Πάρε με μαζί σου…Ξύλινα Σπαθιά…


 

Νομίζω πως ακούω
τον ήχο της φωνής σου.
Κάποτε χόρευα μαζί σου
κάτω απ’ τον ήλιο τέτοιο φως.
Θυμάμαι πως κοιτούσες, πως,
μου `λεγες πάρε με μαζί σου…

Νομίζω πως ακούω
φωνές από τ’ αστέρια.
Περάσαν τόσα καλοκαίρια
χωρίς να καταλάβω πώς
ανατινάζεται το φως
τις Κυριακές τα μεσημέρια
πάρε με μαζί σου…

Θέλω να ζήσω στ’ αλήθεια έστω μια φορά,
να ταξιδέψω στ’ αλήθεια έστω μια φορά,
να δω στα μάτια την τίγρη που όλο με κοιτά
μέσα απ’ τα φώτα αυτής της πόλης που σκοτώνει για λεφτά,
που με σκοτώνει από αγάπη όπως με σφίγγει όταν ξυπνάει,
ύστερα κλαίει μ’ αγκαλιάζει και μου λέει
πάρε με μαζί σου…

Πάρε με στη χώρα που χορεύουν όλοι, όλη μέρα…

Νομίζω πως ακούω
φωνές από τ’ αστέρια…

 

Στίχοι:  

Παύλος Παυλίδης

Μουσική:

Ξύλινα Σπαθιά

Αλεξι-θυμη κοινωνία…


Με βάση έναν πρόχειρο ορισμό, αλεξιθυμία είναι η κατάσταση όπου δυσκολεύεται κανείς να κατανοήσει,αλλά και να εκφράσει, τα συναισθήματά του.Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ρήμα αλέξω (απομακρύνω, απωθώ, αλλά και προστατεύομαι)- [πρβλ. αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρο κλπ.] και τον «θυμό», που σημαίνει το συναίσθημα και άρα, πιο απλά, Αλεξιθυμία σημαίνει «απωθώ το συναίσθημα». Επίσης, η λέξη αυτή δεν έχει σχέση με τον Αλέξη και τα άλλα παιδιά που κυβερνούν. Πρόκειται, απλά, για μια γλωσσική σύμπτωση.

του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Όμως, ακόμη και σε μια κατ’ εξοχήν «ορθολογική» εποχή σαν αυτή που παριστάνεται ότι είναι η τρέχουσα, τα συναισθήματα είναι κεντρικής σημασίας για να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.Και το να μην είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τί νιώθουμε, προκαλεί συνήθως κατ’ ελάχιστον δυσφορία, άγχος και σίγουρα ανικανοποίητες,έως καταστροφικές σχέσεις. Είναι σαν κάποιος να λέει, «Στ’ αλήθεια νομίζω ότι σ’ αγαπώ, αλλά δεν είμαι και πολύ σίγουρος αν αυτό που νιώθω είναι μια έξαρση, μια κάβλα ή απλά ένας φόβος». Πού να βρει άκρη και ο άλλος; Ή, είναι σαν να είσαι υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ και να λες, «Δεν είμαστε εδώ για να πουλάμε τη ψυχή μας στο διάολο για την εξουσία με ένα 4ο μνημόνιο» ή, «ιδεολογικά είμαστε ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις».  Πού να βρεις άκρη!

Η Αλεξιθυμία οδηγεί σε μια αναβλητικότητα μπροστά στις αποφάσεις, ένα «μπροστά-πίσω», καθώς το άτομο αγνοεί τί νιώθει και άρα και «τί θέλει να κάνει πραγματικά;», γεγονός που προκαλεί μια αίσθηση προσωρινότητας σε ότι αφορά στις δεσμεύσεις του. Προφανώς, πάλι…, καμία σχέση με το κυβερνητικό μόρφωμα. Η Αλεξιθυμία, με άλλα λόγια, γίνεται η όλο και πιο συνηθισμένη απάντηση στις βάναυσες «ερωτήσεις» του καπιταλισμού, και θα εξηγηθώ αμέσως πιο κάτω σε σχέση με αυτό.

