Η κατασκευαστική βιομηχανία και η κρατική παρέμβαση…


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΕΓΕΚ,

του Ανέστη Ταρπάγκου

1. Ανάπτυξη, δομή και λειτουργία του καπιταλιστικού κατασκευαστικού κυκλώματος Με βάση τους ρυθμούς ανάπτυξης των τεχνικών εταιριών και σε συνάρτηση με τη συνολικότερη εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού και με τα στάδια της πολιτικής εξέλιξης της χώρας, διαφοροποιούνται τρεις φάσεις στην εξέλιξη του τεχνικού κατασκευαστικού τομέα:

Κατά πρώτο, η περίοδος από την λήξη του εμφυλίου πολέμου (1949) μέχρι την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας (1967).

Κατά δεύτερο, η περίοδος της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974) που σημαδεύει ιδιαίτερα την εξέλιξη των τεχνικών εταιριών.

Κατά τρίτο, η περίοδος από την μεταπολίτευση (1974) μέχρι την ολοκλήρωση των θεσμικών παρεμβάσεων του ΠΑΣΟΚ στις τεχνικές κατασκευές (1983-84).

 

1.1. Γένεση του κατασκευαστικού καπιταλισμού και ρόλος του κρατικού μηχανισμού στα δημόσια έργα. Σ’ αυτή την φάση κύριο χαρακτηριστικό είναι η εμφάνιση των πρώτων τεχνικών επιχειρήσεων Ε’ Τάξης ήδη από το 1949, το ξεκίνημα και η επέκταση των βασικών έργων τεχνικής υποδομής της χώρας, πράγμα που οδηγεί αμέσως μετά, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στη δημιουργία μιας καινούριας σειράς τεχνικών εταιριών που μέλλεται να διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλο στην κατοπινή εξέλιξη. Ο κρατικός μηχανισμός αναλαμβάνει να διαμορφώσει τους αναγκαίους τεχνικούς όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και επέκτασης της καπιταλιστικής παραγωγής καθώς ακριβώς διαμορφώνεται ένας ιδιαίτερος κλάδος παραγωγής, ο καπιταλιστικός κατασκευαστικός τομέας.

Το ελληνικό αστικό κράτος με την εμπέδωση του μετά την στρατιωτικοπολιτική ήττα του αριστερού κινήματος στο τέλος της δεκαετίας του 1940, αντιλήφθηκε γρήγορα ότι η ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας απαιτούσε τη διαμόρφωση μιας ευρείας τεχνικής υποδομής για την παραγωγή, κυκλοφορία και διάθεση των εμπορευμάτων. Αυτή η τεχνική υποδομή των δημόσιων έργων αφορούσε κατ’ εξοχήν:

Το δίκτυο επικοινωνίας μεταφοράς των εμπορευμάτων, πρώτων υλών και εργατικού δυναμικού (οδοποιία, λιμενικά έργα, σήραγγες, αεροδρόμια). Την κατασκευή στρατιωτικών τεχνικών έργων (εγκαταστάσεις εποικοινωνιών, δεξαμενών καυσίμων). Τις οικοδομικές μηχανολογικές εγκαταστάσεις των μεγάλων βιομηχανιών (τσιμέντου, καύσιμων). Τα εγγειοβελτιωτικά έργα ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής που αποτελούν προϋπόθεση για την επέκταση της καπιταλιστικής αγοράς από τα αστικά κέντρα στην αγροτική περιφέρεια. Τα γενικά έργα αστικής υποδομής (αστική οδοποιία, αποχετευτικά έργα) για την αναπαραγωγή και την εξασφάλιση της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού. Τη διαδικασία αυτή που ακριβώς αφορούσε την εξασφάλιση των γενικών προϋποθέσεων για την αξιοποίηση και διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, δεν μπορούσε παρά να αναλάβει το αστικό κράτος. Επρόκειτο για τεχνικές κατασκευές άμεσα απαραίτητες για την συνολική λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας.

Αυτή η ίδια τώρα η από μέρους του αστικού κράτους προώθηση της κατασκευής των έργων υποδομής της καπιταλιστικής ανάπτυξης έδωσε γένεση σ’ έναν επιμέρους κλάδο της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αυτού των τεχνικών εργοληπτικών εταιριών. Βέβαια κι αν ακόμη το ίδιο το κράτος αναλάμβανε την τεράστια αυτή παραγωγική δραστηριότητα, όπως στην περίπτωση της παραγωγής ηλεκτρισμού κλπ., και πάλι η φύση της παρέμβασης του σαν ταξικής παρέμβασης για τη διασφάλιση της τεχνικής υποδομής ανάπτυξης και επέκτασης των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων δεν θα μεταλλάσονταν.

Ο κρατικός μηχανισμός διαμορφώθηκε έτσι σ’ αυτό το επίπεδο με τη μορφή Δημοσίων Τεχνικών Υπηρεσιών, με αποστολή τον σχεδιασμό των τεχνικών κατασκευών, την ανάθεση τους στις αναπτυσσόμενες εργοληπτικές επιχειρήσεις, και την τεχνοοικονομική τους παρακολούθηση και εποπτεία. Η τεχνική αυτή δόμηση του κράτους δεν ήταν η μοναδική δυνατή, αλλά ήταν αυτή που προέκυπτε από τους δύο βασικούς παράγοντες που καθόριζαν την όλη διαδικασία: κοινωνική χρηματοδότηση της τεχνικής υποδομής, απαραίτητης για την ενιαία διαμόρφωση της αγοράς του ελληνικού χώρου και την βιομηχανική ανάπτυξη κάτω από καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις καπιταλιστικός χαρακτήρας της κατασκευαστικής βιομηχανίας που αναλάμβανε την εκτέλεση των μεγάλων τεχνικών προγραμμάτων. Ο «κοινωνικός αναπτυξιακός» χαρακτήρας των δημόσιων έργων συγκροτούνταν σαν τέτοιος στο βαθμό που χρησίμευε για τη δημιουργία των όρων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οικονομικών, τεχνικών και ανθρώπινων: το κράτος παρενέβαινε άμεσα και ενεργητικά για την ενίσχυση της ανάπτυξης και τη διεύρυνση των αστικών παραγωγικών t σχέσεων.

Παράλληλα διαμορφώνονται και δραστηριοποιούνται οι εργοληπτικές επιχειρήσεις με μια ορισμένη εξειδίκευση και τομείς τεχνικών κατασκευών, πράγμα που συνεπάγεται διαφοροποίηση του μηχανικού εξοπλισμού και της τεχνικής εμπειρίας των κατασκευαστικών επιχειρήσεων1. Έτσι μια ομάδα εταιριών επικεντρώνεται στην κατασκευή των μεγάλων αρδευτικών δικτύων (ΑΕΓΕΚ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ), μια σειρά επιχειρήσεων ασχολείται κύρια με έργα οδοποιίας του εθνικού δικτύου (ΑΣΦΑΛΤΙΚΑ ΕΡΓΑ, ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΟΜΙΚΗ), ορισμένες διεκπεραιώνουν ειδικές εργασίες θεμελιώσεων (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΘΕΜΕΛΙΩΣΕΩΝ), άλλες ιδιαίτερα αστικά αποχετευτικά έργα (ΥΔΡΕΞ), μια ομάδα περιλαμβάνει ειδικά κτιριακά, συγκροτήματα όπως νοσοκομεία και γενικότερα δημόσια κτίρια (ΕΛΤΕΚ, ΙΟΝΙΟΣ), ορισμένες απασχολούνται στην διάνοιξη των μεγάλων σηράγγων (ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ), μια ομάδα πραγματοποιεί την κατασκευή λιμενικών έργων (ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ, ΓΕΝΙΚΑ ΕΡΓΑ). Οι υπερμεγέθεις όμως τεχνικές επιχειρήσεις που αναδεικνύονται στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, με πολλαπλάσιο σε σχέση με τις υπόλοιπες μηχανολογικό εξοπλισμό και κύκλο εργασιών (ΕΔΟΚ ΕΤΕΡ, ΞΕΚΤΕ, ΣΚΑΠΑΝΕΑΣ) καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα των μεγάλων τεχνικών έργων οδοποιίας, αντιπλημμυρικών αρδευτικών, βιομηχανικών εγκαταστάσεων, υδροηλεκτρικών έργων. Έτσι, οι μεγάλες κατασκευαστικές επιχειρήσεις διεκπεραιώνουν τα μεγάλου επιπέδου έργα υποδομής, οποιασδήποτε κατηγορίας, ενώ οι υπόλοιπες τεχνικές εταιρίες Ε! τάξης κατασκευάζουν κυρίως μεσαίου μεγέθους έργα μιας ορισμένης εξειδικευμένης κατηγορίας, πράγμα που οδηγεί σε μια ορισμένη συμπληρωματικότητα, που άλλωστε εκδηλώνεται και με τη συνηθισμένη μορφή των κοινοπραξιών, γεγονός που επιτρέπει την παράλληλη ανάπτυξη και του ολιγοπωλιακού πυρήνα των τεχνικών εταιριών, αλλά και των υπόλοιπων εργοληπτικών επιχειρήσεων Ε’ Τάξης.

Ακόμα και στη σημερινή οικονομική πραγματικότητα οι επενδύσεις στην τεχνική υποδομή αντιμετωπίζονται σαν βασικός παράγοντας διαμόρφωσης του κόστους και της εμπορίας των βιομηχανικών προϊόντων και άρα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Έτσι, με δεδομένη μια σχετικά φθίνουσα πορεία των δημόσιων επενδύσεων σε έργα υποδομής από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 σε σχέση με την προηγούμενη αλματώδη τους αύξηση, υποστηρίζεται έντονα η αύξηση της επενδυτικής παρέμβασης του κράτους στην τεχνική υποδομή γιατί οι επενδύσεις αυτές «βοηθούν σημαντικά την ανάπτυξη της βιομηχανίας αυξάνοντας την παραγωγικότητα και δημιουργώντας προϋποθέσεις πρόσθετης ζήτησης για βιομηχανικά προϊόντα», με αποτέλεσμα «το σύνολο του ιδιωτικού τομέα να ωφελείται περισσότερο από την πλευρά της συνολικής ζήτησης και του όγκου των κερδών από μια επένδυση στην υποδομή παρά από μια ίσης αξίας επένδυση στη βιομηχανία»2. Μια ορισμένη δηλαδή «προοδευτική» αντίληψη για την επαύξηση της κρατικής παρέμβασης στις τεχνικές κατασκευές έρχεται να υποστηρίξει την πρακτική των δημόσιων επενδύσεων στα τεχνικά έργα σαν αποτελεσματικό οικονομικό εργαλείο για την ίδια την καπιταλιστική ανάκαμψη. Αν δηλαδή στην δεκαετία του 1950 η παρέμβαση του αστικού κράτους στα δημόσια έργα απέβλεπε στη διαμόρφωση των τεχνικών όρων για την πρωταρχική καπιταλιστική συσσώρευση, στη σημερινή περίοδο τείνει να επιδιώκει κυρίως την υποβοήθηση του ξεπεράσματος της καπιταλιστικής κρίσης μέσα από την έμμεση επίδραση των τεχνικών επενδύσεων στο κόστος, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

 

1.2. Ισχυροποίηση και ιδιαιτερότητες του τεχνικού κεφαλαίου Κατά την δεύτερη φάση πραγματοποιείται, κατά τρόπο παράλληλο άλλωστε μ’ εκείνον του συνολικότερου ελληνικού κεφαλαίου, μια αλματώδης συσσώρευση μέσα από μια σημαντικότατη μεγέθυνση του ενεργητικού των τεχνικών εταιριών και ένα σχετικό πολλαπλασιασμό του μέσου ποσοστού κέρδους τους σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Είναι η εποχή που χάρη στις πολιτικές συνθήκες της ανοιχτής αστικής δικτατορίας αναδεικνύονται και συγκροτούνται οι υπερμεγέθεις τεχνικές επιχειρήσεις, ενώ ταυτόχρονα ισχυροποιούνται όλες οι άλλες συνολικά, με τον αριθμό τους σχεδόν να διπλασιάζεται.

