Άλλοτε ασπαζόταν τον ισχυρισμό του κόμματος ότι είναι αλάνθαστο, τώρα πιστεύει ότι ο ίδιος είναι αλάνθαστος. Ενώ πρώτα τον είχε συνεπάρει «η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση», τώρα του έχει γίνει εμμονή η αποκαθήλωση, η μεγαλύτερη απομάγευση της εποχής μας.

Η ψευδαίσθηση που είχε προηγουμένως τουλάχιστον εξέφραζε ένα θετικό ιδανικό. Η απομάγευσή του είναι τελείως αρνητική. Ο ρόλος του είναι συνεπώς στείρος διανοητικά και πολιτικά. Και σ’ αυτό φέρει ομοιότητες με τον γεμάτο πικρία πρώην Ιακωβίνο της Ναπολεόντειας περιόδου. Ο «Ιακωβίνικος κίνδυνος» ήταν η θανάσιμη εμμονή που στοίχειωνε τον Γουόρντσγουορθ και τον Κόλεριτζ. Ο φόβος τους επισκίαζε ακόμη και την ποιητική ιδιοφυία τους.  Ο Κόλεριτζ ήταν εκείνος που κατήγγειλε στην Βουλή των Κοινοτήτων ένα νομοσχέδιο για την αποτροπή της βίαιης μεταχείρισης των ζώων ως το «πιο αξιοσημείωτο παράδειγμα νομοθετικού Ιακωβινισμού». Ο πρώην Ιακωβίνος έγινε υποβολέας της αντι-ιακωβίνικης αντίδρασης στην Αγγλία. Άμεσα ή έμμεσα, η δική του επιρροή βρίσκεται πίσω από τα Νομοσχέδια ενάντια σε γραπτά που υπονομεύουν το καθεστώς και στην προδοτική αλληλογραφία, το Νομοσχέδιο για τις πράξεις που συνιστούν προδοσία, το Νομοσχέδιο ενάντια στις στασιαστικές συναθροίσεις (1792-4), τις ήττες των κοινοβουλευτικών μεταρρυθμίσεων, την αναστολή του  Habeas Corpus,  καθώς και την αναβολή της χειραφέτησης των θρησκευτικών μειονοτήτων της Αγγλίας μέχρι την επόμενη γενιά.  Και καθώς λόγω της διαμάχης με την επαναστατική Γαλλία «δεν ήταν καιρός για επικίνδυνα πειράματα», το δουλεμπόριο ενισχύθηκε- στο όνομα της ελευθερίας.

Με παρόμοιο τρόπο, ο πρώην κομμουνιστής, με τις καλύτερες προθέσεις πράττει τις μεγαλύτερες φαυλότητες. Είναι με θάρρος στην πρώτη γραμμή σε κάθε κυνήγι μαγισσών.  Το τυφλό του μίσος ενάντια στο αλλοτινό ιδανικό του είναι η μαγιά που φουσκώνει τον συντηρητισμό των συγχρόνων του.  Όχι σπάνια φτάνει στο σημείο να αποκηρύξει ακόμη και τον πιο ήπιο τύπο «κράτους πρόνοιας» ως «νομοθετικό μπολσεβικισμό».

Συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην διαμόρφωση του ηθικού κλίματος μέσα στο οποίο εκκολάπτεται η σύγχρονη αντεπανάσταση κατ’ αντιστοιχία με την Αγγλική αντίδραση κατά του Ιακωβινισμού.

Η γκροτέσκα στάση του αντανακλά το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται. Το αδιέξοδο δεν είναι μόνο δικό του- είναι απλώς μια γωνιά σ’ ένα τυφλό δρομάκι  όπου μια ολόκληρη γενιά διάγει έναν ασυνάρτητο, αφηρημένο βίο.