Αναλυτικότερα, στα χαρακτηριστικά των Αλεξίθυμων ανθρώπων, περιλαμβάνονται:

Συνέχεια

Όσκαρ Ουάιλντ … Δεν είναι ο αμαρτωλός η ντροπή μας, αλλά ο ηλίθιος…


Γιώργος X. Παπασωτηρίου

 

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία; «Η δημοσιογραφία δεν διαβάζεται με τίποτα και τη λογοτεχνία δεν τη διαβάζουν» απαντά ο Όσκαρ Ουάιλντ! Και συνεχίζει λέγοντας πως «Η σύγχρονη δημοσιογραφία… δικαιώνει την ύπαρξή της χάρη στη δαρβίνεια αρχή της επιβίωσης των πιο χυδαίων». Αντίθετα, η λογοτεχνία είναι η vita contemplativa, είναι η τέχνη εκείνη η οποία πληρέστερα καθρεφτίζει τον άνθρωπο στην απεριόριστη πολυμορφία του…». Ο Σαίξπηρ θα μπορούσε να δει τον Άμλετ και τον Ρωμαίο ή κάποιους που να τους μοιάζουν στους σκοτεινούς δρόμους του Λονδίνου, να γίνει ένας «ρεπόρτερ του πταισματοδικείου της λογοτεχνίας», αλλά όμως ο Άμλετ βγήκε από την ψυχή του και ο Ρωμαίος από το πάθος του. Και οι δύο ήρωες ήταν στοιχεία της φύσης του Σαίξπηρ στα οποία αυτός έδωσε ορατή μορφή, ήταν «παρορμήσεις δικές του που τον συντάραξαν» και πραγματώθηκαν «όχι στο κατώτερο επίπεδο της πραγματικής ζωής» αλλά «στο φανταστικό επίπεδο της τέχνης όπου ο Έρωτας μπορεί πράγματι να βρει την τέλεια πλήρωσή του στο Θάνατο…».

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσκαρ Ουάιλντ

Συνέχεια

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης για τη Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι…


tarkovskysnostalghia

Νόστο έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες τον πόθο της επιστροφής στην πατρίδα. Η νοσταλγία συνεπώς είναι η ψυχολογική κατάσταση που δημιουργεί ο πόθος της επιστροφής στην πατρίδα και κατά προέκταση σε κάθε οικείο χώρο που λειτουργεί σαν “χαμένος παράδεισος” όταν απομακρυνθούμε ή μας απομακρύνουν απ’αυτόν παρά τη θέληση μας.

Νοσταλγία είναι ακόμα η μελαγχολική ανάμνηση ευχάριστων καταστάσεων που ξέρεις πως παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Τούτη η μεταφορική δεύτερη έννοια της λέξης διαφέρει ελάχιστα απ’την πρώτη. Γιατί πρόκειται και πάλι για ένα ξερίζωμα, που αυτή τη φορά δεν είναι χωρικό αλλά χρονικό και γι’αυτό πολύ πιο πιεστικό, αφού τώρα δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα επανόρθωσης: Μπορεί να επιστρέψεις στο χώρο αν εκλείψουν τα αίτια που σε κρατούν μακριά απ’αυτόν, όμως είναι αδύνατο να επιστρέψεις στο χρόνο και να ξαναζήσεις μια κατάσταση που πέρασε. Αυτή η παρωχημένη κατάσταση, στη μνημική λειτουργία, τοποθετείται πάντα σε χώρο, στον οποίο μπορείς βέβαια και να επιστρέψεις, αλλά τούτη η επιστροφή θα γίνει αναγκαστικά σ’έναν καινούργιο χρόνο, το χρόνο του τώρα: Ζούμε πάντα σε χρόνο ενεστώτα. Η ζωή μας σε χρόνους παρωχημένους (αόριστο και παρατατικό) έχει ήδη βιωθεί, έχει γίνει δηλαδή μια νεκρή ιστορία, ενώ η ζωή μας σε χρόνο μέλλοντα δεν έχει ακόμα βιωθεί, και δεν ξέρουμε αν και μέχρι ποιου ορίου θα βιωθεί.

