Σκοτεινές αλήθειες …


conspiracy_0

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Στην εποχή της μετα-αλήθειας —ο όρος κατοχυρώθηκε γρήγορα στην τραμπ-αλισμένη εποχή μας—, όλες οι ενδείξεις και οι μετρήσεις δείχνουν πως οι αναγνώστες των «ψευδών ειδήσεων» αυξάνονται διαρκώς, υποβαθμίζοντας την εγκυρότητα των ΜΜΕ και εκτινάσσοντας την «εξατομίκευση της πληροφορίας» μέσω του πληθωρικού Διαδικτύου. Όπως μάλιστα έδειξε πρόσφατα το σχετικό κουίζ τουGuardian,[1] στη νέα μετάλλαξή τους τα ψευδή νέα μπορούν να προκύπτουν ή να απορρέουν από τις πραγματικές ειδήσεις, ενώ η σύγχυση ακόμη και του μορφωμένου αναγνώστη είναι πλέον δεδομένη.  Η διάρρηξη των παραδοσιακών δεσμών με την πολιτική και τη δημοσιογραφία, έχουν στρέψει τους πολίτες αλλά και το επικοινωνιακό μάρκετινγκ σε μια νέα εκδοχή ενημέρωσης, στην οποία τόσο τα μυθεύματα όσο και οι τεκμηριωμένες ειδήσεις συμμετέχουν πλέον ισάξια και ισότιμα στην περιγραφή της πραγματικότητας.

post-truth

Στον πυρήνα αυτής της νέας τάσης βρίσκονται κυρίως οι «θεωρίες συνωμοσίας», οι οποίες συγκροτούν ψευδείς και ταυτόχρονα πρωτότυπες ερμηνείες για την κατανόηση της πραγματικότητας, βασισμένες πάντα σε μια παρασκηνιακή απειλή που δήθεν «αποκαλύπτεται», συνοδευμένη πάντα από το αντίστοιχο κατηγορητήριο για τους απειλητικούς φανταστικούς εχθρούς. Η σύγχρονη μορφή προπαγάνδας και χειραγώγησης των πολιτών στηρίζεται πάνω σε αυτή τη γενικευμένη «συνωμοσιολογική κουλτούρα», που είναι ταυτόχρονα επίσημη και ανεπίσημη, θεσμική και εναλλακτική, αληθοφανής και παρανοϊκή. Όπως έχει δείξει με το εκτεταμένο έργο του ο Πιέρ-Αντρέ Ταγκίεφ, οι θεωρίες συνωμοσίας βασίζονται πάνω σε μια «ερμηνευτική της παράνοιας», η οποία ωστόσο δεν έχει μια ενιαία χρήση αλλά μεταλλάσσεται διαρκώς μέσα στα νέα επικοινωνιακά περιβάλλοντα και δίκτυα στα οποία εντάσσεται. Οι θεωρίες συνωμοσίας διατηρούν τη σημασιολογική πλαστικότητά τους, ακριβώς επειδή εκπορεύονται από δημοφιλείς αντιλήψεις, ανθεκτικά στερεότυπα και διαμορφωμένες συλλογικές αναπαραστάσεις. Πρόκειται για ένα νευρωτικό «δράμα κατανόησης» του κόσμου, στο οποίο «κάποιοι» κρύβουν το δήθεν «πραγματικό νόημα των γεγονότων». Γι αυτό, οι θεωρίες συνωμοσίας, είτε αναφέρονται στην ιστορία είτε αναφέρονται στην πολιτική, αφηγούνται το αναδρομικό νόημα όλων των συμβάντων, με άξονα το οριστικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών, τη νέα διαφάνεια της αποκαταστημένης αλήθειας, τον υπερβατικό ιδεαλισμό της αποκαλυπτικής ερμηνείας.