Η ταχύρρυθμη καπιταλιστική επέκταση στην περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας απαιτεί την πραγματοποίηση υψηλών δημόσιων επενδυτικών προγραμμάτων: οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου σε έργα οδοποιίας φτάνουν στο μέγιστο στα 1972 (5,8 δις. δρχ. σε σταθερές τιμές του 1970), όπως επίσης στα εγγειοβελτιωτικά έργα (2,8 δις. δρχ. το 1973), σε τεχνική υποδομή παραγωγής ενεργείας (7,0 δις. δρχ. το 1973) κλπ., ενώ στην αμέσως μετά περίοδο αρχίζουν να εμφανίζουν μια σχετική πτωτική τάση. Η διεύρυνση των δημόσιων επενδυτικών προγραμμάτων, η βίαιη πολιτική καθήλωση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και η ανάπτυξη της διαπλοκής τεχνικού κεφαλαίου τραπεζικού συστήματος κράτους, οδήγησε στην υπερακόντιση των κερδών του συνόλου των τεχνικών εταιριών Ε’ τάξης, που ήδη αριθμούσαν περί τις 50, στα ύψη, στον αλματώδη πολλαπλασιασμό του ενεργητικού τους, καθώς και στην απαρχή επέκτασης του συσσωρευμένου τεχνικού κεφαλαίου και σε άλλους τομείς (εμπορική ναυτιλία, τουριστική βιομηχανία κλπ.)· Πρόκειται για την περίοδο που το τεχνικό κεφάλαιο επεκτείνεται και σε άλλους κερδοφόρους τομείς: έτσι, το ύψος των συμμετοχών σε άλλες επιχειρηθείς για την ΕΔΟΚΕΤΕΡ περνάει από 20 εκατ. δρχ. το 1969 σε 180 εκατ. δρχ. το 1970 για να φτάσει στα 1977 τα 885 εκατ. δρχ., για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ από 19 εκατ. δρχ. το 1970 σε 56 εκατ. δρχ. το 1971, για να εξελιχθεί στα 183 εκατ. δρχ. στα 1977 κλπ.3 Ενώ τα συνολικά καθαρά κέρδη τεχνικών εταιριών στην περίοδο 196066 φτάνουν 725 εκατ. δρχ. στην επταετία 1967-74 ανέρχονται σε 6 δισεκ. δρχ: για την ΕΔΟΚΕΤΕΡ από 149 εκατ. δρχ. φτάνουν τα 1.676 εκατ. δρχ., για την ΟΔΩΝ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ από 72 εκατ. δρχ. πετάγονται στα 572 εκατ. δρχ., για τον ΣΚΑΠΑΝΕΑ από 33 εκατ. δρχ. σε 432 εκατ. δρχ. κλπ., τάση όμως που είναι κοινή και για τις μημονοπωλιακές εργοληπτικές επιχειρήσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο η ΕΤΕΘ περνάει από τα 6 εκατ. κέρδη στα 120 εκατ. δρχ., ο ΑΛΙΑΚΜΩΝ από τα 18 εκατ. δρχ. στα 172 εκατ. δρχ., η ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΟΛΟΥ από τα 20 εκατ. δρχ. στα 193 εκατ. δρχ.4

Αναδεικνύεται με άλλες λέξεις μια ολιγοπωλιακή δόμηση του κατασκευαστικού τομέα παράλληλα όμως με την ταυτόχρονη συνολική καπιταλιστική ανάπτυξη του κυκλώματος του συνόλου των εργοληπτικών εταιριών: διαπίστωση αναγκαία για να γίνει κατανοητή σήμερα η πολιτική αναγκαιότητα ανατροπής του συνολικού κεφαλαιοκρατικού χαρακτήρα που διέπει τις παραγωγικές σχέσεις στις τεχνικές κατασκευές και όχι όπως διατείνονται δυνάμεις του αριστερού κινήματος του περιορισμού ή ακόμη και της κατάργησης της «χούφτας των τεχνικών μονοπωλίων».

Από την άλλη πλευρά το φαινόμενο αυτό δεν απορρέει από καμιά «ειδικά χαριστική» πολιτική της στρατιωτικής δικτατορίας απέναντι στις τεχνικές εταιρίες: η κρατική ενίσχυση της καπιταλιστικής επέκτασης είχε γενικό χαρακτήρα με τις πολιτικές προϋποθέσεις που διαμόρφωνε, τα υδροηλεκτρικά έργα, τα αρδευτικά δίκτυα κλπ. Οι κατασκευές στην τεχνική υποδομή που πραγματοποιήθηκαν ήταν αναγκαίες σαν γενικοί όροι αξιοποίησης του συνολικού κεφαλαίου, όπως επίσης και η «κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος» που έγινε δεν ήταν διαφορετικής ποιότητας από την γενικότερου και μονιμότερου χαρακτήρα λειτουργίας του αστικού κράτους στην μεταπολεμική 35ετία, λειτουργία που συνίσταται στη μεταφορά πόρων από τις εργαζόμενες τάξεις στο βιομηχανικό εμπορικό κεφάλαιο μέσα από τις δημόσιες τεχνικές επενδύσεις. Συμπερασματικά στη φάση αυτή το τεχνικό κεφάλαιο περνάει απ’ τη μορφή της μεσαίας δυναμικότητας κατασκευαστικής επιχείρησης στην μεγάλου μεγέθους τεχνική εταιρία και ταυτόχρονα στο τέλος της περιόδου διαπιστώνει τα όρια του στον εσωτερικό ελληνικό χώρο: η εξαγωγή του στη διεθνή αγορά γίνεται στο εξής μια απ’ τις κύριες πλευρές της ύπαρξης του και βασικός όρος για την αναπαραγωγή του.

Παράλληλα εμπεδώνονται και τα βασικά δομικά στοιχεία του τεχνικού κεφαλαίου που διαφοροποιούν τις τεχνικές εταιρίες από άλλους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας που είναι:

α) Διαπλοκή επιστημονικοτεχνικής γνώσης  –  ιδιωτικής ιδιοκτησίας

Η στενή συνύφανση επιστημονικής τεχνικής γνώσης και ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής αποτελεί μια σημαντική ιδιαιτερότητα των εργοληπτικών εταιριών: όλες ανεξαίρετα οι τεχνικές εταιρίες εμφανίζουν ένα έμπειρο τεχνικό επιτελείο (μηχανικών εργοληπτών) που ασκεί τη διευθυντική εξουσία και την τεχνική διεύθυνση, αναλαμβάνει την παραγωγή των τεχνικών έργων, αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητα, νέμεται το κέρδος της τεχνικής παραγωγής και κατέχει την ιδιοκτησία των μηχανολογικών και λοιπών παραγωγικών μέσων. Μάλιστα η καπιταλιστική ιδιοκτησία «νομιμοποιείται» σ’ ένα βαθμό σαν απόρροια της τεχνολογικής γνώσης εμπειρίας του διευθυντικού επιτελείου της τεχνικής επιχείρησης. Πρόκειται για δυο κοινωνικές παραμέτρους (γνώση ιδιοκτησία), που είναι στενά αλληλένδετες, έτσι ώστε η μια προϋποθέτει την άλλη. Η σημαντική αυτή ιδιομορφία του,να ταυτίζονται οι φορείς της τεχνικής γνώσης (εργοληπτικής ικανότητας) και της ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων, πέρα από τη σημασία που παρουσιάζει για την αριστερή ανάλυση του ρόλου της επιστήμης στην κοινωνική παραγωγή (στην προκειμένη περίπτωση πηγή αυτής της ίδιας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας), καταδείχνει ιδιαίτερα το ανέφικτο και ανεπαρκές της κοινωνικής απελευθέρωσης του εργοτεχνικού παραγωγικού δυναμικού της κατασκευαστικής βιομηχανίας με μόνη την απαλλοτρίωση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, όταν παράλληλα δεν προωθείται η κοινωνικοποίηση της επιστημονικοτεχνικής γνώσης για το σύνολο των παραγωγών εργαζομένων.

β) Κράτος «εργοδότης  –  πελάτης» του τεχνικού κεφαλαίου

Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός και η σχετική ολιγοπωλιακή κυριαρχία στο επίπεδο των τεχνικών εταιριών δεν εκδηλώνεται στα πλαίσια της «ελεύθερης αγοράς» αλλά κατά τρόπο ιδιόμορφο στις μέσα από τους δημόσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς αναλήψεις των τεχνικών κατασκευών: ο κρατικός μηχανισμός αναδεικνύεται ταυτόχρονα σε «εργοδότη» (εφ’ όσον διαχειρίζεται τα κεφάλαια των δημόσιων επενδύσεων) και «πελάτη» των τεχνικών εταιριών (εφ’ όσον σ’ αυτόν παρέχει το τεχνικό κεφάλαιο τις υπηρεσίες του). Αυτό ανταποκρίνεται στη συγκεκριμένη μορφή του αστικού κράτους στη μεταπολεμική περίοδο σαν πολιτικού οικονομικού ιδεολογικού οργανωτή της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης, και η αντίστοιχη δόμηση των τεχνικών υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης ανταποκρίνεται σ’ αυτήν του την λειτουργία. Και ακριβώς είναι ανεδαφική μια ορισμένη διεκδίκηση του αριστερού κινήματος που επιζητά σ’ αυτό το επίπεδο μια «αλλαγή» του κρατικού τεχνικού μηχανισμού τέτοια που να επιτελεί «ορθά, αποτελεσματικά, φιλολαϊκά» τον ρόλο του στις τεχνικές κατασκευές. Γιατί ακριβώς στο βαθμό που διαμορφώνονται οι δυνατότητες διαφοροποίησης των κυρίαρχων παραγωγικών σχέσεων, θα είναι οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και φορείς που θα προγραμματίζουν, θα χρηματοδοτούν, τα έργα τεχνικής υποδομής (στη θέση του αστικού κράτους) και θα είναι οι κοινωνικοποιημένες τεχνικές μονάδες κατασκευών που θα εκτελούν αυτή την παραγωγή (στη θέση των ιδιωτικών εργοληπτικών επιχειρήσεων). Έτσι, από την άποψη της σοσιαλιστικής οπτικής, το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι η απαίτηση του «εκδημοκρατισμού, αποτελεσματικότητας, ορθολογικοποίησης» των κρατικών τεχνικών μηχανισμών, αλλά αυτή η ίδια η κοινωνικοποίηση τόσο των διαδικασιών σχεδιασμού και διεύθυνσης των τεχνικών κατασκευών, όσο και των παραγωγικών μέσων πραγματοποίησης τους, πράγμα που θα ανέτρεπε αυτή την ίδια τη λειτουργία του κρατικού τεχνικού μηχανισμού.

γ) Τεχνικές επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικό σύστημα

Η άνδρωση και υπερμεγέθυνση των τεχνικών επιχειρήσεων συνδέεται με την έναρξη της διαδικασίας διαπλοκής του τεχνικού με το τραπεζικό κεφάλαιο. Η διαδικασία αυτή προέρχεται τόσο από τους γενικότερους κανόνες του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπου το τραπεζικό κεφάλαιο επεκτείνεται και ελέγχει τομείς της βιομηχανικής παραγωγής μετατρεπόμενο σε χρηματιστικό κεφάλαιο, όσο και από την ιδιαίτερη φύση της παραγωγικής δραστηριότητας των τεχνικών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα η περίοδος εργασίας στην κατασκευή των μεγάλων τεχνικών έργων εκτείνεται σε ένα μακρό χρονικό διάστημα, έτσι ώστε η ταχύτητα περιστροφής του κεφαλαίου είναι εξαιρετικά χαμηλή: είναι επόμενο λοιπόν η ιδιωτική κατασκευαστική επιχείρηση, παράλληλα βέβαια με τις επιμέρους πληρωμές που εισπράττει κατά τμήματα του εκτελουμένου έργου, να προστρέχει στην χρησιμοποίηση τραπεζικών κεφαλαίων προκειμένου να ανταποκριθεί στο μεγάλο ύψος των δαπανών που απαιτούνται στη διάρκεια της κατασκευαστικής περιόδου εργασίας5. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν πρόκειται για επενδύσεις κεφαλαίων στη διεθνή αγορά (Μέση Ανατολή Βόρεια Αφρική) όπου η σύνδεση των τεχνικών εταιριών με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γίνεται ακόμη στενότερη: εγγυητικές επιστολές, δανειοδότηση επενδύσεων, κεφάλαια κίνησης παρέχονται από τις ελληνικές και διεθνείς τράπεζες για να χρηματοδοτηθεί η επιχειρηματική επέκταση του τεχνικού κεφαλαίου. Η σύνδεση αυτή τεχνικού και τραπεζικού κεφαλαίου είναι μια οργανική αναγκαιότητα της ολιγοπωλιακής συγκρότησης της κατασκευαστικής βιομηχανίας, έτσι ώστε το άνοιγμα των τεχνικών εταιριών στην Εθνική Τράπεζα που φτάνει τα 30 δισεκ. δρχ. θα πρέπει να αντιμετωπιστεί απ’ τη σκοπιά των ζητημάτων που έθεσε η ίδια η ιμπεριαλιστική επέκταση των επιχειρήσεων αυτών  – στη διεθνή αγορά κι όχι από εκείνη των «χαριστικών δανείων».

