O Mαρινάκης και η άχρηστη αριστερά…


του Άκη Γαβριηλίδη

Décevoir est un plaisir

GD

Αφότου έγινε γνωστό, πριν από κανένα δίμηνο, ότι ένας αριθμός συντακτών τού περιοδικού Unfollow επρόκειτο να συνεργαστούν με ένθετο στην εφημερίδα Παραπολιτικά, στον μικρόκοσμο του κυβερνοχώρου της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς και περιχώρων υπήρξε ένας πραγματικός καταιγισμός αναρτήσεων που εξέφραζαν απογοήτευση, επικρίσεις και καχυποψία. Οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι αντέτειναν μεταξύ άλλων στους επικριτές ότι δεν πρέπει να καταδικάζουν τίποτε εκ των προτέρων, αλλά να αναμένουν να δουν το αποτέλεσμα και στη βάση αυτού να κρίνουν.

Τώρα που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού, μπορούμε καταρχάς να διαπιστώσουμε ότι η υπόδειξη αυτή δεν ακολουθήθηκε: η κυκλοφορία αυτή φαίνεται να αντιμετωπίστηκε με γενική αδιαφορία. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω δει ούτε ένα άρθρο, σημείωμα, σχόλιο, το οποίο να κρίνει το εγχείρημα με βάση τα περιεχόμενα του τεύχους, είτε θετικά είτε αρνητικά.

Η προδοσία και η πίστη

Αυτό μας οδηγεί σε μια πρώτη διαπίστωση: ότι, πολύ συχνά, στο χώρο αυτό η πολιτική συζήτηση γίνεται αποκλειστικά με όρους συνέπειας, σχεδόν με όρους προσωπικής πίστης/ προδοσίας. Σημαντικότερο κριτήριο θεωρείται όχι το τι λέει ή γράφει κάποιος, όσο στο πού το γράφει. Και αυτό στο μέτρο που μπορεί να μας δώσει μια απάντηση στο ερώτημα: είναι άραγε ένας από μας, ή μήπως είναι με τους άλλους;

Και τα δύο σκέλη του ερωτήματος γνωρίζουν διάφορες παραλλαγές το καθένα, όπως: αξίζει άραγε να γίνει/ να θεωρείται [πλέον] ένας από μας; Μήπως σύντομα πρόκειται να αποσκιρτήσει στο αντίπαλο στρατόπεδο; Μήπως έχει ήδη αποσκιρτήσει χωρίς να το καταλάβουμε, ή χωρίς να το καταλάβει και ο ίδιος;

Αυτό, με τη σειρά του, μας δείχνει ότι η πολιτική συζήτηση και αντιπαράθεση γίνεται συχνά αντιληπτή όχι ως μια ανταλλαγή επιχειρημάτων και διατύπωση αφηρημένων θέσεων (περί της αλήθειας, του πρακτέου κ.τ.τ.) που λαμβάνει χώρα στην ανώνυμη σφαίρα της δημοσιότητας, αλλά ως μια προσωπική δήλωση ένταξης σε μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων. Η παραγωγή ενός λόγου κρίνεται σημαντική όχι τόσο επειδή μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα και να επηρεάσουμε την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά επειδή μπορεί να ερμηνευθεί ως εχέγγυο εμπιστοσύνης του ομιλούντος: μας πείθει ότι αυτός είναι έμ-πιστος σε μία αρχή εσωτερική προς την ομάδα, σχεδόν συνωμοτική, και άρα μπορούμε να βασιστούμε πάνω του και να τον εμπιστευθούμε με τη σειρά μας.

Η πολιτική αρθρογραφία έτσι συνήθως νοείται ως υποστήριξη ενός κόμματος, μίας παράταξης, μίας πρακτικής επιλογής, και η κακολόγηση των αντιθέτων, ενίοτε διανθισμένη με κάποιες θεωρητικές αναφορές. Οι οποίες όμως και αυτές χρησιμεύουν για σκοπούς όχι αποδεικτικούς, αλλά συνήθως διαφημιστικούς: γίνονται απλώς για να προσδώσουν περισσότερο κύρος στον γράφοντα και στα λεγόμενά του. Άλλωστε, τις περισσότερες φορές οι όποιοι θεωρητικοί ή στοχαστές αξιολογούνται με τη σειρά τους και κατατάσσονται με βάση το ίδιο κριτήριο: εάν είναι «δικοί μας» ή «των άλλων»[1].

