ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ*…


Το τιτάνιο ουρλιαχτό έσχισε βίαια τον αέρα, κατρακύλησε σαν ουράνια βροντή στις βραχώδεις βουνοπλαγιές, χύθηκε ορμητικό μέσα στα φαράγγια, σκαρφάλωσε στα διάσελα, τραντάζοντας σαν γιγάντια έκρηξη τις χιονοσκέπαστες, πανύψηλες βουνοκορφές. Και πίσω του έμεινε το θέαμα, θέαμα που πιο φριχτό κι αλλόκοτο δεν έχουν δει μάτια ανθρώπου κι ούτε μέλλει να δουν ποτέ: Ένας άντρας γιγαντόκορμος, ψηλός ίσαμε εκατό μπόγια, με μπράτσα και μηρούς χοντρά σαν κορμού δένδρου, σφάδαζε αλυσοδεμένος σ’ ένα πελώριο βράχο, ίσα στην πλαγιά του βουνού. Ενώ ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι του στριφογύριζε απειλητικά ένας τερατόμορφος αητός, που κάθε τόσο εφορμούσε σα βολίδα κι έμπηγε το φοβερό ράμφος του στη σάρκα του δυστυχισμένου γίγαντα. Ώρες και ώρες ασταμάτητα κρατούσε το μαρτύριο και μόνο σαν ο ήλιος χαμήλωνε κατά τις βουνοκορφές κι οι σκιές πλημμύριζαν τα φαράγγια, αποτραβιόταν πια το όρνιο και πήγαινε να λουφάξει.

Ένας βαθύς αναστεναγμός φούσκωνε τότε τα στήθη του γίγαντα κι ένα μακρύ παράπονο άρχιζε να κυλά από τα χείλη του:

«Ω, ξάστερε μου ουρανέ κι εσύ αεράκι δροσερό, ρυάκια και ποταμοί πλατιοί, θάλασσα γελαστή μου, και γλυκιά μου μάνα γη, κι εσύ ήλιε βασιλιά που τίποτα απ’ το μάτι σου δεν ξεφεύγει, δέστε και λυπηθείτε τι βάσανα τραβώ από τη μοχθηρία των θεών! Κι απ’ όλων τους περισσότερο, αυτού του ίδιου του πρώτου, του πιο τρανού ανάμεσα τους. Ναι, δική του θέληση ήταν να καρφωθώ στον άγριο τούτο βράχο όπου μήτε ματιά, μήτε φωνή ανθρώπου δεν δύναται να φτάσει. Απ’ αυτόν σταλμένο είναι και το κακοπούλι που ολημερίς, αλύπητα μου τρώει το συκώτι, ώ μοίρα φριχτή

Ένας κόμπος ανεβοκατέβηκε στο λαιμό του, σαν να ’κάνε προσπάθεια να πνίξει ένα λυγμό. Μα η διάθεση του σαν άξαφνα να άλλαξε. Το βλέμμα του αγρίεψε και η φωνή του ήχησε χωρίς πια παράπονο, μα βροντώντας από οργή.

«Τι άρχοντας του κόσμου είναι λοιπόν αυτός που δεν σέβεται ούτε ιερό ούτε όσιο και πληρώνει την ευεργεσία με σκληρή αχαριστία; Γιατί ναι, το βροντοφωνάζω στο πρόσωπο της οικουμένης, σε μένα χρωστάει την εξουσία του ο βασιλιάς του Ολύμπου. Χωρίς τη δική μου συνδρομή ποτέ δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τους φοβερούς αντίζηλους του, τους Τιτάνες και τους Γίγαντες, τα παιδιά της Γης και του Ουρανού. Και θα βρισκόταν σήμερα –για τούτο δεν υπάρχει αμφιβολία– στην καθόλου ζηλευτή δική τους θέση, φυλακισμένος στ’ αδιαπέραστα σκοτάδια του Ταρτάρου, ή πλακωμένος κάτω από κανένα νησί ή βουνό. Μόνο με δόλο μπορούσε να κυριαρχήσει ο Δίας, και το πέτυχε ακολουθώντας τις δικές μου συμβουλές. Και γιατί έτσι έπραξα; Επειδή πίστεψα –τρομάρα μου– στην αρετή του και θεώρησα πως χάρη σ’ αυτόν θα βασίλευε πια στον κόσμο η δικαιοσύνη και το πολύπαθο γένος των ανθρώπων θα ’βρισκε κι αυτό στον ήλιο μοίρα.

