Ζακ Ελλύλ – Ο άνθρωπος μέσα στο τεχνικό σύστημα…


Εδώ και τριάντα χρόνια ο κόσμος αναρωτιέται: ποια είναι η θέση του ανθρώπου σε σχέση με την Τεχνική; Μπορούμε να διακρίνουμε δύο ρεύματα. Για κάποιους το θέμα είναι η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στη μηχανή. Αυτό το ρεύμα υποδιαιρείται σε εκείνους που θεωρούν ότι πρέπει να υπάρξει μια σύνθεση μεταξύ ανθρώπου και μηχανής, κι εκείνους για τους οποίους η μηχανή εξοστρακίζει τον άνθρωπο. Αυτές οι τάσεις υποδιαιρούνται, με τη σειρά τους, σε άλλες δύο. Ορισμένοι μιλούν για σύζευξη «ανθρώπου-μηχανής» – μια άποψη που μοιάζει να είναι η περισσότερο εύλογη (ο άνθρωπος και η μηχανή προσαρμόζονται τέλεια ο ένας στον άλλον και λειτουργούν ο ένας σε συνάρτηση με τον άλλον). Άλλοι, στην επιστημονική φαντασία, μιλούν για μετάλλαξη του ανθρώπου, ο οποίος θα παραμείνει απλώς εγκέφαλος και νευρικό σύστημα, ενώ η μηχανή θα αντικαταστήσει το ανθρώπινο σώμα· συνεπώς, θα υπάρξει πλήρης ενσωμάτωση, κάτι σαν μεταμόσχευση.

Στην τάση που υποστηρίζει τον εξοστρακισμό του ανθρώπου από τη μηχανή, συναντάμε την αισιόδοξη άποψη (ο άνθρωπος απαλλάσσεται από όλες τις επίπονες εργασίες και μπορεί να αφιερωθεί στις υψηλές πνευματικές ασχολίες και τις χαρές της δημιουργικότητας) και την απαισιόδοξη άποψη (ο άνθρωπος αποκλείεται από κάθε είδους δραστηριότητα και μετατρέπεται σε άχρηστο παράσιτο ή εξοντώνεται τελικά από την εξέγερση των ρομπότ). Όλες αυτές οι απόψεις είναι πολύ επιφανειακές, διότι στηρίζονται σε μια αποσπασματική θεώρηση των μηχανών: εκατοντάδες χιλιάδες μηχανές νοούνται ως ξεχωριστές η μία από την άλλη, ενώ ο άνθρωπος νοείται απλώς ως άτομο. Δεν αντιλαμβάνονται καθόλου τη σημερινή και την προσεχή πραγματικότητα – ούτε το Τεχνικό Σύστημα ούτε το τεχνικό φαινόμενο– και, συνεπώς, μπορούμε να τις προσπεράσουμε.

Στο δεύτερο μεγάλο ρεύμα (με εξαίρεση τους μυστικιστές, όπως ο Τεγιάρ ντε Σαρντέν) συναντάμε μια προσπάθεια για σφαιρικότερη εποπτεία της Τεχνικής. Αυτό το ρεύμα δέχεται περισσότερο ή λιγότερο την ιδέα μιας τεχνικής κοινωνίας, αλλά δεν έχει να πει κάτι λιγότερο αόριστο, κάτι πιο συγκεκριμένο. Εδώ εντάσσονται όσοι μιλούν περί κατανάλωσης, ελεύθερου χρόνου κ.ο.κ. Το θέμα όμως είναι πως πλέον δεν έχουμε να κάνουμε με μηχανές και εκμηχάνιση, αλλά με το γεγονός ότι ζούμε μέσα σε ένα Τεχνικό Σύστημα. Συνεπώς, η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στην Τεχνική δεν μπορεί να τεθεί πια με τους παραδοσιακούς τρόπους.

Δεν πρόκειται να προτείνω λύσεις […]· ούτε θα ασχοληθώ με τις δυσλειτουργίες και τις ζημίες που προκαλεί το Σύστημα, οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν αφετηρία της ανάδρασης που θα το ολοκληρώσει […]. Εδώ θα αναρωτηθώ απλώς τι θα απογίνει πραγματικά ο άνθρωπος μέσα στο Τεχνικό Σύστημα και αν μπορούμε να διατηρήσουμε ζωντανή την ελπίδα, που έχει διατυπωθεί τόσο συχνά με ιδεαλιστικό τρόπο, ότι ο άνθρωπος θα «πάρει στα χέρια του», θα διευθύνει, θα οργανώσει, θα επιλέξει και θα προσανατολίσει την Τεχνική.

Ο Σέλιγκμαν τόνισε ιδιαίτερα, με μια εντυπωσιακή φράση, την τεχνική μετάλλαξη σε αυτόν τον τομέα: ο homo faber έπαψε να υπάρχει· έδωσε τη θέση του στο εργατικό ζώο. Ο άνθρωπος κάποτε βρισκόταν στο επίκεντρο της εργασίας και η εργασία είχε γι’ αυτόν καθοριστικό νόημα (όπως επισήμαινε διαρκώς ο Μαρξ). Πλέον εξοστρακίζεται σιγά σιγά από την εργασία και εγκαθίσταται «στην περιφέρειά της». Πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε πολύ σοβαρά: Ποιος είναι ο άνθρωπος για τον οποίον λέμε ότι έχει τη δύναμη να επιλέγει, να αποφασίζει, να αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και να κατευθύνει τα πράγματα; Δεν είναι πια ούτε ο Έλληνας της εποχής του Περικλή, ούτε ένας Ιουδαίος προφήτης, ούτε ο μοναχός του 12ου αιώνα. Είναι ένας άνθρωπος βουτηγμένος από την κορυφή ως τα νύχια στη σφαίρα της Τεχνικής. Δεν είναι αυτόνομος ως προς τα τεχνικά αντικείμενα. Δεν είναι κυρίαρχος, ούτε και διαθέτει μια ακλόνητη προσωπικότητα.

Αυτή η κατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σύστημα μπορεί να αναλυθεί σε πέντε προτάσεις. Πρώτα πρώτα, μόλις ο άνθρωπος αποκτήσει συνείδηση, βρίσκει μπροστά του την Τεχνική – είναι «ήδη εκεί». Η Τεχνική είναι το περιβάλλον στο οποίο εισέρχεται και εντάσσεται.1 Είναι μάταιο να λέμε ότι η Τεχνική δεν αποτελεί πραγματικό περιβάλλον: οτιδήποτε βλέπει ή χρησιμοποιεί ο σημερινός άνθρωπος είναι ένα τεχνικό αντικείμενο. Δεν έχει να επιλέξει κάποια άλλη οδό. Βρίσκεται ευθύς αμέσως ενταγμένος μέσα σε αυτό το σύμπαν μηχανών και προϊόντων· ακόμη και τα πιο αθώα αντικείμενα –ο ηλεκτρικός διακόπτης ή η βρύση– αποτελούν τους αμεσότερους μάρτυρες αυτής της τεχνικότητας. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε, το τεχνικό περιβάλλον διαμορφώνει τις συμπεριφορές και τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς μας. Υπάρχει κανείς που να αμφισβητεί αυτό το «είναι ήδη εκεί»; Το τεχνικό περιβάλλον θεωρείται δεδομένο. Η χρήση των ταχείων μέσων μεταφοράς ή των φαρμάκων είναι δεδομένη, κανείς δεν την αμφισβητεί. Γιατί να μην τα χρησιμοποιούμε; Έτσι, πολύ γρήγορα ο σημερινός άνθρωπος μαθαίνει να σκέφτεται σύμφωνα με το τεχνικό περιβάλλον. Τον ενδιαφέρει η άνεση και η αποτελεσματικότητα. Δεν διανοείται να αρνηθεί ή να αμφισβητήσει το τεχνικό περιβάλλον, όπως ο άνθρωπος του 12ου αιώνα δεν διανοούνταν να αμφισβητήσει τα δέντρα, τη βροχή, τον καταρράκτη. Όλα αυτά τα αυτονόητα πράγματα προσαρμόζουν πολύ γρήγορα τον άνθρωπο στην κατακλύζουσα πραγματικότητα του φαινομένου. Βέβαια, ο σημερινός άνθρωπος δεν βλέπει καθαρά με τι έχει να κάνει, δεν διακρίνει το «Τεχνικό Σύστημα», τους «νόμους» της Τεχνικής. Αλλά ούτε και ο άνθρωπος του 12ου αιώνα γνώριζε τους φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς «νόμους», καθώς και τις διαδικασίες που ενοποιούσαν σε ένα σύνολο όλα τα φαινόμενα που αντιλαμβανόταν ως διαχωρισμένα. Η καλύτερη προϋπόθεση για να ενσωματωθεί κανείς στο τεχνικό σύμπαν, για να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει, είναι να βρίσκεται μέσα σε αυτό και ταυτόχρονα να μην το αντιλαμβάνεται.

Αυτή η κατάσταση συμπληρώνεται από ένα δεύτερο γεγονός: ολόκληρη η θεωρητική εκπαίδευση προετοιμάζει τον σημερινό άνθρωπο για να εισέλθει θετικά και αποτελεσματικά στον τεχνικό κόσμο. Ο τεχνικός κόσμος έχει γίνει σε τέτοιον βαθμό περιβάλλον, ώστε προσαρμόζεται σε αυτόν όλη η κουλτούρα, οι διδακτικές μέθοδοι και οι γνώσεις των νέων. Ο ανθρωπισμός έχει ξεπεραστεί·έδωσε τη θέση του στην επιστημονική και την τεχνική εκπαίδευση, διότι, καταρχάς, το περιβάλλον στο οποίο θα ενταχθεί ο απόφοιτος δεν είναι ένα ανθρώπινο, αλλά ένα τεχνικό περιβάλλον. Τον προετοιμάζουμε λοιπόν ώστε να «τα βγάζει πέρα», δηλαδή να ασκεί ένα επάγγελμα, το οποίο όμως προϋποθέτει τη γνώση ορισμένων τεχνικών και τη χρήση τεχνικών εξοπλισμών.2

Τίποτα πλέον δεν «χαρίζεται» στην εκπαίδευση και τη μαθητεία: τα πάντα οφείλουν να υπηρετούν την αποτελεσματικότητα. Όλες οι κριτικές εναντίον του εκπαιδευτικού συστήματος καταλήγουν πάντοτε στο εξής: «Μαθαίνουμε χιλιάδες άχρηστα πράγματα, ενώ το σημαντικό είναι να προετοιμαστούμε για ένα επάγγελμα (δηλαδή για τις τεχνικές του επαγγέλματος)». Ολόκληρη η σημερινή εκπαίδευση τείνει να γίνει τεχνική και δικαιολογείται στα μάτια της κοινής γνώμης μόνο αν θεμελιώνεται σαφώς σε κάτι συγκεκριμένο και απτό. Πώς, λοιπόν, θα μπορέσει ο νεαρός μαθητής να κάνει επιλογές και να πάρει αποφάσεις σχετικά με το ζήτημα της Τεχνικής; Όχι μόνο έχει γεννηθεί μέσα σε ένα τεχνικό περιβάλλον, παίζει με μηχανικά παιχνίδια, χρησιμοποιεί αυτοκίνητα, κράνη και ηλεκτρικές μηχανές από παιδική ηλικία, αλλά και στο σχολείο ακόμη προετοιμάζεται για να εκτελεί τεχνικές λειτουργίες. Δεν παίρνει κανενός άλλου είδους γνώσεις.

