Η κλειτοριδεκτομή και οι εθνολόγοι…


του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

Εδώ και κάποιες δεκαετίες, οι σχέσεις ανάμεσα στους εθνολόγους και τους λαούς τους οποίους μελετούν έχουν βαθιά μεταβληθεί. Χώρες που ήταν άλλοτε αποικίες, σήμερα ανεξάρτητες, προσάπτουν στους εθνολόγους ότι παρεμποδίζουν την οικονομική τους ανάπτυξη ενθαρρύνοντας την επιβίωση παλαιών εθίμων και παρωχημένων πεποιθήσεων. Σε λαούς που διψάνε για εκσυγχρονισμό, η εθνολογία εμφανίζεται ως η τελευταία ενσάρκωση της αποικιοκρατίας· της εκφράζουν δυσπιστία, αν όχι και εχθρότητα.

Αλλού, οι ιθαγενείς μειονότητες που υφίστανται στο πλαίσιο μεγάλων σύγχρονων εθνών –Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βραζιλίας- απέκτησαν οξυμένη συνείδηση της εθνοτικής τους προσωπικότητας, των ηθικών και νομικών τους δικαιωμάτων. Οι μικρές αυτές κοινότητες δεν δέχονται πλέον να τις μεταχειρίζονται ως αντικείμενα μελέτης οι εθνολόγοι, τους οποίους βλέπουν ως παράσιτα, και μάλιστα ως εκμεταλλευτές στο διανοητικό επίπεδο. Με την επέκταση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο αριθμός των κοινωνιών που διατήρησαν έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής, και στις οποίες μπορούν ακόμη σήμερα να «βοσκάνε» οι εθνολόγοι, μειώθηκε κατά πολύ. Το ίδιο διάστημα, ο συρμός των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών την επαύριο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου πολλαπλασίαζε τον αριθμό των ερευνητών. Ήδη πριν από πενήντα χρόνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες, έλεγαν χάριν αστειότητας ότι η ινδιάνικη οικογένεια αποτελείται από τουλάχιστο τρία άτομα: το σύζυγο, τη γυναίκα και τον εθνολόγο … Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη έκτοτε, και διάφορες ομάδες ιθαγενών, που απηύδησαν να γίνονται λεία των εθνολόγων, αγανακτούν. Για να μας επιτρέψουν να εισέλθουμε στους καταυλισμούς τους, κάποιοι απαιτούν να συμπληρώσουμε κάθε είδος εγγράφου που κρίνουν σκόπιμο. Άλλες απλούστατα απαγορεύουν την εθνογραφική έρευνα: μπορούμε να τις επισκεφθούμε με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού ή του υγιεινολόγου, υπό την προϋπόθεση να δεσμευτούμε εγγράφως ότι δεν θα θέσουμε καμία ερώτηση σχετικά με την κοινωνική τους οργάνωση ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Πληροφορητές φτάνουν στο σημείο να δηλώσουν ότι δεν θα διηγηθούν ένα μύθο παρά μόνο αφού συναφθεί με όλους τους τύπους συμβόλαιο που να τους αναγνωρίζει την πνευματική ιδιοκτησία επ’ αυτού.

