Ο Στίγκλιτζ, οι τράπεζες και η δικαιοσύνη…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Όταν πια η φούσκα των ακινήτων είχε σκάσει, αυτό που έμενε ήταν η αναζήτηση ευθυνών. Για τον Κρούγκμαν το ζήτημα ήταν απολύτως ξεκάθαρο: «… με τρόπους ανεπαίσθητους, στην κρίση – παραδείγματος χάριν κάποιες από τις ριψοκίνδυνες χρηματοπιστωτικές δομές που δημιουργήθηκαν στα χρόνια της οικονομικής ανόδου ήταν εγχειρήματα που “δεν συμπεριλαμβάνονταν στους ισολογισμούς” των εμπορικών τραπεζών. Παρ’ όλα αυτά, η κρίση, ως επί το πλείστον, δε σχετιζόταν με τα προβλήματα των απορρυθμισμένων ιδρυμάτων τα οποία ανέλαβαν νέες πιο ριψοκίνδυνες δραστηριότητες. Αντίθετα, είχε σχέση με ρίσκα που ανέλαβαν ιδρύματα οι δραστηριότητες των οποίων ουδέποτε ρυθμίστηκαν». (σελ. 173).

Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς (αγγλ.: Joseph Eugene Stiglitz, γεν. 9 Φεβρουαρίου 1943) είναι Αμερικανός οικονομολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια

Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς (αγγλ.: Joseph Eugene Stiglitz, γεν. 9 Φεβρουαρίου 1943) είναι Αμερικανός οικονομολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια

Κι εδώ φτάνουμε στην ουσία του θέματος, το σκιώδες τραπεζικό σύστημα, που λειτουργεί ανεξέλεγκτα έχοντας ως οχυρό τους λεγόμενους φορολογικούς παραδείσους, που εξασφαλίζουν και νομοθετικά την απόλυτη εχεμύθεια – δηλαδή την ύψιστη αδιαφάνεια. Η μετατροπή των δανείων υψηλού κινδύνου σε χρηματοπιστωτικό προϊόν (CDO) με τα τεράστια κέρδη (αρχικώς) και την τελική αποχαλίνωση των δανειοδοτήσεων είναι η κυριότερη αιτία της χιονοστιβάδας που ακολούθησε και οφείλεται στη δράση της σκιώδους τραπεζικής, που μετέτρεψε τη χρηματοπιστωτική σε καζίνο: «Κατά την άποψή μου, σ’ αυτό ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Καθώς το σκιώδες τραπεζικό σύστημα εξαπλωνόταν και ανταγωνιζόταν ή ακόμα υποσκέλιζε το συμβατικό τραπεζικό σύστημα ως προς τη βαρύτητα στην οικονομία, πολιτικοί και κυβερνητικοί αξιωματούχοι έπρεπε να έχουν αντιληφθεί ότι ξαναδημιουργούσαμε τη χρηματοπιστωτική τρωτότητα που οδήγησε στη Μεγάλη Ύφεση – και έπρεπε να είχαν αντιδράσει με την επέκταση της ρύθμισης και του χρηματοπιστωτικού δικτύου ασφαλείας, προκειμένου να είχαν υποστηρίξει έναν απλό κανόνα: όποιος οργανισμός κάνει το ίδιο έργο με μια τράπεζα, όποιος πρέπει να διασωθεί σε περιόδους κρίσεων όπως οι τράπεζες, θα έπρεπε να υπόκειται στις ίδιες ρυθμίσεις με τις τράπεζες». (σελ. 173).

Κι όταν ο Κρούγκμαν λέει «ρυθμίσεις» εννοεί κανόνες. Όμως, ακόμη και μετά την κατάρρευση το ενδιαφέρον στράφηκε περισσότερο στα χαμένα λεφτά της σκιώδους τραπεζικής παρά στο ρυθμιστικό πλαίσιο της λειτουργίας της: «Όταν αναδείχθηκε με όλη τη σοβαρότητά της η χρεοκοπία στο στεγαστικό τομέα, έγινε φανερό ότι οι δανειστές θα έχαναν πολλά χρήματα όπως εξάλλου και οι επενδυτές που είχαν αγοράσει τίτλους βασισμένους σε υποθήκες. Γιατί, όμως, έπρεπε να κλαίμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους αντί για τους ιδιοκτήτες των σπιτιών; Σε τελική ανάλυση, ο τερματισμός της φούσκας στο στεγαστικό τομέα θα έχει εξανεμίσει, αφού γίνει ο τελικός υπολογισμός, περίπου 8 τρισεκατομμύρια πλούτου. Από αυτά, τα 7 τρισεκατομμύρια περίπου θα είναι απώλειες των ιδιοκτητών σπιτιών και μόνο το 1 θα είναι απώλειες των επενδυτών. Γιατί τόση εμμονή γι’ αυτό το 1 τρισεκατομμύριο;» (σελ. 179). Την απάντηση θα τη δώσει ο ίδιος ο Κρούγκμαν: «… γιατί αυτό προκάλεσε την κατάρρευση του σκιώδους τραπεζικού συστήματος». (σελ. 179).