Όμως δεν υπάρχει χειρότερος διαφθορέας από την εξουσία. Μπροστά σ’ αυτήν αρετή καμία δεν αντέχει, μήτε ανθρώπου, μήτε θεού. Σαν καλοκάθισε λοιπόν ο νέος άρχοντας στο θρόνο του Ολύμπου, τα ίδια και χειρότερα άρχισε να κάνει με τον πατέρα του κι όλους τους προκάτοχους του:

Μοίρασε τιμές και προνόμια σ’ αυτούς που τον βοήθησαν θεούς, μα για όλους τους υπόλοιπους, θεούς, δαίμονες κι ανθρώπους τίποτα δεν περίσσεψε, τίποτα εξόν από τις αλυσίδες της σκλαβιάς.

Με την αλαζονεία της νιόκοπης ηγεμονίας τους, οι Ολύμπιοι αρέσκονταν, έτσι για παιχνίδι, να παιδεύουν τους άμοιρους ανθρώπους, να σωρεύουν τα δεινά στην κεφαλή τους, για να τους μυκτηρίζουν έπειτα και να γελούν για την κατάντια τους, που εκείνοι οι ίδιοι είχαν προκαλέσει. Ήταν κιόλας φορές που συζητούσαν μήπως θα ήταν καλύτερα να ξεκάνουν ολότελα τη φύτρα των θνητών και να πλάσουν ένα άλλο είδος ανθρώπων, πιο διασκεδαστικών. Μόνος, εγώ τόλμησα να εναντιωθώ σ’ αυτή την εγκληματική ανευθυνότητα. Αψήφησα τη γνώμη των θεών και τη διακηρυγμένη απόφαση του Δία να κρατήσει για πάντα τους θνητούς βυθισμένους στην πρωτόγονη αμάθεια, πνίγοντας κάθε στοιχείο πολιτισμού, πριν ακόμα προλάβει ν’ αναπτυχθεί στους κόπους της ανθρώπινης κοινωνίας».

Η φωνή του άντρα είχε σιγά-σιγά ηρεμήσει αποκτώντας ένα ύφος αφηγηματικό, καθώς αναθυμόταν τα όσα είχαν συμβεί. Το σκοτάδι έπεφτε πια γοργά σβήνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, μα εκείνος συνέχιζε το μονόλογο του:

«Πήγα μυστικά κι έκλεψα τη φωτιά από τον πύρινο τροχό του ήλιου και την έφερα πεσκέσι στους ανθρώπους. Τη φωτιά που είναι η πηγή όλων των τεχνών και φώτισα έτσι τη ζωή και το μυαλό τους. Πριν απ’ τον ερχομό μου, οι δυστυχισμένοι, καλύτεροι δεν ήταν από ζώα. Έβλεπαν, μα δεν νογούσαν, άκουγαν, μα δεν καταλάβαιναν. Ζούσαν μέσα σε ανήλιαγες σπηλιές, κοιμούνταν καταγής και τρέφονταν απ’ όσα τους έδινε η φύση. Γιατί μήτε σπίτια ήξεραν να χτίζουν, μήτε τη γη να καλλιεργούν, μήτε το ξύλο, την πέτρα και το μέταλλο να δουλεύουν. Όλες τούτες τις τέχνες κι άλλες τόσες εγώ τους δίδαξα. Τους έμαθα τη χρήση των αριθμών και των γραμμάτων, τους νόμους που κυβερνούν των άστρων την πορεία. Προίκισα το μυαλό τους με λογικό και σκέψη. Φύτεψα μέσα τους το σπέρμα της προόδου. Κι αυτό δεν μου το συγχώρησε, ούτε θα μου το συγχωρήσει ποτέ ο Δίας», είπε κι απρόσμενα ξέσπασε σε γέλια. Και το βροντερό του γέλιο τράνταξε συθέμελα κι έκανε να τρίξουν οι στέρφοι βράχοι των άδενδρων βουνών.

«Όχι, δεν πρέπει να παραπονιέμαι, συνέχισε το λόγο του, γιατί δεν υπάρχει τίποτα το παράλογο ή το αφύσικο στο να κακοπαθαίνει κανείς απ’ τους εχθρούς του. Και εμένα ο Δίας είναι εχθρός μου. Και τον μισώ, όπως κι όλους τους θεούς της φάρας του. Λυσσάει κι έχει δίκιο, γιατί το κακό που τού ’κανα δεν έχει γιατρειά.

Μπορεί η μοίρα μου να φαντάζει τώρα σκληρή, όμως αυτό που τον περιμένει εκείνον είναι χίλιες φορές χειρότερο, κι ενάντια του τίποτα δεν μπορεί να κάνει. Γιατί ούτε κι αυτός ακόμα δεν έχει τη δύναμη να σβήσει αυτό που έχει γίνει. Οι αλυσίδες που με δένουν εμένα, θα ’ρθει μια μέρα που θα σπάσουν, μα εκείνος θα μείνει αιώνια αιχμάλωτος μες στα δεσμά του πεπρωμένου. Άσ’ τον λοιπόν να βροντά, να απειλεί, να ωρύεται, φόβο κανένα δεν μου προκαλεί. Γιατί ξέρω πως οι μέρες του είναι μετρημένες. Ας κάνει ό,τι τραβά η καρδιά του τον καιρό που του μένει ακόμα για να ζήσει. Στο τέλος τον περιμένει ο θάνατος κι αυτό είναι έργο δικό μου ! Εγώ είμαι τώρα εδώ σιδηροδέσμιος, αλλά η φωνή μου κάνει να τρέμουν τα θεμέλια του Ολύμπου.