Αλλά, σε μια περίεργη μεταβολή των πραγμάτων, η παλιά σχέση ανάμεσα στον εθνολόγο και τους λαούς που μελετά, αντί να διαρρηγνύεται, συμβαίνει επίσης να αντιστρέφεται. Υπάρχουν φυλές οι οποίες προσφεύγουν σε εθνολόγους, και μάλιστα τους προσλαμβάνουν έναντι μισθού, για να τις συντρέξουν ενώπιον δικαστηρίων, να τις βοηθήσουν να προβάλουν πατρογονικά δικαιώματα επί των γαιών τους, να επιτύχουν την ακύρωση συνθηκών οι οποίες τους είχαν άλλοτε επιβληθεί. Αυτό συμβαίνει στην Αυστραλία όπου οι Αβορίγινες, και εθνολόγοι στην υπηρεσία τους, προσπάθησαν πολλές φορές να εμποδίσουν την κυβέρνηση να εγκαταστήσει χώρους εκτόξευσης πυραύλων ή να εκχωρήσει δικαιώματα εξόρυξης σε εδάφη που θεωρούνται ιερά. Δίκες που αφορούν τη νομή ενίοτε απέραντων εκτάσεων διεξήχθησαν, και εξακολουθούν να διεξάγονται, υπό παρόμοιες συνθήκες στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ινδιάνοι της Βραζιλίας αρχίζουν να οργανώνονται σε εθνικό επίπεδο· μπορούμε να προβλέψουμε ότι και εκεί θα αναληφθούν ανάλογες πρωτοβουλίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η φύση της εργασίας του εθνολόγου αλλάζει εντελώς. Παλιά, αυτός χρησιμοποιούσε τους ιθαγενείς: τώρα τον χρησιμοποιούν[2] αυτοί. Η περιπέτεια που άλλοτε έφερε ένα φωτοστέφανο ποίησης και λυρισμού δίνει τη θέση της σε άχαρες έρευνες στις βιβλιοθήκες, στο κοπιώδες ξεφύλλισμα αρχείων που τροφοδοτεί φακέλους μιας υπόθεσης για να την εφοδιάσει με νομικά επιχειρήματα. Η γραφειοκρατία, η διαδικασία αντικαθιστούν τη γραφική «δουλειά πεδίου»· ή τουλάχιστο μετασχηματίζουν το πνεύμα της.

1906105

Οι Γάλλοι εθνολόγοι δεν ανέμεναν να βιώσουν μια ανάλογη εμπειρία στην ίδια τους τη χώρα. Αυτό ακριβώς τους συνέβη όμως λόγω της σημασίας που απέκτησε η μετανάστευση, ιδίως η προερχόμενη από τη μαύρη Αφρική. Εδώ και ένα ή δύο χρόνια, οι δικηγόροι ζητούν τη βοήθεια των εθνολόγων προκειμένου να υπερασπιστούν Αφρικανούς μετανάστες οι οποίοι προβαίνουν –ή αναθέτουν σε άλλους να προβούν- σε κλειτοριδεκτομή των παιδιών τους του θηλυκού φύλου. Φεμινιστικές οργανώσεις, και άλλες με αποστολή την προστασία του παιδιού, παρίστανται ως πολιτική αγωγή σε διώξεις που ασκούνται αυτεπαγγέλτως. Η κλειτοριδεκτομή, ενώ αρχικώς χαρακτηριζόταν πλημμέλημα για το γαλλικό δίκαιο, από το 1988 έγινε κακούργημα ανάλογο με σκοπούμενη σωματική βλάβη που καταλήγει σε ακρωτηριασμό εις βάρος του τέκνου, για την οποία κατηγορούνται οι γονείς.

Μια υπόθεση αυτού του τύπου εκδικάστηκε το 1988 και προκάλεσε κάποιο θόρυβο επειδή το κοριτσάκι πέθανε –απ’ ό,τι φαίνεται, όχι από την εκτομή την ίδια αλλά από μία επιπλοκή που αγνοήθηκε. Στην κατηγορία της σωματικής βλάβης λοιπόν προστέθηκε εκείνη της παράλειψης συνδρομής σε πρόσωπο που κινδυνεύει. Στις αρχές του Οκτωβρίου του 1989, το εφετείο του Παρισιού έκρινε μία άλλη υπόθεση εκτομής που δεν είχε επιφέρει καμία επιβλαβή επίπτωση για το κοριτσάκι. Η ποινή λοιπόν που επιβλήθηκε και στις δύο περιπτώσεις ήταν ακριβώς η ίδια: τριετής φυλάκιση με αναστολή … Τίποτε δεν δείχνει καλύτερα την αμηχανία των δικαστηρίων: όποια και αν ήταν η απόληξη της επέμβασης, μοιραία ή ανώδυνη, αισθάνθηκαν υποχρεωμένα να τα καταδικάσουν και να τα συγχωρήσουν όλα μαζί.