Το κατά πόσο κατέρρευσε το σκιώδες τραπεζικό σύστημα είναι μεγάλη συζήτηση. Το σίγουρο είναι ότι οι τράπεζες δεν είναι καθόλου άμοιρες ευθυνών για την οδυνηρή κατάσταση που ακολούθησε. Ο Στίγκλιτζ στο βιβλίο του «Το Τίμημα της Ανισότητας» είναι ιδιαιτέρως κατατοπιστικός: «Κάθε δάνειο περιλαμβάνει έναν πρόθυμο δανειστή κι έναν πρόθυμο δανειολήπτη· οι τράπεζες υποτίθεται ότι διαθέτουν χρηματοπιστωτική καλλιέργεια, ότι γνωρίζουν πόσο χρέος μπορεί να διαχειριστεί κάθε άτομο. Όμως το στρεβλό χρηματοπιστωτικό σύστημα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στις προμήθειες που πληρώνονται εξαρχής και εμφανίζονται αμέσως στα κέρδη της τράπεζας, παρά στις ζημιές που μπορεί να προκύψουν στην πορεία». (Β τόμος, σελ. 13).

Παρακολουθώντας κανείς τις νομοθετικές ρυθμίσεις που έκανε το Κονγκρέσο διαπιστώνει ότι ο Κρούγκμαν έχει απόλυτο δίκιο. Το πολιτικό ενδιαφέρον δεν αφορά τους ανθρώπους που χάνουν τα σπίτια τους, αλλά τα κέρδη των τραπεζών, που πρέπει να διαφυλαχτούν πάση θυσία. Ο Στίγκλιτζ εξηγεί: «Το 2005, τη στιγμή ακριβώς που άρχιζε να ανθεί η αγορά ενυπόθηκων δανείων μειωμένης εξασφάλισης (subprime), το Κονγκρέσο ψήφισε έναν νέο, φιλικό προς τους πιστωτές, πτωχευτικό νόμο που έδινε στις τράπεζες ακόμα περισσότερα πλεονεκτήματα, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο τη διαγραφή του χρέους οφειλετών που αντιμετώπιζαν προβλήματα. Με την αλλαγή στο νόμο καθιερώθηκε ένα σύστημα “μερικής επί συμβάσει δουλείας”. Ένα άτομο με οφειλές, ας πούμε, ίσες με το 100% του εισοδήματός του μπορούσε να υποχρεωθεί να μεταβιβάζει στην τράπεζα το 25% του ακαθάριστου προ φόρων εισοδήματός του για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Κι αυτό επειδή η τράπεζα μπορούσε να προσθέτει, ας πούμε, τόκο 30% ετησίως σε όσα όφειλε κάποιος. Στο τέλος, ο δανειολήπτης θα χρωστούσε πολύ περισσότερα απ’ όσα είχε δανείσει η τράπεζα. Ουσιαστικά ο οφειλέτης θα εργαζόταν κατά το ένα τέταρτο του χρόνου του για λογαριασμό της τράπεζας». (Β τόμος, σελ. 12 – 13).

Το κατά πόσο κατέρρευσε το σκιώδες τραπεζικό σύστημα είναι μεγάλη συζήτηση. Το σίγουρο είναι ότι οι τράπεζες δεν είναι καθόλου άμοιρες ευθυνών για την οδυνηρή κατάσταση που ακολούθησε.

Το κατά πόσο κατέρρευσε το σκιώδες τραπεζικό σύστημα είναι μεγάλη συζήτηση. Το σίγουρο είναι ότι οι τράπεζες δεν είναι καθόλου άμοιρες ευθυνών για την οδυνηρή κατάσταση που ακολούθησε.