Ήξερε καλά ο Δίας για ποιο λόγο ήταν ενάντια στην πρόοδο του ανθρώπου. Σαν όλους τους τυράννους, ποθούσε κι αυτός η εξουσία πού ’χε καταλάβει με τη βία να διαρκέσει αιώνια. Κι ήξερε πως ο πιο ανήλεος εχθρός κάθε εξουσίας είναι η γνώση. Η γνώση αυτή που αφυπνίζει το πνεύμα και του δίνει τη δύναμη να ξεδιαλύνει τα μυστήρια του κόσμου, να κατανοήσει τους νόμους που κυβερνούν τις τύχες του. Και τη γνώση αυτή την έκανα εγώ δώρο στους ανθρώπους. Ήθελα να υπονομεύσω την αρχή σου και το πέτυχα ! Ναι, πατέρα των θεών, θα ’ρθει μια μέρα που οι άνθρωποι, μην έχοντας πια την ανάγκη σου, θα σε γκρεμίσουν απ’ το θρόνο σου. Και την ημέρα εκείνη θα λυτρωθώ κι εγώ απ’ τα δεσμά μου

Η σκέψη της προδιαγραμμένης πτώσης του θανάσιμου εχθρού του γέμισε την καρδιά τού γίγαντα με μια βίαια, υποχθόνια χαρά.

Orel

*[Ο Προμηθέας είναι μυθική μορφή της αρχαιότητας και το όνομά του σημαίνει «συνετός», «προνοητικός». Είναι γιος του Τιτάνα Ιαπετού και της Ωκεανίδας Ασίας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, κατά τη διάρκεια της Τιτανομαχίας ο Προμηθέας πήρε το μέρος του Δία εναντιούμενος προς τους υπόλοιπους Τιτάνες και γι’ αυτό μετά την επικράτηση του Δία δεν τιμωρήθηκε όπως οι άλλοι Τιτάνες.
Σύμφωνα με το Λουκιανό, ο Προμηθέας, μετά την Τιτανομαχία, δημιουργεί, με την βοήθεια της θεάς Αθηνάς, τον πρώτο άνθρωπο από πηλό και φωτιά και με μορφή όμοια με αυτή των θεών(το αντίστοιχο του «καθ’ εικόνα και ομοίωση» της Βίβλου). Σύμφωνα με μια εκδοχή αυτός ο πηλός ήταν χώμα που ποτίστηκε από το αίμα των Τιτάνων. Αναφερόμενος στην δημιουργία του ανθρώπου, ο Πλάτωνας περιγράφει ένα όν σφαιρικό, που διακρινόταν σε τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό και μεικτό) και είχε διπλή σειρά από μέλη και όργανα. Αργότερα ο Δίας, τόσο επειδή εξοργίστηκε από την αλαζονεία τους, όσο και (το κυριότερο) φοβήθηκε τη δύναμή τους, τα χώρισε στα δύο.
Τα ζώα δημιουργήθηκαν την ίδια περίοδο (μετά την Τιτανομαχία), αλλά από μίξη υλικών της Γης και της φωτιάς. Η δημιουργία των όντων και του ανθρώπου έγινε μέσα στη γη. Όταν κλήθηκαν όλα τα όντα της Γης να βγουν στο φως, ανατέθηκε στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα να δώσουν στο κάθε ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά που του ταίριαζαν.
Ο Επιμηθέας έπεισε τον αδελφό του να του επιτρέψει να αναλάβει μόνος αυτή τη δουλειά. Έτσι, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο Επιμηθέας έδωσε ονόματα και απέδωσε στο κάθε ον χαρακτηριστικά, με τρόπο ώστε να μην μπορούν να αλληλοκαταστραφούν. Αλλά, όταν έφτασε στο τέλος η ώρα του Ανθρώπου, δεν είχε να του δώσει παρά λίγες τρίχες και νύχια ευπαθή και ανίσχυρα. Εξ αιτίας αυτής της σημαντικής παράλειψης, ο Προμηθέας ανέλαβε την προστασία του Ανθρώπινου γένους.]
____________________________________________________________
Aπό:https://anarchypress.wordpress.com/2010/03/22/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CE%B8%CE%B5%CE%B1%CF%83/#more-4983

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s