Η κλειτοριδεκτομή, η οποία είναι διαδεδομένη σε διάφορους λαούς της Αφρικής και της Ινδονησίας (ήταν ήδη στην αρχαία Αίγυπτο), συνίσταται στην αφαίρεση της κλειτορίδας, ενίοτε και των μικρών χειλέων του αιδοίου. Αν μια κοπέλα δεν υποβληθεί σε αυτή θεωρείται ακάθαρτη, ή και επικίνδυνη, και δεν βρίσκει γαμπρό. Αντίθετα με όσα φανταζόμαστε συχνά στην Ευρώπη, η πρακτική αυτή δεν επιβλήθηκε από τους άνδρες· είναι «το μυστικό των γυναικών», εξηγούσαν διά στόματος των διερμηνέων οι κατηγορούμενοι της δίκης του 1988. Οι γυναίκες θέλουν να υποβληθούν σε αυτήν οι κόρες τους, όπως υποβλήθηκαν και οι ίδιες.

Ασκώντας δίωξη, η εισαγγελία δρα υπό την πίεση μιας κοινής γνώμης της οποίας οι φεμινιστικοί σύνδεσμοι και άλλες ενώσεις εμφανίζονται ως αποκλειστικοί εκπρόσωποι. Πώς αιτιολογούν όμως την αγανάκτησή τους;

Πρώτη και κύρια αιτίαση: η εκτομή καθιστά αδύνατη τη γυναικεία ηδονή, την οποία οι κοινωνίες μας μετατρέπουν σε νέο άρθρο της διακήρυξης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Δεύτερη αιτίαση: η εκτομή συνιστά προσβολή της σωματικής ακεραιότητας του παιδιού.

Είναι αξιοπερίεργο ότι το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν προβλήθηκε ποτέ, ούτε και τώρα προβάλλεται, ενάντια στην περιτομή, η οποία ωστόσο συνιστά προσβολή του ιδίου τύπου. Ίσως κάποιοι ισχυριστούν ότι η περιτομή είναι μία επέμβαση ήπια που δεν επιφέρει την μείζονα όχληση που αποδίδεται στην κλειτοριδεκτομή. Δικαίως όμως ή αδίκως; Είχα έναν πολύ καλό φίλο, που καταγόταν από μία παλιά βρετονική και καθολική οικογένεια· ήταν ακλόνητα πεπεισμένος ότι η περιτομή αλλοίωνε την ποιότητα της αρσενικής ηδονής. Όσον αφορά την κλειτοριδεκτομή, οι απόψεις διίστανται. Οι γνώσεις μας για τον αντιπροσωπευτικό ρόλο των ερωτογενών ζωνών είναι τόσο ασαφείς, που θα ήταν καλύτερα να παραδεχθούμε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτε. Στη δίκη του Οκτωβρίου του 1989, ακούσαμε μία Αφρικανή γιατρό η οποία είχε υποστεί κλειτοριδεκτομή να δηλώνει ότι ποτέ δεν είχε νοιώσει μειονεκτικά από αυτή την άποψη. Πρόσθεσε επίσης ότι χρειάστηκε να έρθει στο Παρίσι για να μάθει ότι η κλειτοριδεκτομή προκαλεί ψυχρότητα στις γυναίκες …

Όπως κι αν έχει, είναι σαφές ότι, ακόμη και χωρίς επίπτωση στην ανδρική απόλαυση, η περιτομή συνιστά μια προσβολή στη σωματική ακεραιότητα του παιδιού, ένα βίαιο ίχνος που το υποχρεώνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως διαφορετικό από τα άλλα παιδιά, εξίσου όσο και η κλειτοριδεκτομή. Δεν γίνεται συνεπώς αντιληπτό γιατί το επιχείρημα που προβάλλεται στη μία περίπτωση να μην ισχύει και για την άλλη· εκτός κι αν οφείλεται στο ότι η ιουδαιο-χριστιανική μας κουλτούρα διατηρεί, μέσω της Παλαιάς Διαθήκης, μία οικειότητα με την περιτομή που την κάνει να μη μας σοκάρει και τόσο. Άμεσα για τους Εβραίους, έμμεσα για τους Χριστιανούς, η περιτομή ανήκει σε μία κοινή πολιτιστική κληρονομιά. Γι’ αυτό, και μόνο γι’ αυτό, δεν μας ενοχλεί.