 

2.3. Ιμπεριαλιστική επέκταση και δομή του κατασκευαστικού τομέα «Αυτό που χαρακτηρίζει το σύγχρονο καπιταλισμό όπου κυριαρχούν τα μονοπώλια, είναι η εξαγωγή κεφαλαίων… Στο βαθμό που ο καπιταλισμός παραμένει τέτοιος, το πλεονάζον κεφάλαιο χρησιμοποιείται όχι για να βελτιωθεί το επίπεδο ζωής των μαζών σε μια δοσμένη χώρα, αλλά για να αυξηθούν τα κέρδη του με την εξαγωγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, στις υπό ανάπτυξη χώρες… Οι εξαγωγές κεφαλαίων επιδρούν στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στις χώρες όπου κατευθύνονται επιταχύνοντας την δυναμικά. Αν κατά συνέπεια αυτές οι εξαγωγές είναι επιδεκτές, μέχρις ένα ορισμένο σημείο, να οδηγήσουν σε μια επιβράδυνση της εξέλιξης των εξαγωγικών χωρών, αυτό δεν γίνεται παρά με τη ριζική και εκτεταμένη ανάπτυξη του καπιταλισμού σ’ ολόκληρο τον κόσμο»6. Πράγματι, η υπερμεγέθυνση και μονοπωλιακή συγκρότηση της κατασκευαστικής βιομηχανίας με το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας οδηγεί μια ολόκληρη ομάδα τεχνικών επιχειρήσεων στην εξαγωγή κεφαλαίων υπηρεσιών στις αγορές τεχνικών έργων στις χώρες της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, σ’ ένα σύνολο δεκαπέντε περίπου χωρών. Το συγκεντροποιημένο ήδη τεχνικό κεφάλαιο στον ελληνικό χώρο βρίσκεται πλέον σε ριζική αναντιστοιχία με τα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων στην τεχνική υποδομή. Είναι η φάση όπου ο ελληνικός καπιταλισμός ενδυναμωμένος αρχίζει να αναπτύσσει ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά: οι τεχνικές κατασκευές παρέχουν ένα ευρύτατο πεδίο επέκτασης όχι μόνο για τις εργοληπτικές εταιρίες αλλά και για ολόκληρη τη βιομηχανία δομικών υλικών (τσιμεντοβιομηχανία, μεταλλικά δομικά προϊόντα κλπ.). Στις κοινωνίες αυτές η κρατική γραφειοκρατία, χρησιμοποιώντας ως επί το πλείστον τα έσοδα της πετρελαϊκής παραγωγής, δρα σαν καθοριστικός παράγοντας της πρωταρχικής καπιταλιστικής συσσώρευσης, πράγμα για το οποίο οι επενδύσεις στη τεχνική υποδομή διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο. Αμερικανικά, ευρωπαϊκά, ασιατικά και ελληνικά τεχνικά συγκροτήματα παρεμβαίνουν και αναδύονται σ’ έναν οξύ ανταγωνισμό για την κυριαρχία στις τοπικές αγορές, αναλαμβάνοντας τεχνικές εργοληψίες που για τις ελληνικές επιχειρήσεις ο προϋπολογισμός τους είναι πολλαπλάσιος του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων του ελληνικού κράτους, σε έργα βασικής τεχνικής υποδομής αλλά και βιομηχανικής οικοδόμησης. Έτσι, η ΕΔΟΚΕΤΕΡ φτάνει να έχει ανειλημμένα τεχνικά έργα στο εξωτερικό 16,0 δις. δρχ. (Σαουδική Αραβία, Λιβύη), η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ 18,0 δις. δρχ. (ΙΡΑΚ), η ΜΕΤΟΝΕΤΕΠ 11,2 δις. δρχ. (Σαουδική Αραβία, Λιβύη), ο ΣΚΑΠΑΝΕΑΣ 12,0 δις. δρχ. (Ιράκ, Ιράν) κλπ. Και βεβαία η σχετική ολοκλήρωση ενός μέρους της τεχνικής υποδομής σε ορισμένες πετρελαιοπαραγωγές χώρες δεν σηματοδοτεί την εξάντληση της κατασκευαστικής αγοράς: νέες αγορές ανοίγονται σε κράτη όπως η Αίγυπτος και η Αλγερία, ενώ στις προηγούμενες μπαίνει σε κίνηση η κατασκευή βιομηχανικών εγκαταστάσεων, νοσηλευτικών ιδρυμάτων κλπ.7.

Το ίδιο το ελληνικό κράτος διαπιστώνοντας αυτή την επιχειρηματική επεκτατικότητα προχωράει στην ενίσχυση της, διαβλέποντας το ευρύ πεδίο διείσδυσης του ελληνικού κεφαλαίου που έχει ανοιχθεί σ’ αυτό το χώρο, τη στιγμή μάλιστα που φιλοδοξεί να διαδραματίσει το ρόλο της «γέφυρας» ανάμεσα στον δυτικοευρωπαϊκό καπιταλισμό της ΕΟΚ και στην μεσανατολική αγορά. Έτσι, κατ’ αρχήν διαπιστώνεται ότι «σε δέκα από τις χώρες αυτές εργάζονται είκοσι περίπου μεγάλες ελληνικές τεχνικές εταιρίες, κατασκευάζουν έργα δαπάνης της τάξης των 1.000 εκατ. δολ. το χρόνο και απασχολούν ελληνικό προσωπικό 8.000 περίπου ατόμων», και ότι «η δραστηριότητα αυτή συνέβαλε στην προώθηση των εξαγωγών πολλών βιομηχανικών κλάδων παραγωγής δομικών υλικών και κτιριακού εξοπλισμού που παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια σημαντικές εξαγωγικές επιδόσεις». Στη συνέχεια προγραμματίστηκε από την ίδια την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας «για τις ελληνικές τεχνικές εταιρίες που εργάζονται στο εξωτερικό η σύναψη διακρατικών συμφωνιών που θα καθορίζουν τα πλαίσια δραστηριότητας των εταιριών κλπ.»8. Ήδη σήμερα, αρκεί να αναφερθεί ότι μία μόνο από τις μονοπωλιακές τεχνικές εταιρίες, η ΕΔΟΚΕΤΕΡ έχει εκτελούμενα έργα συμβατικής αξίας 1,1 δισεκ.δολ. (ειδικότερα στη Λιβύη εκτελεί τεχνικές κατασκευές αξίας 152 εκατ. δολ., στη Σαουδική Αραβία 402 εκατ. δολ. και στη Νιγηρία 520 εκατ. δολ. και μάλιστα στην τελευταία έχει αναλάβει την κατασκευή του αρδευτικού δικτύου του λεκανοπεδίου του Τσαντ, το μεγαλύτερο εγγειοβελτιωτικό έργο της χώρας, αξίας 453 εκατ. δολ., που προορίζεται να αρδεύσει 44.000 εκτάρια καλλιεργούμενης γης).

Παράλληλα στην ίδια περίοδο (197483) το κατασκευαστικό δυναμικό αναπτύσσεται έτσι ώστε ο σημερινός αριθμός των τεχνικών εταιριών Ε’ τάξης να υπερβαίνει πλέον τις εκατό, σαν αποτέλεσμα του ότι, οι δημόσιες επενδύσεις στα τεχνικά έργα, μετά την φάση ύφεσης στο μέσο της δεκαετίας του 1970, περνούν στη σημερινή φάση μια καινούργια περίοδο ανάκαμψης, με προσανατολισμό των ολιγοπωλιακών συγκροτημάτων τις αγορές του εξωτερικού και των υπολοίπων μεγάλων τεχνικών εταιριών στην εσωτερική αγορά. Έτσι σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε στη συνολική διάρθρωση του τεχνικού κεφαλαίου τους βασικούς τρεις κύκλους τεχνικών επιχειρήσεων:

Κατά πρώτο, έναν κεντρικό πυρήνα που συμπεριλαμβάνει τα ολιγοπωλιακά τεχνικά γκρουπ (ΑΡΧΙΡΟΔΟΝ, ΕΔΟΚΕΤΕΡ κλπ) με το ενδιαφέρον στραμμένο στις υπερμεγέθεις τεχνικές κατασκευές κάθε κατηγορίας κατά κύριο λόγο στη διεθνή αγορά, αλλά εξίσου και στην ελληνική.

Κατόπιν, έναν άμεσο περίγυρο μιας εκατοντάδας περίπου τεχνικών επιχειρήσεων μεγάλου μεγέθους προσανατολισμένων κυρίαρχα στην εσωτερική αγορά, που άλλες πλησιάζουν στην εξέλιξη τους και συναγωνίζονται με τον κεντρικό πυρήνα του τεχνικού κεφαλαίου και άλλες απομακρύνονται απ’ αυτόν (π.χ. ΕΛΛΚΑΤ, ΕΤΕΘ κλπ.).

Τέλος, ένα ολόκληρο φάσμα μεσαίων κατασκευαστικών εταιριών εργοληπτών κατασκευαστών που εμπερικλείει εκατοντάδες τεχνικές μονάδες στην περιφέρεια του κυκλώματος παραγωγής δημόσιων έργων, με αποκλειστικό πεδίο δράσης την εγχώρια αγορά, μεσαίου μεγέθους τεχνικών κατασκευών.

Το συνολικό αυτό πλέγμα ολιγοπωλιακών μεγάλων μεσαίων τεχνικών εταιριών δομείται και λειτουργεί στην ενιαία βάση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, χωρίς η ανάδειξη τεχνικών μονοπωλίων να μεταλλάσει τον χαρακτήρα αυτών των κοινωνικών σχέσεων: «Τα μονοπώλια δεν καταργούν τον ελεύθερο ανταγωνισμό απ’ τον οποίο προέρχονται· υπάρχουν πάνω και παράλληλα με τον ανταγωνισμό, προκαλώντας έτσι αντιθέσεις, διαλύσεις, συγκρούσεις ιδιαίτερα οξείες και βίαιες». Η αποκλειστική σχεδόν επικέντρωση της παρέμβασης ορισμένων δυνάμεων του αριστερού κινήματος στα «τεχνικά μονοπώλια» (υπερχρέωση τους, συμπίεση των μεσαίων κατασκευαστικών επιχειρήσεων κλπ.) δεν οδηγεί παρά στην απόκρυψη του κυρίαρχου στοιχείου που είναι οι ενιαίες καπιταλιστικές δομές του κυκλώματος παραγωγής τεχνικών έργων. Άλλωστε μια τέτοια αντίληψη οδηγεί στην ανεδαφική «αντιμονοπωλιακή συμμαχία» αντιτιθέμενων κοινωνικών δυνάμεων με στόχο τον «περιορισμό της κυριαρχίας των μονοπωλίων»: η εργατική τάξη των κατασκευών (μισθωτοί εργατοτεχνίτες, χειριστές, οδηγοί, τεχνικοί κλπ. εργαζόμενοι) καλείται να οικοδομήσει την «αντιμονοπωλιακή συμμαχία» με την μικροαστική τεχνοκρατία, την κρατική τεχνική γραφειοκρατία, τις μεσαίες τεχνικές επιχειρήσεις, ακόμη και τις εταιρίες ανώτατης στάθμης που δεν ανήκουν στον «μονοπωλιακό πυρήνα»… Μια τέτοια στρατηγική κοινωνικών συμμαχιών στον κατασκευαστικό τομέα εκφράζει την κυριάρχηση στο αριστερό εργατικό λαϊκό κίνημα μιας μικροαστικής πολιτικής ιδεολογίας που οπωσδήποτε δεν εκφράζει τα συμφέροντα της χειραφέτησης των παραγωγών εργαζομένων. «Δεν είναι υπόθεση της εργατικής τάξης να αντιπαραθέσει στην πιο προοδευτική καπιταλιστική πολιτική την ξεπερασμένη πολιτική της εποχής του ελεύθερου ανταγωνισμού και της εχθρότητας απέναντι στο κράτος. Η απάντηση της εργατικής τάξης στην οικονομική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου, στον μονοπωλιακό καπιταλισμό (ιμπεριαλισμό) δεν μπορεί να είναι η αποκατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά μόνον ο σοσιαλισμός. Δεν είναι η αποκατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού που έχει γίνει τώρα ένα αντιδραστικό ιδανικό, που μπορεί να είναι σήμερα ο σκοπός της εργατικής πολιτικής, αλλά αποκλειστικά η κατάργηση του ανταγωνισμού με την κατάργηση του καπιταλισμού»9. Τα μεταξύ των τεχνικών μονοπωλίων και της εργατικής τάξης των τεχνικών κατασκευών κοινωνικά στρώματα δεν αντιτίθενται στην κυριαρχία των μονοπωλιακών τεχνικών εταιριών, παρά μόνο τόσο, όσο παράλληλα επιδιώκουν την ισχυροποίηση της δικής τους θέσης στο σύστημα της ταξικής κυριαρχίας, μέσα από την ενδυνάμωση των καπιταλιστικών δομών του κατασκευαστικού κυκλώματος.

