ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ…


Υπάρχει ένας άγνωστος μέσα στο σπίτι μας
Κρύβεται στις σκιές, παραμονεύει, ακούμε την ανάσα του τη νύχτα
Χαμογελάμε για να διώξουμε τον φόβο
Κοιτάμε ο ένας τον άλλον για να πάρουμε δυνάμεις
αλλά οι δυνάμεις μας εξαντλούνται μέρα με τη μέρα
Σε έψαχνα χθες, που ήσουν;
Αργησες και φύσαγε και τρίζαν τα παντζούρια
Δε μπορώ να είμαι μόνος εδώ μέσα
Ιδιαίτερα από εκείνη τη στιγμή που αντιληφθήκαμε τον εισβολέα

Υπάρχει ένας άγνωστος μέσα στο σπίτι μας
φευγαλέα σκιά στον καθρέπτη μας κοιτά
και η μέρα που θα μας αποκαλυφθεί, κοντοζυγώνει.
Ό, τι θεωρούσα φόβο μέχρι τώρα στη ζωή μου,
δεν ήταν φόβος, αλλά κάτι άλλο.
Τώρα κατάλαβα φόβος τί σημαίνει
Σε κοιτάζω να πάρω δύναμη
τουλάχιστον απ΄τον φόβο σου.
Όμως ούτε καν οι στιγμές του φόβου μας  συμπίπτουν.
Δε μου είπες, που ήσουν χθες;

Υπάρχει ένας άγνωστος μέσα στο σπίτι μας
Δε θυμάμαι, υπήρξε εποχή που τίποτα δε μας ανησυχούσε;
Υπήρξε αυτό που ονειρευόμασταν ότι υπάρχει;
Η μήπως ήμασταν απ΄την αρχή μονάχοι;

Μήπως η πόρτα δεν έτριζε απ΄τα φαντάσματα
αλλά απ’ τις σκιές μας
που τα βράδια δραπέτευαν από τα σώματά μας
ψάχνοντας λίγες στιγμές μακρυά ο ένας απ΄τον άλλον;
Μήπως τα ποτήρια δε πέφταν κάτω απ΄τα φαντάσματα
αλλά οι σκιές τα έσπαζαν
κι έχωναν τα σπασμένα κομμάτια ο ένας στην καρδιά του άλλου;
Μήπως τα φώτα δεν ανοιγόκλειναν απ΄τα φαντασματα
αλλά ήταν οι σκιές που τα έσβηναν, όταν τα ανοίγαμε,
για να πάψουμε να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον;
Μήπως ο φόβος δεν είναι φόβος
αλλά θλίψη για αυτό που χάθηκε τόσο δυνατά κι άδοξα
που αναρωτιόμαστε αν ήταν ποτέ εδώ;

Υπάρχει ένας άγνωστος μέσα στο σπίτι μας
Φτιαγμένος απ΄τη θλίψη,
από τα παράπονα που έπαψαν να αρθρώνονται
κι αποσύρθηκαν σκυμένα στη σιωπή,
απ΄τη σιωπή και την οργή που ξοδεύτηκε
και σώματα δίχως σκιές
παλινωδίες της ντροπής
τραγούδια σε άγνωστη πια γλώσσα
να μας υπενθυμίζουν την ασυνεννοησία
σπασμένα γυαλιά που περπατούσαμε
πόδια που μάτωναν απ΄τις ψεύτικες υποσχέσεις
καρδιές που μάτωναν απ΄το σπασμένο γυαλί του άδειου βλέμματος
χείλια που πάγωναν απ’ τα απομεινάρια των φιλιών μας
μαχαίρια και φωτιές και γράμματα που γράφαμε οι ίδιοι στον εαυτό μας
με την ελπίδα ότι ο άλλος θα έμπαινε στην περιέργεια να τα διαβάσει
σκισμένα γράμματα και δακρυσμένες λέξεις και πεθαμένα ηφαίστεια
και μάταιες προσευχές
και ένα χθες που κανείς δε μπορεί να αναγνωρίσει
ένα παρόν που κανείς δε μπορεί να αγαπήσει
κι ένα αύριο που έρχεται να μας συνθλίψει

ποιός θα προλάβει πρώτος να προδώσει;
Μήπως αργήσαμε ακόμα και για αυτό;