«Παθογένειες» και παρεκκλίσεις

Ίσως κάποιος ευρωκεντρικός σχολιαστής θα είχε την τάση να κατατάξει αυτό το φαινόμενο στις «παθογένειες» που εμφανίζει «η κοινωνία μας» επειδή «δεν περάσαμε διαφωτισμό». Σε αυτή τη φάση, πάντως, εγώ θα αφήσω κατά μέρος το ερώτημα αν αυτή η προτίμηση είναι καλή ή κακή. Θα την πάρω ως δεδομένη, και θα επιχειρήσω καταρχάς να κρίνω το Report με βάση τα περιεχόμενά του, όπως ζητήθηκε.

Κρίνω λοιπόν ότι το πρώτο τεύχος του περιοδικού είναι και αυτό 100% γραμμένο από την ίδια παραπάνω οπτική.

Το τεύχος αυτό καταρχάς πρέπει να συνιστά ό,τι πιο μονοθεματικό έχει εμφανιστεί στο χώρο του ελληνόφωνου περιοδικού τύπου. Από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα, περιλαμβανομένης και της γελοιογραφίας, υπάρχει ένα και μόνο αντικείμενο, και αυτό είναι ένα εναγώνιο ερώτηματαυτότητας και ταξινόμησης: είναι ο ΣΥΡΙΖΑ –και αυτά που κάνει- αριστερά; Και, αν ναι, με ποια έννοια; Μήπως η υπογραφή της συμφωνίας μετέβαλε την ουσία του; Μήπως πρόδωσε την εμπιστοσύνη μας και απεκδύθηκε την αριστεροσύνη του, ή παρά το γεγονός αυτό εξακολουθεί να δικαιούται να φέρει τον τιμητικό αυτό χαρακτηρισμό;

Το ερώτημα δεν απαντάται κατά ομοιόμορφο τρόπο. Υπάρχουν άρθρα που επιμένουν –ενίοτε με παλινωδίες και με αμηχανία- να εντάσσουν το κόμμα αυτό στην αριστερά, ενώ άλλα αντιθέτως επιμένουν απερίφραστα και τερατολογικά ότι είναι κόμμα όχι απλώς δεξιό, αλλά και ακροδεξιό –ή μάλλον, ότι είναι η ίδια η ακροδεξιά. Κάποιες διαφοροποιήσεις επίσης υπάρχουν ανάλογα με την περιοδολόγηση αυτής της έλλειψης αριστεροσύνης: κάποια άρθρα δείχνουν να θεωρούν ότι δεν είναιπλέον, ενώ άλλα –ή και ενίοτε τα ίδια σε άλλα σημεία τους- ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά. Τόσο τα μεν, όμως, όσο και τα δε, συλλαμβάνουν πρωτίστως την πολιτική ουσιοκρατικά, δηλαδή ως αταλάντευτη σταθερότητα και προσήλωση ενός υποκειμένου σε αρχές. Το υποκείμενο μάλιστα αυτό νοείται, κατά τρόπο ανδροκρατικό, ως ένας πολεμιστής ο οποίος μάχεται ηρωικά και δεν [πρέπει να] υποχωρεί στο πεδίο της μάχης, κρατώντας ψηλά το λάβαρο του στρατοπέδου του απέναντι σε αντίπαλες δυνάμεις που προσπαθούν να τον συντρίψουν.

Η αρχή της ταυτότητας

Το στοιχείο αυτό εντείνεται από το γεγονός ότι το Report αποτελεί μία έκδοση λευκών μεσηλίκων ανδρών.

Αυτό συνάγεται όχι μόνο –και όχι τόσο- από το ποιοι γράφουν, αλλά κυρίως από το τι γράφεται. Η ύλη του περιοδικού εκφέρει έναν «λόγο του πανεπιστημίου» επικεντρωμένο στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο του έθνους κράτους, χωρίς να εμπλέκεται ποτέ σε κάποιο μειονοτικό γίγνεσθαι. Στο τεύχος δεν υπάρχει χωριστή στήλη, ούτε καν μεμονωμένα άρθρα για διεθνή, καλλιτεχνικά ή έστω αθλητικά ζητήματα, ενώ οι έμφυλες σχέσεις, το προσφυγικό, τα φαινόμενα ρατσισμού, το περιβάλλον, δεν αναφέρονται καθόλου, ή αναφέρονται μόνο ευκαιριακά –στο βαθμό που μπορούν να διαφωτίσουν το ζήτημα της κεντρικής πολιτικής σκηνής και της εκπροσώπησης[2].

