Τα τσιγάρα …


Την πρώτη φορά που τον είδαμε χιόνιζε. Παραμονή πρωτοχρονιάς, το κρύο τσουχτερό, πελάτες πουθενά. «Το χιόνι μας έλειπε τώρα», σχολίασε από την πόρτα του μαγαζιού του ο Τάκης. «Κανείς δε θα βγει για ψώνια, μαύρες γιορτές θα κάνουμε», σιγοντάρισε η κυρία Ελένη από απέναντι. Κούνησα το κεφάλι συμφωνώντας. «Ώρα να κλείνουμε», είπα, έτσι για να πω κι εγώ κάτι, να συνεισφέρω το κατιτίς μου στη συζήτηση.
 –
[Έτσι μιλάμε πια, εμείς οι έμποροι. Αποσπασματικά. Μονόλογοι που δεν τέμνονται πουθενά. Μιλάμε για το ίδιο – την οικονομική κατάσταση, την κατάρρευση της αγοράς, την έλλειψη ρευστού – αλλά ο καθένας σκέφτεται την πάρτη του, τα δικά του βάρη. Ούτε κοιταζόμαστε πια. Στρέφουμε το βλέμμα στον άδειο δρόμο και παραμιλάμε φωναχτά. Έτσι μιλάμε πια, εμείς οι άνθρωποι].
Και τότε εμφανίστηκε αυτός από το πουθενά. Κατέβηκε τον δρόμο γρήγορα χωμένος στο παλτό του κι έστριψε αποφασιστικά στη στοά του παλιού εμπορικού που εδώ και χρόνια ρήμαζε αβοήθητο. Καμιά αβεβαιότητα στο βήμα του, ήξερε ακριβώς πού πάει και τι πρέπει να κάνει. Πλησίασε τους άστεγους της στοάς, έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα και τα μοίρασε ακριβοδίκαια σε όλους. Σε δευτερόλεπτα είχε αδειάσει το εμπόρευμα, χαιρέτησε τους εμβρόντητους ταλαίπωρους με ένα νεύμα και ξεμάκρυνε γρήγορα.
Από τότε, δυο τρεις φορές την εβδομάδα, περνάει από τη γειτονιά, στρίβει στη στοά, μοιράζει τσιγάρα και εξαφανίζεται. Ποτέ δεν κοντοστέκεται σε κάποια βιτρίνα, ποτέ δεν περιμένει στη στάση, ποτέ δεν ανταλλάζει κουβέντα με κανέναν. Ούτε καν με τον Γιώργο, τον κουλουρά της γωνίας που τον ξέρουν και οι πέτρες εδώ. «Δεν μου αρέσει η φάτσα του», λέει ο Τάκης. «Μα είναι δυνατόν να δίνει τσιγάρα σε άστεγους? Αυτό τους λείπει?», σιγοντάρει η κυρία Ελένη από απέναντι.
 –
[Ποτέ κανένας μας δεν έδωσε τίποτα σ΄ αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε τυρόπιτα, ούτε καφέ, ούτε καν μια καλημέρα. Η κυρία Ελένη δε, έχει ζητήσει επανειλημμένα από την αστυνομία να τους πάρει από εκεί. «Βρωμίζουν τη γειτονιά, είναι εστία μολύνσεως», λέει και τονίζει την κάθε συλλαβή. Πάντα έτσι κάνει, όταν ξεστομίζει δύσκολες λέξεις].
 –
Κι αυτοί οι ίδιοι έκπληκτοι παρακολουθούν το νεαρό με το παλτό που τους χαρίζει τσιγάρα. Είναι που είναι ασυνήθιστοι σε ανάλογες χειρονομίες. Είναι που δεν περίμεναν να φροντίζει κάποιος όχι για τα απαραίτητα (φαί, κουβέρτες), αλλά για τη διασκέδασή τους, το μεράκι, το πάθος τους. Πίσω από τη θαμπή βιτρίνα μου είδα τον Μένιο, τον πιο παλιό της στοάς, να χαμογελάει στο νεαρό, απλώνοντας το χέρι.
 –
[Ο κυρ Μένιος δεν ήταν πάντα άστεγος. Λίγα χρόνια πριν ήταν ένας από εμάς. Ανησυχούσε για το ΦΠΑ, πλήρωνε το ενοίκιο, κατσούφιαζε όταν χιόνιζε και άδειαζε ο δρόμος. Έβγαινε κι αυτός στο πεζοδρόμιο, να εδώ λίγο πιο πάνω από το καπνοπωλείο που τώρα είναι τα γραφεία της Χρυσής Αυγής και κατέθετε το δικό του μονόλογο στη γειτονιά των εμπόρων].