Η ιστορική αναλογία που διαπιστώνεται επεκτείνεται και στο ευρύτερο πλαίσιο των δύο περιόδων. Ο κόσμος είναι χωρισμένος ανάμεσα στο Σταλινισμό και στην αντισταλινική συμμαχία με τον ίδιο εν πολλοίς τρόπο που ήταν χωρισμένος ανάμεσα στην Γαλλία του Ναπολέοντα και την Ιερή Συμμαχία. Υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην «εκφυλισμένη» επανάσταση την οποία εκμεταλλεύτηκε ένας δεσποτικός ηγέτης και  σε  μια ομάδα κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, συντηρητικών συμφερόντων. Με όρους πρακτικής αντίληψης της πολιτικής, η επιλογή φαίνεται να είναι, τώρα όπως και τότε, περιορισμένη σε αυτές τις δύο εναλλακτικές.  Ωστόσο, επικρατεί τέτοια απελπιστική σύγχυση ανάμεσα στο τι είναι σωστό και τι είναι λάθος σ’ αυτή τη διαμάχη ώστε, όποια επιλογή κι αν κάνει κανείς, όποια κι αν είναι τα πρακτικά κίνητρα που οδήγησαν σ’ αυτή, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτή η επιλογή μακροπρόθεσμα θα αποδειχτεί λανθασμένη με την ευρύτερη ιστορική έννοια.

Ένας έντιμος άνθρωπος με κριτικό πνεύμα θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τον Ναπολέοντα άλλο τόσο όσο θα μπορούσε και με το Στάλιν. Παρά τη βία και την εξαπάτηση του Ναπολέοντα όμως, το μήνυμα της Γαλλικής επανάστασης επιβίωσε και η απήχησή του ήταν έντονη σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η Ιερή Συμμαχία απελευθέρωσε την Ευρώπη από την καταπίεση του Ναπολέοντα και για κάποιο χρονικό διάστημα η νίκη αυτή χαιρετίστηκε από τους περισσότερους Ευρωπαίους. Ωστόσο, ο Κάστλερηγ, ο Μέττερνιχ και ο Αλέξανδρος Α΄ δεν είχαν άλλο να προσφέρουν στην «απελευθερωμένη» Ευρώπη από την συντήρηση της παλιάς, σε αποσύνθεση τάξης πραγμάτων. Έτσι, οι καταχρήσεις και η επιθετικότητα μιας αυτοκρατορίας που ανέθρεψε η επανάσταση έδωσαν νέα πνοή στην ευρωπαϊκή φεουδαρχία. Αυτός ήταν ο πιο αναπάντεχος θρίαμβος του πρώην Ιακωβίνου. Το τίμημα όμως που πλήρωσε γι’ αυτό ήταν ότι σύντομα ο ίδιος και ο αγώνας του κατά των Ιακωβίνων έμοιαζαν με φαύλο, γελοίο αναχρονισμό. Την χρονιά που ηττήθηκε ο Ναπολέων, ο Σέλλευ έγραψε στον Γουόρντσγουορθ:

In honoured poverty thy voice did weave
Songs consecrate to truth and liberty
Deserting these, thou leavest me to grieve,
Thus having been, that thou shouldst cease to be[3].

Εάν ο πρώην κομμουνιστής είχε στοιχειωδώς αίσθηση της ιστορίας, θα συλλογιζόταν  αυτό το μάθημα.

Κάποιοι από τους πρώην Ιακωβίνους που στη συνέχεια έγιναν υποβολείς της αντιιακωβίνικης αντίδρασης είχαν τόσες ηθικές αναστολές για την στροφή 180 μοιρών στη στάση τους όσες έχουν και οι Μπέρναμ και Ρουθ Φίσερ στην εποχή μας.  Άλλοι ένιωθαν τύψεις και επικαλούνταν το πατριωτικό τους συναίσθημα ή την φιλοσοφία του μικρότερου κακού ή και τα δυο, προκειμένου να εξηγήσουν γιατί είχαν περάσει με την πλευρά των παλιών δυναστειών ενάντια στο νεόκοπο, αλαζόνα αυτοκράτορα.  Όταν δεν αρνούνταν τις φαυλότητες των Αυλών και των κυβερνήσεων που άλλοτε κατήγγειλαν, ισχυρίζονταν ότι αυτές οι κυβερνήσεις ήταν πιο φιλελεύθερες από τον Ναπολέοντα. Αυτό ήταν οπωσδήποτε αλήθεια για την κυβέρνηση του Τόμας Πιτ, αν και μακροπρόθεσμα η κοινωνική και πολιτική επίδραση της Γαλλίας του Ναπολέοντα στον ευρωπαϊκό πολιτισμό είχε περισσότερη διάρκεια και απέφερε περισσότερους καρπούς απ’ ότι η Αγγλία του Πιτ, για να μην μιλήσουμε για την επίδραση της Αυστρίας του Μέττερνιχ ή της Ρωσίας του Αλεξάνδρου Α΄.  «Ω θλίψη που όλη η γη εναπόθεσε όλες τις ελπίδες της σε σένα! »– μ’ αυτόν τον αναστεναγμό παραίτησης ο Γουόρντσγουρθ συμβιβάστηκε με την Αγγλία του Πιτ. «Πολύ, πολύ πιο άθλιος είναι ο εχθρός σου», αυτή η φράση είναι η πεμπτουσία του συμβιβασμού του.