Η υπέρ των τραπεζών νομοθετική ρύθμιση έφερε την πλήρη ασυδοσία: «Ενθαρρυμένες από το νέο πτωχευτικό νόμο, οι τράπεζες ένιωσαν ότι μπορούσαν με κάποιον τρόπο να στύψουν και την τελευταία δεκάρα από τους δύσμοιρους δανειολήπτες, ό,τι κι αν συνέβαινε με την αγορά κατοικίας ή την ανεργία. Αυτή η απερίσκεπτη χορήγηση δανείων, σε συνδυασμό με παραπλανητικές πρακτικές και με, μερικές φορές, τοκογλυφικά επιτόκια, έχει φέρει πολλά νοικοκυριά στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Παρά τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις, οι τράπεζες εξακολουθούν μερικές φορές να επιβάλλουν επιτόκια που πλησιάζουν το 30% ετησίως (πράγμα που σημαίνει ότι μια οφειλή 100 δολαρίων μπορεί να φτάσει τα 1.000 μέσα σε σύντομο διάστημα μόλις εννέα ετών). Εκτός αυτού, μπορεί να χρεώσουν προμήθειες που “κόβουν τα πόδια”. Μολονότι έχουν περιοριστεί κάποιες από τις χειρότερες καταχρήσεις, όπως αυτές που σχετίζονται με τις υπεραναλήψεις (οι οποίες απέφεραν κάθε χρόνο κέρδη δισεκατομμυρίων δολαρίων – χρήμα βγαλμένο απ’ την τσέπη του απλού πολίτη), πολλές διατηρούνται ακόμα». (Β τόμος, σελ. 13).

Η κατάρρευση των στεγαστικών δανείων έφερε χάος: «Όταν τελικά έσκασε η φούσκα στην αγορά κατοικίας, φανερώθηκαν οι κίνδυνοι από την απερισκεψία που είχαν δείξει οι τράπεζες σε ό,τι αφορούσε τη χορήγηση δανείων και την τήρηση αρχείων. Βάσει νόμου οι τράπεζες έπρεπε να είναι σε θέση να αποδεικνύουν τα ποσά που τους οφείλονταν. Αποδείχθηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτό ήταν αδύνατο […] Και μόνο οι αριθμοί των ενυπόθηκων δανείων που έχουν πάψει να εξυπηρετούνται, και οι οποίοι ανέρχονται σε εκατομμύρια, έκαναν το έργο δυσκολότερο». (Β τόμος, σελ. 17).

Η τήρηση της νομιμότητας απαιτούσε τεράστιο όγκο δουλειάς από την πλευρά των τραπεζικών υπαλλήλων που έπρεπε να ελέγξουν όλα τα αρχεία ένα προς ένα. Η προοπτική αυτή ήταν απολύτως δυσάρεστη για τις τράπεζες, αφού, πέρα από ασύμφορα χρονοβόρα, ήταν και δαπανηρή, καθώς το έργο αυτό δε θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς επιπλέον προσλήψεις. Και οι τράπεζες γίνονται πολύ επινοητικές, αν πρόκειται να μην πληρώσουν: «Η τεράστια έκταση του έργου που έπρεπε να εκτελεστεί έκανε τις τράπεζες να επινοήσουν την “αυτόματη υπογραφή”. Αντί να προσλάβουν ανθρώπους για να εξετάσουν τα αρχεία, να επιβεβαιώσουν ότι το άτομο όντως όφειλε το διεκδικούμενο ποσό και στο τέλος να υπογράψουν μια ένορκη βεβαίωση ότι είχαν κάνει τα παραπάνω, πολλές τράπεζες ανέθεσαν σε ένα και μόνο άτομο να υπογράψει εκατοντάδες τέτοιες ένορκες βεβαιώσεις, δίχως καν να κοιτάξει τα αρχεία. Ο έλεγχος των αρχείων όπως προβλέπει η νόμιμη διαδικασία θα έβλαπτε τα κέρδη των τραπεζών. Οι τράπεζες υιοθέτησαν πολιτική ψευδολογίας ενώπιον του δικαστηρίου. Τα στελέχη τους το ήξεραν αυτό – το σύστημα ήταν στημένο έτσι ώστε να τους είναι αδύνατον να εξετάσουν τα αρχεία όπως ισχυρίζονταν ότι είχαν κάνει». (Β τόμος, σελ. 17).