 –
«Δε μου αρέσει η φάτσα του», επιμένει ο Τάκης. «Για ποιος περνιέται? Εμείς δεν έχουμε να φάμε κι αυτός μοιράζει τσιγάρα». Τσιγάρα στους άστεγους. Τσιγάρα στα φαντάσματα της στοάς. Στους ανθρώπους που κάθε μέρα αντικρίζουμε και ποτέ μας δε μιλάμε. Ακόμα και ο κυρ Μένιος με τον καιρό αφομοιώθηκε, μάζεψε, έγινε μια άμορφη, ξεδοντιάρικη μάζα, κρυμμένη κάτω από σαρακοφαγωμένες κουβέρτες και ξεχάσαμε ότι κάποτε, όχι πολύ παλιά, ήταν ένας από εμάς. Ενώ τώρα δεν είναι. Γιατί αν δεν αγκομαχά για το ΦΠΑ, δε λογίζεται δικός μας.
 –
[Κάπνιζε και παλιά ο κυρ Μένιος. Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, δεκάδες γόπες συνωστίζονταν στη βάση της νεραντζιάς έξω από το μαγαζί του. Ρουφούσε το καπνό μανιωδώς, πάντα βιαστικά. Χθες όμως, τον είδα να απολαμβάνει το δώρο του νεαρού, να ρουφάει τον καπνό αργά, να γεμίζει τα πνευμόνια του με δαύτον κι έπειτα να τον αδειάζει στον αέρα κάνοντας κυκλάκια. Αργά κι ιεροτελεστικά, όπως αρμόζει σε κάποιον που δεν βιάζεται και ξέρει να απολαμβάνει].
 –
Θα ήθελα πολύ να τον ρωτήσω γιατί το κάνει. Γιατί προσφέρει σ’ αυτούς τους ανθρώπους μια απόλαυση που σε καμία περίπτωση δεν ταιριάζει με τη ζωή τους. Οι περισσότεροι είναι μονίμως άρρωστοι, βήχουν, έχουν πυρετό, παραμιλάνε. Ακόμα και οι πιο εξαθλιωμένοι όμως, όταν βλέπουν το νεαρό χαμογελούν. Αυτός ποτέ δε στέκεται, δεν ανοίγει συζήτηση μαζί τους. Τους μοιράζει τα τσιγάρα, χαιρετά και φεύγει. Θα έλεγε κανείς ότι τρέμει μην ακούσει κάτι. Κάτι σαν ευχαριστώ, ίσως.
Η κυρία Ελένη από απέναντι, βρήκε τον τρόπο. Απευθύνθηκε στα «παλικάρια με τα μαύρα» και θα καθαρίσουν στο πι και φι τη στοά. «Αφού η αστυνομία δεν ενδιαφέρεται, το κράτος αδιαφορεί, πρέπει να κάνουμε εμείς κάτι». Έτσι λέει η κυρία Ελένη. Και σκύβοντας συνωμοτικά μου ψιθυρίζει : «τους είπα ψέματα ότι είναι και αλλοδαποί που κοιμούνται στην στοά…καταλαβαίνεις, για να ενδιαφερθούν…».
 –
«Και ο κυρ Μένιος?» της λέω, «τι θα απογίνει ο κυρ Μένιος? Εδώ είναι η γειτονιά του». Κουνάει το κεφάλι, σα να απευθύνεται σε μικρό παιδί που δεν καταλαβαίνει τίποτα : «Ας πρόσεχε ο κυρ Μένιος…ας πρόσεχε…».
 –
[Έχει δίκιο η κυρία Ελένη. Δεν είναι πια ένας από εμάς ο κυρ Μένιος. Σ’ αυτόν τον τόπο μόνο οι νοικοκυραίοι επιζούν].
 –
Το ερώτημα όμως παραμένει. Ποιος είναι ο νεαρός με το παλτό και γιατί μοιράζει τσιγάρα σε ανθρώπους με αναπνευστικά και όχι μόνο προβλήματα?
 –
Άγγελος πρέπει να είναι. Που θέλει να τους πάρει από τη στοά της κυρίας Ελένης και να τους πάει μια ώρα αρχύτερα στην αντίπερα όχθη. Πόσο χειρότερα θα είναι εκεί?
[Μόνο να μην έχει νοικοκυραίους. Μόνο αυτό, τίποτε άλλο].
 –
 