Συνέχεια

Η «Νομιμοποίηση» του Φασισμού…


«Κάνουμε τελετές μίσους. Ναι, κάνουμε τελετές μίσους, γιατί μισούμε οτιδήποτε ανθελληνικό, μισούμε οτιδήποτε θα σταθεί εμπόδιο στην ελευθερία της πατρίδας μας. Μισούμε όλους αυτούς τους προδότες κι αυτούς θέλουμε να εξοντώσουμε. Μισούμε όλους τους ανθέλληνες, όλα αυτά τα ερυθρά σκουπίδια (…)»
Τα παραπάνω λόγια που μας που αντηχούν στα αυτιά μας ως σάλπισμα τρομπετών , που μας μυούν στην ανώτερη έκφραση του Ελληνικού Έθνους και πολιτισμού, λέχτηκαν από το δημοκρατικά εκλεγμένο χρυσαυγίτη βουλευτή ονόματι Παππά, ο οποίος ανήκει σε ομάδα εθνική που θα του εξασφαλίσει την διαιώνιση του ως Άριο είδος.
Και λέχτηκαν, τον Αύγουστο του 2012 αμέσως μετά το ξύρισμα του κρανίου του και το λιμάρισμα των νυχιών του, από αγάπη. Αγάπη για την πατρίδα τον πολιτισμό της και τους ανθρώπους της. Το επιβεβαίωσε άλλωστε και ο Ανδρέας Λοβέρδος δηλώνοντας, τον Φεβρουάριο του 2013, πως το κόμμα του Παπά, του Μιχαλολιάκου του Γερμενή, του Κασιδιάρη, είναι το «πρώτο κίνημα που γεννιέται αυθεντικά μετά την Μεταπολίτευση», ενώ τόνισε ότι «κάνει ακτιβισμό πάνω σε μεγάλα προβλήματα» και «παράγει εμπιστοσύνη και απολαμβάνει δημοσκοπικά ποσοστά».
Το μόνο λοιπόν που κάνει αυτή η «αυθεντική εθνική» ομάδα του Παπά είναι να παράγει εμπιστοσύνη μιας και υπερασπίζεται το δικαίωμα στην ταυτότητα της ελληνικής φυλής μας από οτιδήποτε «ανθελληνικό»! Από «οτιδήποτε θα σταθεί εμπόδιο στην ελευθερία της πατρίδας».
Δεν φτάνει παρά να κοιτάξουμε γύρω μας. Τι θα δούμε;
Μελαμψούς ξένους, σκουπίδια που δεν έχουν δουλειά, που πολλαπλασιάζονται σαν ζώα που είναι. Ζώα που ζουν από την ευημερία του καθαρόαιμου Έλληνα, με τα ελληνικά λεφτά τα δικά μου ή τα δικά σου αναγνώστη. Και το κυριότερο, θα δούμε, ανθέλληνες άπλυτους, προδότες, «όλα αυτά τα ερυθρά σκουπίδια» που υπερασπίζουν ξένους εγκληματίες, δράκους και δολοφόνους Ελλήνων.
Ω! Τι πολιτισμική ισοπέδωση..
Άλλωστε ο λόγος που δεν απευθύνεται στην σκέψη, στο μυαλό, μα στο νωτιαίο μυελό όπου και η έδρα όλων των εξαρτημένων ανακλαστικών, χρειάζεται ένα συνδυασμό λεκτικών τόνων αποκάλυψης, μαζικής τρομοκρατίας, καινοφανούς ιδεολογίας και ανορθολογικής αγριότητας με επίκεντρο την πατρίδα., μα χρειάζεται και ο χορός της…Σαλώμης.

Συνέχεια

Ηρωίνη και Επανάσταση: Συζητώντας με τον Vincenzo Miliucci (Εργατική Αυτονομία)…


Αποτέλεσμα εικόνας για ηρωίνη εξαπλώνεται

Το ζήτημα των ναρκωτικών ουσιών καθαυτό αλλά και η σχέση τους με τ’ ανατρεπτικά-επαναστατικά κινήματα αποτελεί ένα πολύπλοκο και ακανθώδες ζήτημα, ένα θέμα σχεδόν ταμπού. Επιλέξαμε να μεταφράσουμε το κείμενο που ακολουθεί, χωρίς να ταυτιζόμαστε απόλυτα με τις πολιτικές θέσεις που εκφράζει ο Vincenzo Miliucci, θεωρώντας όμως την παράθεση των αποτιμήσεων του, μια χρήσιμη τροφή για σκέψη γύρω από ένα πρόβλημα που δυστυχώς παραμένει τραγικά επίκαιρο.