Ο Στίγκλιτζ φαίνεται να απορεί: «Κανονικά, το να ψεύδεσαι ενώπιον του δικαστηρίου είναι πολύ σοβαρό ζήτημα. Το να ψεύδεσαι ενώπιον του δικαστηρίου συστηματικά, εκατοντάδες φορές, θα έπρεπε να αποτελεί ακόμα μεγαλύτερη παρανομία. Επρόκειτο για πραγματική ροπή προς το έγκλημα. Αν οι μεγάλες εταιρείες ήταν άνθρωποι σε μια πολιτεία που επέβαλλε τον κανόνα των “τριών χτυπημάτων” (τρεις κλοπές από κατάστημα κι αντιμετωπίζεις ποινή ισόβιας κάθειρξης), αυτοί οι κατ’ επανάληψη παραβάτες θα είχαν καταδικαστεί σε πολλάκις ισόβια, χωρίς αναστολή. Στην πραγματικότητα, κανένα στέλεχος τράπεζας δεν έχει πάει φυλακή γι’ αυτά τα αδικήματα. … ούτε ο Γενικός Εισαγγελέας Έρικ Χόλντερ, ούτε κάποιος από τους άλλους περιφερειακούς εισαγγελείς των ΗΠΑ δεν έχει ασκήσει αγωγές για απάτες σχετικές με κατασχέσεις. Αντιθέτως, μετά την κρίση των ταμιευτηρίων, το 1990 το Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε λάβει 7.000 παραπομπές σε ποινική δίκη, που οδήγησαν στην απαγγελία 1.100 κατηγοριών μέχρι το 1992, και 839 καταδίκες (από τις οποίες περίπου οι 650 οδήγησαν σε ποινές φυλάκισης). Σήμερα οι τράπεζες απλώς διαπραγματεύονται τα πρόστιμα που θα τους επιβληθούν – και σε μερικές περιπτώσεις τα πρόστιμα μπορεί να είναι μικρότερα από τα κέρδη που αποκόμισαν από τις παράνομες δραστηριότητές τους». (Β τόμος, σελ. 18).

Κι αν κάποιος θεωρεί ότι η τακτική της «αυτόματης υπογραφής» είναι ζήτημα απλά γραφειοκρατικό που δεν αλλάζει την ουσία της διαδικασίας, ο Στίγκλιτζ είναι πρόθυμος να προχωρήσει σε λεπτομέρειες: «Το αδίκημα των τραπεζών δεν ήταν ότι απλώς δε συμμορφώθηκαν με μερικές τεχνικές λεπτομέρειες. Δεν ήταν ένα έγκλημα δίχως θύματα. Για πολλούς τραπεζίτες, το έγκλημα της ψευδορκίας που διαπράχθηκε καθώς υπέγραφαν ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να επισπεύσουν τις κατασχέσεις δεν ήταν παρά μια λεπτομέρεια που μπορούσε να παραληφθεί. Όμως μια βασική αρχή του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας είναι ότι δεν μπορείς να πετάξεις κάποιον έξω απ’ το σπίτι του όταν δεν μπορείς να αποδείξεις ότι σου οφείλει χρήματα. Όμως οι τράπεζες επεδίωξαν τις κατασχέσεις με τόση επιμονή, ώστε πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους κάποιοι άνθρωποι που δε χρωστούσαν ούτε δεκάρα. Για κάποιους δανειστές επρόκειτο απλώς για παράπλευρη απώλεια, καθώς οι τράπεζες έλεγαν σε εκατομμύρια Αμερικανούς ότι έπρεπε να παρατήσουν τα σπίτια τους – σχεδόν οκτώ εκατομμύρια από τότε που ξεκίνησε η κρίση, ενώ υπολογίζεται ότι έπονται άλλα τρία με τέσσερα εκατομμύρια. Ο ρυθμός των κατασχέσεων θα ήταν ακόμα υψηλότερος αν δεν είχε παρέμβει το κράτος για να βάλει τέλος στην αυτόματη υπογραφή». (Β τόμος, σελ. 18 – 19).

Και βέβαια, η έλλειψη πολιτικής βούλησης είναι ο κύριος παράγοντας της ασυδοσίας των τραπεζών.

Και βέβαια, η έλλειψη πολιτικής βούλησης είναι ο κύριος παράγοντας της ασυδοσίας των τραπεζών.