 

  1. Η κυβερνητική μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου των δημοσίων έργων και των τεχνικών εταιριών Η θεσμική παρέμβαση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στο κύκλωμα παραγωγής δημόσιων έργων που υλοποιήθηκε με τον Νόμο Πλαίσιο 1418 84, περιλαμβάνει, από κοινωνική  –  ταξική «άποψη» τα εξής στοιχεία10:

Κατ’αρχήν, την ενίσχυση της θέσης ταξικής κυριαρχίας της επιστημονικής τεχνοκρατίας, την εδραίωση της τεχνικής πυραμίδας στον κατασκευαστικό τομέα.

Στη συνέχεια, την ισχυροποίηση της δομής της επιχειρηματικής  – καπιταλιστικής συγκρότησης των εργοληπτικών κατασκευαστικών φορέων, την ανάδειξη  –  σταθεροποίηση των ιδιωτικών τεχνικών επιχειρήσεων.

Τέλος, τη διασφάλιση του «υγιούς» κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού των τεχνικών εταιριών μέσα απ’ την εξυγίανση  –  διαφάνεια των διαδικασιών δημοπράτησης των δημοσίων τεχνικών έργων11.

Αυτή η διαρθρωτικού χαρακτήρα τομή του ΠΑΣΟΚ στη συγκρότηση και λειτουργία των τεχνικών κατασκευών όχι μόνο δεν συνιστά σοσιαλιστικού χαρακτήρα δομική αλλαγή, αλλά απεναντίας αποσκοπεί διακηρυγμένα στην ενδυνάμωση των διαρθρωτικών εκείνων στοιχείων που προσδιορίζουν τον τρόπο παραγωγής των τεχνικών έργων σαν κεφαλαιοκρατικό: Τον κάθετο καταμερισμό της εργασίας, της γνώσης και της διευθυντικής εξουσίας. Τη συγκροτημένη επιχειρησιακή διαμόρφωση των κατασκευαστικών φορέων. Τη διαδικασία του ανταγωνισμού της αγοράς με την ιδιαιτερότητα που εκφράζεται στις τεχνικές κατασκευές. Έτσι, η πολιτική του ΠΑΣΟΚ στα δημόσια έργα συντείνει στην αναβάθμιση εμπέδωση του καπιταλιστικού χαρακτήρα των παραγωγικών σχέσων.

2.1. Η φύση της αλλαγής στο κύκλωμα παραγωγής τεχνικών έργων «Τα δημόσια έργα αναπτύχθηκαν σε μη ορθολογική βάση… με παντελή σχεδόν έλλειψη αναπτυξιακού σχεδιασμού και προγραμματισμού και αναχρονιστικό θεσμικό πλαίσιο… με αποτέλεσμα την νοσηρότητα του κυκλώματος μελέτη επίβλεψη κατασκευή υλικά». «Ανευθυνότητα και προχειρότητα στον τομέα των μελετών… καταστρατήγηση του υγιούς ανταγωνισμού στην ανάθεση… επιλογή του κατασκευαστικού φορέα χωρίς έλεγχο της τεχνικής ικανότητας… ελλιπής και ανεπαρκής επίβλεψη της κατασκευής των έργων… ανεξέλεγκτη παραγωγή των υλικών… πλημμελής και ακατάλληλη αξιοποίηση του τεχνικού εξοπλισμού… έλλειψη υποδομής ανάπτυξης εγχώριας τεχνολογίας… ανεπάρκεια του πλαισίου αξιοποίησης και εξέλιξης του τεχνικού δυναμικού». Με τέτοιου είδους εκτιμήσεις περιγράφεται η κατάσταση που επικράτησε στις τεχνικές κατασκευές στις μεταπολεμικές δεκαετίες για να προσδιοριστούν στη συνέχεια οι στόχοι της κυβερνητικής παρέμβασης: «Τα δημόσια έργα σαν έργα αναπτυξιακής και κοινωνικής υποδομής, με ολοκληρωμένο σχεδιασμό, επιλογές αντιστοιχισμένες σε αναπτυξιακές και κοινωνικές προτεραιότητες, σωστή διαχείριση πόρων, ορθολογική ανάπτυξη και αξιοποίηση των συντελεστών παραγωγής, αποτελούν βασικό μοχλό για την αυτοδύναμη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη του τόπου». «Με το νέο θεσμικό πλαίσιο εξυγιαίνεται το κύκλωμα παραγωγής των έργων και αποκαθίσταται ο υγιής ανταγωνισμός… προωθείται η ορθολογική χρήση και αξιοποίηση του μηχανικού εξοπλισμού… η ουσιαστική αξιοποίηση και ανάπτυξη του τεχνικού δυναμικού… ενισχύεται η οικονομική παρουσία του κράτους… επαναπροσδιορίζεται ο επιτελικός ρόλος του ΥΠ.Δ.Ε…., αποκεντρώνεται και γίνεται αποτελεσματικότερος ο ρόλος της τεχνικής επίβλεψης των έργων»12.

«Νοσηρότητα εξυγίανση», «αυθαιρεσία ορθολογισμός», «μονοπώληση ανταγωνισμός», «προχειρότητα υπευθυνότητα», «αναχρονισμός εκσυγχρονισμός»: μ’ αυτά τα αντιθετικά δίπτυχα εκφράζεται η κοινωνική αντίληψη και πολιτική παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και σ’ ένα μεγάλο βαθμό ενός μέρους της κομμουνιστικής Αριστεράς, στις τεχνικές κατασκευές όπως και σ’ ολόκληρη την οικονομική δομή και λειτουργία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Ένας τέτοιος αταξικός τρόπος θεώρησης του ρόλου του κράτους, των τεχνικών επιχειρήσεων, της εργατικής τάξης και της μικροαστικής τεχνοκρατίας παρακάμπτει την ανάλυση των κυρίαρχων εκμεταλλευτικών και ιεραρχικών σχέσεων παραγωγής, εθελοτυφλεί μπροστά στην οικονομική, πολιτική και μορφωτική υποτέλεια των εργαζομένων και μ’ αυτό τον τρόπο καταλήγει να παραγκωνίζει τον κυρίαρχο αριστερό κοινωνικό στόχο της συγκρότησης των πολιτικών εργατικών δυνάμεων σε αντιπαλότητα προς το τεχνικό κεφάλαιο και τον κρατικό μηχανισμό, και της παρέμβασης για τον μετασχηματισμό των κεφαλαιοκρατικών παραγωγικών σχέσεων. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή δηλαδή απουσιάζει η τοποθέτηση απ’ την πλευρά των ταξικών συμφερόντων χειραφέτησης των εργαζομένων στην παραγωγή τεχνικών έργων, έρχεται να καλύψει το κενό η αντίληψη για την ορθολογικότερη λειτουργία του τρόπου παραγωγής των τεχνικών κατασκευών. Η αντίληψη αυτή δρα στην κατεύθυνση ισχυροποίησης των ιδιωτικών τεχνικών συγκροτημάτων, εμπέδωσης της τεχνικής ιεραρχίας, ενδυνάμωσης του διαχειριστικού ρόλου του κράτους, ενίσχυσης του ανταγωνιστικού χαρακτήρα της παραγωγής, δηλαδή όλων εκείνων των δομικών στοιχείων που συνθέτουν τον τρόπο παραγωγής των έργων σαν καπιταλιστικό.

 

2.2. Ενίσχυση της επιχειρηματικής συγκρότησης των τεχνικών εταιριών. Εφ’ όσον διαπιστώνεται ότι: «η επιλογή του φορέα εκτέλεσης του έργου γίνεται χωρίς έλεγχο της τεχνικής ικανότητας (τεχνικό δυναμικό, μηχανικός εξοπλισμός, οργάνωση), και επιχειρηματικής δυνατότητας του εργοληπτικού φορέα, αλλά και χωρίς έλεγχο της αξιοπιστίας του με βάση την προηγούμενη εκτέλεση άλλων έργων», και ότι «μέσα απ’ τις ουσιαστικά τυπικές προϋποθέσεις οι στρεβλώσεις είναι αναπόφευκτες», επιδιώκεται και προωθείται από το καινούργιο θεσμικό πλαίσιο «η ποιοτική και ποσοτική ανάπτυξη, οργάνωση των εργοληπτικών φορέων με βάση τις πραγματικές απαιτήσεις και ανάγκες της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Επειδή οι κατασκευαστικοί φορείς (εργοληπτικές επιχειρήσεις) αποτελούν βασικό παράγοντα στη διαδικασία παραγωγής των δημόσιων έργων, η πολιτεία λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για τη δημιουργία, διατήρηση και ανάπτυξη αξιόπιστων κατασκευαστικών μονάδων»12.

Η μεταρρυθμιστική κυβερνητική παρέμβαση στο θεσμικό πλαίσιο των δημόσιων έργων έρχεται να επικυρώσει την ήδη λειτουργούσα καπιταλιστική δομή των τεχνικών κατασκευών: σαν υποκείμενα της παραγωγής τεχνικών έργων αναγνωρίζονται οι ήδη συγκροτημένες τεχνικές εταιρίες. Η κατ’ εξοχήν αριστερού χαρακτήρα παρέμβαση στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των τεχνικών συγκροτημάτων μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, καθώς και στην συγκεντρωτική οργάνωση και διεύθυνση τους απουσιάζουν εντελώς από την επιχειρούμενη θεσμική τομή. Απεναντίας, επειδή μάλιστα οι κατασκευαστικές επιχειρήσεις θεωρούνται σαν ο κατ’ εξοχήν οικονομικοτεχνικός συντελεστής της παραγωγής τεχνικών έργων, καθορίζεται σαν βασική κρατική επιδίωξη σ’ αυτόν τον τομέα η αναπαραγωγή και ανάπτυξη των ιδιωτικών τεχνικών επιχειρήσεων. Το ζήτημα για την κυβερνητική πολιτική είναι να αποφευχθούν «στρεβλές» καταστάσεις στις δημόσιες κατασκευές (εγκαταλείψεις έργων, εκπτώσεις αναδόχων, παρατεταμένες καθυστερήσεις εκτελέσεων κλπ.), πράγμα που ακριβώς επιβάλλει την ενίσχυση μιας δυναμικής επιχειρηματικής συγκρότησης των εργοληπτικών φορέων, αυτή εκφράζεται στην ύπαρξη οργανωμένων διευθυντικών τεχνοκρατικών επιτελείων, ισχυρού μηχανικού εξοπλισμού σε δομικά μηχανήματα, οικονομική επιφάνεια και διαχειριστική αξιοπιστία: ο,τι δηλαδή συνιστά τη φυσιογνωμία μιας τυπικής καπιταλιστικής επιχειρησιακής οργάνωσης, πράγμα στο οποίο ανταποκρίνονται άλλωστε όλες σχεδόν οι υπάρχουσες τεχνικές εταιρίες Ε’ Ζ’. Τάξης κατά τον πληρέστερο τρόπο.

