Η Φρίλαντ, η νόμιμη διαφθορά και η αποδυνάμωση του κράτους…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Αναφερόμενη στο ζήτημα της διαφθοράς η Κρίστια Φρίλαντ επικαλείται τον Κάουφμαν: «Ο Ντάνι Κάουφμαν μεγάλωσε στη Χιλή. Όταν ο Πινοσέτ κατέλαβε την εξουσία με το πραξικόπημα του 1973, ο Κάουφμαν σπούδαζε στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο και προτίμησε να μην επιστρέψει στη χώρα του. Έτσι κατέληξε στο Χάρβαρντ, όπου τελικά πήρε διδακτορικό στα οικονομικά. Η επόμενη στάση του ήταν η Παγκόσμια Τράπεζα, όπου δούλεψε στον τομέα της Αφρικής, ενώ στη συνέχεια, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ασχολήθηκε με τη μετάβαση των πρώην χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στον καπιταλισμό. Όταν επέστρεψε στα κεντρικά της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσινγκτον, είχε αποφασίσει ότι το έργο της ζωής του θα ήταν η μελέτη της διαφθοράς και του αντιθέτου της, της καλής διακυβέρνησης…». (σελ. 330 – 331).

Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: «Όμως, καθώς ο Κάουφμαν εξέταζε περισσότερο την προσοδοθηρία σε όλο τον κόσμο, τους τρόπους με τους οποίους επιβράδυνε την οικονομική ανάπτυξη και τους τρόπους αντιμετώπισής της, ανακάλυψε κάτι που τον εξέπληξε. Οι απροκάλυπτες μορφές διαφθοράς για τις οποίες διαμαρτύρονταν περισσότερο οι αναπτυξιακοί οργανισμοί και οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις – οι μίζες που αποσπούν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι με εξουσία όπως οι αστυνομικοί, ή που απαιτούνται για απλές κρατικές υπηρεσίες όπως η διδασκαλία, ή ακόμη και τα ποσά που απομυζούν οι τύραννοι από τον πλούτο μιας χώρας για να τα στείλουν σε ανώνυμους ελβετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς – ήταν μόνο ένα μέρος της ιστορίας». (σελ. 331).

Όπως δεν υπάρχει πλιάτσικο χωρίς μοιρασιά, έτσι δεν υπάρχουν λάφυρα χωρίς πλιάτσικο. Ο νεοφιλελευθερισμός ευλογεί το πλιάτσικο, αλλά δεν προβλέπει τη μοιρασιά.

Όπως δεν υπάρχει πλιάτσικο χωρίς μοιρασιά, έτσι δεν υπάρχουν λάφυρα χωρίς πλιάτσικο. Ο νεοφιλελευθερισμός ευλογεί το πλιάτσικο, αλλά δεν προβλέπει τη μοιρασιά.

Τα πράγματα θα γίνουν απολύτως σαφή: «Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Κάουφμαν, γύρω στο 1 τρισεκατομμύριο δολάρια πληρώνονται σε μίζες σε όλο τον κόσμο κάθε χρόνο. Όμως παράλληλα κάποιοι έβγαζαν ποσά κατά ολόκληρες τάξεις μεγέθους μεγαλύτερα χάρη στη “νόμιμη διαφθορά”, όπως την ονόμασε: “Το κόστος για την κοινωνία από τη δωροδοκία ενός γραφειοκράτη για την εξασφάλιση μιας άδειας για τη λειτουργία μιας μικρής επιχείρησης ωχριά σε σύγκριση, για παράδειγμα, με το κοινωνικό κόστος όταν ένας όμιλος τηλεπικοινωνιών διαφθείρει έναν πολιτικό για να διαμορφώσει τους κανόνες του παιχνιδιού και να εξασφαλίσει μονοπωλιακά δικαιώματα, ή όταν μια επενδυτική τράπεζα επηρεάζει τη ρυθμιστική και εποπτική Αρχή που την επιβλέπει”». (σελ. 331 – 332).