____________________________________________________________

Κείμενο του Ν. Ρωμανού σχετικά με την Δήλωση Κορκονέα στο Μικτό Ορκωτό εφετείο Λαμίας…


Στις 23 Δεκεμβρίου σε μια από τις συνεδριάσεις του μικτού ορκωτού εφετείου Λαμίας το οποίο δικάζει τους μπάτσους – δολοφόνους Κορκονέα και Σαραλιώτη η πρόεδρος του δικαστηρίου ζήτησε όπως συνηθίζετε από τους κατηγορούμενους να τοποθετηθούν σχετικά με τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.

Η τοποθέτηση του Κορκονέα ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την αντίληψη που διέπει όσους υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας και αποτελούν τους ένοπλους υπερασπιστές της ματωμένης κοινωνικής ειρήνης που επιβάλουν κράτος και κεφάλαιο.

  • Δεν ζητάω συγγνώμη για την δολοφονία του Γρηγορόπουλου επειδή δεν υπήρξε ένας απλός 15χρονος αλλά ήταν αντιεξουσιαστής.

Η συγκεκριμένη δήλωση αποτελεί μια παραδοχή τεράστιας πολιτικής σημασίας που καταρρίπτει στην πράξη όλα τα συστημικά αφηγήματα τα οποία μεθοδευμένα επιχειρούν να αλλοιώσουν και να παραχαράξουν την ιστορική πραγματικότητα. Την πραγματικότητα της ύπαρξης ενός αδυσώπητου κοινωνικού πολέμου στον οποίο οι μισθοφόροι της έννομης τάξης ανέκαθεν είχαν έναν συγκεκριμένο ρόλο.

Ας εξετάσουμε όμως τι σημαίνει στην πραγματικότητα αυτή η παραδοχή. Αρχικά η παραίτηση του συνήγορου του Κορκονεά Αλέξη Κούγια δεν αποτέλεσε μια πράξη εναντίωσης του συγκεκριμένου στην δήλωση του πελάτη του. Εξάλλου ήταν ο ίδιος που είχε δηλώσει ότι το αν έπρεπε να πεθάνει ή όχι ο Αλέξανδρος θα το κρίνει τελικά η δικαιοσύνη. Ο μοναδικός λόγος της παραίτησης του ήταν ότι ο πελάτης του με την δήλωση του κατέρριψε την υπερασπιστική γραμμή που ο ίδιος είχε αναλάβει να οικοδομήσει και χάραζε από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την υπόθεση.

Το προφίλ του μετανοημένου οικογενειάρχη αστυνομικού με την βαθιά χριστιανική πίστη που βρέθηκε στον λάθος τόπο την λάθος στιγμή και εξαιτίας του κινδύνου που βρισκόταν από μια ομάδα νεαρών με αποκλίνουσες συμπεριφορές αναγκάστηκε να χρησιμοποίησει το όπλο του ρίχνοντας στον αέρα χωρίς να μπορεί να υπολογίσει τον εξοστρακισμό της σφαίρας.

Η δήλωση του Κορκονέα αποδήμησε σε τέτοιο βαθμό την υπερασπιστική γραμμή του Κούγια τόσο δικονομικά όσο και για το ηθικό υπόβαθρο του πελάτη του που ήταν αδύνατον να συνεχίσει να τον εκπροσωπεί.