 

2.3. Ενδυνάμωση της ταξικής θέσης της μικροαστικής τεχνοκρατίας. «Εμφανής είναι η έλλειψη αντιστοιχίας ανάμεσα στην εκπαίδευση των τεχνικών και τις ανάγκες της παραγωγής, η ελλιπείς και μη ορθολογική συμμετοχή των διαφόρων βαθμίδων των τεχνικών στην παραγωγή των έργων, χωρίς καθορισμό του συγκεκριμένου ρόλου κάθε βαθμίδας στην παραγωγική διαδικασία». Γι αυτό κρίνεται ότι απαιτείται «η οργάνωση της τεχνικής πυραμίδας σε αντιστοίχηση με τις ανάγκες της παραγωγής και την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και σχέσεων μεταξύ των διαφόρων βαθμίδων», καθώς επίσης και «εξασφάλιση ουσιαστικής συμμετοχής των στελεχών των εργοληπτικών επιχειρήσεων δημόσιων έργων (ΕΕΔΕ) στην ευθύνη και την οργάνωση τους. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει τα στελέχη να έχουν θετικό μέρος στην επιχειρηματική και τεχνική δραστηριότητα της επιχείρησης, π.χ. αναλαμβάνοντας υπευθυνότητα για ορισμένα έργα κλπ.»12. Μ’ αυτό τον τρόπο επιχειρείται να ισχυροποιηθεί ο ιεραρχικός καταμερισμός της εργασίας και να επιτευχθεί η στερεότερη διασύνδεση της επιστημονικής τεχνοκρατίας με το τεχνικό κεφάλαιο.

Ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής τεχνικών έργων εμπερικλείει σαν δομικό του χαρακτηριστικό την ιεραρχική κατανομή της γνώσης, τον κάθετο καταμερισμό της εργασίας, των τεχνικών αρμοδιοτήτων και της διευθυντικής εξουσίας. Η διάρθρωση του συνολικού εργαζόμενου στην τεχνική παραγωγή σε μηχανικό τεχνικό και οικονομικό διευθύνοντα, τεχνολόγο εφαρμοστή του τεχνικού προγραμματισμού, εργοδηγό υπεύθυνο της πρακτικής εκτέλεσης, και τεχνίτες, χειριστές, οδηγούς, εργάτες κλπ. όχι μόνο δεν συνιστά μια «ουδέτερη» και αναγκαία διαστρωμάτωση στη βάση των «μορφωτικών ικανοτήτων» των εργαζομένων, αλλά αποτελεί τη σαφή ταξική διαφοροποίηση, τον «τεχνικά» αναγκαίο όρο για την καπιταλιστική μορφή οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας. Η διαμόρφωση καταστάσεων που χωρίς να δημιουργούν προϋποθέσεις ανατροπής αυτής της ιεραρχικής δομής, διέφευγαν απ’ αυτό τον τρόπο καταμερισμού της εργασίας, (κατώτεροι τεχνικοί που με βάση την εργασιακή εμπειρία που αποκτούσαν κατέληγαν να ασκούν διεθυντικές τεχνικές αρμοδιότητες, εργατοτεχνίτες που, εξαιτίας της τεχνικής τους πείρας αναλάμβαναν σφαιρικότερες τεχνικές ευθύνες κλπ.), καθώς και η πρόθεση vu εξασφαλιστεί μια μεγαλύτερη πρόσδεση της μικροαστικής τεχνοκρατίας στην επιχειρηματική δράση του τεχνικού κεφαλαίου, (καθόσον η προσέγγιση του μισθωτού επιστημονικοτεχνικού δυναμικού στις μεγάλες τεχνικές εταιρίες με την εργατική τάξη των κατασκευών παρέμενε ανοιχτή), η ανάγκη τέλος της «ορθολογικότερης» δόμησης της τεχνικής παραγωγικής διαδικασίας, οδήγησαν ακριβώς στην κυβερνητική αυτή ρύθμιση για την ενδυνάμωση σταθεροποίηση της τεχνικής πυραμίδας. Μ’ αυτή τη ρύθμιση επιβάλλεται ακόμη και θεσμικά η ενίσχυση της ένταξης του τεχνικού δυναμικού στην καπιταλιστική λειτουργία σαν κυρίαρχου οργανωτικού διευθυντικού παράγοντα στο κύκλωμα των τεχνικών έργων: έτσι, πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που ενισχύει τα δομικά στοιχεία της αστικής διάρθρωσης των τεχνικών κατασκευών. Άλλωστε μια τέτοια πρακτική ενίσχυσης των θέσεων ταξικής κυριαρχίας του επιστημονικοτεχνικού δυναμικού στη διεύθυνση και οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής, όπου το κεφάλαιο συναιρείται με την γνώση, κάτω απ» την ιδεολογική επικάλυψη της «αξιοποίησης της επιστήμης στην υπηρεσία της αυτοδύναμης ανάπτυξης του τόπου», ανταποκρίνεται κατά τον επαρκέστερο τρόπο στις κοινωνικές επιδιώξεις των «δημοκρατικών προοδευτικών» καθώς και των «συντηρητικών δεξιών» δυνάμεων του TEE.

 

2.4. Ισχυροποίηση του ανταγωνιστικού χαρακτήρα της τεχνικής παραγωγής Με βάση την εκτίμηση ότι «οι διαδικασίες δημοπράτησης και ανάθεσης της εκτέλεσης των έργων δεν διασφαλίζουν τον υγιή ανταγωνισμό», προωθείται με το θεσμικό πλαίσιο «η αποφυγή ολιγοπωλιακών καταστάσεων με τη δημιουργία πραγματικών προϋποθέσεων ανταγωνισμού, η κατάργηση της απεριόριστης δυνατότητας ανάληψης έργων από τις μεγάλες κατασκευαστικές επιχειρήσεις», και καθιερώνονται «αντί των σημερινών 5 τάξεων δυναμικότητας των εργοληπτικών επιχειρήσεων 7, με σκοπό την τόνωση του ανταγωνισμού και την εξασφάλιση μεγαλύτερης ευκαμψίας»12. Μ’ αυτή την αντιμετώπιση επιδιώκεται ο περιορισμός της κυριαρχίας των τεχνικών μονοπωλίων και η αποκατάσταση του γνήσιου καπιταλιστικού ανταγωνισμού στις τεχνικές κατασκευές.

Ενώ στη βιομηχανική παραγωγή ο ανταγωνισμός αυτός εκφράζεται στην λειτουργία της ελεύθερης αγοράς των εμπορευμάτων, στο κύκλωμα των τεχνικών επιχειρήσεων παίρνει μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή: εκφράζεται αποκλειστικά στο επίπεδο των δημοπρατήσεων των τεχνικών έργων με την προσφορά εκπτώσεων από τις εργοληπτικές επιχειρήσεις σε συνάρτηση με το είδος της κατασκευής. Το κυρίαρχο όμως δομικό στοιχείο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που είναι η ανταγωνιστικότητα των επιμέρους κεφαλαίων παραμένει καθοριστικό και σ’ αυτόν τον τομέα της κοινωνικής παραγωγής. Η ανταγωνιστικότητα αυτή λειτουργεί σε διαφοροποιημένα επίπεδα τεχνικών επιχειρήσεων ανάλογα με την κατηγορία των κατασκευών και κυρίως ανάλογα με το οικονομικό μέγεθος τους, εφ’ όσον το ύψος του αντίστοιχου .προϋπολογισμού του έργου καθορίζει και την τάξη των εργοληπτικών φορέων που έχουν τη δυνατότητα να ανταγωνισθούν για την ανάληψη της εκτέλεσης του. Πρόκειται δηλαδή για έναν ανταγωνισμό σε διάφορα επίπεδα δυναμικότητας οριζόντια διαρθρωμένα και όχι για έναν ανταγωνισμό κάθετης μορφής ανάμεσα σ’ όλη την κλίμακα των κατασκευαστικών φορέων. Το να παίρνονται έτσι μεταρρυθμιστικά μέτρα για την τόνωση αυτού του ανταγωνισμού και μάλιστα να εμφανίζονται και σαν μέτρα «αντιμονοπωλιακού χαρακτήρα» (σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη δυνάμεων της Αριστεράς για την ενίσχυση του μικρομεσαίου κεφαλαίου και τον περιορισμό της «ασυδοσίας των μονοπωλίων»), όχι μόνο δεν θίγεται ο χαρακτήρας των παραγωγικών σχέσεων του κλάδου, αλλά αντίθετα εκείνο που επιδιώκεται είναι κυρίως μια ορισμένη αναδιάταξη των φορέων στο εσωτερικό του κυκλώματος των εργοληπτικών επιχειρήσεων, πράγμα που ακριβώς επιτείνει τον (ανταγωνιστικό) χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής. Το να καταστεί δυνατή η αποφυγή ολιγοπωλιακών καταστάσεων όπου μια περιορισμένη ομάδα τεχνικών εταιριών Ζ ‘ τάξης κυριαρχεί στην εκτέλεση των μεγάλων δημόσιων έργων (από 400 εκατ. έως 2 δισεκ.) και να διευρυνθεί το φάσμα των κατασκευαστικών φορέων έτσι ώστε να εισχωρούν στο κύκλωμα και οι υπόλοιπες δεκάδες των τεχνικών επιχειρήσεων Ζ’ τάξης, όπως επίσης και το να περιοριστούν αυτές στα υπερμεγέθη έργα και να προωθούνται στην εργοληψία των μεσαίων κατασκευών αντίστοιχες μεσαίου μεγέθους καπιταλιστικές εταιρίες (προϋπολογισμού μέχρι 400 εκατ.), μια τέτοια ρύθμιση αφορά αποκλειστικά στην εσωτερική διάταξη των ανταγωνιστικών επιμέρους κεφαλαίων και όχι στην τροποποίηση των ενιαίων σχέσεων παραγωγικής λειτουργίας αυτών των κεφαλαίων.

2.5. Η λαϊκή συμμετοχή στα δημόσια  έργα Ενώ οι κύριες κατευθύνσεις της κυβερνητικής μεταρρύθμισης στα δημόσια έργα αποσκοπούν στην εμπέδωση των δομικών εκείνων στοιχείων που προσδιορίζουν την παραγωγή τους σαν κεφαλαιοκρατική, γίνεται ταυτόχρονα αναφορά στη «λαϊκή συμμετοχή» στην όλη διαδικασία προγραμματισμού, ελέγχου και κατασκευής των έργων, χαρακτηριστικό που συνιστά άλλωστε ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην «αυταρχική» εκδοχή της αστικής διαχείρισης και στην «δημοκρατική συνεναιτική» έκφραση του αστικού εκσυγχρονισμού. Στη συνολική αναδιάρθρωση του κυκλώματος των τεχνικών κατασκευών εμπερικλείεται η εισαγωγή μορφών «λαϊκής συμμετοχής» και διαδικασιών διαμόρφωσης «νέων σχέσεων παραγωγής» σε δύο επίπεδα: αφ’ ενός στο επίπεδο των διοικητικών οργάνων προγραμματισμού ανάθεσης εποπτείας των κατασκευών, και αφ’ ετέρου στο επίπεδο των κατασκευαστικών φορέων.

α) Συμμετοχή στα διοικητικά όργανα

Εφ’ όσον «οι δήμοι και οι κοινότητες, οι επιστημονικοί φορείς και οι μαζικές οργανώσεις του λαού κρατήθηκαν με επιμέλεια στο περιθώριο αυτής της διαδικασίας», θα πρέπει να κατοχυρωθεί «η ενεργός συμμετοχή του λαού μέσα από τους εκλεγμένους εκπροσώπους τους σ’ όλες τις διαδικασίες που αφορούν την παραγωγή των έργων». Μια τέτοια διαδικασία λαϊκού ελέγχου των δημόσιων έργων «συνίσταται στην θεσμοθετημένη συμμετοχή στις διαδικασίες για τη λήψη των αποφάσεων, από τη φάση του σχεδιασμού, μέχρι και της εκτέλεσης και λειτουργίας των δημόσιων έργων, εκπροσώπων των χρηστών των έργων, των ΟΤΑ και των μαζικών κοινωνικών φορέων, ανάλογα με τη σημασία και το χώρο αναφοράς του συγκεκριμένου δημόσιου έργου», πράγμα που υλοποιείται στο επίπεδο της «Επιτροπής Δημοπράτησης του κάθε δημόσιου έργου και της Επιτροπής Παρακολούθησης του έργου»12.