Με άλλα λόγια, η διαφθορά έχει πλέον αλλάξει. Δε χρειάζεται να δωροδοκήσει κανείς ένα διεφθαρμένο υπάλληλο για να κάνει τη δουλειά του. Αυτού του είδους οι «συναλλαγές» κρίνονται παρωχημένες και αφορούν κυρίως τους μικρούς που δεν έχουν σοβαρές προσβάσεις. Οι πραγματικά ισχυροί δεν ασχολούνται με τέτοιες υποθέσεις. Πηγαίνουν κατευθείαν στην πηγή, δηλαδή, στη διαμόρφωση του νομοθετικού πλαισίου, ώστε – από θέση αρχής – να υπηρετεί τα συμφέροντά τους: «Καθώς ανέπτυσσε αυτή την ιδέα, ο Κάουφμαν άρχισε τις προσπάθειες για να μετρήσει αυτά τα φαινόμενα. Μια ιδέα που είχε ήταν να ζητήσει από τους ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου παγκοσμίως, όπως αυτοί ορίζονται από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, να βαθμολογήσουν τα επίπεδα διαφθοράς σε 104 χώρες, τόσο στην εμφανή μορφή τους, όπως οι δωροδοκίες, όσο και στη νόμιμη, όπως οι οικονομικές συνεισφορές σε προεκλογικές εκστρατείες και οι δραστηριότητες λόμπι». (σελ. 332).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα ο Κάουφμαν συνέταξε δύο λίστες, κατατάσσοντας τις χώρες σε επίπεδο απροκάλυπτης διαφθοράς (μίζες), αλλά και σε επίπεδο νόμιμης διαφθοράς (χρηματοδοτήσεις που εν τέλει θα εξαργυρωθούν με ευνοϊκές αποφάσεις): «Όπως ήταν φυσικό, οι ΗΠΑ θεωρήθηκαν μία από τις λιγότερο απροκάλυπτα διεφθαρμένες χώρες σε αυτή την έρευνα: βρέθηκαν στην 25η θέση, λίγο κάτω από τον Καναδά και πολύ πάνω από χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Νότια Κορέα. Όμως, σε ό,τι αφορά τη νόμιμη διαφθορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατατάχτηκαν στην 53η θέση, στη μέση της παγκόσμιας κατανομής, και ανησυχητικά κοντά σε χώρες όπως η Ρωσία (74η) και η Ινδία (70η)». (σελ. 332).

Οι πραγματικά ισχυροί δεν ασχολούνται με τέτοιες υποθέσεις. Πηγαίνουν κατευθείαν στην πηγή, δηλαδή, στη διαμόρφωση του νομοθετικού πλαισίου, ώστε – από θέση αρχής – να υπηρετεί τα συμφέροντά τους

Οι πραγματικά ισχυροί δεν ασχολούνται με τέτοιες υποθέσεις. Πηγαίνουν κατευθείαν στην πηγή, δηλαδή, στη διαμόρφωση του νομοθετικού πλαισίου, ώστε – από θέση αρχής – να υπηρετεί τα συμφέροντά τους

Το βέβαιο είναι ότι η «νόμιμη διαφθορά» σχετίζεται άμεσα με την εκτίναξη της οικονομικής ανισότητας και την ανάδειξη της σούπερ ελίτ, που εκμεταλλευόμενη την απύθμενη οικονομική της ανωτερότητα είναι σε θέση να χρηματοδοτεί οποιαδήποτε πολιτική εκστρατεία κρίνει συμφέρουσα για την ίδια: «Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι οι χώρες στις οποίες ήταν πιο έντονη η απότομη αύξηση του εισοδήματος στην κορυφή – οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και οι ταχέως αναπτυσσόμενες αναδυόμενες αγορές όπως η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα – βρίσκονται επίσης σε σχετικά υψηλές θέσεις στον πίνακα νόμιμης διαφθοράς του Κάουφμαν. Αυτή η σύνδεση είναι πιο έντονη αν συγκρίνουμε τις χώρες υψηλής ανισότητας με χώρες που έχουν ανάλογα επίπεδα ΑΕΠ αλλά μικρότερη ανισότητα. Στα περισσότερα τέτοια ζευγάρια – η Νορβηγία ή η Ολλανδία σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τη Βρετανία, για παράδειγμα, ή η Εσθονία σε σύγκριση με τη Ρωσία – η μικρότερη νόμιμη διαφθορά συμβαδίζει με μικρότερο χάσμα ανάμεσα στο 1% και όλους τους άλλους». (σελ. 332).