Αν οι δικηγόροι στη δίκη για την εκτομή ζητούν τη γνώμη των εθνολόγων, είναι διότι πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο συστήματα υπεράσπισης. Νιώθουν τον πειρασμό να επικαλεστούν έλλειψη υπαιτιότητας, διότι είναι πεπεισμένοι, και νομίζουν ότι μπορούν να πείσουν τους δικαστές, ότι στις κοινωνίες που χαρακτηρίζονται υπανάπτυκτες τα άτομα δεν έχουν αυτεξούσιο, υπόκεινται ολοκληρωτικά στους καταναγκασμούς που ασκεί η ομάδα και άρα δεν μπορούν να κριθούν υπεύθυνοι για τις πράξεις τους. Στο έδαφος αυτό οι εθνολόγοι δεν ακολουθούν τους νομικούς. Γνωρίζουν ότι αυτός ο τρόπος να φανταζόμαστε τη ζωή στις κοινωνίες που αποκαλούνται –κακώς- πρωτόγονες ή αρχαϊκές ανήκει σε παλιότερες εποχές της σκέψης, στο 19ου αιώνα. Σε όλες τις κοινωνίες, άρα και σε αυτές, υπάρχει μεγάλη ποικιλομορφία ατομικών συμπεριφορών. Τα μέλη τους προσχωρούν λιγότερο ή περισσότερο πιστά στους κανόνες της ομάδας· κανείς, αυστηρά μιλώντας, δεν είναι ανίκανος να παρεκκλίνει απ’ αυτούς. Χάρη σε μια τέτοια υπερασπιστική γραμμή, οι δικηγόροι ίσως επιτύγχαναν να απαλλάξουν τους πελάτες τους, αλλά θα τους απαξίωναν τόσο αυτούς όσο και την κουλτούρα τους. Παραδόξως, οι συνήγοροι θα ενίσχυαν την αγαθή συνείδηση των κατηγόρων, αφού θα συνέπιπταν μαζί τους στην αναγνώριση της απόλυτης υπεροχής του πολιτισμού για λογαριασμό του οποίου ασκήθηκαν οι διώξεις, και εν ονόματι του οποίου το δικαστήριο θα απαγγείλει την απόφασή του.

Οι εθνολόγοι, αντίθετα, θα προσπαθούσαν μάλλον να κάνουν τους δικαστές να κατανοήσουν πώς κάποιες πεποιθήσεις, τις οποίες εμείς κρίνουμε βάρβαρες ή γελοίες, δικαιολογούνται για όσους τις ασπάζονται. Παντού στον κόσμο όπου ακολουθείται η κλειτοριδεκτομή και η περιτομή (και συχνά αυτά τα έθιμα πηγαίνουν μαζί), οι λόγοι στους οποίους βασίζονται φαίνεται να είναι οι ίδιοι: καθιερώνοντας τη διαφορά των φύλων, ο Δημιουργός επιτέλεσε πλημμελώς το καθήκον του· λόγω βιασύνης, αμέλειας ή διατάραξης κατά την εργασία του, άφησε στη γυναίκα ένα ίχνος αρρενωπότητας, στον δε άνδρα ένα ίχνος θηλυκότητας. Η απομάκρυνση της κλειτορίδας και της ακροβυστίας έχουν ως αποτέλεσμα να ολοκληρώνουν το ημιτελές έργο απαλλάσσοντας κάθε φύλο από μία εναπομένουσα ακαθαρσία και καθιστώντας και τα δύο σύμφωνα με τις αντίστοιχες φύσεις τους. Αυτή η μεταφυσική, αυτός ο τρόπος σκέψης δεν είναι ο δικός μας. Μπορούμε εντούτοις να αναγνωρίσουμε τη συνοχή τους και να μη φανούμε αναίσθητοι στο μεγαλείο και την ομορφιά τους.