Μέσα στην δήλωση παραίτησης του ο Κούγιας αποκαλύπτει και μια λεπτομέρεια η οποία μόνο ασήμαντη δεν είναι. Η εντολή για την υπεράσπιση του Κορκονέα στον Κούγια δόθηκε από τον πρόεδρο του σωματείου των ειδικών φρουρών Ντούμα. Αυτή η αποκάλυψη απλώς επιβεβαιώνει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο ότι η αποδοχή που έχει ο Κορκονέας μέσα στα σώματα ασφαλείας δεν προέρχεται μόνο από το 50% των αστυνομικών που ψηφίζουν Χρυσή Αυγή όπως θα ήθελαν να πούνε κάποιοι μαθητευόμενοι μάγοι του αριστερού εκσυγχρονισμού αλλά από το σύνολο τους για αυτό και τα συνδικαλιστικά τους όργανα ανέθεσαν στον Κούγια να ξελασπώσει τον δικό τους. Επιβεβαιώνει ότι οι δολοφονικές ενέργειες των μπάτσων επικροτούνται και συγκαλύπτονται από όλη την βαθμίδα ιεραρχίας του κατασταλτικού μηχανισμού. Αποδεικνύει το μέγεθος της συγκάλυψης που διαπράττεται καθημερινά στα αστυνομικά τμήματα, στα κρατητήρια, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών για τις βιαιοπραγίες, τους βασανισμούς, τις δολοφονίες των μπάτσων που βαφτίζονται “μεμονωμένα περιστατικά”, “αυτοκτονίες”, “τυχαίες εκπυρσοκροτήσεις”.

Αποδεικνύεται επίσης ότι η πολιτική κάλυψη των κατασταλτικών πογκρόμ ενάντια στο ανατρεπτικό κίνημα, τους μετανάστες, όσους βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο και πετιούνται στα αστικά γκέτο των μητροπόλεων είναι μια πολιτική επιλογή που ξεπερνάει τις ιδεολογικές ταμπέλες του αστικού πολιτικού προσωπικού. Είναι μια επιλογή κρατικής διαχείρισης και χάραξης κυβερνητικής πολιτικής. Είναι η ίδια η ουσία του κράτους.

Ας επιστρέψουμε όμως στην δήλωση του Κορκονέα. Η αναφορά στην πολιτική ταυτότητα του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ως έναν λόγο για τον οποίο παραμένει αμετανόητος δείχνει ότι ο Κορκονέας έχει ένα ιδεολογικό υπόβαθρο που τον καθιστά εχθρικό απέναντι στους αναρχικούς σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρεί ηθικό και δίκαιο να δολοφονούνται από την αστυνομία. Έχει αντίληψη του θεσμικού του ρόλου καθώς θεωρεί ότι η πράξη του δεν εξελίχθηκε εκτός των αστυνομικών του καθηκόντων αλλά μέσα στα πλαίσια που ορίζει η υπηρεσία του στην αστυνομία.

Με την άρνηση του να ζητήσει συγγνώμη για την δολοφονία του συντρόφου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου εισάγοντας ως βασική επιχειρηματολογία το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος ήταν αναρχικός ουσιαστικά αναλαμβάνει πέρα από τις όποιες ποινικές προεκτάσεις που μας είναι αδιάφορες και την πολιτική ευθύνη καθιστώντας την δολοφονία πολιτική με τις πολιτικές ευθύνες να αναρριχούνται έως την κορυφή της τότε κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα η δήλωση του Κορκονέα κουβαλάει και ένα κοινωνικό φορτίο με αντιδραστικό πρόσημο. Εκφράζει εκείνα τα μικροαστικά και συντηρητικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας τα οποία έσπευσαν να νομιμοποιήσουν την κρατική δολοφονία λέγοντας “καλά να πάθει”, “πήγαινε γυρεύοντας”, “τι δουλεία είχε στα Εξάρχεια;”. Τα κοινωνικά κομμάτια που σε ένα ενδεχόμενο μιας επαναστατικής απόπειρας θα ταχθούν ψυχή και σώμα με το στρατόπεδο της αντεπανάστασης.