Η βαθύτερη ρίζα της περιβόητης «κρίσης» του γαλλικού πανεπιστημίου δεν είναι άλλη από την ανεπαρκή προσαρμογή του στην τεχνική εκπαίδευση – αυτό εννοούν όταν λένε: «Προετοιμάζουμε τη νεολαία για να μπει στην κοινωνία». Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτή η εκπαίδευση γίνεται όλο και πιο εξειδικευμένη, όλο και πιο αυστηρή. Για παράδειγμα, οι σπουδές ενός προγραμματιστή υπολογιστών περιλαμβάνουν έξι διαφορετικές ειδικότητες (προγραμματισμός συστημάτων, προγραμματισμός διαχείρισης, προγραμματισμός πραγματικού χρόνου κ.ο.κ.), που διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Πώς είναι δυνατόν να αναμένουμε την παραμικρή κριτική του Τεχνικού Συστήματος από έναν άνθρωπο που έχει εκπαιδευτεί με αυτόν τον τρόπο; Άλλωστε, όταν αρχίσει να εργάζεται επαγγελματικά, θα ασχοληθεί αποκλειστικά με την άσκηση ορισμένων τεχνικών. Το επάγγελμά του –όποιο κι αν είναι– είναι καταρχάς συμμετοχή στο Τεχνικό Σύστημα, είτε από την πλευρά του παραγωγού είναι από την πλευρά του διανομέα τεχνικών προϊόντων. Είναι δυνατόν να αμφισβητήσει την ίδια τη σταδιοδρομία του;

Με λίγα λόγια, ο τεχνικός άνθρωπος παρουσιάζεται διχασμένος ανάμεσα σε δύο τρόπους ύπαρξης.3 Από τη μια μεριά, βρίσκεται σε «άμεση επαφή» με την τεχνική του, με την ειδικότητά του: είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικός στον τομέα του, γνωρίζει και βλέπει καθαρά αυτό που έχει να κάνει, και το κάνει με διαρκώς μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Αυτά όμως ισχύουν μόνο για έναν πολύ περιορισμένο τομέα. Από την άλλη, ξαναπέφτει στο επίπεδο όπου βρισκόταν οι πάντες: δεν ξέρει τον κόσμο, μαθαίνει τα πολιτικά και τα οικονομικά προβλήματα μόνο μέσα από αποσπασματικές και μονόπλευρες πληροφορίες, «μισοκαταλαβαίνει» τα ζητήματα, γνωρίζει ελάχιστα τα γεγονότα και οι επαγγελματικές ικανότητές του δεν του χρησιμεύουν σε τίποτα για να κατανοήσει ή να γνωρίσει καλύτερα τα γενικά φαινόμενα, από τα οποία σε τελική ανάλυση εξαρτάται.

Αυτή η επιρροή είναι πολύ πιο ισχυρή από εκείνη που ασκεί το σχολείο και το επάγγελμα. Το Τεχνικό Σύστημα εμπεριέχει τους δικούς του παράγοντες προσαρμογής. Η διαφήμιση, οι διάφορες μορφές ψυχαγωγίας μέσω των ΜΜΕ, η πολιτική προπαγάνδα, οι ανθρώπινες και δημόσιες σχέσεις… όλα αυτά, με ελάχιστες αποκλίσεις, έχουν μία και μόνο λειτουργία: να προσαρμόσουν τον άνθρωπο στην Τεχνική, να του προσφέρουν ψυχολογικές ανταμοιβές και κίνητρα που θα του επιτρέψουν να ζει και να εργάζεται αποτελεσματικά μέσα στο τεχνικό σύμπαν. Όλο το νοητικό πανόραμα που έχει μπροστά στα μάτια του ο σύγχρονος άνθρωπος δημιουργείται από τεχνικούς και συμμορφώνει τον άνθρωπο στο τεχνικό σύμπαν, το μοναδικό σύμπαν που προβάλλουν προς το μέρος όλες οι προσφερόμενες παραστάσεις. Ο σημερινός άνθρωπος δεν ζει μόνο εκ των πραγμάτων μέσα στο τεχνικό περιβάλλον· η διαφήμιση και η «ψυχαγωγία» τού παρουσιάζουν την εικόνα, την αντανάκλαση, την υπόσταση αυτού του περιβάλλοντος.

Αυτός ο τρόπος ψυχικής εξάρτησης έχει ήδη δημιουργήσει έναν καινούριο ψυχολογικό τύπο.4 Έναν τύπο που φέρει σχεδόν από τη γέννησή του τη σφραγίδα της μεγατεχνολογίας σε όλες τις μορφές της. Έναν τύπο ανίκανο να αντιδρά άμεσα στα αντικείμενα της όρασης ή της ακοής, στις μορφές των συγκεκριμένων πραγμάτων, ανίκανο να λειτουργεί χωρίς άγχος σε οποιονδήποτε χώρο, ανίκανο ακόμη και να νιώθει ζωντανός, εκτός κι αν του το επιτρέπει ή του το προστάζει η μηχανή και πάντοτε με τη συμπαράσταση του τεχνικού εξοπλισμού που του προσφέρει η θεά Μηχανή. Σε πάμπολλες περιπτώσεις αυτή η ψυχική εξάρτηση έχει μεταβληθεί σε απόλυτη εξάρτηση.

Αυτή η κατάσταση δουλικού κομφορμισμού χαιρετίστηκε από τους πιο σκοτεινούς προφήτες του καθεστώτος ως υπέρτατη «απελευθέρωση» του ανθρώπου! Απελευθέρωση από τί; Απελευθέρωση από τις συνθήκες στις οποίες αναπτύχθηκε ο άνθρωπος, δηλαδή από τη ζωντανή σχέση, από την αμοιβαία ευεργετική σχέση ανταλλαγής με το ανθρώπινο και το φυσικό περιβάλλον, που δεν είναι «προγραμματισμένο», που ποικίλλει, αντιδρά, είναι γεμάτο αντιξοότητες, πειρασμούς, δύσκολες επιλογές, προκλήσεις, εκπλήξεις και απρόσμενες ανταμοιβές.5

Για άλλη μια φορά, τα πρώτα βήματα προς την εδραίωση του ελέγχου έδειχναν εντελώς αθώα. Δείτε τη μηχανή-διδάσκαλο του Σκίννερ. Μοιάζει τόσο καλή! Κι όμως, δεν είναι παρά ένα μέσο συμμόρφωσης στην Τεχνική. Ασφαλώς οι διαφημιστές ή όσοι κάνουν «δημόσιες σχέσεις» δεν έχουν καμιά βαθύτερη, σκοτεινή πρόθεση.6 Ωστόσο, το τελικό και πραγματικό αποτέλεσμα της εργασίας τους πάντοτε υπονομεύει τις αυθόρμητες αντιδράσεις εναντίον του Τεχνικού Συστήματος, προωθεί την πληρέστερη ενσωμάτωση του θεατή ή του καταναλωτή σε αυτό και τον προτρέπει να εργάζεται προς όφελος της τεχνικής μεγέθυνσης. Ορισμένοι μάλιστα διαφημιστές εργάζονται ρητά για την επίτευξη αυτών των στόχων. Όσοι ασχολούνται με την αυριανή κοινωνία θεωρούν πως το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να προετοιμάσουν συνειδητά τον άνθρωπο για να ζήσει μέσα στη μελλοντική Τεχνική. Έτσι, δεδομένου ότι η τηλεόραση οπωσδήποτε θα προοδεύσει και εφόσον γνωρίζουμε περίπου τις προόδους που θα υπάρξουν στα επόμενα είκοσι χρόνια, δεν χρειάζεται παρά να ετοιμάσουν τον άνθρωπο εκ των προτέρων: «Πρέπει να οργανωθούμε σήμερα για την τηλεόραση του αύριο» (Κλοζέ).

Παρ’ όλα αυτά, οραματίζονται το μέλλον ως ένα μέλλον κουλτούρας και ελευθερίας. Τούτο είναι αξιοσημείωτο: όταν τα φαινόμενα μάς οδηγούν στο να φανταζόμαστε μία μη τεχνική εικόνα για το μέλλον, τότε η ενσωμάτωση στο Τεχνικό Σύστημα διευκολύνεται ακόμη περισσότερο. Τα ΜΜΕ δεν αντανακλούν πάντοτε το τεχνικό σύμπαν με άμεσο και ξεκάθαρο τρόπο, ούτε μας το παρουσιάζουν πάντοτε όπως ακριβώς είναι, καθώς υμνούν τις αρετές του. Πολύ συχνά προβάλλουν αντεστραμμένες εικόνες της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, η ιδέα των δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου διαδίδεται ολοένα και περισσότερο. Είναι βέβαια σωστό ότι στη σύγχρονη κοινωνία ο άνθρωπος έχει στη διάθεσή του περισσότερα μέσα διασκέδασης και ίσως περισσότερες δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου (αν κι αυτό είναι πολύ συζητήσιμο). Όμως, η συγκεκριμένη εικόνα είναι μια αντεστραμμένη παράσταση της πραγματικότητας, διότι στον σημερινό κόσμο ο άνθρωπος εργάζεται περισσότερο από ποτέ. Αυτή η όμορφη απεικόνιση του ελεύθερου χρόνου προβάλλεται για να μας κάνει να αντέξουμε την υπερβολική εργασία και την πλήξη που μας προκαλεί. Όσο πιο επαχθής γίνεται η εργασία τόσο πιο μεγαλειώδης και υπέρλαμπρη παρουσιάζεται η εικόνα του ελεύθερου χρόνου. Για την εργασία δεν λένε λέξη. Είναι απλώς η «θλιβερή καθημερινότητα». Το «νόημα» της ζωής είναι, λένε, ο ελεύθερος χρόνος: αυτός είναι η σωτηρία που μας «δωρίστηκε». Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ελεύθερου και εργάσιμου χρόνου: η εικόνα του ελεύθερου χρόνου απλώς διευκολύνει την ενσωμάτωση και την προσαρμογή του ανθρώπου στην τεχνική αναγκαιότητα.

