Πάολο Βίρνο: Η φρίκη των πατρίδων…


Για να βρούμε μία άκρη μέσα στην απερίγραπτη σύγχυση των «ριζών», θα ήταν χρήσιμο να στραφούμε ένα σύντομο δοκίμιο του Φρόιντ, το Ανοίκειο. Στις σελίδες του λέγεται ό,τι είναι αναγκαίο να ειπωθεί σχετικά με τις επικλήσεις της «καταγωγής» (του έθνους, της εθνότητας, των πολιτιστικών παραδόσεων κ.λπ.) οι οποίες κατά καιρούς κατακλύζουν τη μεταμοντέρνα μητρόπολη.

Ο Φρόιντ παρατηρεί ότι ο γερμανικός όρος heimlich, με τον οποίο δηλώνεται ό,τι «παραπέμπει στην εστία» και μεταδίδει μια αίσθηση οικειότητας, «αναπτύσσει το νόημά του κατά τρόπο αμφίσημο, σε σημείο να συμπίπτει τελικά με το αντίθετό του: το unheimlich» [Freud 1919: 277]. Το οικείο μετατρέπεται σε ανησυχητικό, το προστατευτικό είναι ταυτόχρονα απειλητικό, η πολυπόθητη ρίζα αποκαλύπτεται δυσοίωνη παγίδα. Καθοδηγημένος από τη μητρική του γλώσσα (χρησιμοποίησε το λεξικό που συνέταξαν οι αδελφοί Γκριμμ, οι συγγραφείς παραμυθιών που τα ίδια αποτελούν αξιοθαύμαστα παραδείγματα για τη διαλεκτική τού heimlich), ο Φρόιντ ερμηνεύει τον τρόμο που μας καταλαμβάνει μπροστά στο «ανησυχητικό» (για παράδειγμα, στα φαντάσματα) ως μια τραυματική αντίδραση στο «οικείο» που, απρόσμενα, επιστρέφει με αλλαγμένα ρούχα. Το αντιληπτικό και συναισθηματικό περιεχόμενο τις παλαιάς οικειότητας και της τωρινής φρίκης είναι ταυτόσημο, μόνο που το ειδύλλιο έχει μεταμορφωθεί σε εφιάλτη.

Το ζεύγος heimlich/ unheimlich, σύνηθες/ επίφοβο, θα άξιζε να βρίσκεται στο κέντρο του σύγχρονου ηθικού στοχασμού. Για να πειστούμε γι’ αυτό, αρκεί να θυμηθούμε ότι ο όρος ἦθος [ethos], με τη σειρά του, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά «συνήθεια» [abitualità]. Αν εμπιστευθούμε την σοφία του έτυμου, η ηθική στην πραγματικότητα δεν είναι η μορφή ζωής που περιβάλλεται από «αξίες» και από το «δέον είναι», παρά εκείνη που διαθέτει την ευκολία των ενδεδειγμένων συνηθειών, με τις οποίες το άτομο συνδέεται άρρηκτα. Με τη διαφορά ότι, σήμερα, τίποτα δεν είναι τόσο παράδοξο και εκκεντρικό, εν τέλει ασυνήθιστο, από τη διεκδίκηση μιας στέρεης «συνήθειας» που να προσανατολίζει με σιγουριά το βλέμμα και τη δράση. Τίποτα δεν ηχεί τόσο λάθος. Και τόσο δυσοίωνο. Και τόσο ανησυχητικό.

Είναι γνωστό: το «κυρίαρχο πάθος» της καπιταλιστικής νεωτερικότητας υπήρξε να ξεριζώσει μία προς μία όλες τις ρίζες, να καταστρέψει τις παραδοσιακές κοινότητες, να αντικαταστήσει τις συνήθειες με τηνεπανάληψη (αν όχι με τον καταναγκασμό της επανάληψης). Στο εκτυφλωτικό φως της τεχνικής και, γενικά, της καθολικότητας των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, εξαφανίζονται τα μονοπάτια που κρύβονται στο ημίφως τού heimlich. Τα πάντα είναι πασίγνωστα, αλλά και ξένα· χωρίς μυστικά, κι ωστόσο απρόβλεπτα. Ακριβώς τώρα σε αυτή τη συνθήκη ανεπανόρθωτου ξεριζώματος είναι που επιστρέφουν απρόσμενα μορφές αταβιστικής ένταξης, προστατευτικές διευθετήσεις, ταυτότητες παρόμοιες με έναν προορισμό.