«Πολύ, πολύ πιο άθλιος είναι ο εχθρός σου» , αυτό θα μπορούσε να συμπυκνώνει το κείμενο του ο Θεός που απέτυχε, καθώς και τη φιλοσοφία του μικρότερου κακού που εκτίθεται  εκτενώς στις σελίδες του. Το ένθερμο πάθος με το οποίο οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου υπερασπίζονται τη Δύση ενάντια στη Ρωσία και τον κομμουνισμό μετριάζεται από μερικές ψυχρές ριπές εξαιτίας αβεβαιότητας ή κατάλοιπων ιδεολογικής συστολής. Ανάμεσα στις γραμμές των εξομολογήσεων ή σε περίεργα παρενθετικά σημειώματα προβάλλει η αβεβαιότητα.

Ο Σιλόνε, για παράδειγμα, εξακολουθεί να περιγράφει την Ιταλία της προ του Μουσολίνι εποχής, ενάντια στην οποία είχε αγωνιστεί ως κομμουνιστής, ως «ψευδο-δημοκρατική». Δεν πιστεύει ότι η Ιταλία στην μετά το Μουσολίνι εποχή είναι καθόλου καλύτερη αλλά θεωρεί ότι ο σταλινικός εχθρός είναι «πολύ, πολύ πιο άθλιος». Περισσότερο από τους άλλους συγγραφείς του βιβλίου, ο Σιλόνε γνωρίζει ασφαλώς το τίμημα που πλήρωσαν ήδη οι Ευρωπαίοι της γενιάς του επειδή αποδέχτηκαν την λογική του μικρότερου κακού. Ο Λούις Φίσερ υποστηρίζει την «διπλή απόρριψη» του κομμουνισμού και του καπιταλισμού, όμως η απόρριψη του τελευταίου ακούγεται αδύναμη και προσχηματική.  Η δε πρόσφατη ανακάλυψη του της φιλοσοφίας του Γκάντι δεν αφήνει παρά μονάχα την εντύπωση  αδέξιας φυγής από την πραγματικότητα. Ο Κέσλερ όμως είναι εκείνος ο οποίος, μέσα στην επιτήδευση και την αντικομμουνιστική φρενίτιδα, περιστασιακά αποκαλύπτει μερικές αξιοπερίεργες παρατηρήσεις: «αν ερευνήσουμε την ιστορία και συγκρίνουμε τους ευγενείς στόχους στο όνομα των οποίων ξεκίνησαν οι επαναστάσεις και το θλιβερό τέλος στο οποίο περιήλθαν, βλέπουμε ξανά και ξανά  πώς ο μιασμένος πολιτισμός μιαίνει το επαναστατικό παιδί που βγαίνει από τους κόλπους του» (η έμφαση του γράφοντος). Συλλογίστηκε άραγε ο Κέσλερ τι συνεπαγωγές θα είχαν τα λόγια του ή απλώς πέταξε μια ατάκα; Αν το «επαναστατικό παιδί», ο κομμουνισμός μιάνθηκε όντως από τον πολιτισμό ενάντια στον οποίο επαναστάτησε, τότε όσο απωθητικό κι αν είναι το παιδί, η πηγή του κακού δεν βρίσκεται σ’ αυτό αλλά ενυπάρχει στον πολιτισμό αυτόν.  Κι αυτό ισχύει με όσο ζήλο κι αν συνηγορεί ο ίδιος ο Κέσλερ υπέρ των «προασπιστών» του πολιτισμού  τύπου Τσάμπερς.

Ακόμη πιο εκπληκτική είναι μια άλλη σκέψη- ή μήπως πρόκειται για άλλη μια ατάκα;- με την οποία κλείνει ο Κέσλερ αναπάντεχα την εξομολόγησή του:

«Υπηρέτησα το Κομμουνιστικό Κόμμα για εφτά χρόνια, όσο κράτησε και η θητεία του Ιακώβ ενόσω φυλούσε τα πρόβατα του Λάβαν για να κερδίσει την κόρη του την Ραχήλ. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, η νύφη οδηγήθηκε στην σκοτεινή του σκηνή. Μόνο σαν ήρθε το επόμενο πρωί ανακάλυψε ότι είχε ξοδέψει το πάθος του όχι στην όμορφη Ραχήλ αλλά στην άσχημη Λεία.