Τα περί ελεύθερου χρόνου, που υποτίθεται ότι μας πρόσφερε η τεχνικότητα, πρέπει να παραλληλιστούν με την εξύμνηση της Τεχνικής επειδή ανέπτυξε και βελτίωσε την κουλτούρα. Δεν θα συζητήσω αν αυτό είναι ακριβές και αν, αντίθετα, στην πραγματικότητα η Τεχνική προκαλεί πτώχευση της κουλτούρας. Ούτε θα συζητήσω κατά πόσο η έννοια της κουλτούρας είναι αμφίσημη.7Εξετάζω μόνο το γεγονός ότι της πλέκουν αυτό το εγκώμιο και πως υπάρχει η βαθύτατη πεποίθηση ότι ο σύγχρονος άνθρωπος προόδευσε πνευματικά και καλλιτεχνικά χάρη στην Τεχνική. Αυτή η τόσο διαδεδομένη στάση εκφράζει απλώς την ευγνωμοσύνη του ανθρώπου προς την Τεχνική, καθώς και την ισχυρή πίστη όλων μας στην αξία και την αυθεντικότητά της. Ευγνωμονούμε αυθόρμητα την τηλεόραση, το μαγνητόφωνο ή τη θαυμαστή αναμετάδοση εικόνων· νιώθουμε τρομερή ματαίωση αν τύχει και στερηθούμε όλα αυτά τα αναπόσπαστα πλέον κομμάτια της ζωής μας. Αυτή η ευγνωμοσύνη περιβάλλει την Τεχνική με ένα φωτοστέφανο και αποκαλύπτει πόσο βαθιά μέσα της έχουμε ενσωματωθεί.

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε πως ο άνθρωπος για τον οποίο μιλούν σήμερα· είναι πάντοτε ο εκτεχνικευμένος άνθρωπος και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος προσανατολισμός.8 όταν διευρύνουν την «κουλτούρα» ή τον ανθρωπισμό μέσα στην τεχνική κοινωνία, το κάνουν προϋποθέτοντας ότι ο άνθρωπος είναι πριν απ’ όλα φτιαγμένος για την Τεχνική και πως το μοναδικό πρόβλημα είναι η προσαρμογή σε αυτήν. Το εντυπωσιακό είναι ότι ακόμη και άνθρωποι που αντιλαμβάνονται σωστά τη βαρύτητα του ζητήματος και φοβούνται την «τεχνοκρατία», δεν βρίσκουν άλλη λύση από τη «δια βίου εκπαίδευση» των εργαζομένων υπό την ευθύνη του εργοδότη – μια «εκπαίδευση» που ουσιαστικά και σε τελική ανάλυση είναι τεχνική.9

Υπάρχει περίπτωση μια κοινωνία ελεύθερου χρόνου ή κουλτούρας να μην είναι τεχνική; Καμία! Είναι ολοφάνερο. Λένε ασταμάτητα ότι η πρόσβαση στις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου ή στην κουλτούρα συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη τεχνικών που θα αντικαταστήσουν τη δραστηριότητα του ανθρώπου και θα τον απαλλάξουν απ’ τον μόχθο. Μήπως όμως δεν θα είναι εκτεχνικευμένες και οι ίδιες οι δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου; μα αυτές οι δραστηριότητες δεν έχουν να κάνουν με τίποτα άλλο από τη χρησιμοποίηση τεχνικών πραγμάτων: μέσα μεταφοράς, παιχνίδια κλπ. Πολύ γρήγορα επίσης, στον βαθμό που γίνονται «μαζικές» (θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς;) θα χρειαστεί να οργανωθούν – είναι αδιανόητο να αφεθεί ο καθένας τελείως ελεύθερος να κάνει ό,τι του περνάει απ’ το μυαλό. Η οργάνωση των δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου είναι βασικά τεχνικό ζήτημα. Απαιτεί μάλιστα έναν υψηλό βαθμό τεχνικότητας για να φέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα, για να δίνει δηλαδή την εντύπωση ότι όλα είναι ελεύθερα και να συγκαλύπτει την τεχνική προσταγή. Το αποκορύφωμα της τεχνικής ανάπτυξης είναι η εξαφάνιση του αντιαισθητικού και ενοχλητικού τεχνικού εξοπλισμού, που θυμίζει υπερβολικά την υλικότητα.

Πράγματι, στα σύγχρονα διαμερίσματα δεν υπάρχουν πια εμφανείς εστίες θέρμανσης. Τα ηλεκτρικά καλώδια έχουν εξαφανιστεί. Όλα τα μηχανικά πράγματα κρύβονται, ώστε να νιώθουμε ότι ζούμε μέσα σε ένα θαυμαστά ξεκούραστο περιβάλλον, όπου κάθε χειρονομία μας ικανοποιείται χωρίς να αποκαλύπτεται και να φανερώνεται το τεχνικό μέσο. Έτσι, το Τεχνικό Σύστημα περικλείει τον άνθρωπο χωρίς αυτός να το αντιλαμβάνεται. Το μόνο που λαμβάνει ο άνθρωπος είναι απεριόριστη ικανοποίηση. Όμως, ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τεχνικού σύμπαντος είναι πως διαδίδει αντεστραμμένες εικόνες της πραγματικότητάς του: η μέγιστη τεχνική πολυπλοκότητα παράγει την εικόνα μιας μέγιστης απλότητας. Η έντονη δραστηριοποίηση του ανθρώπου στην εργασία τον κάνει να πιστεύει στην κοινωνία του ελεύθερου χρόνου. Η καθολικότητα του τεχνικού περιβάλλοντος παράγει την εικόνα μιας Φύσης.

Έρχομαι λοιπόν στην επόμενη πρόταση. Όλοι θεωρούν δεδομένο και αυτονόητο ότι η Τεχνική ανταποκρίνεται σε ανάγκες και σε σταθερές επιθυμίες του ανθρώπου. Δεν χρειάζεται να επιμείνω σ’ αυτό. Ο άνθρωπος, λένε, κυνηγούσε ανέκαθεν αυτό που θα του έσβηνε την πείνα, έψαχνε πάντα περισσότερο αποτελεσματικά μέσα, πάσχιζε να λυτρωθεί από τον μόχθο και να ζήσει με ασφάλεια. Προσπάθησε να γνωρίσει και να κατανοήσει. Ονειρεύτηκε να περπατήσει στη Σελήνη, να ταξιδέψει στο Διάστημα και να υποτάξει το αστροπελέκι… Η Τεχνική λοιπόν ανταποκρίνεται στις αρχαιότερες ανάγκες του και κάνει πραγματικότητα τις νεότερες βλέψεις του, δίνει σάρκα και οστά στα όνειρά του, είναι η απάντηση στις επιθυμίες του.

Δεν καταλαβαίνω καθόλου το δόγμα ορισμένων που εγκωμιάζουν την επιθυμία ως μια μορφή ανεξαρτησίας και απελευθέρωσης του ανθρώπου από το τεχνικό σύμπαν… λες και η επιθυμία μπορεί να έχει σήμερα άλλο αντικείμενο και άλλο μέσο πραγμάτωσής της από την Τεχνική! Είναι παιδαριώδες να μιλάει κανείς για απελευθέρωση της επιθυμίας, θεωρώντας ότι αυτή εκφράζει επιτέλους το ανθρώπινο που εναντιώνεται στο αυστηρά οργανωμένο περιβάλλον της τεχνικής κοινωνίας. Η επιθυμία βρίσκει ανταπόκριση στις διάφορες τεχνικές. Αν κάποιοι εξυμνούν την απελευθέρωση της σεξουαλικής επιθυμίας, καλό θα ήταν να αναρωτηθούν τι ήταν εκείνο που την επέτρεψε: το αντισυλληπτικό χάπι, ασφαλώς – δηλαδή ένα τεχνικό προϊόν. Η Τεχνική δεν είναι μόνο άτεγκτη και αυστηρή με τον απλοϊκό τρόπο ο οποίος μας ωθεί ακόμη βαθύτερα μέσα στο Τεχνικό Σύστημα. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι επιμένουν να αντιπεραθέτουν την επιθυμία στην Τεχνική και να παρουσιάζουν, βασιζόμενοι στις αναλύσεις του Φρόιντ, την επιθυμία ως απάντηση, αντίδραση και διάνοιξη των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Αυτή η ιδέα είναι διπλά απατηλή, και στην πραγματικότητα οδηγεί ανεπαίσθητα σε μια μεταφυσική θέση.

Ασφαλώς η επιθυμία είναι θεμελιώδης. Υπερβαίνει απείρως όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπου, τον ωθεί ακατάπαυστα προς τα εμπρός και είναι γεγονός πως οτιδήποτε ικανοποιεί την επιθυμία σήμερα, θεωρείται ήδη παρωχημένο. Ωστόσο, υπάρχει κάτι που διαφεύγει από το αποχαυνωτικό όραμα περί απόλυτης απελευθέρωσης της επιθυμίας: ο άνθρωπος της κοινωνίας μας δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να φανταστεί παρά μόνο μία οδό πραγμάτωσης και ικανοποίησης των επιθυμιών του: την τεχνική οδό. Η Τεχνική κάνει τόσα απρόσμενα θαύματα, ώστε όταν μια επιθυμία εμφανίζεται αυθόρμητα στον άνθρωπο, εκείνος αναζητάει εκ των πραγμάτων την ικανοποίησή της στο τάδε ή το δείνα τεχνικό προϊόν. Ούτε οι φοιτητικές εξεγέρσεις και οι κριτικές της καταναλωτικής κοινωνίας ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα – αντιθέτως! Έτσι, η εξύμνηση της επιθυμίας μάς ωθεί με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα στην τεχνική μεγέθυνση.

Από εδώ μπορούμε να διακρίνουμε ένα ακόμη σφάλμα. Επειδή η Τεχνική είναι ορθολογική, κάποιοι φαντάζονται ότι έρχεται σε αντίφαση με τη θεμελιώδη ενόρμηση του ανθρώπινου όντος. Αυτή η άποψη είναι λανθασμένη. Η Τεχνική είναι πολύ βαθύτερα έκφραση της Ύβρεως. Εδώ δεν μπορώ παρά να παραπέμψω στην αξιοσημείωτη μελέτη του Ζαν Μπρεν, ο οποίος δείχνει με μεγάλη διαύγεια ότι η Τεχνική δεν είναι τυφλή και ψυχρή μηχανή, αλλά εκστατικός διονυσιακός χορός.10 Με άλλα λόγια, η Τεχνική και η επιθυμία συνδυάζονται θαυμάσια.