Συνέχεια

Ειλικρίνεια, εκφοβισμός και καθησυχασμός …


Farmer Sitting At The Fireside Reading-Vincent Van Gogh


«Regardez-moi au fond des yeux, nous allons parler de problèmes financiers au coin du feu –Κοιτάξτε με βαθιά στα μάτια, θα κουβεντιάσουμε για οικονομικά προβλήματα, δίπλα στο τζάκι»

Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εσταίν

Με αυτή τη φράση ο κεντροδεξιός Γάλλος πολιτικός δεν επιχειρεί τίποτε άλλο, παρά μια αναλογική επανεισαγωγή δυο βασικών κοινωνικών αξιών του γαλλικού πολιτισμικού συστήματος, της ειλικρίνειας και της θαλπωρής. Η αρχή της αναλογικής επανεισαγωγής εφαρμόζεται ευρύτατα στη διαφήμιση και αποτελεί ένα από τα βασικά δομικά στοιχεία της «κοινωνίας της κατανάλωσης». Η αρχή αυτή συνίσταται στην προβολή ενός προϊόντος μέσα από μια παράσταση που να είναι, από πριν, όσο γίνεται πιο ευχάριστη και αποδεκτή. Η εικόνα από ένα ωραίο χαμόγελο π.χ. που ικανοποιεί τη διάχυτη ανάγκη αισιοδοξίας και ανθρώπινης αισθητικής, μπορεί να επανεισαχθεί με την ετικέτα ενός προϊόντος. Έτσι το χαμόγελο γίνεται μια ψυχολογικά «εμπορεύσιμη» κοινωνική αξία. Κατά τον ίδιο τρόπο το χαμόγελο ενός πολιτικού «πρέπει» να δημιουργεί έλξη και αποδοχή. Ο πολιτικός δεν διαφέρει στο σημείο αυτό από ένα προϊόν που «προσφέρεται» με ανάλογα επικολλημένο χαμόγελο. Το συμπέρασμα που εξάγεται από ανάλογες εμπειρικές διαπιστώσεις είναι ότι ένα πολιτικό μήνυμα, μια πολιτική ομιλία, μια πολιτική απόφαση που θέλουν να περάσουν όχι μόνο δεν θα πρέπει να αντιτίθενται ριζικά στο ισχύον πολιτιστικό σύστημα, αλλά θα πρέπει να δημιουργούν την έλξη και την ανάγκη «κατανάλωσής» τους. Η αξία που δημιουργήθηκε και επανεισάγεται (το χαμόγελο που αναφέρθηκε παραπάνω) για να γίνει ένα αποτελεσματικό μέσο υποστήριξης του πολιτικού μηνύματος πρέπει να έχει επιλεγεί ώστε να ανταποκρίνεται όχι μόνο στα γενικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης κοινωνικής επικοινωνίας αλλά και στην ιδιαιτερότητα της κοινωνίας. Δηλαδή το χαμόγελο σε μια κοινωνία χαμηλής ανισότητας μπορεί να αποδειχθεί ένα πολύ αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας. Αντίθετα σε μια κοινωνία μεγάλων ανισοτήτων μπορεί να αποβεί πρόκληση και εικόνα που αντανακλά μια ανύπαρκτη ευτυχία.

Συνέχεια

«Γιατί οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι;»…


Οι κοινωνιολόγοι Michel και Monique Pincon-Sarló μας απαντούν με comic

kare_2

Γράφει η Έφη Καραχάλιου

Εξώφυλλο της πρωτότυπης έκδοσης

61ariiekwgl-_sx349_bo1204203200_

Σε μια φαινομενικά αφελή ερώτηση που αποτελεί το έναυσμα για μια αμιγώς πολιτική συζήτηση μας απαντούν οι εκδόσεις «χαραμάδα» με την νέα τους κυκλοφορία, που βάζει εξ’ αρχής ψηλά τον πήχη στην λογοτεχνία για παιδιά 10-12 ετών.