Για τη Φρίλαντ ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι κατ’ ανάγκη υπεύθυνος για τη  «νόμιμη διαφθορά», αλλά, ασφαλώς, η «νόμιμη διαφθορά» εξυπηρετεί τις επιδιώξεις της σούπερ ελίτ: «Η φιλελευθεροποίηση δεν οδηγεί αναγκαστικά στη νόμιμη διαφθορά· αλλά, επειδή συχνά δημιουργεί τεράστιες νέες οικονομικές ευκαιρίες, μπορεί εύκολα να καταλήξει εκεί, ιδιαίτερα αν η διακυβέρνηση είναι αδύναμη». (σελ. 333). Κι αυτό ακριβώς είναι το δόγμα της νεοφιλελεύθερης εκδοχής. Ανίσχυρο κράτος, που θα άγεται και θα φέρεται από τα συμφέροντα των αγορών στο όνομα της «ελευθερίας». Η «νόμιμη διαφθορά» είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης. Αν πρέπει το κράτος να γίνει ανίσχυρο, πρέπει να βρεθεί και ο μηχανισμός που θα το αποδυναμώσει. Και το χρήμα της σούπερ ελίτ θα παίξει ακριβώς αυτό το ρόλο. Κατόπιν αυτού, οι αποφάσεις των κυβερνώντων θα είναι εξόχως ευνοϊκές.

Το κατά πόσο δεν ευθύνεται αναγκαστικά ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά είναι «οι μεγάλες οικονομικές ευκαιρίες» που οδηγούν σε στρεβλώσεις – ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι προθέσεις δεν ήταν αυτές – έχει να κάνει με τη σκοπιμότητα ή την ανεπάρκεια του εγχειρήματος. Όμως, όταν ένα σύστημα που μεταφέρει το δημόσιο πλούτο σε ιδιώτες (όπως έγινε στη Ρωσία) κάνοντας ανθρώπους δισεκατομμυριούχους μέσα σε μια νύχτα, δεν προβλέπει ότι τέτοιες «οικονομικές ευκαιρίες» είναι πιθανό να επιφέρουν διαφθορά, ώστε να πάρει έστω τα στοιχειώδη μέτρα, δεν είναι ανεπαρκές. Είναι εγκληματικά ανεπαρκές. Τόσο ανεπαρκές, που οι «αγαθές του προθέσεις» είναι αδύνατο να πείσουν. Η Φρίλαντ σημειώνει: «Όμως η νόμιμη διαφθορά γίνεται πιο πολύπλοκη και πιο ενοχοποιητική από τη στιγμή που θα αρχίσουν να μοιράζονται τα λάφυρα». (σελ. 333).

Όπως δεν υπάρχει πλιάτσικο χωρίς μοιρασιά, έτσι δεν υπάρχουν λάφυρα χωρίς πλιάτσικο. Ο νεοφιλελευθερισμός ευλογεί το πλιάτσικο, αλλά δεν προβλέπει τη μοιρασιά. Οι «ιδεολόγοι» του νεοφιλελεύθερου μοντέλου βρέθηκαν προ εκπλήξεως. Τελικά επέλεξαν να βουτήξουν κι αυτοί ό,τι μπορούν: «… το υλικό χάσμα ανάμεσα στους ιδεολόγους τεχνοκράτες και τους επιχειρηματίες που πλουτίζουν από τις μεταρρυθμίσεις τους γίνεται εμπόδιο και πειρασμός ακόμη και για τον πιο έντιμο δημόσιο υπάλληλο. Η διευρυνόμενη οικονομική διαφορά γίνεται όλο και πιο δύσκολα ανεκτή καθώς οι μεταρρυθμιστές συνειδητοποιούν ότι ο πλούτος που μεταβιβάστηκε από τα προγράμματά τους έκανε τους αποδέκτες του όχι μόνο πλούσιους αλλά και πολιτικά ισχυρούς. Αυτή η συνταρακτική συνειδητοποίηση διέφθειρε πολλούς από τους Ρώσους μεταρρυθμιστές και τους έπεισε να προσπαθήσουν να γίνουν και οι ίδιοι ολιγάρχες. Εκείνοι που δεν το έκαναν συχνά το μετάνιωσαν». (σελ. 333).