Η μορφή αυτή συμμετοχής των λαϊκών φορέων είναι καθαρά συμβουλευτική και δεν έχει κανέναν αποφασιστικό χαρακτήρα: οι κοινωνικές οργανώσεις δεν έχουν την οποιαδήποτε εξουσία απόφασης στα επίπεδα της δημόσιας διαχείρισης όπου θεσμοθετείται η συμμετοχή τους. Ο κοινωνικός αυτός έλεγχος των δημόσιων κατασκευών ούτε καν συνιστά «συνδιοίκηση του έργου». «Η ευθύνη της διοίκησης του έργου παραμένει ακέραια στην αρμόδια διοικητική μονάδα και τους συγκεκριμένους υπεύθυνους εκπροσώπους της που κατασκευάζουν το έργο». Το μόνο κατά συνέπεια που απομένει στους «εκπροσώπους του λαού» απ’ αυτή τη συμβουλευτική συμμετοχή τους είναι «η εξασφάλιση της απόλυτης διαφάνειας των διαδικασιών δημοπράτησης και η προάσπιση του κύρους των εκπροσώπων της δημόσιας διοίκησης», καθώς και η απλή παρακολούθηση της σωστής πορείας της παραγωγής των έργων από τις τεχνικές εταιρίες. Γίνεται έτσι φανερό ότι πρόκειται για μια συμβουλευτικού χαρακτήρα «λαϊκή συμμετοχή» χωρίς καμιά αποφασιστική αρμοδιότητα και πολύ περισσότερο για μια θεσμοθέτηση που χωρίς να θίγει τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της δομής των τεχνικών κατασκευών, αποσκοπεί στη νομιμοποίηση του ρόλου του κρατικού μηχανισμού και των κατασκευαστικών επιχειρήσεων: η σκοπιμότητα αυτής της θεσμοθέτησης όχι μόνο δεν συντείνει στην αλλαγή του τρόπου παραγωγής των έργων, αλλά απολήγει στην λαϊκή αποδοχή των όρων που τον συγκροτούν.

β) Οι τεχνικοί κατασκευαστικοί συνεταιρισμοί

Στο βαθμό που «Οι αλλαγές στα δημόσια έργα εναρμονίζονται με τη διαδικασία μετασχηματισμού των σχέσεων παραγωγής», ανοίγονται δρόμοι ώστε «στον κατασκευαστικό τομέα γενικότερα η δημοτική και κοινοτική επιχείρηση, οι οριζόντιοι και κάθετοι συνεταιρισμοί, οι φορείς λαϊκής βάσης, γενικά ο τομέας λαϊκής συμμετοχής να μπορεί να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο και να καλύψουν και δραστηριότητες που η ιδιωτική πρωτοβουλία ή ο κρατικός μηχανισμός αδυνατούν να εξυπηρετήσουν»12. Βέβαια, «ο ιδιωτικός επιχειρηματικός κατασκευαστικός τομέας ενθαρρύνεται και διευκολύνεται μέσα από το νέο νόμο να ξεπεράσει τις στρεβλώσεις και τον παρασιτισμό που συσσωρεύτηκε με την πολύχρονη εφαρμογή της παλιάς νουθεσίας», αλλά και «οι νέες μορφές φορέων παραγωγής έργων σε συνεταιριστική ή κοινωνικοποιημένη βάση θα καλύψουν ανάγκες στις περιπτώσεις που αδυνατεί η ιδιωτική πρωτοβουλία όπως λειτουργεί σήμερα, ή τις καλύπτει με πολύ υψηλό κόστος όπως μικρά έργα σε απομακρυσμένες περιοχές ή νησιά… Εξάλλου και για έργα ευρύτερης σημασίας οι νέες αυτές επιχειρηματικές μορφές θα δημιουργήσουν υγιέστερη βάση ανταγωνισμού»13.

Πρόκειται για ένα είδος «λαϊκής συμμετοχής» απέναντι στο οποίο ορθώνονται θεσμικά, διαρθρωτικής φύσης, εμπόδια από τον ίδιο τον Ν. 1418 84 και από τις λειτουργούσες οικονομικές δομές, που αναστέλλουν κάθε τέτοια δυνατότητα σε κλίμακα επαρκή για να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στις τεχνικές κατασκευές14. Κι αυτό γιατί:

Αρχικά, η οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας τεχνική κατασκευή προϋποθέτει ένα τεχνολογικό κεφαλαιουχικό εξοπλισμό απαραίτητο για την πραγματοποίηση της τεχνικής παραγωγής, κεφάλαιο που στις σημερινές συνθήκες αποτελεί την ιδιοκτησία των ιδιωτικών τεχνικών εταιριών. Προβλέπεται στην προκειμένη περίπτωση η χρηματοδότηση των κατασκευαστικών συνεταιρισμών είτε με την μορφή κρατικών επιδοτήσεων, είτε με την μορφή τραπεζικών δανείων του ίδιου τύπου για οποιαδήποτε καπιταλιστική επιχείρηση στη βάση του Ν. 1262 82 για τα αναπτυξιακά κίνητρα. Έτσι όμως δεν πρόκειται παρά για τη δημιουργία «λαϊκών» καπιταλιστικών εταιριών που μάλιστα θα βρίσκονται στο στάδιο της πρωταρχικής συσσώρευσης με όλες τις σχετικές κοινωνικές συνέπειες.

Στη συνέχεια, μια τέτοιου είδους συνεταιριστική τεχνική εταιρία είναι υποχρεωμένη να δράσει μέσα στα πλαίσια του λειτουργούντος σήμερα καπιταλιστικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις τεχνικές εταιρίες, οι οποίες εξαιτίας των συσσωρευμένων τεχνικών κεφαλαίων, της αυταρχικής τους δομής και της συμπίεσης του κόστους, της εντατικοποίησης του ρυθμού της εργατικής δύναμης, είναι σε υπέρτερη θέση απέναντι στην συνεταιριστική οργάνωση στο επίπεδο του ανταγωνισμού. Στο βαθμό κατά συνέπεια που διατηρείται και ενισχύεται ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της τεχνικής παραγωγής, στον ίδιο βαθμό γίνεται ανέφικτη η είσοδος των τεχνικών συνεταιρισμών στο κύκλωμα των μεγάλων τεχνικών έργων, παρεκτός και μόνο αν δρουν σαν αντίστοιχες με τις ιδιωτικές τεχνικές επιχειρήσεις, πράγμα βέβαια που δεν μπορεί να συγκροτήσει μια σοσιαλιστικού χαρακτήρα αναδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων.

Τέλος, κάθε ανάληψη μιας τεχνικής κατασκευής προϋποθέτει την τεχνική εργοληπτική ικανότητα, δηλαδή την πανεπιστημιακή τεχνική εκπαίδευση και εμπειρία στη διεύθυνση των κατασκευών, της οποίας φορέας είναι το τεχνοκρατικό στρώμα των μηχανικών εργοληπτών δημόσιων έργων. Έτσι, σε μια συνεταιριστική τεχνική επιχείρηση που απαρτίζεται από παραγωγικούς εργαζόμενους (εργατοτεχνίτες, χειριστές, κατώτερους τεχνικούς, οδηγούς κλπ.), δεν αναγνωρίζεται συλλογικά κανενός είδους εργοληπτική ικανότητα, εφ’ όσον δεν είναι πλαισιωμένη από ένα επιτελείο εργοληπτών μηχανικών υψηλής τάξης. Όμως το τεχνοκρατικό αυτό στρώμα, που πολιτικοκοινωνικά εκφράζεται μέσα από το TEE, ούτε έχει καμιά υποκειμενική πρόθεση, ούτε κανένα αντικειμενικό συμφέρον να συμμετέχει σε ισότιμη συνεταιριστική βάση με τους υπόλοιπους παραγωγικούς εργαζόμενους στις τεχνικές κατασκευές: θα ήταν σαν να στρέφονταν οι ίδιοι ενάντια στην ιδιωτική τους ιδιοκτησία, στα τεχνικά μορφωτικά τους προνόμια, στη διευθυντική τους αρμοδιότητα και στην κοινωνική τους εξουσία.

 

  1. Η θεσμική αναδιάρθρωση της ιμπεριαλιστικής επέκτασης των τεχνικών επιχειρήσεων

 

3.1. Κρατική διαχείριση της εξαγωγής του τεχνικού κεφαλαίου Η κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ δεν περιορίσθηκε μόνο στην παρέμβαση στο θεσμικό πλαίσιο κατασκευής τεχνικών έργων προχώρησε μάλιστα ακόμη περισσότερο στη δημιουργία επιχειρηματικού κατασκευαστικού φορέα, της Ελληνικής Κρατικής Εταιρίας Τεχνικών Έργων (ΕΚΕΤΕ), μιας κρατικής επιχείρησης που ο χώρος δραστηριότητας της δεν θα ήταν η ανάπτυξη παραγωγικής δράσης στις τεχνικές κατασκευές, αλλά απεναντίας η συνολικότερη διαχείριση των τεχνικοοικονομικών υποθέσεων των ιδιωτικών κατασκευαστικών επιχειρήσεων, κύρια στον μεσανατολικό και βορειοαφρικανικό χώρο15. Πράγματι, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 η επιχειρηματική δραστηριότητα των τεχνικών εταιριών στο εξωτερικό εμφάνιζε προβλήματα που προέρχονταν βασικά από ανεπάρκειες, με διαγραφόμενο τον κίνδυνο εκτοπισμού τους από ευρωπαϊκές και ασιατικές επιχειρήσεις στην αραβική κατασκευαστική αγορά. Το ΠΑΣΟΚ έχοντας σαν βασική του επιλογή στον τομέα των εξωτερικών συναλλαγών την «απαλλαγή της χώρας από την εξάρτηση της από το εξωτερικό», καθώς και την «αναβάθμιση της θέσης της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας», καθόρισε σαν μέσα για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων την «προσέλκυση ξένου κεφαλαίου με επιχειρηματική μορφή, υπό τον όρο της θετικής του συμβολής στο ρυθμό και την αυτοδυναμία της ανάπτυξης», τον προσανατολισμό στην παραγωγή «εξαγωγικών προϊόντων δυναμικότερης διεθνούς ζήτησης», την «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και αύξηση της παραγωγικότητας», τη δημιουργία «οργανισμών που βοηθούν την εξαγωγική δραστηριότητα».