Θα ήταν λάθος να νοήσουμε τέτοιες παλινδρομήσεις ως την «ρομαντική» αντίσταση που προβάλλουν οι λάτρεις μιας παραδοσιακής τάξης πραγμάτων: από την τάξη αυτή δεν υφίσταται πλέον καμία άμεση μνήμη. Εδώ και καιρό ο «εκσυγχρονισμός» επαναστατικοποιεί μόνο χώρους εμπειρίας που ήδηαντιδιαστέλλονταν από συμβάσεις και τεχνάσματα, που ήδη είχαν επενδυθεί με αιφνίδιες καινοτομίες. Η επίκληση οικείων ριζών είναι αυτή η ίδια υπερ-μοντέρνα: όσο πιο κραυγαλέα, τόσο πιο παραπλανητική. Πρόκειται για ένα «αίμα και χώμα» από πλαστικό, για αρχαϊσμούς τού σούπερ μάρκετ, για απομιμήσεις καταγωγής. To heimlich που ήταν μια φορά επιστρέφει ως μηντιακό πογκρόμ, εθνοτική υπερηφάνεια κατά παραγγελία, μεταβιομηχανική καθυπόταξη των σωμάτων: άρα, ως unheimlich. Όποτε κάποιος δοκιμάσει να πει: πατρίδα, κοινότητα, αυθεντική ζωή, βγαίνουν κραυγές διαπεραστικές και τρομακτικές, αντάξιες ενός revenant[1]. Η σύμμιξη του οικείου και του επίφοβου είναι πλέον συστηματική: για το πρώτο μαθαίνουμε μόνο όταν προσκρούει πάνω στο δεύτερο.

O Jean Améry (ψευδώνυμο του Hans Mayer, Αυστριακού Εβραίου που διέφυγε στο Βέλγιο για να γλιτώσει από τους Ναζί, στη συνέχεια αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε, εκτοπίστηκε στα στρατόπεδα) αφιερώνει ένα κεφάλαιο του βιβλίου του Διανοούμενος στο Άουσβιτς στο ερώτημα «Πόση πατρίδα έχει ανάγκη ο άνθρωπος;» [Améry 1966: 83-109]. Όπου, προφανώς, «πατρίδα» δεν είναι το έθνος-κράτος, αλλά ο συνήθης τόπος στον οποίο μεγαλώσαμε, η Heimat (ουσιαστικό από το οποίο ακριβώς προκύπτει το επίθετο heimlich).

Μέσα σε λίγες σελίδες, ο Αμερύ σκιαγραφεί μία αξιοθαύμαστη φαινομενολογία της εξορίας. Ο ξεριζωμός είναι βάναυσος, ιδίως για όποιον δεν θρησκεύεται (η πίστη των πατέρων είναι μία Heimat σε ρεζέρβα, και μάλιστα φορητή), ούτε έχει χρήματα (τα λεφτά μπορούν να σου εξασφαλίσουν νέες ρίζες), ούτε χαίρει τεράστιας φήμης. Η μετανάστευση μοιάζει από πολλές απόψεις με μία πρόωρηγήρανση. Είναι η προβολή σε κοινωνική κλίμακα χαρακτηριστικών τυπικών για την ατομική παρακμή, αρχίζοντας από την αίσθηση ότι «δεν καταλαβαίνουμε πια τον κόσμο». (Παρεμπιπτόντως: πολλές σελίδες του βιβλίου τού Αμερύ για τα γηρατειά, Εξέγερση και παραίτηση [Améry 1968], πρέπει να διαβαστούν ως συμπλήρωμα στο κεφάλαιο για την απώλεια της Heimat στο Διανοούμενος στο Άουσβιτς. Και το αντίστροφο). Στο Βέλγιο, ο Αμερύ υποφέρει από ανίατη «αστάθεια»: δεν προσανατολίζεται καλά στο άμεσο περιβάλλον του, έχει χάσει αυτή την ενστικτώδη ικανότητα διάκρισης που, μόνη αυτή, μπορεί να προστατεύσει από το τυχαίο. Στις χειρονομίες των άλλων δεν ξέρει με την πρώτη ματιά να ξεχωρίσει την γαλήνια αδιαφορία από την ενδεχόμενη απειλή· του διαφεύγουν οι πολιτισμικές τελετουργίες που τελούνται μπροστά στα μάτια του, δεν «πιάνει» τις προφανείς παραπομπές σε ένα κοινό υπόβαθρο, ατροφεί η αίσθησή του για τις αποχρώσεις.