Τελικά, είναι προτιμότερο να υπηρετεί κανείς τα νεοφιλελεύθερα συμφέροντα της απορρύθμισης, αφού είναι απείρως επικερδέστερα: «Είναι εύκολο να καταλάβουμε πόσο δελεαστικό είναι να αλλάξει κανείς ρόλο και να μετατραπεί από θηροφύλακας σε λαθροθήρα. Το 1980, τα πιο καλοπληρωμένα στελέχη ρυθμιστικών Αρχών κέρδιζαν το ένα δέκατο των αμοιβών που απολάμβαναν οι επικεφαλής των επιχειρήσεων που επιτηρούσαν. Το 2005, η αναλογία είχε εκτοξευτεί στο ένα εξηκοστό». (σελ. 334). Τα αποτελέσματα είναι απολύτως αναμενόμενα: «Στις δυτικές χώρες με σημαντική νόμιμη διαφθορά, αυτό το οικονομικό χάσμα δημιουργεί μια “περιστρεφόμενη πόρτα” ανάμεσα στις ρυθμιστικές Αρχές και τις επιχειρήσεις που εποπτεύουν. Μια μελέτη της SEC διαπίστωσε ότι, από το 2006 μέχρι το 2010, 219 πρώην εργαζόμενοι της Επιτροπής είχαν υποβάλει σχεδόν οχτακόσιες δηλώσεις κοινοποίησης όταν άρχισαν να εκπροσωπούν τους νέους πελάτες τους στις συναλλαγές τους με την υπηρεσία, τον πρώην εργοδότη τους. Σχεδόν οι μισές από αυτές τις δηλώσεις υποβλήθηκαν από άτομα που είχαν δουλέψει στο τμήμα επιβολής των κανονισμών της Επιτροπής στις επιχειρήσεις». (σελ. 334).

Και σαν να μην έφταναν αυτά, η Φρίλαντ θα συμπληρώσει: «Επιπλέον, αν η περιστρεφόμενη πόρτα κλειδωνόταν, οι θηροφύλακες μπορεί να εξασθενούσαν ακόμη περισσότερο. Με δεδομένο το εισοδηματικό χάσμα, πόσοι απόφοιτοι του 2012 από το Χάρβαρντ θα επιλέξουν τις κρατικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα αν δεν υπάρχει ευκαιρία να περάσουν αργότερα σε έναν πιο επικερδή ρόλο στον ιδιωτικό τομέα; Και, σε μια εποχή αυξανόμενης οικονομικής πολυπλοκότητας, τι δυνατότητες έχει η κυβέρνηση να παρακολουθήσει τις επιχειρήσεις αν οι πιο ικανοί και έξυπνοι καταλήγουν  στον ιδιωτικό τομέα;» (σελ. 334).

Η νόμιμη διαφθορά είτε με τη μορφή των υπέρογκων μισθών σε ανθρώπους κλειδιά είτε με τη μορφή χρηματοδοτήσεων προεκλογικών εκστρατειών εξασφαλίζουν τις καλύτερες υπηρεσίες στο πλευρό των εταιρειών και των τραπεζικών – χρηματιστηριακών συμφερόντων. Υπό αυτές τις συνθήκες, το κράτος δεν είναι σε θέση να προβάλλει σοβαρές  αντιστάσεις προς όφελος των πολλών. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, η φορολογία, η πολιτική εκπροσώπηση, η νομοθεσία, θα έλεγε κανείς οτιδήποτε μπορεί να σταθεί εμπόδιο στις νεοφιλελεύθερες επιδιώξεις έχει απαξιωθεί, αφού στην ουσία είναι εξαγορασμένο. Ο ισχυρισμός ότι τα κράτη έχουν αντικατασταθεί από τις εταιρείες δε φαίνεται υπερβολικός. Τουλάχιστον αυτό δείχνει η ροή του χρήματος, καθώς τα κέρδη των εταιρειών γίνονται ανεξέλεγκτα και τα έσοδα των κρατών εκμηδενίζονται. Κι όσο χοντραίνει το παιχνίδι τόσο λιγοστεύουν οι νικητές. Κι όσο λιγοστεύουν οι νικητές τόσο απύθμενα γίνονται τα κέρδη.