«Γιατί οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι;», λοιπόν. Το βιβλίο που συναντιέται η γαλλική σκιτσογραφία με την πολιτική οικονομία και εξηγεί, με τον απλούστερο τρόπο και εν μέσω παραδειγμάτων, τις ταξικές αντιθέσεις. Οι κοινωνιολόγοι Michelκαι Monique Pincon-Sarló, θεωρώντας ότι ποτέ δεν θα είναι πολύ νωρίς για την αμφισβήτηση και την αναθεώρηση της κοινωνίας, αποφάσισαν να προσεγγίσουν το όλο θέμα από την παιδαγωγική σκοπιά με στόχο την παιδική ηλικία που προετοιμάζεται για την έξοδό της  στην κοινωνία που έχουν διαμορφώσει οι μεγάλοι και οι συνθήκες της κάθε εποχής. Κοινωνικές τάξεις, χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, κοινωνικό κεφάλαιο, ο πλούτος, η φτώχεια, η ανισότητα είναι όροι που εξηγούνται στο βιβλίο με τον πιο άμεσο τρόπο. Η μετάφραση της Μαρία Χρίστου, συμβάλλει τα μέγιστα στην απόδοση του κειμένου και των νοημάτων του και τα σκίτσα του Étienne Lécroart επιτελούν επιτυχώς των επικουρικό αισθητικό τους ρόλο.

Συνέχεια

Το ΔΝΤ στην Ρωσσία – 5. Η ώρα του σοκ …


Με την υποστολή τής κόκκινης σημαίας από το Κρεμλίνο, πέρασαν οριστικά στο παρελθόν η ΕΣΣΔ και το 1991, μια χρονιά καταστροφική για την οικονομία της χώρας. Μέσα σ’ αυτή την χρονιά, ο -κάποτε αμελητέος- πληθωρισμός άγγιξε το 100%, το ΑΕΠ γνώρισε πρωτοφανή υποχώρηση κατά 17% και οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 57%. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι οι εισαγωγές από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ μειώθηκαν κατά διπλάσιο σχεδόν ποσοστό σε σχέση με τις εισαγωγές από καπιταλιστικές χώρες (63% έναντι 32%) ενώ ολοκληρώθηκαν μόλις τρία από τα 237 κρατικά έργα, λόγω δραστικών περικοπών τού προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Παράλληλα, η κακή σοδειά σε συνδυασμό με την απόκρυψη αγαθών για κερδοσκοπικούς λόγους είχε υποχρεώσει τις τελευταίες σοβιετικές κυβερνήσεις να επαναφέρουν τα κουπόνια σίτισης, κάτι που κάθε άλλο παρά κατεύναζε την λαϊκή δυσαρέσκεια.

Στο μεταξύ, ο Γιέλτσιν έχει τοποθετήσει ως υπουργό οικονομίας και οικονομικών τον φιλόδοξο τριανταπεντάχρονο οικονομολόγο Γιεγκόρ Γκαϊντάρ, ο οποίος μέσα σε μια νύχτα αποχώρησε από το κομμουνιστικό κόμμα, εντάχθηκε στην «Δημοκρατική Ρωσσία» και δήλωσε θαυμαστής τού Φρήντμαν. Ο Γκαϊντάρ ανέλαβε τις επαφές με το ΔΝΤ, ενημερώθηκε για την μελέτη και τις οδηγίες τού Ταμείου και ανέλαβε να προετοιμάσει τον ασθενή για την «θεραπεία-σοκ» που τον περίμενε. Η δουλειά του ήταν αποτελεσματική: την παραμονή τής πρωτοχρονιάς τού 1992 κατέβηκε η κόκκινη σημαία από το Κρεμλίνο, την επομένη της πρωτοχρονιάς ο Γέλτσιν υπέγραφε μνημόνιο συνεργασίας τής Ρωσσίας με το ΔΝΤ, αποδεχόμενος πλήρως την θεραπεία.

30/11/1992: Ο Μπόρις Γιέλτσιν λοξοκοιτάζει με απαξιωτικό βλέμμα τον -παροπλισμένο πλέον- Γκεννάντυ
Μπουρμπούλις. Δεξιά του, ο πρωθυπουργός Γιεγκόρ Γκαϊντάρ δείχνει χαμένος στον κόσμο του.