Η εξύμνηση της επιθυμίας μέσα στην κοινωνία μας επιταχύνει απλώς τα βήματα μας στην τεχνική οδό. Για να δείξουμε τη βαθιά σχέση ανάμεσα στις ανάγκες του ανθρώπου και στην ικανοποίησή τους από την Τεχνική, δεν χρειάζεται να κάνουμε τεράστιες αναλύσεις γύρω από αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «καινούριες ή τεχνητές ανάγκες», τις οποίες υποτίθεται ότι δημιουργεί η Τεχνική και η διαφήμιση, ενώ κάποιοι άλλοι θεωρούν πως δεν υπάρχει τίποτα το καινούριο και ότι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε τις φυσικές ανάγκες από τις τεχνητές. Αρκεί να πούμε ότι με τα σύγχρονα προϊόντα και τις σημερινές μεθόδους, από τη μια μεριά οι βασικές ανάγκες έχουν ικανοποιηθεί (τροφή, προστασία από την κακοκαιρία και τους κινδύνους) και, από την άλλη, έχουν θρυμματιστεί σε άπειρες δευτερεύουσες ανάγκες. Αυτές οι δευτερεύουσες ανάγκες προσκολλώνται στις επιθυμίες, στα όνειρα, στις αρχαιότερες και ουσιαστικότερες τάσεις του ανθρώπου, αλλά σύντομα γίνονται και αυτές «φυσικές» και απαραίτητες.11 Γεννήθηκαν όμως από την Τεχνική, διότι αυτό που τις κάνει επείγουσες είναι ακριβώς τα τεχνικά μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας προκειμένου να τις ικανοποιήσουμε.12

Ο άνθρωπος «ονειρευόταν» να πάει στη Σελήνη. Η Τεχνική τού το επέτρεψε. Ένας διαρκώς μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων θα νιώσουν την ανάγκη να ταξιδέψουν εκεί. Αυτού του είδους οι ανάγκες γεννιούνται από την Τεχνική και μόνο η Τεχνική μπορεί να τις ικανοποιήσει.

Οι φράσεις που χρησιμοποιούσαν ο Βιένερ και ο Καν για να χαρακτηρίσουν αυτό το γεγονός είναι άκρως εντυπωσιακές: «Αυτές οι τεχνικές εξελίξεις δημιουργούν ανάγκες πέρα από τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος για ναεκπληρωθούν οι δυνατότητες της τεχνολογίας […] Κάθε καινούρια τεχνική παράγει ένα δευτερεύον αποτέλεσμα και γενικά όλες αυτές οι αλλαγές θα θεωρηθούν θεμιτές και ευεργετικές».

Η τεχνική μεγέθυνση στηρίζεται στην εκ των προτέρων συγκατάθεση του ανθρώπου, που βλέπει τις δωρεές κάθε τεχνικής ως απάντηση σε μια ανάγκη του, η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνο για να χρησιμοποιηθεί κάποια τεχνολογική δυνατότητα. Είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι ο άνθρωπος, σε αυτές τις συνθήκες, θα θελήσει να αμφισβητήσει, να απορρίψει και να καταγγείλει αυτό που μοιάζει (όχι ξεκάθαρα αλλά αυτονόητα) να είναι η μοναδική πηγή των ικανοποιήσεων και των απολαύσεών του, και το οποίο μάλιστα φαίνεται να του εξασφαλίζει ένα βιώσιμο μέλλον, δηλαδή ένα μέλλον στο οποίο οι ανάγκες και οι επιθυμίες του θα ικανοποιούνται απόλυτα;

Ιδού λοιπόν και η τελευταία πρόταση: ο άνθρωπος της κοινωνίας μας δεν έχει κανένα διανοητικό, ηθικό και πνευματικό σημείο αναφοράς για να κρίνει την Τεχνική και να της ασκήσει κριτική.13

Ο Ιβάν Ίλλιτς σημειώνει πολύ σωστά ότι τα τεχνικά εργαλεία τείνουν να δημιουργήσουν απόλυτα μονοπώλια:

Μονοπώλιο της κατανάλωσης από τη διαφήμιση· μονοπώλιο της κυκλοφορίας από τα μέσα μεταφοράς· της υγείας από την επίσημη ιατρική· της γνώσης από το σχολείο […] Η κυριαρχία του εργαλείου εγκαθιδρύει την καταναγκαστική κατανάλωση και έτσι περιορίζει την αυτονομία του προσώπου […] Από τη στιγμή που ο ρόλος γίνει αποδεκτός, ακόμα και οι απλούστερες ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο από υπηρεσίες, οι οποίες, για επαγγελματικούς λόγους, υποτάσσονται στη σπάνη.

Έχει επίσης ενδιαφέρον η διαπίστωση του Βιλλενέρ ότι μέσω της Τεχνικής ο άνθρωπος μαθαίνει να γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό του, να συνειδητοποιεί καλύτερα ποιος θέλει να γίνει και, έτσι, να βρίσκει έναν τρόπο για να διαμορφώσει την ταυτότητά του.14 Με άλλα λόγια, θεωρεί πως η τεχνική εμπειρία μαθαίνει στον άνθρωπο ποιος είναι (αντικαθιστώντας έτσι την παλιά εμπειρία του διαλόγου!). Επομένως, ο Βιλλενέρ καταλήγει σε ένα είδος τεχνομορφισμού και τεχνοκεντρισμού του ανθρώπου – πράγμα οπωσδήποτε εντυπωσιακό για έναν συγγραφέα ο οποίος υποτίθεται πως θέλει να αποδείξει ότι χάρη στο βίντεο ο άνθρωπος κερδίζει σε ελευθερία, επιλογή και αυτονομία!

Αυτές οι δύο παρατηρήσεις, που γίνεται να συμπληρωθούν από πολλές παρόμοιες, μαρτυρούν απλώς ότι ο άνθρωπος είναι «από τη μεριά» (dieseits)του Τεχνικού Συστήματος και ότι δεν υπάρχει κάτι πέρα από αυτό – δηλαδή κάτι στο οποίο θα μπορούσαμε να στηριχτούμε και από το οποίο θα μπορούσαμε να «δούμε» το Σύστημα ώστε να του ασκήσουμε κριτική. Η κοινωνιολογία του «θανάτου των ιδεολογιών» (Ντάνιελ Μπελ) και η θεολογία του «θανάτου του Θεού» μαρτυρούν και αυτές την εξαφάνιση ενός σημείου αναφοράς. Η διαδικασία της τεχνικής μεγέθυνσης επιφέρει από μόνη της είτε την καταστροφή όσων είναι ξένα προς την Τεχνική είτε την αφομοίωσή τους. Το Ιερό, το μη τεχνικό θρησκευτικό στοιχείο, έχει εξοντωθεί. Συνεπώς, ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρει κανένα σημείο αναφοράς από το οποίο θα μπορούσε να αποτιμήσει την τεχνική διαδικασία. Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά άλλη «οπτική γωνία». Αν κανείς σκέφτεται διαλεκτικά, η Τεχνική δεν εντάσσεται στους όρους της διαλεκτικής: είναι ένα σύμπαν μέσα στο οποίο κινείται η διαλεκτική. Αν σκέφτεται θρησκευτικά, πασχίζει πριν απ’ όλα να εναρμονίσει την καινούρια μορφή της θρησκείας με το τεχνικό σύμπαν (κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα στον στρουκτουραλισμό και στις προσπάθειες της σύγχρονης ερμηνευτικής)

*


Αυτός είναι ο άνθρωπος που καλείται να ζήσει, να σκεφτεί και να δράσει μέσα στην κοινωνία μας. Γι’ αυτό και πέφτουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο όποτε οι υμνητές της Τεχνικής υποστηρίζουν πως η Τεχνική υποχρεώνει τον άνθρωπο να γίνει υπεύθυνος, να αποφασίζει από μόνος του και να κάνει επιλογές. Ο Κλοζέ αναπτύσσει εκτενώς αυτό το επιχείρημα μιλώντας, παραδείγματος χάρη, για την πολιτική στον τομέα της υγείας, για τα ηθικά προβλήματα που πρόκειται να υπάρξουν εδώ εξαιτίας της Τεχνικής (όπως η επιλογή υπέρ ή κατά της ευθανασίας) και για την κατεύθυνση που θα δοθεί στις τεχνικές που αφορούν την υγεία. Ασφαλώς, δεν έχω πει ποτέ ότι ο άνθρωπος θα γίνει μηχανή ή σκλάβος εξαιτίας της Τεχνικής. Ο άνθρωπος όμως, που υποτίθεται ότι θα γίνει πιο υπεύθυνος και θα κάνει επιλογές, θα είναι πάντοτε ένας εκτεχνικευμένος άνθρωπος, ο οποίος θα παίρνει τις αποφάσεις του με βάση την Τεχνική και με στόχο την τεχνική μεγέθυνση. Το κεντρικό πρόβλημα εδώ είναι το «Τεχνική και Ελευθερία» και εκδηλώνεται στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει ο άνθρωπος.

Οι οπαδοί της Τεχνικής επιδιώκουν να τη δικαιολογήσουν, λέγοντας ότι απελευθερώνει τον άνθρωπο από τους παλιούς καταναγκασμούς (πράγμα που ισχύει), πως του επιτρέπει να κάνει έναν σωρό πράγματα που δεν μπορούσε να κάνει παλιότερα (να περπατήσει στο φεγγάρι, να πετάξει, να μιλάει από απόσταση κ.ο.κ.) και να κάνει αμέτρητες επιλογές.15 Όταν ο Τόφλερ δηλώνει ότι η τεχνική κοινωνία ανοίγει τον δρόμο στη μέγιστη δυνατή ελευθερία, εννοεί αποκλειστικά τις δυνατότητες να αλλάξει, να επιλέξει ανάμεσα σε «διαφορετικά στυλ» (;), να εγκαταλείψει τις παλιές συνήθειες και να καταναλώσει ένα μεγάλο φάσμα προϊόντων…

Οι πάντες αντιλαμβάνονται ότι λόγω της Τεχνικής ο άνθρωπος έχει περισσότερες επιλογές, συμπεριφέρεται απελευθερωμένα, πηγαίνει οπουδήποτε και έρχεται σε επαφή με οποιονδήποτε πολιτισμό. Χάρη σε τεχνικά μέσα, όπως το αντισυλληπτικό ή την έκτρωση, ο άνθρωπος (η γυναίκα) χειραφετείται. Είναι πια ελεύθερος να επιλέξει αν θα κάνει παιδιά ή όχι. Μήπως όμως όλα αυτά είναι μια τεράστια αυταπάτη; Ο χρονογράφος τηςMonde, λόγου χάρη, έγραφε για την ταινία «L’ Histoire d’A”:

Παρουσιάζοντας τις εικόνες της διακοπής μιας κύησης σαν ένα εντελώς φυσιολογικό φαινόμενο –φυσιολογικό επειδή εξηγείται με σαφήνεια, προσεγγίζεται χωρίς φόβο, με πλήρη ελευθερία ατομικής επιλογής και υπό ιατρικό έλεγχο–, αυτή η ταινία αποδραματοποιεί και απενοχοποιεί την έκτρωση.