Την ίδια στιγμή με την δήλωση του αντικρούει και τα αφηγήματα που εμφανίζουν την συγκεκριμένη κρατική δολοφονία ως ένα μεμονωμένο περιστατικό σε μια προσπάθεια να την αποσυνδέσουν από την ιστορική αντιπαράθεση του κόσμους της εξουσίας με όσους εξεγείρονται εναντίων της, να την αφοπλίσουν από τα μαχητικά πεδία του κοινωνικού πολέμου, να την αφομοιώσουν ως μια σταγόνα κρατικής βίας που ξεχείλισε το ποτήρι απαιτώντας τον εκδημοκρατισμό της αστυνομίας.

Όμως αν ο Κορκονέας και οι όμοιοι του παραμένουν αμετανόητοι για την δολοφονία του συντρόφου μας εξίσου αμετανόητοι παραμένουν και όσοι εξακολουθούν να αγωνίζονται για ένα κόσμο ισότητας και ελευθερίας μέσα από τις γραμμές του ανατρεπτικού κινήματος. Εκείνοι που δεν αφήνουν της σταγόνες ζωής να στάζουν ανεκμετάλλευτες στο πάτωμα γνωρίζοντας πως είναι σταγόνες χαμένες από την φυσική ροή των πραγμάτων, της αέναης κίνησης προς την ελευθερία. Εκείνων που χορεύουν μέσα στις δίνες της καταιγίδας που κατακλύζουν το μυαλό και την καρδιά μας, της καταιγίδας δράσεων, σκέψεων και συναισθημάτων που ονειρευόμαστε να ξεσπάσει και να παρασύρει το σώμα μας στα μονοπάτια των απέραντων ωκεανών που θέλουμε να κατακτήσουμε αγναντεύοντας και γελώντας.

Αυτοί είναι εκείνοι που θα βάλουν τις βάσεις ώστε η ιστορία να γραφτεί με τον τρόπο που της αρμόζει.

Νίκος Ρωμανός

Πηγή: Indymedia


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/02/blog-post_11.html

Οι Ναζί στην C.I.A …


Από τον Κώστα Λουλουδάκη

Η χειραγώγηση της μεταπολεμικής πολιτικής σκηνής από την ακροδεξιά και τους φασίστες έλκει την καταγωγή της στην περίοδο πριν από το τέλος του Β¨ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Αμερικανικό OSS (Office of Strategic Service) που ήταν προκάτοχος της CIA, λειτουργώντας υπό την καθοδήγηση του Allen Dulles (μετέπειτα διευθυντή της CIA) και του James Angleton(μετέπειτα διευθυντή του τμήματος αντικατασκοπείας της CIA), εργαζόταν για να εξουδετερώσει τη μεταπολεμική πολιτική επιρροή των κομμουνιστών που έλεγχαν τις αντιστασιακές οργανώσεις σε βασικές χώρες όπως Γαλλία, Ιταλία, και Ελλάδα.

Για πολλούς φασίστες η Ιταλία και το Βατικανό αποτελούσε τον πιο δημοφιλή προορισμό τους όπου αν έφταναν μπορούσαν με άνεση και την βοήθεια των ταξιδιωτικών εγγράφων, που αφειδώς τους χορηγούσε ο Ερυθρός Σταυρός να κρύψουν τα ίχνη τους και να εξαφανιστούν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής – χώρες στις οποίες η καθολική Εκκλησία έχει μεγάλη εξουσία- μα και στην Βρετανία, τον Καναδά, την Αυστραλία και βέβαια τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Βατικανό προσφέροντας αυτήν την ειδική μεταχείριση φιλοδοξούσε, με την βοήθεια των φασιστών, να εξουδετερώσει τους «άθεους κομμουνιστές», ο Ερυθρός Σταυρός βοηθούσε όποιον φορούσε φαιά στολή αρκεί να ήταν αντικομουνιστής, και ο Allen Dulles όποιον πίστευε- έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία στους αξιωματικούς των SS – πως θα τον βοηθούσε να αντιμετωπίσει το νέο αντίπαλο, τους Σοβιετικούς!

Δεκάδες χιλιάδες φασίστες Γερμανοί, Αυστριακοί, Ρουμάνοι, Λιθουανοί, Ουκρανοί, Ιταλοί χρησιμοποίησαν  την οδό διαφυγής και απόδρασης από την Ευρώπη η οποία έμεινε γνωστή ως«Rat Line» (Η φυγή των αρουραίων).