Συνέχεια

Eλληνική Μαφία – Καρτέλ 1-2…


Αποτέλεσμα εικόνας για μπομπολισταν

Καρτέλ 1.

Γράψαμε χθες: …το «εκτός νόμου» έχει πλέον τέτοιο μέγεθος και τέτοια ισχύ ώστε καθορίζει τον «νόμο», όχι μόνο σαν «γράμμα» αλλά και σαν πράξη.Κάποιοι φίλοι της ασταμάτητης μηχανής, συμφωνώντας κατ’ αρχήν, ζήτησαν περισσότερες εξηγήσεις. Να, λοιπόν, δύο παραδείγματα.
Οι οδικές υπεραστικές συγκοινωνίες στην ελλάδα είναι καρτέλ: τα κτελ. Ορίζουν τις τιμές των εισιτηρίων χωρίς κανέναν ανταγωνισμό, δηλαδή όπως βολεύει τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων. Αυτό είναι κάτι που απαγορεύεται (και) από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Είναι επίσης μία απ’ τις πολλές (τέτοιου ή παρόμοιου είδους) «εκκρεμότητες» που έχουν οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις της διαχείρισης της κρίσης· και αρνούνται φανατικά να λύσουν. Με άλλα λόγια αυτές οι κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανομένης της φαιορόζ) υπηρετούν τον πολιτικό προσοδισμό φανατικά παρότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση (και πολλές άλλες παρόμοιες) τρέφεται από (ουσιαστικά) εγκληματικές πρακτικές, που στρέφονται σε βάρος στοιχειωδών κοινωνικών συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση με τα κτελ ΔΕΝ ταξιδεύουν οι «πλούσιοι».
Μια κραυγαλέα περίπτωση. Το one way εισιτήριο Αθήνα / Γιάννενα (ή το ανάποδο) κοστίζει τουλάχιστον 40 ευρώ. Υπάρχουν όμως και αλβανικής ιδιοκτησίας λεωφορεία, που κάνουν διαδρομές μεταξύ Αθήνας και αλβανίας. Αν μπορούσε κανείς να ταξιδέψει με τέτοια λεωφορεία, θα πλήρωνε για την διαδρομή Αθήνα – Γιάννενα 25 ευρώ. Αλλά δεν μπορεί. Απαγορεύεται! Απαγορεύεται αυτά τα λεωφορεία να σταματούν στα Γιάννενα! Το κτελ κρατάει το μονοπώλιό του· και τις υψηλές τιμές. Υπάρχει τέτοιος νόμος; Δεν υπάρχει αλλά «ισχύει»; Δεν έχει σημασία. Απαγορεύεται ο ανταγωνισμός.
Μήπως μ’ αυτόν τον τρόπο προστατεύονται οι μισθωτοί οδηγοί των λεωφορείων, όσοι τέτοιοι υπάρχουν; Όχι βέβαια! Για μια διαδρομή με 40 επιβάτες η διαφορά των εισιτηρίων (40 – 25 = 15, Χ 40=600 ευρώ) αποκλείεται να πηγαίνει στον μισθωτό οδηγό! Αποκλείεται οι έλληνες μισθωτοί οδηγοί του συγκεκριμένου ελληνικού μονοπωλίου να πληρώνονται 600 ευρώ ανά διαδρομή παραπάνω απ’ τους αλβανούς μισθωτούς οδηγούς των αλβανικής ιδιοκτησίας λεωφορείων! Αν όχι όλα το μεγαλύτερο μέρος των 600 ευρώ ανά διαδρομή πάνε στην τσέπη του έλληνα ιδιοκτήτη.
Έτσι ένα καρτέλ (υπάρχουν πολλά τέτοια και όχι μόνο στις μεταφορές) μετατρέπεται σε «μαφία» και, με την υποστηρίξη του «επίσημου κράτους» (του «τυπικού νόμου» δηλαδή) επιβάλλεται…

Συνέχεια

Η εργασία δεν είναι πια αυτό που ήταν…


wallpaper-vincent-van-gogh-rest-of-the-laborers

«Παίρνω τις επιθυμίες μου για πραγματικότητα, γιατί πιστεύω στην πραγματικότητα των επιθυμιών μου».