Τα στοιχεία που παραθέτει ο Alain Touraine στο βιβλίο του «Μετά την κρίση» είναι ξεκάθαρα: «Ορισμένες χώρες βλέπουν τις οικονομίες τους να γίνονται ιδιαίτερα εύθραυστες: η Ισπανία, της οποίας το χρέος φτάνει στο 160% του διαθέσιμου εισοδήματός της· η Μεγάλη Βρετανία, όπου φτάνει στο 140%· οι Ηνωμένες Πολιτείες, με 130%. Στο κοινωνικό επίπεδο το μείζον γεγονός είναι η αύξηση των ανισοτήτων, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, και προπαντός η έκρηξη του εισοδήματος των ιθυνόντων μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, το οποίο κατά την περίοδο αυτή έφτασε να είναι 400 φορές μεγαλύτερο από τον μέσο μισθό του εργάτη από 40 που ήταν πριν». (σελ. 54).

Σχετικά με τις σχέσεις των πολιτικών και της σούπερ – ελίτ η Φρίλαντ παραθέτει: «Οι πολιτικοί μερικές φορές θεωρούνται ένας άλλος κλάδος της Νέας Τάξης, και εξαρτώνται από τη σούπερ – ελίτ περισσότερο από τους πανεπιστημιακούς, οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, μπορούν πάντα να στηριχτούν και στα οφέλη της μονιμότητας της θέσης τους (έστω κι αν αυτά έχουν αρχίσει να μειώνονται). Αυτό ισχύει για τους πολιτικούς ως ομάδα, και όχι μόνο για εκείνους της Δεξιάς παράταξης. Ένα μέρος αυτής της ιστορίας είναι φυσικά τα χρήματα που συγκεντρώνονται για προεκλογικές εκστρατείες, αλλά οι διασυνδέσεις είναι πιο βαθιές από ό,τι θα μπορούσε να δείξει ένα έντυπο γνωστοποίησης για την προέλευση των κεφαλαίων». (σελ. 392).

Κι αν κάποιος δεν αντιλαμβάνεται πλήρως για τι μιλάμε, η Φρίλαντ προτίθεται να γίνει σαφέστερη: «Κατά πρώτον, ένας αυξανόμενος αριθμός πολιτικών είναι και οι ίδιοι μέλη της σούπερ – ελίτ. Σχεδόν τα μισά μέλη του Κογκρέσου – 250 συνολικά – ήταν εκατομμυριούχοι το 2010, και η διάμεση καθαρή περιουσία τους ήταν 913.000 δολάρια, πάνω από εννιά φορές μεγαλύτερη από τον εθνικό μέσο όρο. Οι Αμερικανοί νομοθέτες πλουτίζουν: η καθαρή αξία τους αυξήθηκε κατά 15% από το 2004 μέχρι το 2010. Τουλάχιστον δέκα νομοθέτες είναι κανονικά πλουτοκράτες, με περιουσίες που ξεπερνούν τα 100 εκατομμύρια δολάρια». (σελ. 393).

Όμως, υπάρχουν κι άλλα πλεονεκτήματα που συνδέουν τη μοίρα των πολιτικών με τους χρηματιστηριακούς κύκλους: «Μια μελέτη έδειξε ότι η θητεία στην Ουάσινγκτον τους βοηθά να πλουτίσουν. Ο καθηγητής Άλαν Ζιομπρόφσκι του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Τζόρτζια και οι συνάδελφοί του διαπίστωσαν ότι τα χαρτοφυλάκια μετοχών της Βουλής των Αντιπροσώπων υπερβαίνουν σε απόδοση την αγορά κατά 6%, ενώ οι επενδύσεις των γερουσιαστών κατά 12%. Οι οικονομολόγοι απέδωσαν αυτή την επενδυτική επιδεξιότητα σε ένα “σημαντικό πλεονέκτημα πληροφόρησης”. Υπήρχε και το εξυπηρετικό στοιχείο ότι οι νομοθέτες δεν υπόκειντο στους νόμους περί εσωτερικής πληροφόρησης μέχρι τις 4 Απριλίου του 2012, όταν ο πρόεδρος Ομπάμα υπέγραψε το νόμο που απαγόρευε αυτή την πρακτική». (σελ. 393).