Αντί να πετάμε τους κατηγορουμένους στον κάδο κάποιας υπο-ανθρωπότητας και, χωρίς να το θέλουμε, να επικυρώνουμε τις ρατσιστικές προκαταλήψεις, θα καταπιανόμασταν να δείξουμε ότι έθιμα που στερούνται νοήματος σε ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό σύμπλεγμα, μπορούν να διαθέτουν σε κάποιο άλλο. Διότι δεν υπάρχει κοινός πήχυς με βάση τον οποίο να μπορούμε να κρίνουμε τα συστήματα πεποιθήσεων, και ακόμα λιγότερο να καταδικάσουμε αυτό ή εκείνο. Παρεκτός και αν ισχυριστούμε –αλλά σε ποιες βάσεις;- ότι ένα μόνο εξ αυτών (το δικό μας, εννοείται) είναι φορέας οικουμενικών αξιών και πρέπει να επιβληθεί σε όλους.

Τίποτε δεν μπορεί να μας επιτρέψει να τιμωρήσουμε εν ονόματι μίας ιδιαίτερης ηθικής ανθρώπους που απλώς ακολουθούν έθιμα υπαγορευμένα από μία διαφορετική ηθική.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτά; Το συμπέρασμα δεν είναι προφανές. Ο εθνολόγος, ο ηθικολόγος κάνουν μία αντικειμενική διαπίστωση: στη χώρα μας, η κλειτοριδεκτομή προσκρούει στο κοινό αίσθημα. Το δικό μας σύστημα αξιών, το οποίο είναι άξιο σεβασμού όσο οποιοδήποτε άλλο, θα κλονιζόταν βαθιά εάν, στο ίδιο έδαφος, μπορούσαν ελεύθερα να συνυπάρχουν έθιμα που γίνονται αντιληπτά ως ασύμβατα.

Οι δίκες περί κλειτοριδεκτομής έχουν λοιπόν παραδειγματική αξία. Η ιδέα ότι μπορούμε να καταδικάσουμε είναι παράλογη. Αλλά μία ηθική επιλογή, που να δεσμεύει το μέλλον της κουλτούρας της χώρας υποδοχής, δεν μπορεί παρά να ασκηθεί μεταξύ δύο μερών: είτε να κηρυχθεί ότι κάθε πράξη που μπορεί να επικαλεστεί υπέρ αυτής το έθιμο επιτρέπεται οπουδήποτε· είτε, αλλιώς, να αποσταλούν στη χώρα καταγωγής τους όσοι εννοούν –όπως έχουν δικαίωμα- να παραμείνουν πιστοί στις συνήθειές τους, ακόμη και αν προσβάλλουν σοβαρά τις ευαισθησίες των οικοδεσποτών τους, με οποιοδήποτε κίνητρο. Η μόνη δικαιολογία που μπορεί κανείς να βρει για τις αποφάσεις του 88 και του 89, είναι ότι στα μάτια των κατηγορουμένων μία καταδίκη με αναστολή θα αποτελούσε πιθανότατα μια ποινή πιο ήπια από την απέλαση.

 

[1] Παρουσιάζουμε εδώ μεταφρασμένο ακόμη ένα απόσπασμα -μετά το Είμαστε όλοι κανίβαλοι– από το βιβλίο Nous sommes tous des cannibales (Librairie du XXIe siècle, Seuil, Paris 2013) το οποίο περιλαμβάνει άρθρα του Γάλλου ανθρωπολόγου που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στα ιταλικά στην εφημερίδα Repubblica. Πρόκειται για τα δύο πρώτα από τα συνολικά τρία μέρη ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1989 με τίτλο Problémes de société: excision et procréation assistée. Μετάφραση-σημειώσεις: Α.Γ.

[2] Η γαλλική λέξη employer σημαίνει ταυτόχρονα χρησιμοποιώ και προσλαμβάνω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s