Δεν έχει νόημα να επιμείνω. Είναι ολοφάνερο πως ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να πηγαίνει όπου θέλει, να επιλέγει τι θα καταναλώσει κλπ. (δεν υπολογίζω εδώ τις πολιτικού τύπου απαγορεύσεις). Όμως, αυτό συνεπάγεται πραγματικά περισσότερη ελευθερία; Πρέπει να αναρωτηθούμε: ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που καλείται να επιλέξει; Η επιλογή είναι αυτόνομη; Τι αφορά; Ποια είναι εδώ η σημασία των διάφορων τεχνικών;

Ο Μάμφορντ γράφει:

Κάθε καινούρια τεχνική εφεύρεση μπορεί να αυξήσει το πεδίο της ανθρώπινης ελευθερίας μόνο εφόσον οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να τη δεχτούν, να την τροποποιήσουν ή να την απορρίψουν, να τη χρησιμοποιήσουν όποτε και όπως ταιριάζει στις δικές τους προθέσεις, και σε ποσότητες σύμφωνες με αυτές.

Αυτό όμως δεν έχει συμβεί ποτέ μέσα στο τεχνικό σύμπαν. Ακόμη κι ο Τόφλερ δηλώνει:

Θα έρθει ο καιρός που η επιλογή, αντί να απελευθερώνει το άτομο, θα γίνει τόσο πολύπλοκη, τόσο δύσκολη και τόσο δαπανηρή, ώστε πολύ συχνά θα έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Με λίγα λόγια, είμαστε κοντά στην εποχή όπου η επιλογή θα γίνει τρομακτικά χαοτική και η ελευθερία αντι-ελευθερία.

Ας ξεκινήσω από τα απλούστερα προβλήματα. Καταρχάς, ελευθερία δεν σημαίνει απαραίτητα επιλογή ανάμεσα σε πολλά καταναλωτικά προϊόντα. Μπορεί να είναι κανείς εντελώς ελεύθερος, ακόμη κι αν το μόνο που έχει να φάει είναι ρύζι· και μπορεί να είναι τελείως αλλοτριωμένος, ενώ έχει μπροστά του τον κατάλογο ενός εστιατορίου από τον οποίο μπορεί να διαλέξει μεταξύ χίλιων διαφορετικών πιάτων.

Στην πραγματικότητα υπάρχουν τύποι επιλογής – για παράδειγμα, η επιλογή του άντρα ή της γυναίκας μαζί με τον/την οποία μπορείς να χτίσεις τη ζωή σου, είναι διαφορετικού τύπου από την επιλογή μιας μάρκας μηχανής του καφέ. Επίσης, υπάρχουν ζώνες επιλογής και η ζώνη των επιλογών μας οριοθετείται εξ ολοκληρου από το Τεχνικό Σύστημα· όλες οι επιλογές γίνονται στο εσωτερικό του Συστήματος και τίποτα δεν ξεφεύγει από αυτό. Από εδώ προκύπτει η απλοϊκή διεκδίκηση του «ελεύθερου έρωτα» και η απόρριψη των μακροχρόνιων δεσμών. Οι ταλαίπωροι οι νέοι, που νομίζουν πως με αυτόν τον τρόπο διατρανώνουν την ελευθερία τους, δεν αντιλαμβάνονται ότι το μόνο που εκφράζουν με αυτόν τον τρόπο είναι η συμμετοχή τους στο Σύστημα. Ανάγουν τον σύντροφό τους σε ένα αντικείμενο που τους προσφέρει ικανοποίηση, σαν οποιοδήποτε τεχνικό προϊόν, ενώ οι αλλοπρόσαλλες επιλογές τους αντανακλούν απλώς το καλειδοσκόπιο της κατανάλωσης. Δεν κάνουν καμία διαφορετικήεπιλογή από εκείνη που προτείνει το Τεχνικό Σύστημα. Στο πεδίο της κατανάλωσης, ο Μπωντρυγιάρ έκανε μια εντυπωσιακή απόδειξη, κατά τη γνώμη μου. Ας τη δούμε από την αρχή. Τα πάντα βρίσκονται παγιδευμένα ανάμεσα σε δύο πόλους. «Το άτομο είναι ελεύθερο ως καταναλωτής, αλλά δεν είναι ελεύθερο ως άτομο». Ένα το κρατούμενο. «Τελικός σκοπός της καταναλωτικής κοινωνίας είναι η δημοσιοϋπαλληλοποίηση του καταναλωτή, η μονοπώληση των αναγκών του, μια καταναλωτική ομοφωνία η οποία αντιστοιχεί τελικά στον συγκεντρωτισμό και τον απόλυτο αυταρχισμό της παραγωγής». Έτσι, «η λογοκρισία ασκείται τώρα μέσω ελεύθερων συμπεριφορών (αγορά, επιλογή, κατανάλωση)· εσωτερικεύεται κατά κάποιον τρόπο μέσα στην ίδια την απόλαυση, μέσω μιας αυθόρμητης επένδυσης». Δύο και όπερ έδει δείξαι.

Εδώ δεν γίνεται να μην αναφέρω για άλλη μια φορά τον Κλοζέ, με τις τόσες αντιφάσεις του. Αναγνωρίζει απροβλημάτιστα ότι η τεχνική πρόοδος συνεπάγεται διαρκώς περισσότερες ρυθμίσεις, απαγορεύσεις, στενότερη επίβλεψη, φακελώματα, κολεκτιβοποίηση των ατομικών συμπεριφορών και ρίχνει στο πυρ το εξώτερον «το παλιό φιλελεύθερο ιδεώδες». Ωστόσο, την ίδια στιγμή διακηρύσσει γεμάτος ελπίδες πως «οι ατομικές βλέψεις επικρατούν, ενώ οι συλλογικές απαιτήσεις, τα αυταρχικά καθεστώτα, η δογματική ηθική και οι επιβεβλημένες συμπεριφορές υποχωρούν, στον βαθμό που προοδεύουν οι τεχνικές», καθώς και ότι «κάθε τεχνική πρόοδος φέρνει ένα πλεόνασμα ελευθερίας». Αυτή η ολοφάνερη, εκτυφλωτική αντίφαση είναι πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε και εξηγείται εύκολα. Στο πρώτο σκέλος, ο Κλοζέ μιλάει σαν τεχνικός, στο επίπεδο των γεγονότων και των διαπιστώσεων. Στο δεύτερο, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι αλλάζει ιδιότητα, διατυπώνει τις ελπίδες, τις προσδοκίες και τα πιστεύω του: Δεν είναι δυνατόν, θα ήταν πολύ θλιβερό αν ο άνθρωπος έπαυε να είναι ελεύθερος… Φαντάζεται όμως ότι οι επιθυμίες του είναι ήδη πραγματικότητα και πως το ανθρωπιστικό ευχολόγιο του είναι του ίδιου τύπου με τις διατυπώσεις που κάνει σαν τεχνικός. Αλίμονο!16

Πρέπει να διαλύσουμε τον μύθο ότι η Τεχνική αυξάνει τις δυνατότητες επιλογής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε εκατό διαφορετικές μάρκες αυτοκινήτων και χίλια είδη υφάσματος – δηλαδή ανάμεσα σε προϊόντα. Στο επίπεδο της κατανάλωσης υπάρχει ένα πολύ μεγάλο φάσμα επιλογών, αλλά στο επίπεδο των ρόλων μέσα στο κοινωνικό σώμα, στο επίπεδο των λειτουργιών και των συμπεριφορών, υπάρχει σημαντική πτώχευση. Η επιλογή μεταξύ τεχνικών αντικειμένων δεν είναι της ίδιας φύσης με την επιλογή μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η «επιλογή» δεν έχει καμιά θεωρητική κατηγορία που να εκφράζει την ελευθερία. Η λέξη «επιλογή» δεν έχει κανένα ηθικό περιεχόμενο από μόνη της και η ελευθερία δεν εκφράζεται ασφαλώς στην επιλογή μεταξύ διαφόρων αντικειμένων. Η τεχνική κοινωνία μπορεί να μας επιτρέπει την επιλογή ανάμεσα σε δύο αντικείμενα, από τα οποία μπορούμε να πάρουμε το ένα και να αφήσουμε το άλλο, αλλά δεν μας προσφέρει ποτέ κάποια πιο θεμελιώδη επιλογή, όπως ανάμεσα σε μια δυνατότητα και στην απόρριψη μιας άλλης, ή σχετικά με το τι θα παράγεται και τι θα καταστρέφεται κατά τη διαδικασία μεγέθυνσης του Συστήματος. Η επιλογή είναι του τύπου «ή το αυτοκίνητο ή την τηλεόραση»· ποτέ, για παράδειγμα «ή περισσότερο ηλεκτρικό ρεύμα ή μείωση των κινδύνων από την πυρηνική ενέργεια». Οι επιλογές που προτείνονται είναι πάντοτε πλαστές, διότι η περί Τεχνικής συζήτηση εξαντλείται συνήθως στη διαβεβαίωση ότι δεν είναι υποχρεωτικό να επιλέξουμε, εφόσον μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα: να γίνουμε περισσότερο πλούσιοι, πνευματώδεις, ισχυροί, αλληλέγγυοι κ.ο.κ.

Σε διαφορετικό επίπεδο, μπορούμε να πούμε πως οι επιλογές μέσα στην τεχνική κοινωνία γίνονται στο περιθώριο της πραγματικότητας του ανθρώπου που επιλέγει. Ο καταναλωτής μπορεί να επιλέξει από πολλά διαφορετικά αντικείμενα για να καταναλώσει. Ωστόσο, η κατανάλωση υπαγορεύεται και καθορίζεται από τις επενδύσεις, και ο καταναλωτής ποτέ δεν επιλέγει πού θα γίνουν επενδύσεις. Έτσι, οι προτεινόμενες αναρίθμητες επιλογές (ανάμεσα σε διάφορα ταξίδια και κρουαζιέρες, θεάματα και μηχανές κλπ.) γίνονται πάντοτε στο επίπεδο των τελικών συνεπειών του Συστήματος, ποτέ στις απαρχές του. Γίνονται πάντοτε για πράγματα που μας είναι σχεδόν αδιάφορα (κανείς δεν κόπτεται για το αν είναι υπέρ ή κατά των αντισυλληπτικών), και μάλιστα τις «ντύνουμε» με έντονα χρώματα για να τις κάνουμε να φαίνονται σπουδαίες – πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν μας νοιάζουν πραγματικά.