Το κράτος φαίνεται εντελώς ανίσχυρο μπροστά στις τραπεζικές απαιτήσεις. Το μόνο που μπορεί να αντιπαρέλθει (κάπως) την κατάσταση είναι η γενική κατακραυγή, όταν πια το ποτήρι ξεχειλίζει, ώστε να παίρνονται κάποιες ευνοϊκές για τον κόσμο αποφάσεις, προφανώς μπροστά στο πολιτικό κόστος που διαγράφεται. Οι αρπακτικές διαθέσεις των τραπεζιτών απέναντι στους πολίτες είναι πασιφανείς και η ασυδοσία φαίνεται να ενθαρρύνεται από τη στάση της δικαιοσύνης. Ο Στίγκλιτζ σχολιάζει: «Οι μεγάλες τράπεζες ήξεραν ότι ήταν τόσο μεγάλες ώστε αν πόνταραν σε επισφαλή δάνεια και έβγαιναν χαμένες θα έπρεπε να διασωθούν. Επίσης, ήξεραν ότι ήταν τόσο μεγάλες ώστε αν τις έπιαναν να λένε ψέματα ήταν πάρα πολύ μεγάλες και ισχυρές ώστε να τους καταλογιστούν ευθύνες. Τι να ‘κανε το κράτος; Να αναιρούσε τα εκατομμύρια των κατασχέσεων που είχαν ήδη γίνει; Να ρίξει στις τράπεζες πρόστιμα δισεκατομμυρίων δολαρίων – όπως έπρεπε να είχαν κάνει οι αρχές; Αλλά έτσι οι τράπεζες θα περιέρχονταν ξανά σε επισφαλή θέση, και το κράτος θα έπρεπε ξανά να τις διασώσει, κάτι για το οποίο δεν είχε ούτε το χρήμα ούτε την πολιτική βούληση που χρειαζόταν». (Β τόμος, σελ. 18).

Και βέβαια, η έλλειψη πολιτικής βούλησης είναι ο κύριος παράγοντας της ασυδοσίας των τραπεζών. Το να αδυνατεί το κράτος να επιβάλλει βαριά πρόστιμα στις τράπεζες – τη στιγμή που το ίδιο θα έπρεπε μετά να τις διασώσει – δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να βάλει στη φυλακή τους υπευθύνους, ώστε να μη ξανασυμβούν παρόμοια φαινόμενα. Αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι το κράτος τελεί υπό την ομηρία των τραπεζών, που πλέον μπορούν να αυθαιρετούν υπερβαίνοντας τους νόμους σε βάρος των πολιτών: «Στην πραγματικότητα, το σύστημά μας τις διευκόλυνε να τη βγάλουν καθαρή με αυτές τις παρακάμψεις – τουλάχιστον μέχρι να ξεσπάσει η λαϊκή κατακραυγή. Στις περισσότερες πολιτείες ιδιοκτήτες κατοικιών πετιούνταν έξω απ’ τα σπίτια τους χωρίς ακροαματική διαδικασία. Χωρίς ακροαματική διαδικασία, είναι δύσκολο (ή αδύνατο) να ματαιώσει κανείς μια άδικη κατάσχεση. Κάποιοι παρατηρητές θεωρούν ότι η κατάσταση αυτή θυμίζει όσα συνέβησαν στη Ρωσία επί ημερών “Άγριας Ανατολής”, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, τότε που το κράτος δικαίου – και συγκεκριμένα το πτωχευτικό δίκαιο – χρησιμοποιείτο ως νομικός μηχανισμός για την αντικατάσταση μιας ομάδας ιδιοκτητών από μια άλλη. Δικαστήρια εξαγοράζονταν, έγγραφα πλαστογραφούνταν, και η διαδικασία συνεχιζόταν ομαλά». (Β τόμος, σελ. 19).