Αναρωτιέμαι αν επανήλθε ποτέ από το σοκ ότι κοιμήθηκε με μια ψευδαίσθηση. Αναρωτιέμαι αν μετά πίστευε ότι πίστεψε ποτέ σ’ αυτό. Αναρωτιέμαι αν το αίσιο τέλος του θρύλου επαναληφθεί. Γιατί καταβάλλοντας το τίμημα να υπηρετήσει για άλλα εφτά συναπτά έτη, του έδωσαν και την Ραχήλ και η ψευδαίσθηση πήρε σάρκα και οστά.

Και τα εφτά χρόνια του φαίνονταν μόλις λίγες μέρες, τέτοια ήταν η αγάπη που έτρεφε για κείνη.»

Μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι ο Ιακώβ- Κέσλερ συλλογίζεται όχι δίχως κάποια αμηχανία μήπως βιάστηκε να παύσει τη φροντίδα των προβάτων του Λάβαν- Στάλιν, αντί να περιμένει υπομονετικά έως ότου «η ψευδαίσθησή του πάρει σάρκα και οστά».

Οι λέξεις σκοπό δεν έχουν να κατηγορήσουν, πόσω μάλλον να τιμωρήσουν κανένα. Ο σκοπός τους, ας το επαναλάβουμε, είναι να καταδείξουν τη σύγχυση ιδεών από την οποία δεν υποφέρει μόνο ο πρώην κομμουνιστής.

Σε ένα από τα πρόσφατα άρθρα του, ο Κέσλερ αφήνει την ενόχλησή του να ξεσπάσει για εκείνους τους παλιούς καλούς φιλελεύθερους που σοκαρίστηκαν από την υπερβολή του αντικομμουνιστικού ζήλου στον πρώην κομμουνιστή και τον αντιμετώπισαν με την απέχθεια με την οποία αντιμετωπίζουν οι κοινοί άνθρωποι «έναν καθαιρεμένο ιερέα που βγάζει έξω ένα κορίτσι για χορό».

Λοιπόν, οι παλιοί καλοί φιλελεύθεροι μπορεί να έχουν δίκιο στο κάτω κάτω: αυτός ο παράξενος τύπος αντικομμουνιστή μπορεί να τους φαίνεται σαν ένας καθαιρεμένος ιερέα που βγάζει έξω, όχι απλώς ένα κορίτσι, αλλά μια πόρνη. Η τρικυμία εν κρανίω του πρώην κομμουνιστή τον καθιστά ακατάλληλο για οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα. Τον στοιχειώνει μια ασαφής αίσθηση ότι πρόδωσε είτε τα ιδανικά στα οποία όμνυε προηγουμένως είτε τα ιδανικά της αστικής κοινωνίας. Δεν αποκλείεται μάλιστα να έχει, σαν τον Κέσλερ,  την αμφιλεγόμενη αίσθηση ότι πρόδωσε και τα δύο. Προσπαθεί τότε να καταστείλει την αίσθηση ενοχής και αβεβαιότητας ή να την καμουφλάρει επιδεικνύοντας απρόσμενη βεβαιότητα και απεγνωσμένη επιθετικότητα. Επιμένει ο κόσμος να αναγνωρίσει την ανήσυχη συνείδησή του ως την καθαρότερη συνείδηση όλων. Και δεν ενδιαφέρεται πλέον για καμιά υπόθεση εκτός από μία- την αυτό-δικαιολόγηση. Κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο κίνητρο για οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα.

