στον Πειραιά, μ’ ένα ουφ…


Με διακόπτει την ώρα που κάνω κάτι δήθεν περισπούδαστες σκέψεις, ότι έχουμε καταναλώσει περισσότερο σινεμά για τις υπαρξιακές αγωνίες, διαστροφές, καύλες, αγωνίες των πλούσιων, όμορφων και υπερεπιτυχημένων ανθρώπων απ’ όσο μας αναλογεί. Δεν είναι λέξη αυτό που με διακόπτει, είναι ο ήχος κάποιου που ξεφυσά, κάποιου που βαρυγκωμά. Μοιάζει όμως με λέξη, ακούγεται σαν ένα πεντακάθαρο ουφπου σχηματίζεται απ’ την ανάσα και το ανακάτεμα των εσωτερικών ανέμων στα σωθικά του ανθρώπου που κάθεται ακριβώς πίσω μου και ξεφυλλίζει με υπερβολική ταχύτητα κόλλες Α4 σε ένα μπλε ντοσιέ. Η νεαρή δικηγόρος που ασκοφυσά ή μάλλον εκπνέει όλη την αγωνία του κόσμου, φτιάχνοντας ένα σαφές και θορυβώδες ουφ, τρέχει να προλάβει ποιος ξέρει τι, μια προθεσμία, το αφεντικό ή έναν πελάτη. Δεν μπορώ να δω τη φάτσα της και να πω όμορφη ή άσχημη ή το οτιδήποτε. Όλο το πρόσωπό της είναι ένα άγχος, μια υπερβολική ταραχή σε συνδυασμό με μια αδιανόητη προσπάθεια να βιαστεί, να βιαστούν όλα πάνω της. Τα δάχτυλα, τα μάτια, ο νους, το κομμάτι του μυαλού που διαβάζει και το κομμάτι που μυαλού που αναλύει και το κομμάτι του μυαλού που προετοιμάζει γι’ αυτά που ακολουθούν.

Τα διαδοχικά ουφ της στην αρχή μου φαίνονται περίεργα, στη συνέχεια λίγο αστεία, αλλά εντέλει, μέχρι να σηκωθώ απ’ τη θέση μου και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, έχουν αλλάξει όλη τη διάθεσή μου. Ξαφνικά έχω βαρύνει, σέρνεται ένας υπόγειος εκνευρισμός, σε λίγο οδηγώ κάπως νευρικά.

Ύστερα φτάνω στον Πειραιά και κάνω ακριβώς 34 λεπτά να παρκάρω. Μικροατυχίες (με πρόλαβε ο μπροστινός) και ανοησίες (η τύφλα που είδα δύο θέσεις αφού τις προσπέρασα) . Στο δρόμο για την επόμενη υπηρεσία, περπατώντας πλάι στη θάλασσα, ονειρεύομαι με τα μάτια ορθάνοιχτα μια μπόμπα, μια παραίτηση, μια ηρωική έξοδο, μια βουβή έξοδο και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν κρατάει περισσότερο από 3,4 δευτερόλεπτα, γιατί ο κόσμος μου έχει δεχθεί μια φοβερή εισβολή από αυτό το απεγνωσμένο ουφ της νεαρής δικηγόρου. Τίποτα δεν υπάρχει πια, μόνο αυτό το ουφπου δεν μπορώ να τινάξω με κανένα τρόπο από πάνω μου.