Η νόμιμη διαφθορά είτε με τη μορφή των υπέρογκων μισθών σε ανθρώπους κλειδιά είτε με τη μορφή χρηματοδοτήσεων προεκλογικών εκστρατειών εξασφαλίζουν τις καλύτερες υπηρεσίες στο πλευρό των εταιρειών και των τραπεζικών – χρηματιστηριακών συμφερόντων.

Η νόμιμη διαφθορά είτε με τη μορφή των υπέρογκων μισθών σε ανθρώπους κλειδιά είτε με τη μορφή χρηματοδοτήσεων προεκλογικών εκστρατειών εξασφαλίζουν τις καλύτερες υπηρεσίες στο πλευρό των εταιρειών και των τραπεζικών – χρηματιστηριακών συμφερόντων.

Ωστόσο, η πραγματική εξαργύρωση της πολιτικής καριέρας ξεκινά μετά το τέλος της θητείας του αξιώματος: «Κάτι που δεν αμφισβητείται είναι η υλική αξία μιας πολιτικής καριέρας μετά την αποχώρηση από αιρετά αξιώματα. Οι πολιτικοί δεν μπορούν να εξαργυρώσουν πλήρως το πλουτοκρατικό τους δίκτυο παρά μόνο αφού αποσυρθούν από την πολιτική. Τότε μπορούν να γίνουν πολυεκατομμυριούχοι. Από το 2000 μέχρι το 2007 οι Κλίντον κέρδισαν 111 εκατομμύρια δολάρια, σχεδόν τα μισά από αμοιβές ομιλιών του Μπιλ Κλίντον, πολλές από αυτές πληρωμένες από πλουτοκράτες όπως ο Πίντσουκ. Ο Τομ Ντασλ, πρώην αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας των Δημοκρατικών στη Γερουσία, πληρωνόταν επί τέσσερα χρόνια από τον ιδιοκτήτη εταιρείας ιδιωτικών επενδύσεων Λίο Χίντερι, κερδίζοντας πάνω από 2 εκατομμύρια δολάρια και άλλες πρόσθετες απολαβές, ανάμεσά τους και ένα διαβόητο πλέον αυτοκίνητο με σοφέρ». (σελ. 393 – 394).

Το συμπέρασμα είναι σαφές: Αν κάποιος φέρεται σωστά απέναντι στα συμφέροντα της σούπερ – ελίτ, στο τέλος δε θα μείνει παραπονεμένος. Εξάλλου, είναι πολύ συνηθισμένο πρώην υπουργοί ή κεντρικοί τραπεζίτες (ακόμη και πρωθυπουργοί) μετά τη λήξη της πολιτικής τους σταδιοδρομίας να προσλαμβάνονται από εταιρείες έναντι πολύ σεβαστών μισθών. Ο Marc Roche στο βιβλίο του «Οι Bank$ters» θέτει το θέμα ευθέως: «… στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και στην Ευρώπη, είναι αμέτρητοι οι πρώην ρυθμιστές, υπουργοί Οικονομικών ή κεντρικοί τραπεζίτες, που στρατολογήθηκαν από τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους έναντι του… πρώην εργοδότη τους». (σελ. 65). Ο Roche παραθέτει και το επιχείρημα που τίθεται προς την υπεράσπιση αυτής της κατάστασης. «Αυτό είναι καλό, απαντά το τραπεζικό λόμπι στους επικριτές του, διότι μια τέτοια σχέση επιτρέπει στους οργανισμούς να γνωρίσουν καλύτερα εκείνους που έχουν την υποχρέωση να τους δείχνουν το σωστό δρόμο». (σελ. 65).