Έτσι, στα πλαίσια αυτά της οικονομικής του πολιτικής αποφάσισε να δοθεί «συντονισμένη υποστήριξη (οργανωτική, χρηματοδοτική κλπ.) στη δραστηριότητα των ελληνικών τεχνικών εταιριών στο χώρο της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής που εκτός από την άμεση συναλλαγματική απόδοση, μπορεί να έχει και θετική συμβολή σε άλλους συναλλαγματοφόρους τομείς (εξαγωγές, άμεσες επενδύσεις, τουρισμός κλπ.)». Και πάλι, στους ίδιους κυβερνητικούς σχεδιασμούς τονίζεται η πρόθεση να «προωθηθεί η κατασκευαστική δραστηριότητα του ελληνικού τεχνικού δυναμικού στο εξωτερικό, με στόχο την ενίσχυση των εξαγωγών μέσω Τεχνικών Υπηρεσιών, με τη διεύρυνση και αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων που υπάρχουν (σύναψη διακρατικών συμφωνιών, συμμετοχή σε διεθνείς διαγωνισμούς κλπ)»16. Σε μια εφαρμογή λοιπόν αυτής της «προώθησης ανάληψης κατασκευαστικών έργων στο εξωτερικό, όπου ο απολογισμός της δράσης των ελληνικών εταιριών δεν έχει αποβεί θετικός», προγραμματίσθηκε και διαμορφώθηκε «ο φορέας με την μορφή Α.Ε., υπό την εποπτεία του κράτους (ΕΚΕΤΕ) για τεχνικά έργα στο εξωτερικό και αξιοποίηση διακρατικών συμφωνιών για την ανάληψη έργων με στόχο την ενίσχυση των εξαγωγών με ταυτόχρονη προσφορά τεχνικών υπηρεσιών». Γίνεται φανερό από τους ίδιους τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς ότι η άμεση κρατική παρέμβαση, υποκινούμενη από αδυναμίες της επιχειρηματικής επεκτατικότητας των μεγάλων τεχνικών εταιριών στον αραβικό χώρο (καθυστερήσεις, αθετήσεις συμφωνιών, τεχνικές ανεπάρκειες κλπ.), αποσκοπεί στη συνολικότερη ασφαλή διαχείριση της ιμπεριαλιστικής επέκτασης του τεχνικού κεφαλαίου: το κράτος του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο υποβοηθά αυτή την διεύρυνση του πεδίου δράσης του καπιταλιστικού κατασκευαστικού δυναμικού στις διεθνείς αγορές, αλλά ακόμη περισσότερο αναδεικνύεται σε οργανωτή, εγγυητή και διαχειριστή της στο διεθνές επίπεδο, δηλαδή αναπτύσσει ολόπλευρα τα χαρακτηριστικά του σαν δευτερογενές ιμπεριαλιστικό κέντρο, εκεί βέβαια όπου μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Μάλιστα το ΚΚΕ, υπερασπίζοντας την πολιτική του ΠΑΣΟΚ σ’ αυτή της την διάσταση, επιζήτησε την άμεση πραγματοποίηση της κατασκευής αυτών των τεχνικών έργων στον αραβικό χώρο από την ίδια την ΕΚΕΤΕ: το κράτος θα έπρεπε όχι απλά να διαδραματίζει αυτόν τον συνολικό διαχειριστικό ρόλο της ελληνικής διείσδυσης στον αραβικό κόσμο, αλλά ακόμη περισσότερο να καταστεί και παραγωγικός τεχνικός διεκπεραιωτής της17. Στις αρχές του 1985 η ΕΚΕΤΕ, αφού προχώρησε σε διακρατικές συμφωνίες με την Αλγερία για την ανάληψη της κατασκευής τριών χιλιάδων κατοικιών, προκήρυξε διαγωνισμό ανάθεσης αυτού του τεράστιου τεχνικού έργου στις ελληνικές ιδιωτικές εταιρίες που είχαν ήδη εκτελέσει αντίστοιχα οικοδομικά έργα αξίας άνω των 10 δισεκ. δρχ. και οι οποίες δεν ήταν άλλες από τα ολιγοπωλιακά τεχνικά συμφέροντα που γιγαντώθηκαν στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας; ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΔΟΚΕΤΕΡ κλπ…

 

3.2. Η κρίση των τεχνικών εταιριών στην εξωτερική αγορά Η επέκταση των κατασκευαστικών εταιριών στις αραβικές αφρικανικές χώρες από την αρχή της δεκαετίας του 1970 (Ιράν, Ιράκ, Σ. Αραβία, Λιβύη, Καμερούν κλπ.), που προήλθε από την αλματώδη ανάπτυξη τους στην επταετία 196774 και την αντίστοιχη ανεπάρκεια της εσωτερικής αγοράς βαρείας κατασκευής, έφτασε σε τέτοιο βαθμό ώστε το μέγιστο μέρος των εργασιών τους να εντοπίζεται κύρια στο εξωτερικό: Έτσι η ΕΔΟΚΕΤΕΡ σε σύνολο εκτελουμένων έργων αξίας 545 εκατ. δολ., στην Ελλάδα είχε μόνο 24 εκατ. δολ. (1981), η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ με τεχνικά έργα αξίας 8,1 δις.δρχ., στο εσωτερικό (αρδευτικά, χωματουργικά, υδροηλεκτρικά), είχε ταυτόχρονα έργα αξίας 7,5 δις. δρχ. στο Ιράκ, έργα αξίας 3,0 δις. δρχ. στον ελληνικό χώρο, είχε ανειλημμένα αρδευτικά και οδοποιητικά έργα αξίας 25,6 δις.δρχ. στο Ιράν Ιράκ. Η τέτοια όμως επέκταση του τεχνικού κεφαλαίου ανέδειξε μια σειρά προβλήματα στις τεχνικές εταιρίες που οδήγησαν στη δημιουργία φαινομένων κρίσης που εκδηλώθηκε με τον αυξανόμενο δανεισμό τους από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, κύρια την Εθνική Τράπεζα, που έφτασε στα τέλη του 1981 τα 29,5 δις. δρχ., με κατ’ εξοχήν υπερχρέωση του ΣΚΑΠΑΝΕΑ (9,0 δις. δρχ.) και της ΕΔΟΚΕΤΕΡ (5,0 δις. δρχ.) και λιγότερο των υπολοίπων (ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΝΕΟΔΟΜΗ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ κλπ.)’8. Τα προβλήματα αυτά, καθοριστικής σημασίας για την εδραίωση της ιμπεριαλιστικής τους κυριαρχίας στο «χώρο της Μέσης Ανατολής που όσο και αν είναι ευπαθής είναι πάντα ο χώρος με τα μεγάλα κενά και ανάγκες σε έργα υποδομής και ζήτηση υπηρεσιών, για την πραγματοποίηση τους, και παραμένει ο φυσικός χώρος και ο άμεσος στόχος των ελληνικών εξαγωγικών προσπαθειών για όλους τους γνωστούς λόγους»19, εντοπίζονταν στο σκληρό ανταγωνισμό που αντιμετώπιζαν στις τοπικές αγορές από ασιατικά και ευρωπαϊκά τεχνικά συγκροτήματα, στην ανεπαρκή ασφαλιστική τους κάλυψη έναντι των πολιτικών κινδύνων, καθώς και στον τρόπο χρηματοδότησης τους από το ελληνικό πιστωτικό σύστημα. Εκείνο που κατ’ εξοχήν απουσίαζε σ’ αυτή την καπιταλιστική διείσδυση των τεχνικών εταιριών στο εξωτερικό ήταν η κρατική παρέμβαση που θα «καθοδηγούσε σωστά το τεχνικό κεφάλαιο, θα το υποβοηθούσε με διακρατικές συμφωνίες και θα το ασφάλιζε έναντι των εμπορικών και πολιτικών κινδύνων». Σύμφωνα άλλωστε με τους ισχυρισμούς των ίδιων των επικεφαλής των τεχνικών συγκροτημάτων, για να ασφαλίζεται η ανταγωνιστικότητα και κάλυψη της δραστηριότητας τους στον μεσανατολικό βορειοαφρικανικό χώρο απαιτούνταν μια δραστική ενεργοποίηση του ελληνικού κράτους για την κάλυψη απέναντι στους πολιτικούς κινδύνους (η περίπτωση του ΣΚΑΠΑΝΕΑ που ζημιώθηκε περί τα 10 δις. δρχ. από την διακοπή των έργων που εκτελούσε, εξαιτίας της ιρανικής επανάστασης και της περσοιρακινής σύρραξης και την κατάσχεση του μηχανικού του εξοπλισμού θεωρείται χαρακτηριστική), για να εξασφαλιστεί ακόμα το κόστος της εγγυοδοσίας που ανέρχονταν σε τρεις και πέντε φορές υψηλότερο επίπεδο από εκείνο των ανταγωνιστριών ευρωπαϊκών εταιριών ζητούσαν τέλος την ευχερή, χαμηλότοκη και κατάλληλα προσαρμοσμένη τραπεζική χρηματοδότηση.

Μ’ άλλες λέξεις, ο κρατικός μηχανισμός θα έπρεπε να περάσει σ’ ένα καινούργιο, σύμφωνα με τις σημερινές απαιτήσεις, ρόλο: ενώ προηγούμενα διασφάλισε τη γρήγορη καπιταλιστική συσσώρευση των τεχνικών συγκροτημάτων (ευνοιοκρατική ανάθεση έργων, συμπίεση του κόστους της εργατικής δύναμης), στις σύγχρονες συνθήκες της ιμπεριαλιστικής επέκτασης τους απαιτούνταν να διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την υποστήριξη τους στις νέες αγορές: στο πολιτικό, οικονομικό και άρα και στο στρατιωτικό επίπεδο20. Ο νέος αυτός ρόλος της κυβερνητικής πολιτικής απαιτούσε πολιτικά ανοίγματα προς τις αντίστοιχες χώρες επέκτασης (φιλοαραβισμός αδέσμευτοι), εκσυγχρονισμό της τακτικής στην χρηματοπιστωτική πολιτική, άμεση τεχνική παρέμβαση των δημόσιων υπηρεσιών για τη σύναψη διακρατικών συμφωνιών: η σκοπιμότητα παρέμενε η ίδια, δηλαδή η «μεγιστοποίηση του κέρδους της ελληνικής οικονομίας (του τεχνικού κεφαλαίου)», μέσα από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση των τοπικών αγορών.

 

3.3. Συγκρότηση και προορισμός της ΕΚΕΤΕ Αποτέλεσμα αυτών των προσανατολισμών κρατικής διαχείρισης της ιμπεριαλιστικής διείσδυσης του τεχνικού κεφαλαίου στην αραβοαφρικανική αγορά, όπου μάλιστα εκκρεμούσαν τα τεχνικά έργα της Αλγερίας (διακρατικές συμφωνίες του φθινοπώρου 1982), ήταν η ίδρυση της ΕΚΕΤΕ την άνοιξη του 1983. Επρόκειτο για τυπική «δημόσια επιχείρηση για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος», που συγκροτήθηκε με μετοχικό κεφάλαιο 2 δισεκ. δρχ. χορηγούμενο από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων, κάτω από την άμεση εποπτεία των Υπουργείων Δημοσίων Έργων και Εθνικής Οικονομίας. Ο σκοπός της με σαφήνεια διαγράφεται στον Νόμο 1332 83 ότι είναι «να συμβάλλει στην οικονομοτεχνική ανάπτυξη της χώρας με την αξιοποίηση του ελληνικού τεχνικού δυναμικού, στα πλαίσια παραγωγικής συνεργασίας του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και με την προγραμματισμένη προώθηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας σε άλλες χώρες». Είναι φανερό ότι σαν «δημόσιο συμφέρον» νοείται το οικονομικό όφελος που αποκομίζει το τεχνικό κεφάλαιο, σαν «ελληνικό τεχνικό δυναμικό» προσδιορίζονται οι ολιγοπωλιακές τεχνικές εταιρίες καπιταλιστικού χαρακτήρα, σαν «οικονομοτεχνική ανάπτυξη» αναφέρεται η ιμπεριαλιστική επέκταση, και σαν «παραγωγική συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα» καθορίζεται η με κρατική υποστήριξη κατάκτηση διεθνών αγορών από το ιδιωτικό κεφάλαιο. Για το σκοπό αυτό η ΕΚΕΤΕ «συνάπτει συμβάσεις με άλλα κράτη για την εκτέλεση τεχνικών έργων και την εμπορία τεχνικών μεθόδων και υλικών», και «αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και δραστηριότητες για την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τεχνικού δυναμικού στους τομείς τεχνικών μεθόδων, τεχνολογίας και οργάνωσης», αναθέτοντας «τις τεχνικές εργασίες που αναλαμβάνει σε τεχνικές εταιρίες ή κοινοπραξίες τεχνικών εταιριών». Μ’ άλλες λέξεις, ο κρατικός τεχνικός φορέας έρχεται να δράσει σαν εγγυητής των τεχνικών εταιριών έναντι ακριβώς των πολιτικών κινδύνων της διεθνούς αγοράς (μάλιστα παρέχεται η εγγύηση του ελληνικού κράτους για τα έργα που αναλαμβάνονται στο εξωτερικό, ή η αντεγγύησή του σε πιστοδοτικά ιδρύματα για σχετικές εγγυητικές επιστολές), σαν διαμεσολαβητής για την από μέρους των τεχνικών συγκροτημάτων ανάληψη της κατασκευής μεγάλων τεχνικών έργων στο εξωτερικό, σαν μοχλός προώθησης της ανταγωνιστικότητας των τεχνικών υπηρεσιών που προσφέρουν οι ελληνικές τεχνικές εταιρίες απέναντι στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές ασιατικές τεχνικές επιχειρήσεις που τις ανταγωνίζονται στις τοπικές αγορές: δεν θα μπορούσε πληρέστερα και αποτελεσματικότερα να παρέμβει η κυβέρνση του ΠΑΣΟΚ για τη διασφάλιση των πολιτικών οικονομικών τεχνικών προϋποθέσεων και όρων για την ιμπεριαλιστική επέκταση του τεχνικού κεφαλαίου στη διεθνή αγορά.