Υπάρχει ένας άγνωστος μέσα στο σπίτι μας
Υπάρχει ένας φόβος
Υπάρχει ένας φόνος, πού είναι ο φονιάς;
Υπάρχει ένας πόνος, που είναι η σωρός;
Υπάρχει μία απορία, ποιός είναι ο εχθρός;
Στερεύουν τώρα οι απορίες, στερεύει κι ο καημός
στέρεψε και η λάβα και το αίμα και το αλλιώς
στα ίδια τώρα μένουμε
κι ο άγνωστος θα φύγει
ίσως, πού ξέρεις, αύριο
μια νέα μέρα αρχίζει


Aπό: http://celinathens.blogspot.com/

Η κλειτοριδεκτομή και οι εθνολόγοι…


του Κλωντ Λεβί-Στρως[1]

Εδώ και κάποιες δεκαετίες, οι σχέσεις ανάμεσα στους εθνολόγους και τους λαούς τους οποίους μελετούν έχουν βαθιά μεταβληθεί. Χώρες που ήταν άλλοτε αποικίες, σήμερα ανεξάρτητες, προσάπτουν στους εθνολόγους ότι παρεμποδίζουν την οικονομική τους ανάπτυξη ενθαρρύνοντας την επιβίωση παλαιών εθίμων και παρωχημένων πεποιθήσεων. Σε λαούς που διψάνε για εκσυγχρονισμό, η εθνολογία εμφανίζεται ως η τελευταία ενσάρκωση της αποικιοκρατίας· της εκφράζουν δυσπιστία, αν όχι και εχθρότητα.

Αλλού, οι ιθαγενείς μειονότητες που υφίστανται στο πλαίσιο μεγάλων σύγχρονων εθνών –Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών, Αυστραλίας, Βραζιλίας- απέκτησαν οξυμένη συνείδηση της εθνοτικής τους προσωπικότητας, των ηθικών και νομικών τους δικαιωμάτων. Οι μικρές αυτές κοινότητες δεν δέχονται πλέον να τις μεταχειρίζονται ως αντικείμενα μελέτης οι εθνολόγοι, τους οποίους βλέπουν ως παράσιτα, και μάλιστα ως εκμεταλλευτές στο διανοητικό επίπεδο. Με την επέκταση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο αριθμός των κοινωνιών που διατήρησαν έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής, και στις οποίες μπορούν ακόμη σήμερα να «βοσκάνε» οι εθνολόγοι, μειώθηκε κατά πολύ. Το ίδιο διάστημα, ο συρμός των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών την επαύριο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου πολλαπλασίαζε τον αριθμό των ερευνητών. Ήδη πριν από πενήντα χρόνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες, έλεγαν χάριν αστειότητας ότι η ινδιάνικη οικογένεια αποτελείται από τουλάχιστο τρία άτομα: το σύζυγο, τη γυναίκα και τον εθνολόγο … Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη έκτοτε, και διάφορες ομάδες ιθαγενών, που απηύδησαν να γίνονται λεία των εθνολόγων, αγανακτούν. Για να μας επιτρέψουν να εισέλθουμε στους καταυλισμούς τους, κάποιοι απαιτούν να συμπληρώσουμε κάθε είδος εγγράφου που κρίνουν σκόπιμο. Άλλες απλούστατα απαγορεύουν την εθνογραφική έρευνα: μπορούμε να τις επισκεφθούμε με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού ή του υγιεινολόγου, υπό την προϋπόθεση να δεσμευτούμε εγγράφως ότι δεν θα θέσουμε καμία ερώτηση σχετικά με την κοινωνική τους οργάνωση ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Πληροφορητές φτάνουν στο σημείο να δηλώσουν ότι δεν θα διηγηθούν ένα μύθο παρά μόνο αφού συναφθεί με όλους τους τύπους συμβόλαιο που να τους αναγνωρίζει την πνευματική ιδιοκτησία επ’ αυτού.

Συνέχεια

ΨΕΚΑΣΜΕΝΟΠΟΛΙΤΙΚΗ…


night-television-tv-theme-machines-960x640.jpg

Θάνος Ανδρίτσος

Σκέψεις που γεννήθηκαν μπροστά στο ψηφιακό παράλογο

Δεν περηφανεύομαι ότι καταλαβαίνω τα πάντα. Για την ακρίβεια όλο και περισσότερο αισθάνομαι να καταλαβαίνω όλο και λιγότερα.

Ίσως να φταίει η αδυναμία μου να συγκρατήσω πια όλη την πληροφορία που περνά μπροστά από την οθόνη μου.