*

Καθώς βγαίνω από το διάδρομο, εμφανίζεται ξαφνικά ένας τύπος μπροστά μου. Μοιάζει να έχει βγει από το πλάι επαρχιακής εκκλησίας, ο άγνωστος άντρας που κάνει διάφορες μικροδουλειές και κανείς δεν ξέρει λεπτομέρειες γι’ αυτόν, μα όλοι υποψιάζονται – από κάποιον κρύβεται, από κάτι προσπαθεί να ξεμπλέξει. Το πρόσωπό του είναι κίτρινο, κερί χρησιμοποιημένο ξανά ξανά που αναβόσβησε για τις προσευχές του ενός και του άλλου, είναι και κάπως καμπουριαστός, το βάρος τόσων δίκαιων και άδικων αιτημάτων. Σπάνια βιβλία, μου λέει και δείχνει μια όντως παλιακή έκδοση, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ευγενία Γκραντέ. Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, προσθέτει, χαμηλόφωνα, έχω κόψει και τα ναρκωτικά. Δίπλα μας, ένας σίφουνας η προϊσταμένη δίνει τέλος σε όλα αυτά με ένα κοφτό δεν είναι η υπηρεσία γι’ αυτές τις δουλειές. Αυτός υπακούει αμέσως και αποχωρεί ανέκφραστος. Πάει να ψάξει ένα χώρο γι’ αυτές τις δουλειές, αν υπάρχει πουθενά δηλαδή χώρος γι’ αυτές τις δουλειές ή αν υπάρχει τέλος πάντων χώρος έστω γι’ αυτόν τον ίδιο.

foto: Xavier Miserachs

foto: Xavier Miserachs

Δύο κορίτσια 35 (περίπου) χρονών συζητάνε. Ανακαλύπτουν ότι είχαν μια κοινή φίλη στα χρόνια του γυμνασίου. Η φίλη πέθανε στα 23 της. Φαντάζομαι εκείνη την εποχή, πρέπει να ένιωσαν πως τις καθόρισε ένας τέτοιος θάνατος. Θα ‘θελα να μείνω λίγο εκεί δίπλα τους, να κρυφακούσω γιατί αναρωτιέμαι αν θυμούνται καμιά ιστορία, κάποιο συγκεκριμένο σκηνικό ή αίσθημα, αν έμεινε δηλαδή τίποτα πέρα απ’ τη θολή σιλουέτα του ανθρώπου που έφυγε και μια κάπως αόριστη θλίψη.

Τέτοιοι είμαστε, τη μια στιγμή πενθούμε, σα σελίδες που σημαδεύτηκαν από ανεξίτηλο μελάνι, το κλάμα μας είναι ναοί του Ποσειδώνα – κομμάτια του θα στέκουν εκεί στους αιώνες των αιώνων. Την άλλη στιγμή, είμαστε κανονικά χρυσόψαρα, ο θρήνος μας είναι μια φράση στην άμμο, εκεί που γλύφει η θάλασσα. Καλοκαίρι 2004 κι από κάτω Πάτμος κι ύστερα αν δεν έχεις και καμιά φωτογραφία, δεν θυμάσαι αν στ’ αλήθεια βρέθηκες ποτέ εκεί κι αν σε σέρβιρε μια Ελίνα, Λίνα ή Ελένη, την οποία πάντως τότε ερωτευτήκατε ομαδικώς και για πάντα.

*

Στην οδό Φιλελλήνων ένας άντρας αρκετά μεγάλος σε ηλικία σπρώχνει μια γυναίκα εξίσου μεγάλης ηλικίας, αλλά και πολλών κιλών σε καροτσάκι. Αυτός φοράει καπέλο ναυτικού και δερμάτινο μπουφάν. Σταματάνε μια περαστική  και ρωτάνε κάτι για μια εκκλησία, δεν μπορώ να ακούσω ποια. Η γυναίκα τους λέει ότι είναι μακριά, έχει ανηφόρες, είναι έτσι κι αλλιώς. Εν ολίγοις τους αποθαρρύνει. Άστο ρε Τάκη, λέει η γυναίκα στο καροτσάκι, δεν ακούς τι είπε η γυναίκα; Ο Τάκης δε μιλάει, κάνει ένα νεύμα στη γυναίκα με το χέρι σα να λέει εντάξει μη σε νοιάζει, αλλά δεν βγάζει λέξη. Σηκώνει λίγο τα μανίκια του δερμάτινου και σπρώχνοντας, τραβάει την ανηφόρα.


Από:https://tovytio.wordpress.com/2016/10/25/peiraeus-ouf/

One comment on “στον Πειραιά, μ’ ένα ουφ…

  1. Ο/Η alexandrosmilioridis λέει:

    εξαιρετικο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s