Ο άνθρωπος κλειδί του Βατικανού για τη δημιουργία των «Ratlines» ήταν ο φασίστας Κροάτης και ρωμαιοκαθολικός ιερέας Krunoslav Draganovic με την βοήθεια του θαμαστή του Αδόλφου Χίτλερ, επίσκοπο στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, πρύτανη στο «Pontificio Istituto Teutonico Santa Maria dell’Anima» του Βατικανού ως το 1952 και συγγραφέα του βιβλίου του «Τα Θεμέλια του εθνικοσοσιαλισμού», Alois Hudal !

Όμως αυτός που συνέβαλε καθοριστικά και εποικοδομητικά στην προφύλαξη της οδού διαφυγής των φασιστών, στο ξέπλυμα τους και στην στρατολόγηση τους υπέρ του «αντικομουνιστικού αγώνα»  ήταν ο Allen Dulles.

Συνέχεια

Το ρήγμα στην υπερδύναμη…


Το ρήγμα στην υπερδύναμη

Μεγαλοσυστημική ανασύνταξη σε περίοδο αβεβαιότητας

Του Ρούντι Ρινάλντι

 

Η εκλογή Τραμπ, και όσα φέρνει μαζί της, αποδεικνύει πως μόνο στην τύχη δεν μπορούν να αποδοθούν όσα συμβαίνουν. Ένας πλούσιος Αμερικανός δημαγωγός, χοντροκομμένος θεατρίνος, ρατσιστής και μισογύνης, φτάνει, μέσα από σωρεία συμπτώσεων, να εκλεγεί πρόεδρος της ηγέτιδας δύναμης του δυτικού κόσμου. Όλοι τον καταγγέλλουν ανοιχτά, αλλά αυτός βρίσκει τρόπο να συγκεντρώνει δύναμη και σήμερα αρχίζει να εφαρμόζει ορισμένα από όσα είχε υποσχεθεί. Μα τι γίνεται, τρελάθηκαν το σύστημα και η πολιτική, πώς ξέφυγαν όλα από την κανονικότητα και το «πολίτικαλ κορέκτ»; Πώς έγινε και κυρίευσε το εκλογικό σώμα ένας φρενήρης εθνολαϊκισμός με αποτέλεσμα να βρεθεί στο τιμόνι της μεγαλύτερης δύναμης του πλανήτη, ένας σαλτιμπάγκος;

Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει, ή τουλάχιστον τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία και ασύνδετα με την πραγματικότητα. Η εκλογή Τραμπ, αλλά και μια σειρά μεγάλα γεγονότα που προηγήθηκαν, όπως το Brexit, το δημοψήφισμα στην Ιταλία, η άνοδος ακροδεξιών και δεξιών λαϊκίστικων σχηματισμών στην Ευρώπη, οι εξελίξεις σε Ισπανία και Ελλάδα πριν δύο χρόνια, καταγράφουν κάτι. Μια ογκούμενη δυσαρέσκεια και αγανάκτηση, που αποκτά πολιτική φωνή μέσα από ποικίλες εκπροσωπήσεις, στρεφόμενη ενάντια στις ανοικτά διακηρυγμένες και εφαρμοζόμενες εκφράσεις της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Στρεφόμενη κυρίως ενάντια στον πολιτικό κόσμο που έχει ενσωματωθεί σε αυτήν και την υπηρετεί, και σε ανοικτή δυσπιστία προς όλους του υπερεθνικούς μηχανισμούς που την επιβάλλουν.

Πρόκειται για μια εξέγερση ενάντια σε ένα «κατεστημένο» που εδώ και 4 δεκαετίες χειρίστηκε τη διαρκή κρίση με τρόπο τέτοιο ώστε να πλουτίζει μια διεθνική χρηματιστική ολιγαρχία, απορρυθμίζοντας και καταστρέφοντας εθνικές και περιφερειακές οικονομίες, χώρες και κοινωνίες.