Σύνθημα σε τοίχο του Παρισιού, Μάης 1968

Η εργασία στις μέρες μας έχει αλλάξει. Τόσο η μορφολογία και η μεθοδολογία της, όσο και το περιεχόμενο της και ο ρόλος που επιτελεί μέσα στη διαδικασία της παραγωγής. Αν κατά το παρελθόν η εργασία αποτελούσε μέρος του καθημερινού αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση, σήμερα δεν είναι παρά το απομεινάρι ενός σταδίου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας που έχει καταστήσει την ίδια τη συστηματική ενασχόληση του ανθρώπου με δραστηριότητες μόνο κατ’ όνομα «παραγωγικές» ένα παρεπόμενο της εξουσιαστικής οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνίας. Και μιλάμε για τον επίπλαστο παραγωγικό χαρακτήρα των δραστηριοτήτων που εντάσσονται στην κατηγορία της μισθωτής εργασίας διότι, τουλάχιστο σε ότι αφορά τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του Κέντρου (ΑΚΧ), στο μεγαλύτερο μέρος τους οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι κατ’ ουσία παραγωγικές, με την έννοια της διεκπεραίωσης ενός τμήματος της παραγωγής που υποβαστάζει και αναπαράγει τις υλικές συνθήκες διαβίωσης της ετερόνομης κοινωνίας, ούτε αφορούν μια ορθολογική διανομή των αγαθών αυτών, δηλαδή του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, για να καλυφτούν οι ανάγκες που έχουν από κοινού όλα τα μέλη της κοινότητας. Αντίθετα, ο έμμεσος προσδιορισμός τους ως «παραγωγικές», έχει να κάνει με την τυπική ή άτυπη συμπερίληψη τους στον εξουσιαστικό θεσμό της μισθωτής συνθήκης, ο οποίος ωστόσο δεν αφορά μια κοινωνικά αναγκαία παραγωγική διαδικασία, αλλά σχετίζεται περισσότερο με τον αγώνα για επιβίωση στον οποίο είναι υποχρεωμένο να εμπλακεί σε καθημερινή βάση το προλεταριάτο. Κι ο αγώνας αυτός δεν προκύπτει επειδή υπάρχει ένα αντικειμενικό όριο της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων που υποχρεώνει την προλεταριακή υποτάξη να διεκδικήσει σπάνιους πόρους ενάντια σε ανταγωνιστικές κοινωνικές ομάδες (τι άλλο είναι άλλωστε η κοινωνική ιεραρχία από την αποκρυστάλλωση αυτών των ανταγωνισμών σε τυπικές και άτυπες σχέσεις ανισοκατανομής της δύναμης), αλλά αναπαράγεται εν τω μέσω μια γενικότερης αφθονίας και μέσα σε συνθήκες όπου είναι δυνατή η υπέρβαση των κοινωνικών ανταγωνισμών με όρους υλικής ανάγκης. Πράγματι, ενώ για να χτιστεί μόνο μία από τις πυραμίδες χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες, καθώς και να καταναλωθεί η συνδυασμένη εργατική δύναμη εκατό χιλιάδων σκλάβων – πολλοί από τους οποίους εξέπνευσαν στην πορεία για να εκπληρώσουν το «μεγαλόπνοο» όραμα των ηγεμόνων της Αιγύπτου – στις μέρες μας ένα παρόμοιο μεγαλιθικό μνημείο δεν θα χρειαζόταν παρά μερικούς μήνες για να ολοκληρωθεί, και χωρίς απαραίτητα να συνεπάγεται την μαζική ανθρωποθυσία του εργατικού δυναμικού που θα κληθεί να το φέρει σε πέρας.[i]

Συνέχεια