Το πολιτικό ύφος της χαμένης απόλαυσης

Η εικόνα αυτή δεν είναι κάτι πρωτοφανές, αφού χαρακτηρίζει στο σύνολό τους όλες τις κριτικές που επιχειρείται να αρθρωθούν τα τελευταία δύο περίπου χρόνια από ανθρώπους και χώρους αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, είτε αυτοί ανήκαν στο παρελθόν σε αυτόν είτε όχι. Όλες, κατά τυπικά μοντερνιστικό τρόπο, επικεντρώνονται στο επίπεδο του έθνους κράτους και της διαχείρισής του, και όλες αρχίζουν και τελειώνουν με το ηθικό, σχεδόν νομικό πρόβλημα της δέσμευσης, της (μη) τήρησης των συμφωνηθέντων –ή του «προγράμματος». Όλες υιοθετούν το πολιτικό ύφος της ηθικής αγανάκτησης, του ονειδισμού, της καταισχύνης, και παρά –ή ακριβώς μέσα από- τη βλοσυρότητα και το καταγγελτικό τους ύφος, είναι φανερό ότι ως βασικό προορισμό έχουν τη διαχείριση συναισθημάτων. Και δη ενός βασικού συναισθήματος: της απώλειας, της κλοπής της απόλαυσης, της ματαίωσης από τη διάψευση της πίστης στην κομματική-κρατική παντοδυναμία.

Η αίσθηση αυτή της συντριβής και της ασφυξίας προκύπτει λοιπόν από μια κλασική δυιστική θεώρηση της πολιτικής ως μηδενικού αθροίσματος, ως σύγκρουσης στρατοπέδων στην οποία το ένα συντρίβει τις δυνάμεις του άλλου σε μία τελική μάχη.

Ποια άλλη όμως δυνατότητα θα είχαμε, εναλλακτική ως προς την παραπάνω; Οι κάπως τακτικοί επισκέπτες του παρόντος ιστολογίου, θα γνωρίζουν ήδη την απάντηση: στην πολιτική, όπως εξάλλου και στον πόλεμο, καλός στρατηγός είναι όχι αυτός που συντρίβει σε κατά μέτωπο μάχη τις δυνάμεις του αντιπάλου, (ιδίως όταν αυτές είναι συντριπτικά υπέρτερες), αλλά αυτός που τις χρησιμοποιεί.

sun-tzu-8

Επιτελεστικά οξύμωρα

Το ενδιαφέρον όμως εν προκειμένω είναι ότι, για να βρει κανείς ένα παράδειγμα για την πολιτική αυτή στρατηγική, δεν είναι απαραίτητο να προσφύγει στα προηγούμενα σημειώματα του μπλογκ, ούτε βέβαια στα κείμενα του Σουν Τζου. Ως ένα λαμπρό τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσαμε να δούμε το ίδιο το Report. Για να το δούμε έτσι, όμως, θα πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα όχι στο λεκτικό περιεχόμενο των άρθρων που αυτό περιέχει, αλλά στην επιτελεστική διάσταση της χειρονομίας που συνιστά η έκδοσή του.

Από την πρώτη οπτική, το έντυπο είναι δηλωμένα εχθρικό προς την έννοια της χρησιμοποίησης/ χρησιμότητας, την οποία θεωρεί ακόμη ένα δείγμα της συνθηκολόγησης, της παρέκκλισης από την προσήκουσα αρρενωπότητα/ ανδρεία κατά τη μάχη. Είναι ενδεικτικό ότι ένα από τα άρθρα έχει ως τίτλο «Ο Τζιάνι Ανιέλι και η χρήσιμη αριστερά» –εμπνευσμένο από μία φράση που αποδίδεται στον Ιταλό βιομήχανο και την οποία το άρθρο παραθέτει υπό την εξής μορφή: «Υπάρχει ένα είδος Αριστεράς που είναι πιο χρήσιμη από τη Δεξιά. Πρόκειται για εκείνη την Αριστερά που μπορεί να κάνει όλα όσα δεν θα μπορούσε να κάνει η Δεξιά».