 

Το ρήγμα, οι «δύο Αμερικές» και η μορφή «κίνημα»

Τα γεγονότα αυτά «αποτελούν εκδηλώσεις του βάθους της κρίσης του συστήματος του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού. Αυτό το σύστημα υφίσταται ρήγματα μπροστά στα μάτια μας μέσα στον ίδιο τον πυρήνα του. Όλες οι προσπάθειες να το σώσουν με μικρές προσαρμογές –προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα– είναι καταδικασμένες να αποτύχουν». (Σ. Αμίν, «Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ»)

Η εκλογή Τραμπ σηματοδοτεί μια πιο ευρεία απόπειρα, κάτι μεγαλύτερο και σημαντικότερο από τις μικρές προσαρμογές του συστήματος. Καταγράφει την απόπειρα μιας μεγαλοσυστημικής αναδιάταξης που συμβαίνει στην καρδιά του συστήματος και θα έχει αντίκτυπο -–ήδη έχει– στο παγκόσμιο σύστημα ισορροπιών και σχέσεων. Η πορεία αυτής της μεγαλοσυστημικής αναδιάταξης δεν είναι προδιαγεγραμμένη, αφού είναι πολλοί οι παράγοντες που αντενεργούν, ενώ παραμένει γεγονός πως η παγκοσμιοποίηση δεν είναι απλά αποτέλεσμα θελήσεων και επιλογών, ούτε μια αντιστροφή της μπορεί να είναι αποτέλεσμα «βολονταρισμού» και πολιτικών συνθημάτων. Ο Τραμπ και οι δυνάμεις που τον στηρίζουν, έχουν όντως να διανύσουν πολύ δρόμο και είναι ανοιχτό ζήτημα το κατά πόσο θα μπορέσουν να εκδιπλωθούν για να πετύχουν τους στόχους τους, θα συμβιβαστούν ή  θα αποτύχουν καταγραφόμενοι ως μια «φάρσα» ή μια αποτυχημένη απόπειρα αναδιάταξης.

Συνέχεια

Το ΔΝΤ στην Ρωσσία – 7. Τα ερείπια …


Κι ενώ στο ρωσσικό λεξικό έμπαιναν μερικές άγνωστες ως τότε λέξεις (όπως ανεργία, αβεβαιότητα,ναρκωτικά, άστεγος, επαίτης, σύφιλη κλπ), το ΔΝΤ έκανε σημαία την βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως απόδειξη της ορθότητας των επιλογών του και του ισχυρισμού ότι μετά την σκληρή αλλά απαραίτητη μικρή περίοδο λιτότητας θα ακολουθήσει μόνιμη περίοδος ευημερίας. Φυσικά, το ΔΝΤ παρέλειψε να εξηγήσει στον κόσμο ότι το ισοζύγιο βελτιώθηκε λόγω της κατακόρυφης μείωσης των εισαγωγών, μια απολύτως φυσιολογική συνέπεια της μειωμένης κατανάλωσης που προκλήθηκε από την μεγάλη και διαρκώς ογκούμενη φτώχεια. Δεν χρειάζεται να έχει κανείς διδακτορικό στα οικονομικά για να αντιληφθεί ότι όσο μεγαλώνει η φτώχεια τόσο βελτιώνεται το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μιας χώρας. Άλλωστε, ακριβώς αυτό συμβαίνει και στην Ελλάδα των μνημονίων, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που ακολουθεί:

Η κορωνίδα όλου αυτού του πρόστυχου παιχνιδιού που παίχτηκε στην Ρωσσία από το ΔΝΤ είναι ότι η κοινωνική και οικονομική καταστροφή των πλατειών λαϊκών στρωμάτων παρουσιάστηκε ως μια απαραίτητη διαδικασία για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας και το στέριωμα της ελευθερίας σε μια χώρα σκλάβων που επί εβδομήντα χρόνια κυβερνιόταν απολυταρχικά και ντρόπιαζε τα ανθρώπινα ιδεώδη. Γράφει χαρακτηριστικά γνωστό σούργελο που έχει και το θράσος να παριστάνει τον πανεπιστημιακό (οι υπογραμμίσεις δικές μου):