Για παράδειγμα δεν μπορώ να καταλάβω πραγματικά τη φάση με τον Σώρρα, τα 500 δισεκατομμύρια, την ιστορία με ένα δικαστήριο, τη σχέση με μια δολοφονία και με αυτό το αστείο βίντεο με τον παπά. Κατανοώ ότι υπάρχει μια εξήγηση, είδα διάφορα κείμενα αναρτημένα, αλλά νομίζω ότι κάτι χάνω. Δεν είναι μόνο ότι βαριέμαι να διαβάσω, αλλά κυρίως δεν μπορώ να προλάβω όλα αυτά τα θέματα που με τόση ένταση προκύπτουν κάθε μέρα στα κοινωνικά δίκτυα. Νομίζω ότι το μυαλό μου δεν μπορεί κάπως να τα επεξεργαστεί.

Δε θέλω να πω για τη νέα εποχή και τα facebook και αυτά. Τη βαριέμαι λίγο και αυτή την κουβέντα. Ξέρω ότι μπορείς να προστατευτείς, να αποδράσεις λίγο από αυτή τη συγχρονία, αν το επιθυμείς. Έχω αρχίσει να το κάνω κι εγώ περισσότερο.

Δεν ήμουν από την πρώτη γενιά «ιντερνετάκηδων», ωστόσο από σχετικά νωρίς  μπήκα στον κόσμο του «αριστερού» διαδικτύου. Το indymedia, το πολιτικό καφενείο που μπαίναμε μικροί. Στα πρώτα χρόνια της κρίσης είχαμε την άνοδο των blogs, και μετά είδαμε το μαρασμό τους και το μετασχηματισμό κάποιων προσπαθειών σε νέα μονοπάτια. Είχα από σχετικά νωρίς λογαριασμούς σε διάφορα κοινωνικά δίκτυα. Πολλές φορές συμμετείχα κι εγώ σε αυτήν την πλημμύρα μπουρδολογίας και ατελείωτων τσακωμών σε site ή ατομικά προφίλ, και προσπαθώ να το σταματήσω.

Μπορεί να είναι το δικό μου μπούχτισμα, όμως αισθάνομαι ότι πλέον είμαστε σε ένα διαφορετικό στάδιο που τις χειρότερες μέρες του δεν έχουμε δει. Σε μια αρχική φάση, τα νέα μέσα έδωσαν τη δυνατότητα στις δυνάμεις του κινήματος και της Αριστεράς, να πολλαπλασιάσουν το λεξιλόγιο των μορφών παρέμβασής τους και να απευθυνθούν σε πολύ μεγαλύτερα ακροατήρια. Με τη σχετική νεανικότητα και δημιουργικότητα που υπάρχει στον κόσμο του αγώνα, φτιάχτηκαν αρκετά γρήγορα διάφορα εργαλεία ενημέρωσης, αντιπληροφόρησης, ιδεολογικής αναζήτησης και συγκροτήθηκαν μικρότερες ή μεγαλύτερες κοινότητες. Προσωπικά δεν είμαι από τους ανθρώπους που τις υποτίμησαν ποτέ αυτές τις ηλεκτρονικές παρέες.

Στην εξέλιξη των πραγμάτων, τα ίδια εργαλεία έγιναν συχνά η αρένα για «ενδο-αριστερές» μονομαχίες, συχνά ιδιαιτέρως θλιβερές. Δε μπορώ να κουνήσω το δάχτυλο σε κανένα και καμία που συμμετείχε. Παρά τη σφοδρότητα και τον προσωπικό τόνο που μπορεί να έπαιρναν, αποτελούσαν ένα ακόμα πεδίο μια ζωντανής αναμέτρησης, που είχε, υποστηρίζω, και θετικές πλευρές.

Σήμερα, έχουμε ξεπεράσει πια και τους εμφυλίους, έχουμε ξεπεράσει και την αυταρέσκεια και την υπερπροβολή. Σήμερα, από την οθόνη μας ξεχειλίζει η αηδία. Μια αηδία κραταιά, που φεύγει από τα timeline και σφίγγει όλο μας το κορμί, χαλάει τη σκέψη και τη διάθεσή μας, μαραζώνει την καρδιά μας.Ένα ηλεκτρονικό ψέκασμα. Είμαστε όλες και όλοι ηλεκτρονικά ψεκασμένοι.