Μπορείτε να διαλέξετε μεταξύ αμέτρητων επαγγελμάτων, όμως στην πραγματικότητα αυτή η επιλογή δεν είναι ποτέ και πουθενά ελεύθερη, επειδή υπάρχουν εξαιρετικά άκαμπτοι μηχανισμοί που την καθορίζουν. Το Τεχνικό Σύστημα περιστέλλει όλες τις επιλογές σε μια και μόνο: «την επιλογή ανάμεσα σε μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ταχύτητα μεγέθυνσης. Οι κοινωνικές αλλαγές εμφανίζονται εδώ μόνο ωσ χρήσιμοι παράγοντες και ως αναγκαίες συνέπειες της λεγόμενης μεγέθυνσης» (Ντε Ζουβενέλ). Η σύγχρονη μέθοδος, όπως λέει ωραία ο Ντε Ζουβενέλ, είναι «να λαβαίνεις χωρίς να καταλαβαίνεις. Ό,τι έκαναν οι βάρβαροι δηλαδή. Να καταλάβεις μόνο και μόνο για να λάβεις – αυτό δεν είναι παρά η εκλογίκευση της βαρβαρότητας. Κι όμως, αυτό είναι το πνεύμα του πολιτισμού μας. Το πνεύμα του άρπαγα και όχι της φιλίας».

Μήπως όμως υπάρχει ακόμη η δυνατότητα για μια άλλη επιλογή, δηλαδή η δυνατότητα να αντιπαραθέσουμε στις κοινωνικές συνιστώσες οι οποίες αποτελούν παράγοντες τεχνικής μεγέθυνσης και έχουν μόνο εργαλειακή αξία εκείνες που θεωρούμε επιθυμητές και έχουν αξία ως τελικοί σκοποί; Η ολοκλήρωση του Τεχνικού Συστήματος τείνει να καταστήσει αδύνατη και αυτήν την επιλογή. Οι διαφορετικές επιλογές οριοθετούνται από το Σύστημα και προτείνονται σε έναν άνθρωπο που κατακλύζεται από τεχνικές αξίες· είναι αδύνατον να τεθούν σε όλες τους τις διαστάσεις και, επομένως, προσδιορίζονται και καθοδηγούνται από τους τεχνικούς. Ας δούμε αυτά τα σημεία.

Η ελευθερία επιλογής αφορά μια κατάσταση, μια κατάσταση στην οποία «τοποθετούν» τον άνθρωπο. Δεν είναι ένας αγώνας κατάκτησης της ελευθερίας. Επιπλέον, ένα σύνολο από καταναγκασμούς αντικαθιστά ένα άλλο, και το Σύστημα καταργεί τη δυνατότητα να μείνει κανείς «έξω», σε απόσταση από όλα αυτά. «Ο άνθρωπος της βιομηχανικής πόλης δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να μείνει έξω, σε απόσταση: είναι αλυσοδεμένος σε αναρίθμητες, μεταβαλλόμενες και πιεστικές κοινωνικές σχέσεις» (Ντε Ζουβενέλ). Πρόκειται γι’ αυτό που άλλοι αποκαλούν αλλοτρίωση. Όμως, αυτές τις αλλαγές δεν τις προκαλεί ο άνθρωπος. Προκύπτουν από την πρόοδο του Συστήματος και αυτές καθορίζουν τον άνθρωπο: ο «πιεστικός» χαρακτήρας τους περιορίζει την ανθρώπινη ελευθερία.

Ο άνθρωπος καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από τη θέση του μέσα στο Σύστημα και έχει ολοένα και λιγότερο τη δυνατότητα να το καθορίσει αυτός – κάτι που θα τον καθιστούσε ελεύθερο απέναντι στο Σύστημα. Ο «μέσος» άνθρωπος αδυνατεί να θέσει σωστά τα προβλήματα και τους όρους της επιλογής: είναι ανίκανος γι’ αυτό (όπως λέγεται συνήθως)· επιβιώνει ακόμη η μαγική νοοτροπία, κυρίως· ακόμη περισσότερο, επειδή δεν μπορούμε να δούμε τις αρνητικές όψεις των μέσων που χρησιμοποιούμε. Έχουμε τέτοια εμμονή με την ισχύ και την ευτυχία, ώστε είμαστε ανίκανοι να θέσουμε σωστά το πρόβλημα της επιλογής, η οποία προϋποθέτει να βλέπουμε ξεκάθαρα ότι «η επιλογή του Χ συνεπάγεται αναγκαστικά το Ψ». Εδώ λοιπόν βρίσκεται το πρόβλημα, και όχι στην επιλογή ανάμεσα σε ένα προϊόν Χ και ένα προϊόν Ψ, τα οποία έχω άμεσα στη διάθεσή μου.

Ο υπολογισμός των συνεπειών είναι ασύλληπτα πολύπλοκος. Επομένως, οι επιλογές δεν είναι ποτέ πραγματικές· αφορούν μόνο ό,τι μας επιτρέπει η τεχνική κοινωνία. Η τελειοποίηση των επιλογών, ο λεγόμενος «εξορθολογισμός του κρατικού προϋπολογισμού», φανερώνει ακόμη περισσότερο ότι οι επιλογές δεν είναι υπόθεση των πολιτών! Στους αναρίθμητους συνδυασμούς των διάφορων παραμέτρων ή αποφάσεων αντιστοιχούν άλλες τόσες εφικτές λύσεις του προβλήματος. Θα έπρεπε συνεπώς να εξετάσει κανείς την τεχνικο-οικονομική συγκρότηση κάθε απόφασης, μαζί με όλες τις συνέπειές της – πράγμα ασφαλώς αδύνατον. Ακόμη και στο υψηλότερο τεχνικό επίπεδο, οι αποφάσεις λαμβάνονται και οι επιλογές γίνονται στην τύχη. Μπορούμε να πούμε πως όσο περισσότερο αυξάνονται τα μέσα ισχύος, τόσο πιο ανορθολογικές είναι οι αποφάσεις και οι επιλογές σε όλα τα επίπεδα.

Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμη σοβαρότερες διαστάσεις όταν έρχεται στο προσκήνιο η απαίτηση για μια ορισμένη ποιότητα ζωής, την οποία δεν μπορεί να ικανοποιήσει η σημερινή Τεχνική. Ο Ντε Ζουβενέλ θέτει το πρόβλημα ως εξής: δεν έχουμε να επιλέξουμε αν θα χτίσουμε ή όχι κατοικίες, αλλά αν θα τις χτίσουμε όσο πιο γρήγορα και φθηνά γίνεται ή με βραδύτερους ρυθμούς, με περισσότερα έξοδα και πιο καλαίσθητα. Με βάση τις σημερινές επιλογές, το επίπεδο της ζωής των Γάλλων θα διπλασιαστεί το 1985, αλλά οι μισοί από αυτούς θα μένουν σε καινούργια σπίτια κάκιστης ποιότητας. Σε τελική ανάλυση οι επιλογές που μας προτείνονται έχουν στην πραγματικότητα επιβληθεί από τα τεχνικά μέσα και από το τεχνικό πνεύμα.

Τι γίνεται λοιπόν με το πρόβλημα των υπαρξιακών επιλογών, όπως, για παράδειγμα, αν θα κάνουμε παιδί ή αν θα προτιμήσουμε την έκτρωση; Είναι ολοφάνερο ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μέσα τα οποία (θεωρητικά, μεταφυσικά) επιτρέπουν στον άνθρωπο να κάνει μια υπαρξιακή επιλογή, αλλά ταυτόχρονα, επειδή εντάσσονται στο Τεχνικό Σύστημα, τα ίδια τα μέσα τού αρνούνται τη δυνατότητα μιας τέτοιας επιλογής. Η γυναίκα που επιλέγει να κάνει έκτρωση ωθείται σε αυτήν την επιλογή, όταν όλα αυτά υπαγορεύονται από την πίστη στη φυσικότητα και στην αντικειμενικότητα της επιστήμης και της Τεχνικής; Μπορεί να υπάρξει ελευθερία επιλογής, όταν όλοι οι επιστήμονες και οι τεχνικοί είναι στραμμένοι προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση; Αρκεί μια σαφής εξήγηση; Ξαναγυρίζουμε στις επιστημονικές ψευδαισθήσεις του 1900. Επιδιώκουμε την απενοχοποίηση βάζοντας τέλος σε μια εν δυνάμει ζωή; Αυτό δεν είναι μια απίστευτη μεγέθυνση της ανευθυνότητας που χαρακτηρίζει το Τεχνικό Σύστημα; Η έκτρωση δεν είναι πράξη ελευθερίας, αλλά η δυνατότητα να σβήνουμε τις συνέπειες των πράξεων μας και, επομένως, να αυξάνουμε την ανευθυνότητα.17

Έρχομαι τώρα στο ανάλογο πρόβλημα της επιλογής του θανάτου. Η Τεχνική μάς επιτρέπει να επεκτείνουμε τεχνητά τη ζωή, να κάνουμε, λόγου χάρη, ανάνηψη αλλά και να διατηρούμε στη ζωή ανθρώπους που «φυσιολογικά» θα ήταν νεκροί. Αυξάνει αυτή η δυνατότητα την ελευθερία; Αυξάνει επίσης την ελευθερία το ότι τα τεχνικά μέσα μάς επιτρέπουν να οδηγήσουμε έναν άνθρωπο στον θάνατο αναισθητοποιώντας τον, τη στιγμή που σε «φυσιολογικές» συνθήκες θα μπορούσε, όχι χωρίς πόνους ασφαλώς, να έχει ζωντανές τις αισθήσεις του και να αντιμετωπίσει τον θάνατο του συνειδητά; Δεν είναι σαν να κλέβουμε, όπως λένε, την πιο σημαντική στιγμή της ζωής ενός ανθρώπου, τον θάνατό του; Δεν μειώνει αυτό την υπευθυνότητα και την ικανότητα επιλογής μπροστά στη ζωή και τον θάνατο, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση;

Το ερώτημα είναι απλό: οι τεχνικές αυξάνουν την ελευθερία στον υπαρξιακό τομέα; Δεν αρνούμαι ότι μας επιτρέπουν να υποφέρουμε λιγότερο και να επιμηκύνουμε τη ζωή μας. Δεν είναι το θέμα μας, όμως. Το πραγματικό ζήτημα τέθηκε εντυπωσιακά κατά τη διάρκεια του «Συμποσίου για τις Νέες Εξουσίες και τις Νέες Υποχρεώσεις της Επιστήμης» (20-24 Σεπτεμβρίου 1974, Σορβόννη). Αυτό που διαπιστώσαμε κυρίως ήταν ότι επικρατεί η άποψη των τεχνικών: παρά τις όποιες καλές προθέσεις, οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από τους «αρμόδιους ειδήμονες», που μπορούν να «εκτιμήσουν» την αναγκαιότητα των πειραμάτων, τις πιθανότητες επιβίωσης, την ποιότητα της παρατεινόμενης ζωής κ.ο.κ. Κοντολογίς, ο ίδιος ο ασθενής δεν θα αποφασίζει ουσιαστικά ποτέ. Μόνο ο Τεχνικός!