Συνέχεια

Ο πατριώτης δεν πέρασε καλά…


Berkley antiYannopoulos

Berkley antiYannopoulos

Συγκέντρωση 1.500 ατόμων στο Berkley; Και 500 να ήταν πάλι μια χαρά (τα αμερικανικά πανεπιστήμια δεν είναι καθόλου σαν τα ελληνικά απ’ την άποψη της «επαναστατικής» ρουτίνας. Και το Berkley είναι Berkley!).
Συγκέντρωση λοιπόν. Εναντίον (μιας ομιλίας) του Milo Yiannopoulos… Πρόκειται για έναν 30κάτι φασιστογιάπη, ένα απ’ τα καθάρματα που είναι στην αυλή του ψόφιου κουναβιού. Οι διαδηλωτές πρέπει να ήταν ιδιαίτερα θυμωμένοι με την παρουσία του φασιστογιάπη. Θεώρησαν καθήκον τους να «προβούν σε έκνομες ενέργειες», δηλαδή να το κάνουν ολίγον κεραμιδαριό. Not bad.
Η εκδήλωση δεν έγινε. Και το φασιστοκαθαρματάκι το έριξε μέσω facebook στα κλαψουρίσματα περί «απαγόρευσης της ελευθερίας του λόγου».

Εδώ είναι η θέση του παλιού αναρχικού αντιφασιστικού συνθήματος: «καμία ανοχή στους εχθρούς του ανθρώπινου είδους».
Περί αυτού πρόκειται: για τους εχθρούς του είδους μας.


Aπό:http://www.sarajevomag.gr/index.html

Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα πλήθη …


του Ντιέγκο Ριβέρα

μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

O πέμπτος τόμος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στον φασισμό. δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το κείμενο του μεγάλου μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα (περιέχεται στο My Art, my Life: anautobiography, Dover 1991), που αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βερολίνο του 1928 και τη «γνωριμία» του με τον Χίτλερ.

Μια επιδημία τρέλας είχε εξαπλωθεί στη χώρα. Την αισθάνθηκα σε δύο ξεχωριστές, φαινομενικά άσχετες περιπτώσεις.

Μια νύχτα ο Μίντσενμπεργκ, μερικοί άλλοι φίλοι και εγώ μεταμφιεστήκαμε και, με πλαστά πιστοποιητικά, παρακολουθήσαμε την πιο εκπληκτική τελετή που έχω δει ποτέ. Πραγματοποιήθηκε στο δάσος του Γκρούνβαλντ, κοντά στο Βερολίνο.

Πίσω από μια συστάδα δέντρων, στη μέση του δάσους, εμφανίστηκε μια παράξενη πομπή. Οι πορευόμενοι άνδρες και γυναίκες φορούσαν λευκούς χιτώνες και στεφάνια από ιξό, το τελετουργικό φυτό των δρυίδων. Στα χέρια τους κρατούσαν πράσινα κλαδιά. Ο ρυθμός τους ήταν αργός και τελετουργικός. Πίσω τους, τέσσερις άνδρες μετέφεραν έναν αρχαϊκό θρόνο στον οποίο καθόταν ένας άνθρωπος που αναπαριστούσε το θεό του πολέμου, τον Βόταν. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πάουλ φον Χίντεμπουργκ! Ντυμένος με αρχαία ενδυμασία, ο Χίντεμπουργκ ύψωσε μια λόγχη στην οποία ήταν χαραγμένα δήθεν μαγικά γράμματα του ρουνικού αλφάβητου. Το κοινό, εξήγησε ο Μίντσενμπεργκ, εκλάμβανε τον Χίντεμπουργκ ως μετενσάρκωση του Βόταν. Πίσω από τον Χίντεμπουργκ εμφανίστηκε ένας άλλος θρόνος, τον οποίο κατείχε ο Στρατάρχης Λούντεντορφ, ο οποίος εκπροσωπούσε τον θεό του κεραυνού, Τορ. Πίσω από τον «θεό» συνωστιζόταν ένας συρμός πιστών που αποτελούνταν από διακεκριμένους χημικούς, μαθηματικούς, βιολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους. Όλα τα πεδία της γερμανικής «κουλτούρας» εκπροσωπήθηκε στο Γκρούνβαλντ εκείνο το βράδυ.

Συνέχεια