Το ενδιαφέρον των τραπεζικών συμφερόντων για καλύτερες γνωριμίες με ανθρώπους που «δείχνουν το σωστό δρόμο» ας μείνει στην κρίση του καθενός. Ο Roche  πάντως συνεχίζει να διερωτάται: «Τι συμφέρον έχουν οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, πληρώνοντάς τους χρυσούς, πολιτικούς ή συνταξιούχους ανώτατους κρατικούς υπαλλήλους;» (σελ. 65).

Την απάντηση θα τη δώσει ο ίδιος: «Αυτοί οι “άνθρωποι που ανοίγουν πόρτες” χρησιμοποιούνται […] για αποστολές στο εξωτερικό, στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων για παράδειγμα. Καθώς γνωρίζουν τα παρασκήνια, ξέρουν να παρακάμπτουν τους δυσμενείς για την επιχείρησή τους εθνικούς και διεθνείς κανονισμούς ή να εξασφαλίζουν ένα ευνοϊκό φορολογικό πλαίσιο. Οι μεσάζοντες γνωρίζουν τα απόκρυφα των κέντρων λήψης αποφάσεων, στους κόλπους της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, των υπουργείων, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή των διεθνών οργανισμών. Ακούν όσους παίρνουν τις αποφάσεις, στους οποίους και μπορούν να απευθυνθούν άμεσα σε στιγμές κρίσης. Είναι οι απόστολοι ενός “καπιταλισμού των σχέσεων”, που αποβλέπει στην αιχμαλωσία των κρατών». (σελ. 65 – 66).

Ο Γκι Βέρχοφσταντ (πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου) στο βιβλίο «Ξύπνα Ευρώπη» ομολογεί: «Ενώ οι αγορές είναι παγκοσμιοποιημένες, η πολιτική οργάνωση δεν εξελίχθηκε καθόλου από το τέλος του 19ου αιώνα και εντεύθεν, εξακολουθώντας να φέρει τη σφραγίδα του έθνους. Υπάρχει, λοιπόν, μεγάλη ανισορροπία σε σχέση με τις αγορές, οι οποίες ενεργούν ταχύτατα χωρίς να τις σταματούν τα σύνορα. Ενώ τα κράτη είναι υποχρεωμένα, προκειμένου να τις αντιμετωπίσουν, να συντονιστούν με μεγάλη δυσκολία για να καταλήξουν σε έναν συμβιβασμό που αποδεικνύεται συχνά ανεπαρκής, πολύ δε περισσότερο αφού οι αγορές έχουν, εντωμεταξύ, επινοήσει νέα τακτική. Με αποτέλεσμα να επιβάλλουν οι αγορές το ρυθμό τους και τη θέλησή τους στα κράτη. Πρέπει απαραιτήτως να αποκαταστήσουμε την ισορροπία ανάμεσα στον χρηματοπιστωτικό κόσμο και την πολιτική…». (σελ. 118).

Το ζήτημα είναι ότι για να αποκατασταθεί «η ισορροπία ανάμεσα στον χρηματοπιστωτικό κόσμο και την πολιτική» πρέπει πρωτίστως να υπάρχει η βούληση για κάτι τέτοιο. Ο νομοθέτης είναι σε θέση να ορίσει τους κανόνες βάζοντας φρένο στην απορρύθμιση. Αρκεί, βέβαια, να το θέλει. Κι αυτό εντέχνως απέφυγε να διευκρινίσει ο κύριος Βέρχοφσταντ.

Κρίστια Φρίλαντ: «Πλουτοκράτες, η άπληστη δυναστεία των νέων εκατομμυριούχων», εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013.

Marc Roche: «Οι Bank$ters, ταξίδι στη χώρα των καπιταλιστών φίλων μου», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014.

 Alain Touraine: «Μετά την κρίση, από την κυριαρχία των αγορών στην αναγέννηση της κοινωνίας», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2010.

Ντανιέλ Κον – Μπεντίτ, Γκι Βέρχοφσταντ: «Ξύπνα Ευρώπη! Ένα μανιφέστο για μια άλλη Ευρώπη», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012.


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2017/01/07/%CE%B7-%CF%86%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84-%CE%B7-%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BC%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%AC-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CF%85/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s