Η διάγνωση του Αμερύ περί εξορίας είναι αρκετά αντίστοιχη (και ο συγγραφέας το γνωρίζει αυτό) προς μία περιγραφή της κοινής μητροπολιτικής εμπειρίας, και ειδικότερα της κατάρρευσης που προκαλεί η διαρκής μετάλλαξη των τρόπων εργασίας και επικοινωνίας στις συνειδήσεις και στις αισθήσεις. Ιδίως σήμερα, μπροστά στη μεταφορντική ελαστικότητα της δουλειάς και της κατοικίας, ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι σίγουρος για τον εαυτό του και για το πού θα βρίσκεται αύριο; Ποιος μπορεί να επικαλεστεί ένα δίχτυ προστασίας ενάντια στο αστάθμητο και στις προσκρούσεις πάνω στο «νέο»; Ξένο το Βέλγιο για τον πρόσφυγα Αμερύ, ξένο το μητροπολιτικό τοπίο για όποιον έχει παρόλα αυτά εθιστεί σε αυτό και δεν θα μπορούσε να ζήσει κάπου αλλού.

Αν η εξορία μάς φτωχαίνει, ανατριχιαστική από την άλλη αποβαίνει η νοσταλγία για τον υποτιθέμενο πλούτο της «καταγωγής». Σε σχέση με αυτό, ο Αμερύ αφηγείται ένα παραδειγματικό επεισόδιο. Το 1943, ο συγγραφέας και οι φίλοι του στην αντίσταση χρησιμοποιούσαν ένα διαμέρισμα δίπλα σε ένα άλλο όπου έμεναν κάποιοι στρατιώτες των Ες Ες. «Μια μέρα ένας Γερμανός […] ενοχλήθηκε στον μεσημεριανό του υπνάκο από τις κουβέντες και τις ασχολίες μας. Ανέβηκε τις σκάλες, χτύπησε θορυβωδώς την πόρτα και διάβηκε έξαλλος το κατώφλι». Με ξεκούμπωτη στολή, μάτια κοκκινισμένα από τον ύπνο, ο φαντάρος δεν είχε έρθει για να κάνει έρευνα, αλλά για να απαιτήσει ησυχία. Και εδώ έρχεται η κορύφωση:

Η διαμαρτυρία του –και για μένα αυτή ήταν η πιο επίφοβη (unheimlich) πλευρά του πράγματος- διατυπώθηκε στη διάλεκτο της περιοχής μου. Εδώ και πολύ καιρό δεν είχα ακούσει αυτή την προφορά, και αυτό μου προκάλεσε την τρελή επιθυμία να του απαντήσω στην ίδια διάλεκτο. Βρισκόμουν σε μία παράδοξη, σχεδόν διεστραμμένη, κατάσταση, που περιείχε τεράστιο φόβο και, ταυτόχρονα, απρόοπτη, οικεία (heimlich) εγκαρδιότητα, διότι αυτός ο τύπος […] μου φάνηκε ξαφνικά σαν ένας δυνάμει σύντροφος. Δεν θα ήταν αρκετό να του απευθυνθώ στη γλώσσα του, στη γλώσσα μου, για να γιορτάσουμε μετά μεταξύ συμπατριωτών, με ένα μπουκάλι καλό κρασί, μια γιορτή συμφιλίωσης; [Améry 1966: 93-94][2].

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Αμερύ καταλαβαίνει μια για πάντα πόσο αποκρουστική είναι η αίσθηση της Heimat. Ακόμα περισσότερο: διαισθάνεται ότι δεν υπήρξε ποτέ κανένας συνήθης τόπος, και το να λυπόμαστε γι’ αυτό είναι μία αυτοκαταστροφική απάτη («Τα ταξίδια μας ήταν ταξίδια ‘προς την πατρίδα’ με πλαστά έγγραφα και κλεμμένα γενεαλογικά δέντρα» [ό.π. σ. 96]). Όποιος ψάχνει ρίζες, αργά ή γρήγορα θα συγκινηθεί από τη διάλεκτο ενός Ες Ες. Ένα είδος συγκίνησης προς το οποίο πάντοτε τείνει όποιος, στη σύγχρονη μητρόπολη, καλλιεργεί το όνειρο μιας μικρής φαντασιακής πατρίδας που πρέπει πάση θυσία να αναζωογονήσουμε.