Αν στη Ρωσία χρειάστηκε να εξαγοραστούν τα δικαστήρια, στην Αμερική το πράγμα δουλεύει αλλιώς: «Στις ΗΠΑ η εξαγορά λειτουργεί σε υψηλότερο επίπεδο. Δεν εξαγοράζονται συγκεκριμένοι δικαστές, αλλά οι ίδιοι οι νόμοι, μέσα απ’ τις συνεισφορές στις προεκλογικές εκστρατείες και την άσκηση πολιτικής πίεσης, στο πλαίσιο αυτού που ονομάζεται πλέον “διαφθορά αμερικανικού τύπου”. Σε κάποιες πολιτείες οι δικαστές είναι αιρετοί, και στις πολιτείες αυτές υπάρχει ακόμα στενότερη σύνδεση μεταξύ χρήματος και “δικαιοσύνης”. Τα χρηματικά συμφέροντα αξιοποιούν τις συνεισφορές στις προεκλογικές εκστρατείες για να εξασφαλίσουν δικαστές οι οποίοι συμμερίζονται τους σκοπούς τους». (Β τόμος, σελ. 19). Αυτός είναι και ο λόγος που τράπεζες τίθενται υπεράνω του νόμου, αφού, σε τελική ανάλυση, αυτές τον διαμορφώνουν. Κι αυτό ακριβώς υπονοούν τα σχετικά με την έλλειψη πολιτικής βούλησης.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση με την εισαγγελέα της Μασαχουσέτης Μάρθα Κόουκλεϊ: «Η γενική εισαγγελέας της Μασαχουσέτης, Μάρθα Κόουκλεϊ, προσπαθούσε για πάνω από ένα χρόνο να καταλήξει σε συμβιβασμό με τις τράπεζες, οι οποίες, όμως, είχαν αποδειχθεί αδιάλλακτες και διόλου συνεργάσιμες. Κατά την άποψή τους, τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει αποτελούσαν απλό ζήτημα διαπραγμάτευσης. Οι τράπεζες (όπως εκείνη κατήγγειλε) είχαν ενεργήσει με παραπλανητικό και δόλιο τρόπο· δεν είχαν απλώς προχωρήσει κακώς σε κατασχέσεις ακινήτων δανειοληπτών που αντιμετώπιζαν προβλήματα (μνημονεύονταν 14 περιπτώσεις), βασισμένες σε χαλκευμένα νομικά έγγραφα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις είχαν, επίσης, υποσχεθεί να τροποποιήσουν κάποια δάνεια, για να αθετήσουν στη συνέχεια την υπόσχεσή τους. Τα προβλήματα δεν είχαν συμπτωματικό, αλλά συστηματικό χαρακτήρα, καθώς το σύστημα καταγραφής MERS “διέφθειρε” το πλαίσιο που είχε τεθεί από την πολιτεία για την καταγραφή των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Η γενική εισαγγελέας της Μασαχουσέτης απέρριψε ρητά το επιχείρημα ότι τάχα οι τράπεζες ήταν “πολύ μεγάλες για να τους καταλογιστούν ευθύνες”: “Οι τράπεζες μπορεί να είναι πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν ή πολύ μεγάλες για να νοιάζονται για τον αντίκτυπο των πράξεών τους, πιστεύουμε, όμως, ότι δεν είναι τόσο μεγάλες ώστε να μη συμμορφώνονται με το νόμο”». (Β τόμος, σελ. 20).

Όμως, μεμονωμένες περιπτώσεις εισαγγελέων που δείχνουν πυγμή είναι αδύνατο να βάλουν τα πράγματα σε τάξη, όταν το κράτος είναι ξεκάθαρα με το μέρος των τραπεζών: «Η αντίδραση της κυβέρνησης στις τεράστιες παραβιάσεις του κράτους δικαίου από τις τράπεζες αντανακλά το νέο ύφος της διαφθοράς: η κυβέρνηση Ομπάμα ουσιαστικάαντιτάχθηκε στις προσπάθειες των πολιτειών να καταλογίσουν ευθύνες στις τράπεζες. Μία, μάλιστα, από τις τράπεζες που ελέγχονται απ’ την ομοσπονδιακή κυβέρνηση απείλησε να διακόψει τη λειτουργία της στη Μασαχουσέτη όταν η γενική εισαγγελέας» (η Μάρθα Κόουκλεϊ) «της πολιτείας άσκησε αγωγή κατά των τραπεζών». (Ά τόμος, σελ. 20). Το τελικό συμπέρασμα του Στίγκλιτζ είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί: «… ο χρηματοπιστωτικός τομέας διασφάλισε ότι το “κράτος δικαίου” λειτουργεί σχεδόν πάντοτε υπέρ του και σε βάρος του απλού Αμερικανού. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας διαθέτει τα μέσα, την οργάνωση και τα κίνητρα για να το κάνει· και η προσπάθειά του στέφθηκε με επιτυχία, μέσω μιας πολύπλευρης επίθεσης που περιελάμβανε την αναμόρφωση των πτωχευτικών νόμων, έτσι ώστε να αυξηθεί η εξουσία του επί των δανειοληπτών…». (Β τόμος, σελ. 21).