Κάποιοι θα αναγνωρίσουν στην ήττα της Αριστεράς και στο αλληλοφάγωμα τα αίτια της κατάστασης αυτής. Κάποιες θα αναδείξουν σωστά ότι πλέον έχει αυξηθεί και ο αριθμός των χρηστών του διαδικτύου και άρα προσεγγίζει όλο και περισσότερο την πραγματικότητα του γενικού πληθυσμού. Και σίγουρα, για το πόσο επηρεάζεσαι φταις και εσύ, μαζοχιστή εαυτέ μου, που πάλι άφησες ένα βιβλίο στη μέση, δεν πήγες για ένα ποτό, δεν κοιμήθηκες μια ώρα παραπάνω για να κυλήσεις πάλι σε αυτό το ναρκωτικό που σε κατατρώει μέσα από το κινητό ή το λαπτοπ σου.

Δεν ξέρω τις αιτίες, αλλά δε θέλω να σταματήσω την περιγραφή.

Πριν λίγες μέρες πέτυχα ένα από τα πιο αηδιαστικά άτομα που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, ευτυχώς όχι από την πολιτική μου δράση, να σχολιάζει μια ανάρτηση συντροφικού μου προσώπου. Δεν ήταν κάτι τρομερό, αλλά ήμουν σίγουρος ότι δε γνωρίζονταν. Αν συναντιόντουσαν έξω από το facebook θα είχαν έστω και την παραμικρή σχέση; Θα θεωρούσαν ότι έχει νόημα να συζητήσουν για οτιδήποτε; Ποιοι είναι οι διάλογοι που αναπτύσσουμε; Με ποιους ανθρώπους; Τι είδους κοινότητες και συζητήσεις συγκροτούνται;

Όντας όλοι και όλες ηλεκτρονικά ψεκασμένοι/ες, και η πολιτική που παράγεται αρχίζει να απευθύνεται πια σε ψεκασμένους. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου κατήγγειλε δημόσια στον ΣΚΑΙ, απόπειρα δωροδοκίας συνεργάτη της με πρόσχημα ένα μάθημα ορθοφωνίας και απόδειξη μια συνομιλία στο facebook. Έκατσα να σκεφτώ, αν πράγματι το πιστεύει, αν έχει χάσει κάθε λογική, αν παίζεται κάτι βαθύτερο, αν, αν, αν. Επειδή δε μπορώ εύκολα να πιστέψω σε κάποια φοβερή σκευωρία, νομίζω ότι ο λόγος είναι ότι κάνει πολιτική για ψεκασμένους.

Και δεν είναι μόνο αυτή. Όσο περνά ο καιρός, όσο θολώνουν οι κρίσεις και οι διαχωριστικές, όλα γίνονται ψεκασμένα. Τα μισά ειδησεογραφικά μέσα αναπαράγουν αποκαλύψεις ΣΟΚ με τιποτένιες ειδήσεις. Ακόμα και τα αριστερά site αναπαράγουν τέτοιου είδους «ειδήσεις». Η ψεκασμενοπολιτική παράγεται σχεδόν από παντού, σαν δημοσιογραφία, σαν πολιτική, σα συνδικαλισμός. Την κάνει η μνημονιακή κυβέρνηση, ειδικά με διάφορα μέσα τύπου Βαξεβάνη, την κάνει προφανώς η μνημονιακή αντιπολίτευση, την κάνουν τα ακροδεξιά μέσα, την κάνουν φοβάμαι, συχνά, και αριστεροί/ες.

Αποκαλύψεις του τίποτα, διάλογοι σε inbox, ατομικές σταυροφορίες, δηλώσεις, εξυπνάδες, απαντήσεις και καταγγελίες σε ατομικά προφίλ, εμπλοκή όλων με τα πάντα, συζητήσεις σε τοίχους, βλακείες, βλακείες, βλακείες, ψέκασμα. Διαρκές ψέκασμα.

Είναι πολλές φορές που αισθάνεσαι ότι βασιλεύει η βλακεία. Κι όμως. Κάνεις λάθος.

Βλέπουμε τόσους και τόσες ψεκασμένες επειδή γινόμαστε σιγά σιγά κι εμείς. Επειδή παράγουμε λόγο σα να είμαστε ή να απευθυνόμαστε σε ψεκασμένους. Με μια έξυπνη ατάκα, με κάτι σοκαριστικό, με κάτι εύκολο.

Κι όμως. Εδώ που είμαστε, δεν είμαστε από τους ψεκασμένους, όσοι και αν είναι αυτοί. Δε μας έφεραν εδώ οι χαζοί, οι έξυπνοι μας φέρανε. Καθηγητές πανεπιστημίου, γάτες πολιτικάντηδες.

