Σάντοκαν, Μια ιστορία της Καμόρα…


Είναι πόρνη κι από κούνια η μοίρα / Δεν ανοίγει σε φτωχό τη θύρα – Σαίξπηρ, Βασιλιάς Ληρ

Το βιβλίο «Σάντοκαν ― Μια ιστορία της Καμόρα» του Νάνι Μπαλεστρίνι (από τις εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος και σε ρέουσα μετάφραση του Αχιλλέα Καλαμαρά) αναφέρεται στη μαφία του ιταλικού νότου. Ο συγγραφέας ακολουθεί την «εξομολόγηση» ενός νεαρού που κατάγεται από το ίδιο χωριό με εκείνους που συγκρότησαν μια από τις πιο στυγνές εγκληματικές συμμορίες στην ιστορία της Καμόρα. Ήταν αυτοί που μετά από σκληρές συγκρούσεις και αλλεπάλληλες δολοφονίες επικράτησαν τελικά στο εσωτερικό της Ιταλίας, ενώ στη συνέχεια της προσέδωσαν κι έναν «διεθνικό χαρακτήρα», καθώς άπλωσαν τα πλοκάμια τους στην Λατινική Αμερική, στην Ανατολική Ευρώπη και αλλού.

Ο Μπαλεστρίνι με το γνώριμο ύφος του ―η κάθε παράγραφος να κρατά όσο μια ανάσα και χωρίς να χρησιμοποιεί σημεία στίξης―  καθηλώνει τον αναγνώστη περιγράφοντας τα αδιέξοδα της ζωής μέσα στην φτώχεια του Νότου. Ή καλύτερα παρουσιάζει τις μοναδικές διεξόδους που έχουν οι φτωχοί: είτε να μοχθούν χειρονακτικά στη μιζέρια, χωρίς καμία εξασφάλιση ή υπόνοια κοινωνικής ανέλιξης, είτε να ενταχθούν στην οργάνωση. Όπως γράφει και ο ίδιος:

δηλαδή το μεγάλο λάθος όσων ασχολούνται με αυτά τα φαινόμενα είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται ποιο είναι το αληθινό πρόβλημα ότι δεν είναι μόνο ζήτημα μιας ομάδας εγκληματιών δολοφόνων τρελών ανθρώπων που θέλουν να γίνουν πάμπλουτοι όσο πιο γρήγορα γίνεται αλλά είναι ένα ζήτημα νοοτροπίας του τόπου επειδή το ζήτημα είναι ότι εσύ ζεις σ’ ένα μέρος όπου τίποτα δεν σου είναι εξασφαλισμένο δηλαδή εσύ από τη στιγμή που γεννιέσαι δεν έχεις κανένα δικαίωμα καμία εγγύηση δεν έχεις τίποτα πώς να στο πω σε μια οποιαδήποτε άλλη χώρα υπάρχουν λίγο πολύ καθαρά δημόσια μέσα μεταφοράς δημοτικές υπηρεσίες που λειτουργούν λίγο πολύ καλά αλλά τουλάχιστον υπάρχει η ιδέα ότι μπορούν να υπάρξουν αντίθετα εδώ στα μέρη μας όχι εδώ στα μέρη μας δεν υπάρχει τίποτα απολύτως τίποτα δεν υπάρχει ένας κινηματογράφος ένα θέατρο μια βιβλιοθήκη ένα δημόσιο πάρκο ένα σχολείο ανεκτό επομένως καθώς δεν υπάρχει τίποτα ούτε από υπηρεσίες ούτε από θεσμούς ούτε από τίποτα οτιδήποτε μπορείς να αποκτήσεις εδώ από τη ζωή μπορείς να το αποκτήσεις μόνο μέσω της οργάνωσης της φατρίας που κάνει κουμάντο εδώ

Όσοι «ασχολούνται με αυτά τα φαινόμενα», δηλαδή κάθε λογής ειδικοί, εγκληματολόγοι, δικαστικοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι κοκ, βλέπουν λοιπόν μόνο ένα μέρος από τη συνολική εικόνα, αυτήν που φροντίζει να μας «φιλοτεχνήσει» ο Μπαλεστρίνι με όσο το δυνατόν πιο απλά λόγια. Το πρώτο στοιχείο που ξεχωρίζει ο αναγνώστης είναι ο προφορικός λόγος του βιβλίου. Η αμεσότητα αυτού του λόγου, πέρα από την απόλαυση που σου προκαλεί καθώς ακούς μια ενδιαφέρουσα ιστορία, επιφέρει σταδιακά και μία ταύτιση. Κατορθώνει να σε κάνει κοινωνό με τα προβλήματα του αφηγητή και αρχίζεις να βλέπεις με τα δικά του μάτια: πως θα μπορούσα να ζήσω/ξεφύγω κι εγώ αυτόν τον εφιάλτη;