Φαίνεται ότι η μόνη αξιοπρεπής στάση που μπορεί να κρατήσει ο διανοούμενος πρώην κομμουνιστής είναι να υψωθεί πάνω από τη διαμάχη αποφεύγοντας να εμπλακεί. Δεν μπορεί να προσχωρήσει στο σταλινικό στρατόπεδο ή στην αντισταλινική Ιερή Συμμαχία χωρίς να βλάψει τον καλύτερο εαυτό του. Οπότε, ας μείνει έξω κι από τα δύο στρατόπεδα. Ας ανακτήσει το κριτικό του πνεύμα και την νοητική αποστασιοποίησή του. Ας υπερβεί τη φτηνή φιλοδοξία να βάλει το δάχτυλο στην πίτα της πολιτικής. Ας έχει ειρήνη με τον εαυτό του τουλάχιστον, αν το τίμημα που πρέπει να καταβάλλει για μια ψεύτικη ειρήνη με τον κόσμο είναι να απαρνηθεί και να καταδικάσει τον εαυτό του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρώην κομμουνιστής άνθρωπος των γραμμάτων, ή γενικά διανοούμενος, θα πρέπει να αποσυρθεί και να κλειστεί σε μια γυάλα (Η περιφρόνησή του για τις κλειστές γυάλες του έχει  μείνει από παλιά.) Μπορεί όμως να οπισθοχωρήσει στο παρατηρητήριό του απ’ όπου θα βλέπει με αποστασιοποίηση και εγρήγορση το ρευστό χάος του κόσμου, να ψάχνει με οξύ βλέμμα τι θα προβάλλει απ’ αυτό και να το ερμηνεύει χωρίς εμπάθεια. Αυτή είναι τώρα η μόνη σεβαστή υπηρεσία την οποία μπορεί να παράσχει ο διανοούμενος πρώην κομμουνιστής σε μια γενιά στην οποία η σχολαστική παρατήρηση και η έντιμη ερμηνεία δυστυχώς σπανίζουν. (Δεν είναι εντυπωσιακό πόσο λίγη παρατήρηση και ερμηνεία και πόσο πολλή φιλοσοφία και κατήχηση βρίσκει κανείς στα βιβλία της χαρισματικής πλειάδας πρώην κομμουνιστών συγγραφέων;)

Μπορεί όμως ο διανοούμενος στ’ αλήθεια να είναι αποστασιοποιημένος παρατηρητής αυτού του κόσμου; Ακόμη κι αν το να πάρει θέση τον οδηγεί στην ταύτιση με σκοπούς και αγώνες που, στην πραγματικότητα δεν είναι δικοί του, θα πρέπει μολαταύτα να μην πάρει θέση;  Μπορούμε να θυμηθούμε μερικούς σπουδαίους «διανοούμενους» που, βρισκόμενοι σε μια παρόμοια κατάσταση στο παρελθόν , αρνήθηκαν να ταυτιστούν με οποιοδήποτε αναγνωρισμένο Αγώνα. Η στάση τους έμοιαζε ακατανόητη σε πολλούς από τους συγχρόνους τους: όμως η ιστορία απέδειξε ότι η κρίση τους ήταν ανώτερη από τις φοβίες και τα μίση της εποχής τους. Μπορούμε να αναφέρουμε τρεις εξ αυτών: τον Τζέφερσον, τον Γκαίτε και τον Σέλλευ. Και οι τρεις, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, ήρθαν αντιμέτωποι με την επιλογή ανάμεσα στην Ναπολεόντεια ιδέα και την Ιερή Συμμαχία. Και οι τρεις, ο καθένας με τον τρόπο του, αρνήθηκαν να διαλέξουν.

Ο Τζέφερσον ήταν πιστός οπαδός της Γαλλικής επανάστασης κατά την πρώτη ηρωική περίοδο. Ήταν πρόθυμος να συγχωρήσει ακόμη και την Τρομοκρατία, αλλά αποστράφηκε αηδιασμένος από τον «στρατιωτικό δεσποτισμό» του Ναπολέοντα. Ωστόσο δεν είχε καμία σχέση με τους εχθρούς του Βοναπάρτη, τους «υποκριτές λυτρωτές» , όπως τους αποκαλούσε. Η αποστασιοποίησή του δεν άρμοζε απλώς στο διπλωματικό ενδιαφέρον μιας νεοπαγούς, ουδέτερης δημοκρατίας. Πήγαζε φυσικά από τις ρεπουμπλικανικές του πεποιθήσεις και το δημοκρατικό του πάθος.