Η δράση, όμως, των τραπεζών δε στρέφεται μόνο απέναντι σε ανυποψίαστους δανειολήπτες, που τελικά χάνουν τα σπίτια του εντελώς ανυπεράσπιστοι. Θα έλεγε κανείς ότι η αρπακτικότητα είναι η πάγια νοοτροπία απέναντι σε όλους: «Οι τράπεζες προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν και τους πιο ενημερωμένους περί τα χρηματοοικονομικά. Η SEC (η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, η οποία είναι αρμόδια για την εφαρμογή της ομοσπονδιακής νομοθεσίας περί χρεογράφων) έχει επανειλημμένα ασκήσει αγωγές επιβολής αναγκαστικών μέτρων κατά της Citibank και των άλλων μεγάλων τραπεζών, για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί εξαπάτησης. Στη συνέχεια, τα όσα συμβαίνουν ακολουθούν γενικά την εξής πορεία: οι τράπεζες απειλούν με μια ατέρμονη νομική μάχη. Ακολουθεί συμβιβασμός: οι τράπεζες πληρώνουν ένα μεγάλο πρόστιμο, χωρίς να παραδέχονται ούτε να αρνούνται την ενοχή τους. Επίσης υπόσχονται ότι δε θα ξανακάνουν κάτι τέτοιο. Όμως λίγο μετά την υπόσχεσή τους, επιδίδονται ξανά σε παρόμοια συμπεριφορά. Κατόπιν, δέχονται άλλη μια επίπληξη και ένα πρόστιμο κομμένο στα μέτρα τους». (Β τόμος, σελ. 23 – 24).

Οι τράπεζες βγαίνουν πάντα κερδισμένες: «… το κόστος είναι χαμηλό σε σύγκριση με τα κέρδη που δρέπουν χάρη στην αθέμιτη συμπεριφορά τους, ενώ, αν είχαν παραδεχτεί την ενοχή τους, το στοιχείο αυτό θα χρησιμοποιείτο σε βάρος τους σε ιδιωτικές αγωγές, τις οποίες θα ασκούσαν όσοι είχαν υποστεί ζημιά απ’ την απάτη, σε μια προσπάθεια να αναπληρώσουν τις ζημιές τους. Οι τράπεζες γνωρίζουν ότι τα περισσότερα θύματά τους δεν έχουν τα νομικά μέσα για να στραφούν εναντίον τους χωρίς τη βοήθεια του κράτους. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό το σύστημα απονέμει πραγματικά δικαιοσύνη. Ένα οικονομικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από τέτοιου είδους καταχρήσεις δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί καλά: η απάτη προκαλεί στρεβλώσεις στην οικονομία και υπονομεύει την εμπιστοσύνη». (Β τόμος, σελ. 24).

Και βέβαια, οι τράπεζες ξέρουν καλά ότι πιο εύκολα θα χτυπήσουν τους αδύναμους: «Στα τέλη του Φεβρουαρίου του 2012 η εφημερίδα Wall Street Journal ξεσκέπασε μία ακόμη βρόμικη πτυχή της κρίσης των κατασχέσεων στις ΗΠΑ. … … είχαν γίνει διακρίσεις […] στο πλαίσιο της διαδικασίας κατασχέσεων – τούτη τη φορά όχι με βάση τη φυλή, αλλά με βάση το εισόδημα. Κατά μέσο όρο, οι τράπεζες χρειάζονταν δύο χρόνια και δύο μήνες για να προχωρήσουν σε κατασχέσεις που αφορούσαν δάνεια άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, δηλαδή έξι μήνες παραπάνω απ’ ό,τι στην περίπτωση δανείων κάτω των 100.000 δολαρίων. Οι λόγοι γι’ αυτό ήταν διάφοροι, ανάμεσά τους και το γεγονός ότι οι τράπεζες κατέβαλλαν μεγαλύτερη προσπάθεια για να τα βρούνε με όσους χρωστούσαν περισσότερα, ενώ οι δανειολήπτες μπορούσαν να διαθέτουν καλύτερους δικηγόρους για την υπεράσπισή τους». (Β τόμος, σελ. 20). Το συμπέρασμα προφανές: «… σε ό,τι αφορούσε τόσο το δανεισμό όσο και τις κατασχέσεις, οι τράπεζες έβαλαν στο στόχαστρο τους αδύναμους, τους αμόρφωτους, τους φτωχούς. Οι ηθικοί ενδοιασμοί παραμερίστηκαν στο πλαίσιο της μεγάλης προσπάθειας να μετακινηθεί το χρήμα από τη βάση στην κορυφή». (Β τόμος, σελ. 21).