Σύμφωνα με την Wikipedia, η φράση δεν είναι ακριβώς έτσι: το 98, ο Ανιέλι φέρεται να αιτιολόγησε την ψήφο εμπιστοσύνης του στην τότε κυβέρνηση Ντ’ Αλέμα με τη φράση «σήμερα στην Ιταλία, μια κυβέρνηση της αριστεράς είναι η μόνη που μπορεί να ασκήσει πολιτικές της δεξιάς».

Το θέμα όμως δεν είναι η φιλολογική ακρίβεια. Το θέμα είναι ότι αυτή τη φράση, όποιος κι αν την είπε, αναφέρεται εδώ απολύτως ενταγμένη στο σκοπό να αναδειχθεί η ανωμαλία, η παρέκκλιση, η απώλεια της παρθενικότητας που συνιστά αυτή η χρησιμότητα της αριστεράς για τη δεξιά –ένα όνειδος που συχνά κωδικοποιείται με τον όρο «ενσωμάτωση» ή, πιο πρόσφατα, «μετάλλαξη» και άλλους συναφείς. Αντίστοιχα από το δεξιό στρατόπεδο, τον ίδιο ρόλο σκανδαλιστικής ανάδειξης του κομμουνιστικού κινδύνου επιτελεί η υπενθύμιση της έκφρασης «χρήσιμος ηλίθιος» –και εδώ λοιπόν η χρησιμότητα- που αποδίδεται στον Λένιν και που υποτίθεται ότι αποδεικνύει τον κυνισμό των μπολσεβίκων.

Υπάρχει όμως μία επιτελεστική αντίφαση, ένα οξύμωρο, όταν αυτή η απέχθεια προς την ιδέα της δυνατότητας χρησιμοποίησης μιας δύναμης από μία άλλη εκφράζεται σε ένα έντυπο που αποτελεί το ίδιο προϊόν και δείγμα μιας τέτοιας χρησιμοποίησης, και που ακριβώς γι’ αυτό έχει προκαταβολικά κατηγορηθεί.

Η ίδια η ύπαρξη του Report, ως γνωστόν, προέκυψε από μια συμφωνία για αμοιβαία χρησιμοποίηση.

Το ίδϊον της χρησιμοποίησης της δύναμης του αντιπάλου, και ο λόγος για τον οποίο αποτελεί αντι-παράδειγμα σε σχέση με την ιδέα του συμβολαίου και της τήρησής του και με την αρχή pacta sunt servanda, είναι ότι η λειτουργία της δεν εξαρτάται από τη βούληση των μερών, ή πάντως δεν εξαντλείται σε αυτήν. Άρα δεν βασίζεται στην εμπιστοσύνη, ούτε στη συναίνεση.

Δεν προϋποθέτει κάποια συμφωνία. Μπορεί να συμβεί και χωρίς καν να επικοινωνήσουν τα μέρη. Ή, και αν επικοινωνήσουν, το αποτέλεσμα της χρησιμοποίησης είναι ανεξάρτητο από το περιεχόμενο της επικοινωνίας ή της τυχόν συμφωνίας.

Ας πούμε, εν προκειμένω προφανώς συμφωνία υπήρξε: κάποιοι άνθρωποι συζήτησαν, έδωσαν τα χέρια και συμφώνησαν ότι οι μεν θα παραδίδουν κάθε μήνα μία ύλη με τα Χ και Ψ χαρακτηριστικά, και ο δε θα φροντίζει να εκδίδεται ως περιοδικό και να τους αμείβει για την εργασία τους. Ωστόσο, η πολιτική λειτουργία της έκδοσης δεν προκύπτει από το ρητό περιεχόμενο αυτής της συμφωνίας· προκύπτει από το ότι και οι δύο πλευρές, με αυτή την αμοιβαία χρησιμοποίηση, αποβλέπουν σε ένα όφελος το οποίο συνιστά ένα άρρητο πλεόνασμα που εκφεύγει, μία φαντασματική περίσσεια σε σχέση με το pactum. Πρόκειται τρόπον τινά για ένα δημόσιο μυστικό για το οποίο μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις, λιγότερο ή περισσότερο βάσιμες. Ας πούμε, ότι ο μεν επιχειρηματίας ελπίζει να χρησιμοποιήσει τη δύναμη των αρθρογράφων για να φιλοτεχνήσει ένα πιο σοβαρό και λόγιο (αλλά πάντοτε αντικυβερνητικό) προφίλ, να διευρύνει τη γκάμα των προϊόντων που προσφέρει, και ενδεχομένως για άλλους σκοπούς που δεν μας είναι σαφείς αυτή τη στιγμή. Οι δε αρθρογράφοι επιλέγουν να συνεργαστούν μαζί του με την ελπίδα να χρησιμοποιήσουν τη δύναμή του για να διαβαστούν περισσότερο, να προωθήσουν τις ιδέες τους, να επιβιώσουν οικονομικά … Για σκοπούς τους οποίους ο ίδιος ο επιχειρηματίας μπορεί να συνειδητοποιεί, μπορεί και όχι, αλλά αυτό δεν αλλάζει κάτι στην πρακτική του.