Για την ήττα της Αριστεράς και του κινήματος δε φταίνε οι ψεκασμένοι. Φταίνε οι ηττημένες ρεφορμιστικές στρατηγικές, φταίνε τα όρια του κινήματος, φταίει η αδυναμία ενός αποτελεσματικού σχεδίου ρήξης. Και η πολιτική που θα μας βγάλει από το βούρκο δε θα είναι ψεκασμένη. Θα είναι ένα σύγχρονο, αναγκαίο και λογικό, απελευθερωτικό πρόταγμα.


Από:http://k-lab.zone/psekasmenopolitiki/

Το εργοστάσιο του φόβου…


terror Florida airport

Η δολοφονία 5 ατόμων και ο τραυματισμός άλλων 8 από «άγνωστης ταυτότητας» (ως αυτή τη στιγμή) killer στο αεροδρόμιο της Florida φρεσκάρει αυτό που έχει αρχίσει να γίνεται, όλο και πιο συστηματικά, κοινοτοπία στον πρώτο κόσμο: ο θάνατος είναι της μόδας. Με την τελευταία λέξη εννοούμε όχι μόνο αυτό που συμβαίνει αλλά, κυρίως, αυτό που προβάλλεται, διαφημίζεται, τονίζεται. Παρότι η πιθανότητα να πεθάνει κανείς με βίαιο τρόπο λόγω «τρομοκρατικής ενέργειας» παραμένει πολύ μικρότερη σε σχέση με τις αιτίες των άλλων «συνηθισμένων» βίαιων θανάτων στο πρώτο κόσμο (συμπεριλαμβανόμενων των αυτοκτονιών), είναι αυτός που προβάλλεται παραδειγματικά. Όχι αναίτια. Αρκεί η σύγκριση της προβολής του βίαιου θανάτου των Άλλων: αυτών που πνίγονται άλλοτε στην κεντρική και άλλοτε στην ανατολική Μεσόγειο, προσπαθώντας να φτάσουν στην αυτοκρατορία των δικών μας φόβων.

Συνέχεια

Το έθνος του Skype…


Του Φάνη Βαρτζόπουλου*

Το νούμερο ακούστηκε σαν κακόγουστο αστείο.

Σύμφωνα με την Tράπεζα της Ελλάδος από το 2008 έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό σχεδόν τριακόσιες χιλιάδες Έλληνες. Διαφορετικές πηγές παρουσιάζουν άλλους αριθμούς (από διακόσιες χιλιάδες ως μισό εκατομμύριο) ωστόσο κανείς δεν αμφισβητεί την κλίμακα του φαινομένου.

Η πλειοψηφία αφορά ανθρώπους ηλικίας 25-39 ετών, με τριτοβάθμια εκπαίδευση και εργασιακή εμπειρία. Είναι σήμερα δύσκολο να βρει κανείς ελληνική οικογένεια με την ευρύτερη έννοια η οποία να μην έχει ένα τουλάχιστον  μετανάστη. Η τραγικότητα της μετανάστευσης είναι φυσικά άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική παράδοση. Η χώρα διατρέχει την τρίτη μεγάλη περίοδο φυγής από την αρχή του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα.

Η κοινωνία του Skype δημιουργεί νέα ήθη και έθιμα. Καθώς τα χρόνια περνούν η πραγματική Ελλάδα για τους μετανάστες συνοψίζεται σε ένα σύντομο καλοκαιρινό πέρασμα.

Η κοινωνία του Skype δημιουργεί νέα ήθη και έθιμα. Καθώς τα χρόνια περνούν η πραγματική Ελλάδα για τους μετανάστες συνοψίζεται σε ένα σύντομο καλοκαιρινό πέρασμα.

Η ανθρωπογεωγραφία της σύγχρονης μετανάστευσης χαρακτηρίζεται από τρεις διακριτές ομάδες. Στην πρώτη ανήκουν συχνά οι απόγονοι των πιο εύπορων οικογενειών, για τους οποίους το εξωτερικό είναι είτε απλά μία εμπειρία είτε μία επιλογή ζωής σε ένα περιβάλλον καταναλωτικής ευωχίας το οποίο αρμόζει περισσότερο στα σικ γούστα και την ασφυκτιούσα στα βαλκάνια εκλεπτυσμένη ανατροφή τους.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά άτομα μεσοαστικής συνήθως καταγωγής με προσόντα, τα οποία φεύγουν για μία καλύτερη μοίρα με αμιγώς οικονομικά κριτήρια για δουλειές στο αντικείμενό τους δίχως συχνά να επιθυμούν την αποχώρηση τους.