Ο Στίγκλιτζ κοιτάζει το οικονομικό και νομικό σύστημα απογοητευμένος: «Θα λέγαμε ότι έχουμε ένα οικονομικό και νομικό σύστημα που παρέχει κίνητρα για κακή συμπεριφορά: οι αμοιβές των στελεχών αυξάνονται όταν αυξάνονται τα κέρδη, ακόμα και αν τα κέρδη είναι προϊόν απάτης· όμως τα πρόστιμα τα πληρώνουν οι μέτοχοι της εταιρείας. Σε πολλές περιπτώσεις, τα στελέχη που ήταν υπεύθυνα για τη δόλια συμπεριφορά έχουν αποχωρήσει προ πολλού. Αυτό λέει κάτι για τις ποινικές διώξεις σε βάρος στελεχών. Αν οι μέτοχοι πληρώνουν τα πρόστιμα, και η διοίκηση αμείβει τον εαυτό της με βάση τις βραχυπρόθεσμες επιδόσεις και κρύβει τους κινδύνους που κρύβονται στα άκρα της καμπύλης κατανομής των αποδόσεων (δηλαδή γεγονότα που έχουν μικρή πιθανότητα να προκύψουν, όπως το να σε πιάσουν, να σου ασκήσουν δίωξη και να σου επιβάλουν πρόστιμο), δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η επιμονή αυτών των φαινομένων απάτης. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από την απλή επιβολή προστίμου στην εταιρεία: οι άνθρωποι είναι εκείνοι που αποφασίζουν και δρουν, και οι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα πρέπει να φέρουν την ευθύνη των πράξεών τους. Όσοι διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα δεν μπορούν έτσι απλά να μεταβιβάζουν την ευθύνη τους σε μια αφηρημένη οντότητα που ονομάζεται “εταιρεία”». (Β τόμος, σελ. 25).

Κι αν κάποιος θέλει να μάθει για τη μισθοδοσία των μεγαλοστελεχών – εμπνευστών της τραπεζικής πολιτικής, ο Στίγκλιτζ προτίθεται να δώσει μια ιδέα: «Τα στοιχεία για τις αποζημιώσεις των εταιρικών στελεχών – ακόμα και εκείνων που προκάλεσαν την κρίση – είναι εύγλωττα. … τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις αμοιβές των διευθυνόντων συμβούλων και την αμοιβή του τυπικού εργαζόμενου – πάνω από 200 φορές μεγαλύτερες –, το οποίο είναι σαφώς μεγαλύτερο απ’ ό,τι σε άλλες χώρες (στην Ιαπωνία, λόγου χάρη, η αντίστοιχη αναλογία είναι 16 προς 1), και σαφώς μεγαλύτερο απ’ ό,τι ήταν στις ίδιες τις ΗΠΑ πριν από μια εικοσιπενταετία. Η παλιά αναλογία του 30 προς 1 σήμερα φαντάζει γραφική στις ΗΠΑ. Αγγίζει τα όρια της μωρίας να πιστεύουμε ότι στο μεσοδιάστημα οι διευθύνοντες σύμβουλοι (CEO) ως σύνολο αύξησαν τόσο πολύ την παραγωγικότητά τους σε σύγκριση με το μέσο εργαζόμενο, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί ένα πολλαπλάσιο μεγαλύτερο του 200. Τα διαθέσιμα, μάλιστα, στοιχεία για την επιτυχία των αμερικανικών εταιρειών δεν παρέχουν καμία στήριξη στην άποψη αυτή». (Α τόμος, σελ. 62).

Ο τελικός απολογισμός του Στίγκλιτζ κρίνεται αναμενόμενος: «Η καταστροφή στην αγορά ενυπόθηκου δανεισμού και η επιμονή του ληστρικού δανεισμού και της “μεταρρύθμισης” του πτωχευτικού δικαίου έχουν γεννήσει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το “κράτος δικαίου”, που αποτελεί το καθολικά αποδεκτό γνώρισμα μιας προηγμένης πολιτισμένης κοινωνίας. Το κράτος δικαίου πρέπει να προστατεύει τους αδύναμους από τους δυνατούς και να εγγυάται ίση μεταχείριση για όλους. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης του ενυπόθηκου δανεισμού δεν έκανε τίποτε από τα δύο. Αντί για ένα κράτος δικαίου που να προστατεύει τους φτωχούς, είχαμε νόμους και ρυθμίσεις, και ένα σύστημα επιβολής τους, που ενδυνάμωναν ακόμα περισσότερο τις ήδη πανίσχυρες τράπεζες. Μετακινώντας χρήμα από τη βάση στην κορυφή, επιδείνωσαν τα προβλήματα της ανισότητας σε αμφότερα τα άκρα της κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου». (Β τόμος, σελ. 21).

Joseph E. Stiglitz: «Το Τίμημα της Ανισότητας», Α΄- Β΄ τόμος, εκδόσεις Παπαδόπουλος, για λογαριασμό της εφημερίδας «ΗΜΕΡΗΣΙΑ Α. Ε.», Αθήνα 2014.

Πωλ Κρούγκμαν: «Η κρίση του 2008 και η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2009.

_________________________________________________________

Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2016/11/23/%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B6-%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s