Στην πραγματικότητα η Τεχνική αυξάνει την ελευθερία – δηλαδή την εξουσία, την ισχύ – του τεχνικού. Η λεγόμενη ελευθερία που μας παρέχει η Τεχνική ανάγεται σε αυτήν τη συγκεκριμένη μεγέθυνση ισχύος· η Τεχνική οδηγεί πάντοτε στη μεγέθυνση του ρόλου του τεχνικού. Ο τεχνικός νομιμοποιείται από την εξειδίκευσή του και θεωρεί ότι στον δικό του τομέα έχει όλα τα δικαιώματα, ακόμη και το δικαίωμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να καταλάβουμε πως αυτό είναι απόλυτα σύμφωνο με την Τεχνική ως περιβάλλον και ως Σύστημα: στο μέτρο που η Τεχνική επιτρέπει την τροποποίηση, την παράκαμψη και την ανάσχεση της φυσικής διαδικασίας (η οποία θα οδηγούσε π.χ. στο θάνατο), είναι προφανές ότι η απόφαση του ανθρώπου μπορεί να πάρει τη θέση της «απόφασης» της «Φύσης». Σε αυτή την περίπτωση όμως, η απόφαση δεν ανήκει στον άμεσα ενδιαφερόμενο άνθρωπο, αλλά στον άνθρωπο που έχει στα χέρια του την Τεχνική. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με άσκηση εξουσίας από άνθρωπο σε άνθρωπο. Γι’ αυτό και παλώνται οικτρά όσοι θέλουν να «δοθεί ο λόγος στον χρήστη ή στον απλό άνθρωπο»!

Για τον ίδιο λόγο τα «ανθρωπιστικά» προβλήματα είναι ψευδή προβλήματα. Με ποιον τρόπο αυτός ο άνθρωπος (ο πραγματικός άνθρωπος, όχι αυτός που φαντασιώθηκαν ο Σαρτρ ή ο Χάιντεγκερ), θα μπορούσε να ασκήσει αυτεξούσια όλα όσα περιμένουν απ’ αυτόν – δηλαδή να επιλέγει, να κρίνει και να αμφισβητεί την Τεχνική και τους τεχνικούς; Πώς και υπό ποιους όρους θα μπορούσε να δώσει έναν διαφορετικό προσανατολισμό στην Τεχνική από αυτόν που δίνει η Τεχνική στον εαυτό της καθώς αυτομεγεθύνεται; Ποια πρωτοβουλία θα μπορούσε να αναλάβει που να μην είναι πρωτίστως τεχνική;

Επαναλαμβάνω ότι όλα αυτά δεν σημαίνουν πως ο σημερινός άνθρωπος έχει εκμηχανιστεί ολότελα, πως έχει γίνει ρομπότ. Ποτέ δεν έχω πει κάτι τέτοιο. Μπορεί ακόμη να επιλέγει, να αποφασίζει, να τροποποιεί, να προτείνει προσανατολισμούς… πάντοτε όμως μέσα στο τεχνικό πλαίσιο και προς την κατεύθυνση της τεχνικής προόδου. Μπορεί να επιλέγει, ωστόσο οι επιλογές του θα έχουν πάντοτε να κάνουν με δευτερεύοντα στοιχεία και ποτέ με το συνολικό τεχνικό φαινόμενο. Οι κρίσεις του θα καθορίζονται σε τελική ανάλυση από τα τεχνικά κριτήρια, ακόμη κι εκείνες που μοιάζουν ανθρωπιστικές – η συζήτηση γύρω από την αυτοδιαχείριση είναι πολύ χαρακτηριστική ως προς αυτό το σημείο. Μπορεί να επιλέγει, αλλά μέσα σε ένα σύστημα επιλογών που έχει διαμορφωθεί από την τεχνική διαδικασία. Μπορεί να προτείνει προσανατολισμούς, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το τεχνικό δεδομένο. Σε καμιά στιγμή δεν βγαίνει έξω από αυτό και τα θεωρητικά συστήματα που κατασκευάζει είναι, σε τελική ανάλυση, πάντοτε εκφράσεις ή δικαιολογήσεις της Τεχνικής (για παράδειγμα, ο στρουκτουραλισμός ή η επιστημολογική έρευνα του Φουκώ).

Είδαμε βέβαια ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει ενσωματωθεί ή προσαρμοστεί ολοκληρωτικά στο Τεχνικό Σύστημα. Όμως, εδώ αρκεί να δει κανείς το γεγονός ότι η παρουσία του ανθρώπου δεν εμποδίζει την τεχνική να συγκροτηθεί σε Σύστημα. Ο άνθρωπος που δρα και σκέφτεται σήμερα δεν στέκεται ως ανεξάρτητο υποκείμενο απέναντι στο τεχνικό αντικείμενο. Βρίσκεται στο Τεχνικό Σύστημα και μετασχηματίζεται ο ίδιος από τον τεχνικό παράγοντα. Ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί σήμερα την Τεχνική είναι, εξαιτίας αυτού ακριβώς του γεγονότος, εκείνος που την υπηρετεί. Αντίστροφα, μόνο ο άνθρωπος που υπηρετεί την Τεχνική είναι ικανός και να τη χρησιμοποιεί.18

1Για τον μετασχηματισμό του ανθρώπου από το τεχνικό περιβάλλον, βλ. την εξαιρετική μελέτη: Georges Friedman, Sept études sur l’ homme et la technique, Gonthier, Παρίσι, 1966.

2Για ένα βιβλίο που είναι πολύ σχετικό με αυτό το θέμα (και με τη σύγχυση μεταξύ Τεχνικής και νέου ανθρωπισμού), βλ. Fernard Canogne – René Ducel, La pédagogie devant le progrès technique, Presses Universitaires de France, Παρίσι 1969. Οι συγγραφείς του εξετάζουν τη θεωρητική και την πρακτική εκπαίδευση που πρέπει να δοθεί στα παιδιά, προκειμένου αυτά να υιοθετήσουν τις τεχνικές αλλαγές και να συνεισφέρουν στην τεχνική πρόοδο. Δείχνουν με ποιον τρόπο η χειρωνακτική εκπαίδευση υποκύπτει στην τεχνική αποτελεσματικότητα, η οποία στηρίζεται στην τεχνική σκέψη, τη λογική δραστηριότητα, τον μεθοδικό συλλογισμό και την τεχνική έρευνα. Τα παιδιά εκπαιδεύονται να φαντάζονται σχήματα, να κωδικοποιούν όλα τα δεδομένα, ενώ ταυτόχρονα τους παρέχονται τα απαραίτητα κίνητρα ώστε να ενταχθούν στο Σύστημα. Αυτή η αξιόλογη μελέτη αποδεικνύει (άθελά της) ότι ο άνθρωπος που εκπαιδεύεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν πρόκειται να κυριαρχήσει ποτέ πάνω στην Τεχνική, διότι εκπαιδεύεται για μια τεχνική, είναι εντελώς προσαρμοσμένος στην Τεχνική και δεν διαθέτει καθόλου κριτικό πνεύμα. Αυτό είναι πολύ πιο καθοριστικό από τις έρευνες που πασχίζουν να αποδείξουν ότι η εκπαίδευση έχει στόχο τη συνέχιση της κυρίαρχης κουλτούρας!

3Σε σχέση με την αισιόδοξη οπτική του Ρίχτα, ο οποίος πιστεύει πως οι πάντες θα κληθούν να πάρουν μέρος στην επιστημονική και τεχνική ανάπτυξη όταν θα έχουν ελεύθερο χρόνο, το επιθετικό και στρατευμένο βιβλίο του Φιλίπ Ροκπλό είναι πολύ πιο ρεαλιστικό (βλ. Philippe Roqueplo, Le partage du savoir: Science, culture et vulgarisation, Seuil, Παρίσι, 1974). Υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει εκλαίκευση της επιστήμης. Αυτό που διαδίδεται ως επιστημονική γνώση από την τηλεόραση, τα βιβλία και τα περιοδικά, δεν έχει καμιά πολιτισμική αξία. Δεν υπάρχει καμιά διάδοσης της γνώσης σε όλον τον κόσμο. Η επιστημονική γνώση βρίσκεται πάντοτε πάνω και πέρα από τις αποσπασματικές γνώσεις που διαδίδονται. Υπάρχει ποιοτική διαφορά ανάμεσα σε αυτό το θραύσμα γνώσης και στην επιστημονική γνώση ή την κριτική θεωρητική εκπαίδευση. Όλα αυτά είναι θαυμάσια. Αλλά δεν συμφωνώ και τόσο με τον Ροκπλό όταν υποστηρίζει ότι η εκλαίκευση είναι «μια ιδεολογική χειραγώγηση στην υπηρεσία της κυρίαρχης τάξης». Αν πούμε ότι πρόκειται για μια αυθόρμητη λειτουργία ενσωμάτωσης των ανθρώπων στην τεχνική κοινωνία, εντάξει. Αν όμως πούμε πως πρόκειται για σκοτεινό μακιαβελισμό, μια συνειδητή προσπάθεια χειραγώγησης των καταπιεζόμενων, αυτό είναι ιστοριούλα τρίτης κατηγορίας. Ούτε ενστερνίζομαι τις ελαφρώς απλουστευτικές ελπίδες του Ροκπλό ότι με μια πολιτική αλλαγή (το πέρασμα στον σοσιαλισμό!) θα υπάρξει πραγματική και γενικευμένη ισότητα στη γνώση. Αλίμονο, το ζήτημα είναι πολύ πιο πολύπλοκο. Εκτός κι αν, το επαναλαμβάνω αδιάκοπα, το καινούργιο καθεστώς είναι επίσης καθεστώς αρετής!

4Βλ. τη διεξοδική ανάλυση του Μάμφορντ στο Ο μύθος της Μηχανής.