Η ιστορία ξεκινάει με το άνοιγμα μιας έδρας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας [Partito Comunista Italiano (P.C.I)], η οποία είχε εγκαινιαστεί από τον ίδιο τον γενικό γραμματέα του Κόμματος Enrico Berlinguer, στη συνοικία Nomentano της Ρώμης. Βρισκόμαστε στα μέσα του 1967 και ο Vincenzo Miliucci μέχρι τότε δεν διαθέτει ουσιαστικά καμία πολιτική εμπειρία. Σύντομα η έδρα θ’ αποτελέσει ένα σημείο αναφοράς για τους προλετάριους της συνοικίας και φτάνει τους 130 εγγεγραμμένους, στην πλειοψηφία τους οικοδόμοι. Τον Μάη του 1968 ο Vincenzo συμμετέχει στην πρώτη προεκλογική εκστρατεία και φτάνει ν’ αναλάβει τη θέση του γραμματέα της έδρας, ενώ ταυτόχρονα συντηρείται δουλεύοντας σαν εργάτης στην Enel [η ιταλική Δεη]. Έπειτα έρχεται η άνοιξη της Πράγας και μαζί μ’ άλλους συντρόφους του εγκαταλείπουν το P.C.I, διαφωνώντας με τη σοβιετική εισβολή και προσχωρεί στην ομάδα Manifesto. Μια σύντομη αλλά έντονη διαδρομή που τερματίστηκε εξαιτίας της “κατακρήμνισης προς τον εκλογισμό” της Castellina και των συντρόφων της. Εν τω μεταξύ ο Miliucci αναπτύσσει γόνιμες σχέσεις με 4 ομαδοποιήσεις, εδαφικά ιδιαίτερα δραστήριες: η πολιτική επιτροπή της Enel, η συλλογικότητα στην Πολυκλινική, η πολιτική επιτροπή, η Ενωτική Επιτροπή Βάσης [Comitato Unitario di Base (C.U.B)] των σιδηροδρομικών. Αυτές οι ομαδοποιήσεις νοικιάζουν ένα χώρο στην οδο dei Volsci, στη συνοικία San Lorenzo, και δίνουν ζωή σ’ αυτό το πολιτικό οικοδόμημα που στη συνέχεια θ’ αποτελέσει την εμβρυακή μορφή της Εργατικής Αυτονομίας [Autonomia Operaia], το χωνευτήρι μέσα στο οποίο θ’ αναπτυχθεί το κίνημα του 1977.

Συνέχεια

Το Σύνταγμα, η Αντισυνταγματικότητα και το Δίκαιο της Ανάγκης (Για την Απόφαση του ΣτΕ και τον Νόμο Παππά)…


Το Σύνταγμα, η Αντισυνταγματικότητα και το Δίκαιο της Ανάγκης

Αποστόλης Στασινόπουλος

Σε πρόσφατο άρθρο-γνωμοδότησή του, ο Νίκος Αλιβιζάτος διακεκριμένος συνταγματολόγος του Κέντρου, υποστηρίζοντας την αντισυνταγματικότητα του νόμου Παππά έγραφε: «Σε αυτό το πλαίσιο, ύστερα από την άρνηση της αντιπολίτευσης να συναινέσει στην ανάδειξη των νέων μελών του Ε.Σ.Ρ, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν θα μπορούσε να ανεχθεί μια επ’ αόριστον διακοπή του άμεσου κρατικού ελέγχου στη ραδιοτηλεόραση. Κάτι τέτοιο ισχύει σε κάθε περίπτωση που η δράση μιας ανεξάρτητης αρχής κρίνεται απολύτως αναγκαία». Συνεχίζοντας δήλωνε πως «δεν μπορεί να προβληθεί σοβαρά η ύπαρξη μιας τέτοιας άμεσης ανάγκης ως δικαιολογητικός λόγος για τη μεταφορά της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρμοδιότητας του Ε.Σ.Ρ. στον αρμόδιο υπουργό». Καταλήγοντας, εξέφρασε πως «σύμφωνα με την πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, η επίκληση της συνδρομής έκτακτων περιστάσεων ή εξαιρετικώς επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας ως δικαιολογητικού λόγου για τη λήψη έκτακτων μέτρων, δεν ελέγχεται δικαστικά. Και αυτό γιατί η σχετική εκτίμηση θεωρείται ότι ανάγεται στη σφαίρα της πολιτικής ευθύνης των οργάνων που κατά το Σύνταγμα ασκούν την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, σύμφωνα με τη θεωρία του αποκαλούμενου «δικαίου της ανάγκης».(1)

Ο κ. Αλιβιζάτος έκανε σαφές ουσιαστικά το εξής: η κρίση του ΣτΕ δεν δεσμεύει με κανέναν άλλο τρόπο, παρά μόνο σε έναν έσχατο βαθμό πολιτικά, το κοινοβούλιο ή την κυβέρνηση να νομοθετήσει στα όρια του συντάγματος ή παραβαίνοντας αυτό, επικαλούμενη-ο μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Συνέχεια