Άραγε αυτό θα δικαιολογούσε τον ισχυρισμό ότι με το pactum αυτό οι αρθρογράφοι γίνονται «η χρήσιμη αριστερά του Μαρινάκη»;

Με βάση τη λογική που διέπει τα άρθρα τους, αναμφίβολα ναι. Ωστόσο, αυτό από μόνο του δεν είναι προς θάνατον. Αν μη τι άλλο, είναι προτιμότερο από το να ήταν η άχρηστη αριστερά.

Η ίδια η πρακτική λοιπόν της ομάδας των συνεργατών του Unfollow, η κοινωνική ποιητική τους, βρίσκεται σε ένταση με τις αναλύσεις τους: στις δεύτερες, η «ασιατική» σύλληψη της στρατηγικής-μη στρατηγικής, η λογική της χρησιμοποίησης της δύναμης του αντιπάλου, καταγγέλλεται ως σκάνδαλο και στιγματίζεται ως παρέκκλιση της αριστεράς από τον ορθό δρόμο· στην πρώτη όμως ακολουθείται σιωπηρά.

Αυτή η ένταση είναι ίσως και ο λόγος για τον οποίο η αποκάλυψη και η καταγγελία του σκανδάλου, τόσο απ’ αυτούς όσο και από την υπόλοιπη «προδομένη αριστερά», έχει αποδειχθεί ως τώρα πολιτικά ανενεργή, θυμίζοντας λίγο το ρητό «Ο κόσμος το ’χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι». Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η υπεράσπιση της επιλογής τους να συνεργαστούν με τον Μαρινάκη αποκτά μία αθέλητη ειρωνία: διότι, όταν καλούν τους επικριτές τους να λάβουν υπόψη τις «αντικειμενικές δυσκολίες», τους δυσμενείς συσχετισμούς κ.λπ. που έκαμψαν τις αντιστάσεις τους και τους οδήγησαν σε αυτή τη συνεργασία, δεν φαίνεται να συνειδητοποιούν ότι η κάθε λέξη που γράφουν μπορεί αντιστοίχως να χρησιμοποιηθεί ως υπεράσπιση της «χρήσιμης αριστεράς» και των δικών της επιλογών.

Μία άλλη ερμηνεία βέβαια είναι ότι το συνειδητοποιούν, ή το διαισθάνονται, και αυτό ακριβώς τους ωθεί σε μια φυγή προς τα μπρος, σε μια πλειοδοσία και σε έναν παροξυσμό επικρίσεων προς υπεραναπλήρωση.

Έτσι συμβαίνουν τα πράγματα

Το να παρατηρείται βέβαια ένταση μεταξύ διαφόρων στοιχείων του ίδιου λόγου, ή μεταξύ του λόγου αυτού και μιας πρακτικής, είναι αναπόφευκτο: δεν πρέπει να φανταστούμε ότι υπήρξε ή θα υπάρξει ποτέ κάποιο υποκείμενο στο οποίο τα πάντα να είναι απόλυτα συνεκτικά, διαφανή και αρμονικά. Ωστόσο, μία οπτική η οποία θα βοηθούσε να χαλαρώσει κάπως αυτή η ένταση, και επίσης –το κυριότερο- να χαλαρώσει η αίσθηση της ήττας, της ασφυξίας και της απόγνωσης, είναι η προβληματική περί «αντίστασης» που ανέπτυξε ο Μισέλ Φουκώ προς το τέλος της ζωής του, και που βρίσκεται τους αντίποδες αυτού τoυ «πολιτικού ύφους του σκανδαλισμού». Μία ανάπτυξη αυτής της προβληματικής μπορούμε να βρούμε σε μία συνέντευξη που έδωσε ο Γάλλος στοχαστής με αφορμή το κίνημα των γκέι, και που είναι διαθέσιμη και στα ελληνικά (δημοσιευμένη στη συλλογή Το μάτι της εξουσίας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2008). Εκεί, του τίθεται η εξής ερώτηση:

Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα υπάρξει εκμετάλλευση αυτών των νέων ηδονών [που κατέκτησαν οι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο] με τον τρόπο που χρησιμοποιούν οι διαφημίσεις την ηδονή ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου;

Και η απάντηση του Φουκώ είναι η εξής.

Δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα υπάρξει ένα είδος εκμετάλλευσης και ότι όλα αυτά που δημιουργήθηκαν ή κατακτήθηκαν, όλο το έδαφος που έχει κατακτηθεί θα χρησιμοποιηθεί, κάποια στιγμή, μ’ αυτόν τον τρόπο. Έτσι συμβαίνουν τα πράγματα στη ζωή, στον αγώνα, στην ανθρώπινη ιστορία. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός αυτό συνιστά ένσταση εναντίον όλων αυτών των κινημάτων και των καταστάσεων (σ. 396· η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

Στο λόγο τής πέραν του ΣΥΡΙΖΑ αριστεράς, ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο, εξακολουθεί να υπάρχει πλήρης άρνηση και απόρριψη της διαπίστωσης ότι έτσι είναι τα πράγματα· η καταγραφή αυτή εκλαμβάνεται ως μοιρολατρία, ηττοπάθεια, και μάλιστα συχνά παραλληλίζεται με το θατσερικό ΤΙΝΑ (δεν υπήρχε άλλη λύση). Αυτό που μπορεί να μας διδάξουν τα κινήματα των γκέι όπως τα διαβάζει ο Φουκώ, είναι ότι, όταν μένουμε αταλάντευτα και ηρωικά στην ίδια θέση απέναντι στις δυνάμεις του αντιπάλου, αυτό δεν είναι απαραίτητα «ανδρεία», αλλά μπορεί να είναι αυτοκαταστροφή· και επίσης ότι, αν κάποτε διαπιστώσουμε πως ένας αντίπαλος χρησιμοποιεί τη δύναμή μας, αυτό δεν είναι  απαραίτητα «πουστιά», αναξιοπιστία, συνθηκολόγηση η οποία επιφέρει το τέλος του αγώνα, αλλά είναι ακριβώς μέρος του αγώνα, είναι ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής του. Η παραδοχή και η συμφιλίωση με το γεγονός αυτό, όσο ανυπόφορο και αν φαντάζει, είναι ακριβώς προϋπόθεση για να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε. Αντίθετα μάλιστα, η εμμονή στη λογική του συμβολαίου μεταξύ υποκειμένων και την καταγγελία της μη τήρησης των υπεσχημένων εκ μέρους του ενός εξ αυτών, αυτή είναι που οδηγεί συχνότερα στην παραίτηση, τη μοιρολατρία και την απραξία, που μας αποσπά από το παρόν παγώνοντας το χρόνο στην τραυματική στιγμή της απιστίας και στην αδύνατη νοσταλγία της επιστροφής σε μία πληρότητα που άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ.

[1] Είναι ενδεικτικό ότι, προ ετών, γνωστός πολυπράγμων αρθρογράφος με ιδιαίτερη απήχηση στον αντιεξουσιαστικό χώρο είχε αφιερώσει αρκετές σελίδες για να τεκμηριώσει το συμπέρασμα ότι ο Ζακ Ντερριντά είναι … σοσιαλδημοκράτης και άρα δεν αξίζει να ασχολούμαστε με αυτόν.

[2] Η «πλειονοτικότητα» αυτή νοείται με μία έννοια ντελεζική, δηλαδή μη στατιστική. Με τη στατιστική έννοια, είναι πολύ αμφίβολο εάν οι περισσότεροι μεσήλικες άνδρες σήμερα στην Ελλάδα θα ενδιαφέρονταν πραγματικά μόνο γι’ αυτά τα ζητήματα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s