Η αποστολή άλλωστε αυτή της ΕΚΕΤΕ αντανακλάται στη ίδια της την εσωτερική οργανωτική δομή: τα όργανα της κρατικής επιχείρησης, έξω από κάθε λαϊκό εργατικό έλεγχο, βρίσκονται κάτω από την άμεση επιρροή του κράτους και των τεχνοκρατικών εργοδοτικών συμφερόντων. Έτσι, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΕΤΕ απαρτίζεται αποκλειστικά από τεχνοοικονομικά στελέχη του κράτους που διορίζονται και ανακαλούνται κατά βούληση από τους Υπουργούς Δημοσίων Έργων και Εθνικής Οικονομίας. Αντίστοιχα, η Γενική Συνέλευση συγκροτείται από Επιτροπή που σε σύνολο 15 μελών συμπεριλαμβάνει: 6 κρατικούς υπάλληλους, προερχόμενους προφανώς από την ανώτερη κρατική γραφειοκρατία 5 εκπρόσωπους του κεφαλαίου (εργοληπτικών εταιριών, εμποροβιομηχανικού επιμελητηρίου, επαγγελματοβιοτεχνικού επιμελητηρίου) ή κρατικών οργανισμών προώθησης των δραστηριοτήτων του (ΕΟΜΜΕΧ, ΟΠΕ) 2 αντιπρόσωπους της επιστημονικής τεχνοκρατίας (Τεχνικού και Οικονομικού Επιμελητηρίου) 1 εκπρόσωπο της τοπικής αυτοδιοίκησης και μόνον 1 αντιπρόσωπο των εργαζομένων δια μέσου της ΓΣΕΕ. Γίνεται φανερό ότι και στο επίπεδο της οργανωτικής δομής της ΕΚΕΤΕ, πέρα από τον συνολικότερο ρολό της στο κύκλωμα παραγωγής τεχνικών έργων, αντανακλάται η αστική γραφειοκρατική αντίληψη του ΠΑΣΟΚ για την «εργατική συμμετοχή» και τον «κοινωνικό έλεγχο»: τόσο η διευθυντική εξουσία όσο και η πολιτική και η διαχείριση της ΕΚΕΤΕ ασκούνται από τους κρατικούς εκπροσώπους από κοινού με τους αντιπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου και της μικροαστικής τεχνοκρατίας. Ο εργατικός έλεγχος σε μια τυπική κρατική επιχείρηση είναι εκμηδενισμός τόσο στο επίπεδο της άμεσης διοίκησης, όσο και σ’ εκείνο της γενικής συνέλευσης της ΕΚΕΤΕ: η τυπική αντίληψη της Αριστεράς, σ’ ότι αφορά τουλάχιστον το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, για την κρατική παρέμβαση στην οικονομία και για την οργάνωση των κρατικών επιχειρήσεων εκφράζεται εξολοκλήρου στην ΕΚΕΤΕ. Το είδος της παρέμβασης της κρατικής εταιρίας «πιλότου» αποσκοπεί στη σφαιρικότερη οργάνωση της λειτουργίας επέκτασης του τεχνικού κεφαλαίου, ενώ η μορφή της οργάνωσης της αποκλείει ριζικά τον λαϊκό εργατικό έλεγχο της. Το σύμπλεγμα κρατικού μηχανισμού τεχνικού κεφαλαίου μικροαστικής τεχνοκρατίας που οργανώνει, διευθύνει και ενισχύει την επεκτατική δραστηριότητα των εταιριών Ζ’ Τάξης στη διεθνή αγορά μέσα από την ΕΚΕΤΕ όχι μόνο αποκλείει ριζικά τον οποιονδήποτε έλεγχο και πολύ περισσότερο άσκηση εξουσίας από την οργανωμένη εργατική τάξη στις τεχνικές κατασκευές, αλλά στοχεύει στην αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών σχέσεων στις οποίες υπάγεται η παραγωγική της δραστηριότητα στην Ελληνική και διεθνή αγορά.

 

3.4. Επέκταση της κρατικής παρεμβατικότητας στις κατασκευές Ο τρόπος αυτός κρατικής επιχειρηματικής παρέμβασης δεν περιορίστηκε μόνο στην κατασκευή τεχνικών έργων στις αγορές του εξωτερικού, αλλά επεκτάθηκε και σε επιμέρους τομείς της εσωτερικής κατασκευαστικής αγοράς. Η αναδιάρθρωση του υγειονομικού συστήματος οδήγησε στον προγραμματισμό και την έναρξη της κατασκευής μιας ολόκληρης σειράς περιφερειακών νοσοκομειακών συγκροτημάτων και επαρχιακών κέντρων υγείας, που συνολικά σήμαιναν το άνοιγμα ενός σημαντικού τομέα για ην κατασκευαστική βιομηχανία. Η παρέμβαση του κράτους δεν υπήρξε διαφορετικής ποιότητας απ’ ο,τι στην περίπτωση της ΕΚΕΤΕ: συγκροτήθηκε η Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσοκομειακών Μονάδων (ΔΕΠΑΝΟΜ Νομός 1398 83), που ξεκίνησε το πρόγραμμα νοσοκομειακής ανασυγκρότησης με την μελέτη και κατασκευή τριών πανεπιστημιακών νοσηλευτικών μονάδων (Ιωαννίνων, Πάτρας, Κρήτης) κόστος 19 δις. δρχ., καθώς και με το σχεδιασμό της δημιουργίας πέντε νομαρχειακών νοσοκομείων (Κέρκυρας, Ξάνθης, Κατερίνης, Αγρινίου, Πύργου) συνολικού προϋπολογισμού περί τα 14 δις. δρχ. Διαμορφωμένη κάτω απ’ την εποπτεία και καθοδήγηση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και στελεχωμένη με μερικές δεκάδες τεχνικούς υπαλλήλους, έχει σαν αποστολή την · ανάθεση των τεχνικών αυτών κατασκευών στις καπιταλιστικές τεχνικές εταιρίες και την επίβλεψη της πραγματοποίησης τους απ’ αυτές: εγχώρια και διεθνή τεχνικά τεχνολογικά ολιγοπώλια ανέλαβαν τη διεκπεραίωση των νοσηλευτικών αυτών κατασκευαστών με τη μορφή κοινοπρακτικών σχημάτων, όπως η ΦΙΠΙΛ ΧΟΛΤΣΜΑΝ μαζί με την ΒΙΟΤΕΡ και την ΣΗΜΕνς, ή η ΑΡΧΙΡΟΔΟΝ με την ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΧΟΣΠΙΤΑΛΙΑΝ. Ο ρόλος του κρατικού μηχανισμού στο κύκλωμα των δημόσιων έργων με την παρεμβατική τομή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ παραμένει αναλλοίωτος: η ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (νοσοκομειακή περίθαλψη) με την χρηματοδότηση τεχνικών συγκροτημάτων μέσα απ’ τη σύσταση μιας ειδικής για τον σκοπό αυτό κρατικής εταιρίας. Μάλιστα, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της διοίκησης της ΔΕΠΑΝΟΜ προγραμματίζεται και η «ανάληψη κατασκευών νοσοκομειακών μονάδων στο εξωτερικό, που δεν θα εκτελούνται από την ίδια, γιατί δεν υπάρχει πρόθεση υποκατάστασης των εργοληπτικών εταιριών από την ΔΕΠΑΝΟΜ, αλλά θα ανατίθεται σε άλλες εταιρίες κατόπιν διαγωνισμού, όπως γίνεται εξάλλου και στο εξωτερικό»21. Το ίδιο το αστικό κράτος αναλαμβάνει με την επιχειρηματική του παρέμβαση ν’ ανοίξει το δρόμο για την εξαγωγή τεχνικού κεφαλαίου στις αγορές του εξωτερικού, πραγματώνοντας έτσι την επεκτατική διαχείριση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, δηλαδή του ιμπεριαλισμού.

 

 

1. Λεύκωμα Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδοςχ «Εργοληπτικοί Εταιρείαι Ε ‘ Τάξεως», Έκδοση TEE, Αθήνα 1969.

2.. θ. Σκούρας Σ. Καβουνίδης «Οικονομία και Τεχνική υποδομή», ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ, Αφιέρωμα «Κράτος και Κεφάλαιο στην Ελλάδα» Τεύχος 22, Ιούλιος  –  Σεπτέμβριο 1984. 104

3. Σ. Χαϊκάλης «Γιατί δεν ωφελήθηκε σοβαρά η οικονομία από τα έργα τεχνικών εταιριών στο εξωτερικό», ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, φύλλο 47(1385), 20 Νοεμβρίου 1980.

4. Α. Καστρινάκης «Η χρηματοδοτική λειτουργία των εργοληπτικών εταιριών Ε ‘ Τάξης», ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ TEE, Τεύχος 838, 26 Απριλίου 1975.

5. Κ. Μαρξ «Το Κεφάλαιο», τόμος δεύτερος σελ. 225234, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1979..107

6.. Β. Λένιν «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Διαλεχτά Έργα. Εκδόσεις της Προόδου, Μόσχα 1971, τόμος 1, σελ. 704, 705, 706.

7. Σ. Χαϊκάλης «Δυσοίωνο παρόν και μέλλον για τις ελληνικές τεχνικές εταιρίες στη Μέση Ανατολή», ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, φύλλο 46 (1384), 13 Νοεμβρίου 1980.

8. Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών «Πρόγραμμα Οικονομικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης 197882», Αθήνα 1979, σελ. 5153.

9. Β. Λένιν «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Διαλεχτά Έργα Εκδόσεις της Προόδου, Μόσχα 1971, τόμος 1, σελ. 735, 745. ‘

10. Δ. Χριστοφιλόπουλος «Δημόσια Έργα Νόμος 1418 1984», Αφοι Σάκκουλα, Αθήνα

19.84.

11. Α. Ταρπάγκος «Τεχνικές κατασκευές: Νομικές ρυθμίσεις και εργατική παρέμβαση», η

ΑΥΓΗ, 16 Ιανουαρίου 1983.

12.. ΥΔΕ «Προτάσεις για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου Δημόσιων Έργων», ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ TEE, Τεύχος 1235α, 6 Δεκεμβρίου 1982.

13.. Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών «Πρόγραμμα Οικονομικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης 198387», σελ. 4647, Αθήνα 1984.

14.. Κ. Μπαραμπούτης θ. Λούλης «Ο παραγωγικός συνεταιρισμός κατασκευής τεχνικών έργων σαν λύση στο πρόβλημα της συμμετοχής των εργαζομένων στον προγραμματισμό των έργων και στη διαχείριση του οικονομικού τους αποτελέσματος», στο TEE «Οι Κατασκευές στην Ελλάδα: Συνθήκες Προβλήματα», σελ. 6779.

15. ΦΕΚ 30, Τεύχος Πρώτο, Αθήνα 4 Μαρτίου 1983 Νόμος 1332 «Ελληνική Κρατική Εταιρία Τεχνικών Έργων (ΕΚΕΤΕ)».

17.. Ν. Μαντάς «Τεχνικές Εταιρίες», ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 22 Μάη 1983.

18.. Σ. Χαϊκάλης «Η σημερινή ταυτότητα και τα σοβαρά προβλήματα των τεχνικών μας εταιριών» ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, φύλλο 37 (1427), 10 Σεπτεμβρίου 1981.

19.. Σ. Χαϊκάλης «Η επικράτηση των μουλάδων στο Ιράν και ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ προκάλεσαν το αδιέξοδο του ΣΚΑΠΑΝΕΑ», ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, φύλλο 39, (1429), 24 Σεπτεμβρίου 1981.

20.. Γ. Μαύρης θ. Τσεκούρας «Το ξένο κεφάλαιο και η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού», ΘΕΣΕΙΣ τεύχος 2, Γενάρης Μάρτης 1983.

21.. Ε. Χρυσωληρά «Στην τελική ευθεία η κατασκευή νέων νοσοκομειακών μονάδων» ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ, Απρίλιος 1985.

_____________________________________________________________

Aπό:http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=123&Itemid=29

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s