5Ασφαλώς δεν πρέπει να αγνοούμε τις δυνάμεις της συγκεκριμένης και εκούσιας ενσωμάτωσης του ανθρώπου στην Τεχνική· για παράδειγμα, ο μεγάλος φόβος ότι θα φακελωθεί ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων. Ο Μεσσαντιέ θέτει και αναλύει σωστά αυτό το ζήτημα (βλ. Gérald Messadié, La fin de la vie privée, Calman-Lévy, Παρίσι 1974). Δείχνει το τεράστιο εύρος των αυξανόμενων ελέγχων, τον πολλαπλασιασμό των φακέλων, την «ηλεκτρονική επιδημία» – πράγματα που προκαλούν την έκπτωση των παραδοσιακών νομικών κανόνων, όπως το επαγγελματικό απόρρητο, και την προοδευτική απώλεια, από ψυχολογική άποψη, της αίσθησης της ιδιωτικής σφαίρας. Γι’ αυτό όμως δεν ευθύνονται μόνο οι τεχνικές αλλά και η μαζική κοινωνία, η κοινωνία του «συνωστισμού». Οι νέοι που «θέλουν» να ζουν σε κοινόβια, που κάνουν «τα πάντα» δημοσίως και χάνουν την αίσθηση της ιδιωτικής ζωής, δεν είναι ούτε καινοτόμοι ούτε επαναστάτες. Αντανακλούν απλώς στο ηθικό και το ψυχολογικό επίπεδο τις συνθήκες ζωής που επιβάλλει η τεχνική κοινωνία. Ο πολλαπλασιασμός των φακέλων, οι οποίοι είναι πλέον περασμένοι σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, είναι οπωσδήποτε τρομακτικός. Όμως, για μια ακόμη φορά, οι απαντήσεις που δίνονται και οι λύσεις που προτείνονται είναι απογοητευτικές. Ο Μεσσαντιέ καταφεύγει σε κάποια νομικά μέτρα: προσδιορισμός των ορίων που δεν πρέπει να παραβιάζονται· έλεγχος του συγκεντρωτισμού· απαγόρευση δαφημίσεων (σε αυτή την περίπτωση η εξουσία κερδίζει διπλά!), προστασία του απόρρητου… Αλλά ποιος θα μπορέσει να εφαρμόσει τέτοια μέτρα; Ποιος θα περιορίσει τη χρήση των τεχνικών μέσων; Το πρόβλημα δεν είναι η καλή χρήση της Τεχνικής! Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει χωρίς να υπάρξει ριζική αμφισβήτηση, μια και το Τεχνικό Σύστημα είναι ολικό! Ο νόμος έχει χάσει τα ερείσματά του!

6Η διαφήμιση φανερώνεται ως τεχνική όχι μόνο στις αντικειμενικές πρακτικές της αλλά και στο πνεύμα των ίδιων των διαφημιστών. Αρκεί να θυμηθούμε τη διαφήμιση που διαφήμιζε τη διαφήμιση: «Ο άνθρωπος που δεν πιστεύει στη διαφήμιση είναι ο ίδιος που το 1900 δεν πίστευε στο αυτοκίνητο (ή τον κινηματογράφο, ή το αεροπλάνο)». Το σημείο σύγκρισης είναι πάντοτε ένα τεχνικό αντικείμενο· με άλλα λόγια, αυτό που δεν πιστεύει στη διαφημιστική τεχνική είναι σαν εκείνον που το 1900 δεν πίστευε στη μηχανική τεχνική.

7Bernard Charbonneau, Le paradoxe de la culture, Denoel, Παρίσι, 1965.

8Ο Πίτερ Χοφστάτερ μελέτησε επιστημονικά την εκπληκτική μετάλλαξη που προκαλεί στον άνθρωπο η Τεχνική, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο των συνηχήσεων που δημιουργούνται από την εκφώνηση λεκτικών κλιμάκων, πολώσεων και αντιθέσεων – αυτή η μέθοδος δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα του τεχνικού ανθρώπου και των αξιών του. Βλ. Peter R. Hoffstatter, «Das Stereotyp der Technik», στο Hans Freyer – Johannes C. Papalekas – Georg Weippert, Technik im technischen Zeitalter, Joachim Schilling, Ντίσελντορφ, 1965

9Βλ. Cathelin Kaufmann, Le gaspillage de la liberté, Dunod, Παρίσι 1964·Francois de Closets, En danger de progrès, Denoel, Παρίσι 1970.

10Jean Brun, Le retour de Dionysos, Desclee de Brouwer et Cie, Παρίσι 1969.

11Πρέπει να υπογραμμίσω μια σημαντικότατη παρατήρηση του Ντε Ζουβενέλ: κατά τους περασμένους αιώνες η παραγωγή ήταν ζωτικής σημασίας, αλλά περιφρονούνταν: «Παραδόξως, η παραγωγή αποκτά μια ηθική υπόσταση χωρίς προηγούμενο, ακριβώς σε μια εποχή όπου τα επιτεύγματά της απευθύνονται σε ανάγκες ολοένα και λιγότερο ζωτικής σημασίας».

12Για τη μελέτη της σχέσης μεταξύ Ανάγκης και Τεχνικής, παραπέμπω στο εξαιρετικό κείμενο: Eugen Leitherer, «Technik und Konsum», στο Hans Freyer – Johannes C. Papalekas – Georg Weippert (επιμ.), Technik im technischen Zeitalter, Joachim Schilling, Ντίσελντορφ 1965. Ο συγγραφέας του διακρίνει με μεγάλη οξυδέρκεια, αφενός, την εμφάνιση καινούργιων αναγκών που προκύπτουν απλώς από το γεγονός της τεχνικής ανάπτυξης, την τροποποίηση του «καταναλωτικού περιβάλλοντος» από την Τεχνική και, αφετέρου, την τεχνητή δημιουργία αναγκών μέσω της εκούσιας παρέμβασης των πωλητών, η οποία προφανώς έχει πολύ μικρότερη σημασία και βαρύτητα από την πρώτη. Έχει λοιπόν δίκιο να υποστηρίζει ότι οι ανάγκες που δημιουργούνται από την Τεχνική (και στις δύο περιπτώσεις) δεν είναι «αντι-φυσικές» αλλά φαίνεται να αναγγέλλουν μια άλλη «Φύση».

13Δεν θα αναφερθώ εδώ στη θεωρία του Μαρκούζε για τον «μονοδιάστατο άνθρωπο», διότι αυτή η θεωρία δεν είναι καινούργια. Πολλοί διανοητές πριν από τον Μαρκούζε είχαν πει το ίδιο ακριβώς πράγμα (με πρώτο ίσως τον Αρνώ Νταντιέ το 1929). Ο Μαρκούζε πρόσθεσε απλώς ένα ψευτο-φροϋδομαρξισμό, που απλώς περιπλέκει τα πράγματα χωρίς να συνεισφέρει σε κάτι. Γοητεύει βέβαια, χάρη σε μια φιλοσοφική γλώσσα που δίνει την εντύπωση εμβίθειας ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια διανοητική σύγχυση, και χάρη σε έναν λεκτικό εξτρεμισμό που κάνει τον αναγνώστη να πιστεύει στην επαναστατική στράτευση του συγγραφέα. Ευτυχώς οι ψευδαισθήσεις γύρω από τον Μαρκούζε έχουν αρχίσει να διαλύονται.

14Βλ. Alfred Willener – Guy Milliard – Alex Ganty, Vidéo et société virtuelle:vidéologie et utopie, Tema-editions, Παρίσι 1972. Είναι φανερό ότι το βίντεο μοιάζει σαν ένα μέσο απελευθέρωσης που οφείλεται στην Τεχνική. Ωστόσο, από μια άλλη άποψη, το βίντεο προκαλεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την ενσωμάτωση των ανθρώπων στην Τεχνική. Με το βίντεο οι θεατές «ζουν» το θέαμα, ενώ στις παραδοσιακές μορφές θεάματος υπήρχε η δυνατότητα της αποστασιοποίησης, η αίσθηση ότι αυτό που βλέπουμε «δεν είναι αληθινό». Μπορούσαμε λοιπόν να είμαστε πιο ελεύθεροι. Το βίντεο μάς κάνει να εισδύσουμε στο «βίωμα»: αυτό που έχει σημασία είναι η διαδικασία και όχι το «τελικό θέαμα». Ζώντας αυτήν τη διαδικασία, ταυτιζόμαστε απόλυτα με την κοινωνία που την προτείνει και, κατά συνέπεια, χάνουμε ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα αντίδρασης και κριτικής.

15Βλ. Alvin Toffler, Future Shock, Amereon Ltd., Νέα Υόρκη [ελληνική έκδοση:To σοκ του μέλλοντος (μετάφραση: Έλσα Νικολάου), Κάκτος, Αθήνα 1994, κεφ. 12]· Claudio Finzi, Il potere tecnocratico, Bulzoni, Ρώμη 1977.

16Σε μια καλή μελέτη, ο Γκαμπόρ δείχνει με ακρίβεια τις δυνατότητες και τους περιορισμούς στις επιλογές, καθώς και την τάση του ανθρώπου να κρίνει τησημερινή συμπεριφορά του, το περιορισμένο δικαίωμα που έχει να προσδιορίζει τις επιθυμίες του (σε σχέση με την τεχνική κοινωνία) και την απόλυτη απουσία του «δικαιώματος» να κρίνει τα μέσα και τους μακροπρόθεσμους προσανατολισμούς (βλ. Dennis Gabor, «La liberte dans une société industrielle avancée» στο Analyse et Prevision, SEDEIS, Παρίσι 1966). Εννοείται ότι σχετικά με αυτό το κεντρικό θέμα, οι σημαντικότεροι συγγραφείς είναι οι εξής δύο: ο Ρεϊμόν Αρόν (βλ. Les désillusions du progrès, Calman-Lévy, Παρίσι, 1969) και ο Τζον Γκάλμπρεϊθ (βλ. The Affluent Society, Houghton Mifflin, Βοστώνη, 1958).

17Πραγματεύτηκα μακροσκελώς αυτό το πρόβλημα στον δεύτερο τόμκο τουL’Éthique de la liberté. Εδώ απλώς το υπενθυμίζω.

18Για να καταλάβει κανείς σε ποιον βαθμό ο σύγχρονος άνθρωπος «χειραγωγείται» από την Τεχνική και πόσο πολύ την επιδοκιμάζει, πρέπει να διαβάσει βιβλία όπως: Alain Touraine, Les travailleurs et les chengements techniques, Organisation de coopération et de développement économiques,Ελβετία 1965· Alain Touraine κ.α., Les ouvriers et le progrès technique, Arman Colin, Παρίσι 1966. Οι εργάτες αντιδρούν όλο και λιγότερο στην τεχνική πρόοδο, μιλούν για διεύρυνση των αρμοδιοτήτων τους, νιώθουν ότι αποκτούν υψηλότερη εξειδίκευση και ερμηνεύουν την τεχνική καινοτομία με όρους τεχνικής προόδου, την οποία βλέπουν θετικά, επειδή πιστεύουν ότι ανοίγει καινούργιες δυνατότητες… και όλα αυτά παρόλο που διατηρούν μια απαισιόδοξη άποψη για το βιοτικό επίπεδο και για το μέλλον τους. Είναι ένα ιδιαίτερα ενδεικτικό παράδειγμα συμμόρφωσης στην Τεχνική. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εξής διαπίστωση: το 1975 τα συνδικάτα της Ανατολικής Γερμανίας θεωρούσαν ότι το εργατικό πρόβλημα θα «λυθεί» με την τεχνική μεγέθυνση και συγκεκριμένα χάρη στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές – κι όχι χάρη σε μια πολιτική αλλαγή και σε οικονομικά μέτρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s