Καλύτερα να παραμείνουμε στην ηθική και αισθητηριακή πενία που είναι εγγενής στην εξορία ή στον κοινωνικό ξεριζωμό, παρά να τρέφουμε εικόνες μιας «οικειότητας» φορτωμένης με ανησυχητικές υποσχέσεις. Αλλά … υπάρχει ένα «αλλά». Παρόλα αυτά, είναι μάταιο (και μακροπρόθεσμα επικίνδυνο) να ξεφορτωθούμε με ένα σήκωμα των ώμων την απαίτηση για έναν συνήθη τόπο. Αυτό ο Αμερύ το γνωρίζει καλά. Αφού αποφύγουμε με προσοχή όλες τις παγίδες της νοσταλγίας, παραμένει πάντως η «ανάγκη να ζήσουμε ανάμεσα σε πράγματα που μας αφηγούνται ιστορίες» [ό.π. σ. 104], να πειραματιστούμε με μία αισθητηριακή άνεση σε σχέση με τον ζωτικό μας περίγυρο.

Το παιχνίδι παίζεται πάνω σε μία λεπτή κορυφογραμμή: η εν λόγω άνεση είναι ένα ιστορικό στοίχημα, όχι ένα προ-εγγυημένο κτήμα. Ένα έργο που βρίσκεται μπροστά μας, όχι μία κληρονομικότητα. Ακόμα καλύτερα: είναι μία εμπειρία που μπορεί να προκύψει μόνο από μια εξορία στο Βέλγιο ή από έναν ολοκληρωτικό μητροπολιτικό ξενιτεμό. Τη συνήθεια, δηλαδή το ἦθος, πρέπει να το νοήσουμε ως αυτό που βρίσκεται στους αντίποδες των «ριζών», και που καταφέρνουμε να το δούμε μόνο όταν τελικά έχει εξαφανιστεί κάθε ίχνος τους. Αλλά τι είναι εν τέλει αυτή η μη πρωταρχική και μη προϋποτιθέμενη, δευτέρου βαθμού συνήθεια; Χονδρικά και κατά προσέγγιση, στο περίπου και λίγο-πολύ, η δυνατότητα αυτή συμπίπτει με την πάντοτε υπό αναστολή επικαιρότητα αυτού που, εδώ και διακόσια χρόνια, δηλώνεται με το όνομα κομμουνισμός.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Améry, Jean (1966): Jenseits von Schuld und Sühne: Bewältigungsversuche eines Überwältigten,ιταλική μετάφραση: Intellettuale a Auschwitz, Bollati Boringhieri, Torino 1987.

– (1968): Über das Altern : Revolte und Resignation, ιταλική μετάφραση: Rivolta e rassegnazione, Bollati Boringhieri, Torino 1988.

Freud, Sigmund, Das Unheimliche, ιταλική μετάφραση: Il perturbante, στο: του ίδιου, Saggi sull’arte, la letteratura e il linguaggio, Boringhieri, Torino 1969, σελ. 267-310.

To παραπάνω κείμενο αποτελεί κεφάλαιο από το βιβλίο Paolo Virno, Esercizi di esodo. Linguaggio e azione politica [=Ασκήσεις εξόδου. Γλώσσα και πολιτική δράση], Ombre corte, Verona 2002, σ. 133-7. Πρωτότυπος τίτλος: «Orrore familiare» [Οικεία φρίκη].

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης


[1] Γαλλική λέξη για το φάντασμα, η οποία κατά κυριολεξία σημαίνει «αυτό που επιστρέφει».

[2] Στην ελληνική μετάφραση (του Γιάννη Καλλιφατίδη), που έχει δημοσιευθεί στις εκδόσεις Άγρα με τίτλο Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (Αθήνα 2010), το συγκεκριμένο σημείο βρίσκεται στις σελίδες 102-103. Εδώ δεν ακολουθήσαμε την εν λόγω μετάφραση και αποδώσαμε το κείμενο με βάση την ιταλική μετάφραση που χρησιμοποιεί ο Βίρνο, επειδή το επιχείρημά του βασίζεται σε συγκεκριμένες διατυπώσεις που δεν είναι ακριβώς ίδιες στην ελληνική εκδοχή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s