Η τελευταία κατηγορία εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια και είναι αποτέλεσμα της εμβάθυνσης και εμπέδωσης της κρίσης. Αφορά ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν συνήθως εξειδικευμένες γνώσεις και είναι διατεθειμένοι να αναζητήσουν εργασία με πολύ χαμηλότερο εισόδημα, αφού στην  Ελλάδα αντιμετωπίζουν ακόμα και θέματα επιβίωσης. Το τραγικό είναι ότι στη Δύση αυτά τα επαγγέλματα (καθαριστές, σερβιτόροι, υπηρετικό προσωπικό, αισθητικοί κτλ) καλύπτονταν παραδοσιακά από μετανάστες του Τρίτου Κόσμου των οποίων οι συγγενείς κατοικούν σε πολλές από τις γειτονιές της Αθήνας και των άλλων ελληνικών πόλεων.

Συνέχεια

Η Σκέψη του Μάρεϋ Μπούκτσιν για την Οικονομία…


Η Σκέψη του Μάρεϋ Μπούκτσιν για την Οικονομία

 Μάκης Κορακιανίτης

Ο Μπούκτσιν έχει κάνει μια ενδελεχή κριτική και έχει περιγράψει αναλυτικά τις σύγχρονες  μορφές καταδυνάστευσης και εξαχρείωσης των ανθρώπων από το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα -τον κρατικό καπιταλισμό- που τον περιγράφει  ως εξής: «η «ελεύθερη αγορά» συγχωνεύτηκε με τον οικονομικό σχεδιασμό, η ατομική ιδιοκτησία με την εθνικοποιημένη ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός με τον ολιγοπωλιακό έλεγχο της παραγωγής και της κατανάλωσης, η οικονομία με το κράτος» (Ο Μαρξισμός σαν Αστική Κοινωνιολογία, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος).

Ο καπιταλισμός επεκτείνοντας σε όλες τις όψεις της ανθρώπινης ζωής τη λογική της εμπορευματοποίησης έχει απογυμνώσει  τον άνθρωπο και τον κοινωνικό του κόσμο από κάθε άλλο περιεχόμενο πέρα από τις ωμές σχέσεις συναλλαγής κι έχει οδηγήσει σε μαρασμό θεσμούς και σχέσεις που βασίζονται στην αλληλοβοήθεια, την αλληλεγγύη, τη συνεργασία και τη δημιουργική προσπάθεια.

Όπως ακριβώς αυτό το οικονομικό σύστημα εξαρθρώνει τα  οικοσυστήματα της φύσης για να τα μετατρέψει σε εμπορεύσιμη ύλη, κατά τον ίδιο τρόπο ερημοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις, τις υποβαθμίζει σε σχέσεις ανταλλαγής απλοποιώντας την ανθρώπινη ζωή και υποβιβάζοντάς την στο επίπεδο του πράγματος. Ή -για να το πούμε με τη γλώσσα της κοινωνικής οικολογίας-  ο καπιταλισμός καταστρέφει το πολυσύνθετο κοινωνικό οικοσύστημα  και, όπως το θέτει ο Μπούκτσιν «απλοποιεί κυριολεκτικά την κοινωνική ζωή στο επίπεδο του ανόργανου» (Ο Μαρξισμός σαν Αστική Κοινωνιολογία).

Ο Μπούκτσιν «δανείζεται» στην κοινωνική κριτική του μια περιγραφή από το χώρο της οικολογίας για να καταδείξει την έκταση του προβλήματος, αφού σημειώνει ότι «έχω τονίσει αλλού ότι από οικολογική άποψη το σημαντικότερο δεν είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος, αλλά η απλοποίηση του περιβάλλοντος… Ο καπιταλισμός καταστρέφει κυριολεκτικά το έργο της οργανικής εξέλιξης… υπονομεύει τα πολυσύνθετα οικοσυστήματα που δημιουργούν τις τοπικές διαφορές… αντικαθιστά ένα σύνθετο οργανικό περιβάλλον με ένα απλοποιημένο ανόργανο» (Ο Μαρξισμός σαν Αστική Κοινωνιολογία).

Συνέχεια