Οδηγώντας τον αναγνώστη σε αυτήν τη θέση, ο Μπαλεστρίνι έχει φροντίσει να μην αναλυθεί σε προσωπικά παραληρήματα. Η υπαρξιακή αγωνία εδώ πηγάζει από μια ξεκάθαρα υλική και κοινωνική βάση: η πλήξη δεν είναι η περίφημη spleen αλλά η ανία ενός νέου που δεν μπορεί να πάει ένα σινεμά, ένα θέατρο, να φλερτάρει, να ερωτευτεί. Οι κοινωνικές σχέσεις είναι ιδιαίτερα κλειστές και η ηθική που τις διέπει υποκριτικά συντηρητική (μου έρχεται στο νου η κλασική εικόνα ενός μαφιόζου που κλαίει με μια άρια στην όπερα αφού έχει σκοτώσει πρώτα κάποιον). Με τα λόγια του συγγραφέα ξανά:

δηλαδή το βράδυ ορισμένες φορές όταν βρίσκεσαι στη λεωφόρο πρέπει να προσέχεις γιατί υπάρχει κίνδυνος αν οι μεγαλύτεροι σε δουν λίγο πιο μαλακό και όταν λέω μαλακό εννοώ λίγο πιο ευαίσθητο πιο καλλιεργημένο λιγότερο κτήνος από τους άλλους τελοσπάντων αν δεν βρίζεις κάθε τρία λεπτά και δεν φτύνεις κάθε πέντε μπορεί να σε περάσουν για αδερφή ακόμα κι αν δεν είσαι πάντως σε δοκιμάζουν και υπάρχουν κάποια παιδιά που τα βίασαν όμως κανείς δεν μίλησε ποτέ για αυτό επειδή αυτό είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό του χωριού μου γιατί στο χωριό μου έχουν συμβεί και εξακολουθούν να συμβαίνουν ένα σωρό πράγματα κάθε είδους κάθε τύπου όμως κανείς δεν πρέπει να μιλάει για αυτά τα πράγματα σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνονται γνωστά επειδή το σημαντικό είναι να μην γίνονται γνωστά να μην τα μάθει κανείς έστω κι αν ύστερα πάντα όλοι γνωρίζουν τα πάντα για τους πάντες και τότε εσύ φαντάσου ένα χωριό σαν κι αυτό τι μπορεί να βγάλει ένα τέτοιο χωριό δεν μπορεί να βγάλει τον Γκάντι ή τον Τσε Γκεβάρα μπορεί να βγάλει τον Σαντοκάν μόνο τον Σαντοκάν μπορεί να βγάλει ένα τέτοιο χωριό

Ο Σάντοκαν πρόκειται φυσικά για τον μυθιστορηματικό πειρατή, αλλά και για έναν από τους μαφιόζους που επιβλήθηκαν στους υπόλοιπους, έναν από τους πιο σκληρούς δολοφόνους που διετέλεσε για κάποιον καιρό και αρχηγός της Καμόρα. Στην Ιταλία οι δυνάμεις καταστολής καταδιώκοντας και συλλαμβάνοντας τέτοιους τύπους δείχνουν το καλό τους, φιλολαϊκό προσωπείο. Στην Ιταλία σχεδόν κάθε 10 χρόνια ο κρατικός μηχανισμός επιχειρεί μια αυτοκάθαρση απολύοντας ή μεταθέτοντας διεφθαρμένους από τη μαφία δημόσιους υπάλληλους (από τα πιο χαμηλά κλιμάκια πχ θυρωρούς δημαρχείων μέχρι τα ανώτερα όπως δικαστές). Ωστόσο οι οικονομικές δραστηριότητες της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης υπολογίζεται ότι συμμετέχουν στο ΑΕΠ της χώρας με ποσοστό που υπερβαίνει το 15%. Ποιος θα τους ακουμπήσει πραγματικά; Ο Μπαλεστρίνι αποφεύγει τις μεγάλες αφηγήσεις και μένει πιστός ως το τέλος στον αντι-ήρωα του: το ζήτημα είναι πώς να ξεφύγεις, όχι πώς να κυριαρχείς…

Κλείνοντας, δεν μπορώ να μην υπογραμμίσω τις «εκλεκτικές συγγένειες» της τραγικής κατάστασης που παρουσιάζει ο συγγραφέας για τον ιταλικό νότο με την αντίστοιχη της χώρας μας. Καθώς ελάχιστοι Έλληνες συγγραφείς ασχολούνται πλέον με τόσο «ταπεινά» θέματα, όπως η φτώχεια και οι απόπειρες να της ξεφύγεις, είναι τουλάχιστον εποικοδομητικό να διαβάζεις ένα βιβλίο που πραγματεύεται ακριβώς αυτά τα θέματα που πονάνε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Και είναι όλα εκεί: οι διεφθαρμένοι πολιτικοί, η απουσία θεσμών, οι απαξιωμένοι αγροτικοί συνεταιρισμοί, ο υποκριτικός συντηρητισμός, η βλαχομπαρόκ αισθητική, τα ευρέως διαδεδομένα ντρόγκια, η ολοένα διογκούμενη φτώχεια.

santokan

Η έκδοση του Σάντοκαν αφιερώνεται στη μνήμη του Μιχαήλ Πρωτοψάλτη από όσους συνεχίζουν στο Βιβλιοπέλαγος, τις εκδόσεις αυτές που υπήρξαν δημιούργημά του.  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s