Σε αντίθεση με τον Τζέφερσον, ο Γκαίτε ζούσε ακριβώς καταμεσής της θύελλας. Τα στρατεύματα του Ναπολέοντα και οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου Α΄ καταλάμβαναν εκ περιτροπής περιοχές στην Βαϊμάρη. Ως Υπουργός του Πρίγκηπα, ο Γκαίτε υποκλινόταν τυχοδιωκτικά σε κάθε εισβολέα. Ως στοχαστής και ως άνθρωπος όμως, παρέμεινε αδέσμευτος και απόμακρος. Γνώριζε το μεγαλείο της Γαλλικής επανάστασης και ήταν σοκαρισμένος από τις φρικαλεότητές της.  Χαιρέτησε τον ήχο των γαλλικών όπλων στο Βαλμύ ως έναυσμα για μια νέα καλύτερη εποχή και διορατικός όντας, δεν είχε αυταπάτες για τις απερισκεψίες και τα λάθη του Ναπολέοντα. Επιδοκίμασε την απελευθέρωση της Γερμανίας από τον Ναπολέοντα ενώ έφερε επώδυνη γνώση της αθλιότητας αυτής της απελευθέρωσης. Αυτή η απόμακρη στάση του σε αυτά τα ζητήματα μεταξύ άλλων του χάρισε τη φήμη του «Ολύμπιου», χαρακτηρισμός που δεν αποδιδόταν πάντα κολακευτικά. Η Ολύμπια στάση του ωστόσο καθόλου δεν οφειλόταν σε μια εσωτερική αδιαφορία για την τύχη των συγχρόνων του. Σκέπαζε το δράμα του: την ανικανότητα και την απροθυμία του να ταυτιστεί με αγώνες, καθένας από τους οποίους ήταν ένα αξεδιάλυτο κουβάρι όπου το καλό και το κακό ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα.

Τέλος, ο Σέλευ παρακολούθησε την σύγκρουση των δύο κόσμων με όλο το φλογερό πάθος, την οργή και την ελπίδα που μπορούσε να βιώσει η νεανική του ψυχή: αυτός σίγουρα δεν ήταν Ολύμπιος. Ωστόσο, ούτε για μια στιγμή δεν δέχτηκε τους μισαλλόδοξους ισχυρισμούς και την αυτάρεσκη επιτήδευση κανενός από τους εμπόλεμους.  Σε αντίθεση με τους πρώην Ιακωβίνους οι οποίοι ήταν μεγαλύτεροί του σε ηλικία, ο ίδιος ήταν πιστός στην Ιακωβίνικη ρεπουμπλικανική ιδέα. Χαιρέτησε την πτώση του Ναπολέοντα, αυτού του «χαμερπούς σκλάβου» που «χόρευε και γλεντούσε πάνω στον τάφο της Ελευθερίας» ως ρεπουμπλικανός και όχι ως πατριώτης της Αγγλίας του Γεώργιου Γ΄. Ως ρεπουμπλικανός όμως γνώριζε επίσης ότι «η αρετή έχει έναν προαιώνιο εχθρό», πιο πολύ και από την ισχύ και τις απάτες του Βοναπαρτισμού- «τα παλιά Έθιμα, τα νόμιμα Εγκλήματα και την αιμοσταγή πίστη» που ενσάρκωνε η Ιερή Συμμαχία.

Και οι τρεις- ο Τζέφερσον, ο Γκαίτε και ο Σέλευ- έμειναν κατά κάποιο τρόπο εκτός της μεγάλης διαμάχης της εποχής τους και εξαιτίας αυτού του γεγονότος ερμήνευσαν την εποχή τους με μεγαλύτερη πιστότητα και διεισδυτικότητα απ’ ότι οι έμπλεοι φόβου και παρασυρμένοι από το μίσος  οπαδοί και της μιας και της άλλης πλευράς.

Τι κρίμα που οι περισσότεροι πρώην κομμουνιστές διανοούμενοι τείνουν να ακολουθήσουν την παράδοση του Γουόρντσγουορθ και του Κόλεριτζ αντί του Γκαίτε και του Σέλευ.

Isaac Deutscher Archive

[1] Γαλλικά στο κείμενο: πολιτικό γεγονός που συνιστά λόγο ή αφορμή για ανάληψη δράσης

[2] Τι ευτυχία να ζει κανείς αυτή τη χαραυγή

Μα η νιότη είναι ο ίδιος ο παράδεισος

[3] Σε ελεύθερη απόδοση: Η φωνή σου έπλεξε σε ένδοξη φτώχεια
Τραγούδια αφιερωμένα στην αλήθεια και την ελευθερία
Εγκαταλείποντας τα, με άφησες να θρηνώ,
Που θα έπαυες να υπάρχεις.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s