στον Πειραιά, μ’ ένα ουφ…


Με διακόπτει την ώρα που κάνω κάτι δήθεν περισπούδαστες σκέψεις, ότι έχουμε καταναλώσει περισσότερο σινεμά για τις υπαρξιακές αγωνίες, διαστροφές, καύλες, αγωνίες των πλούσιων, όμορφων και υπερεπιτυχημένων ανθρώπων απ’ όσο μας αναλογεί. Δεν είναι λέξη αυτό που με διακόπτει, είναι ο ήχος κάποιου που ξεφυσά, κάποιου που βαρυγκωμά. Μοιάζει όμως με λέξη, ακούγεται σαν ένα πεντακάθαρο ουφπου σχηματίζεται απ’ την ανάσα και το ανακάτεμα των εσωτερικών ανέμων στα σωθικά του ανθρώπου που κάθεται ακριβώς πίσω μου και ξεφυλλίζει με υπερβολική ταχύτητα κόλλες Α4 σε ένα μπλε ντοσιέ. Η νεαρή δικηγόρος που ασκοφυσά ή μάλλον εκπνέει όλη την αγωνία του κόσμου, φτιάχνοντας ένα σαφές και θορυβώδες ουφ, τρέχει να προλάβει ποιος ξέρει τι, μια προθεσμία, το αφεντικό ή έναν πελάτη. Δεν μπορώ να δω τη φάτσα της και να πω όμορφη ή άσχημη ή το οτιδήποτε. Όλο το πρόσωπό της είναι ένα άγχος, μια υπερβολική ταραχή σε συνδυασμό με μια αδιανόητη προσπάθεια να βιαστεί, να βιαστούν όλα πάνω της. Τα δάχτυλα, τα μάτια, ο νους, το κομμάτι του μυαλού που διαβάζει και το κομμάτι που μυαλού που αναλύει και το κομμάτι του μυαλού που προετοιμάζει γι’ αυτά που ακολουθούν.

Τα διαδοχικά ουφ της στην αρχή μου φαίνονται περίεργα, στη συνέχεια λίγο αστεία, αλλά εντέλει, μέχρι να σηκωθώ απ’ τη θέση μου και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, έχουν αλλάξει όλη τη διάθεσή μου. Ξαφνικά έχω βαρύνει, σέρνεται ένας υπόγειος εκνευρισμός, σε λίγο οδηγώ κάπως νευρικά.

Συνέχεια

Η μεγάλη μπάζα…


Αποτέλεσμα εικόνας για "γενική γραμματεία δημόσιων εσόδων",

Πριν λίγες ημέρες (Κυριακή 23/10) σχολιάζαμε το θαύμα της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας: αυξημένη πελατεία, μειωμένα έσοδα. Μειωμένα ΔΗΛΩΜΕΝΑ έσοδα.
Φαίνεται ότι αυτή η ανεξάρτητη αρχή που λέγεται «γενική γραμματεία δημόσιων εσόδων», μια «παράλληλη εφορία» που δεν ελέγχεται (ή δεν ελέγχεται σκληρά) ούτε απ’ την κυβέρνηση, ούτε απ’ τους εφοριακούς, ούτε απ’ τους πρώην συνδικαλιστές του κλάδου και νυν υπουργούς, εξελίσσεται σε εφιάλτη για το ελληνικό επιχειρείν.
Έψαξε το θέμα, μέσα από διασταυρώσεις στοιχείων από διάφορες μεριές. Και, φυσικά, βρήκε φίδια! Για παράδειγμα τουριστικά μαγαζιά με τζίρο 0 (μηδέν!) μέσα στη ντάλα σεζόν, ή ταπεινά έσοδα των 150 ευρώ το μήνα (αλλά πληρότητα σχεδόν 100%). Ένα πεντάστερο ξενοδοχείο «έβγαλε στην άκρη» 4 μύρια σε ένα μήνα· πολλές δεκάδες άλλα μαγαζιά κάτι κατοστάρες (χιλιάδες)… Και τα λοιπά και τα λοιπά.

Έχει το γούστο της αυτή η γγδε… Πότε θα την καταργήσουν τα πατριωτικά αφεντικά, σαν «ξενόφερτη και μνημονιακή», στα πλαίσια ενός γενναίου «εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα» με δραχμές και δεκάρες;


Από:http://www.sarajevomag.gr/index.html

O Mαρινάκης και η άχρηστη αριστερά…


του Άκη Γαβριηλίδη

Décevoir est un plaisir

GD

Αφότου έγινε γνωστό, πριν από κανένα δίμηνο, ότι ένας αριθμός συντακτών τού περιοδικού Unfollow επρόκειτο να συνεργαστούν με ένθετο στην εφημερίδα Παραπολιτικά, στον μικρόκοσμο του κυβερνοχώρου της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς και περιχώρων υπήρξε ένας πραγματικός καταιγισμός αναρτήσεων που εξέφραζαν απογοήτευση, επικρίσεις και καχυποψία. Οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι αντέτειναν μεταξύ άλλων στους επικριτές ότι δεν πρέπει να καταδικάζουν τίποτε εκ των προτέρων, αλλά να αναμένουν να δουν το αποτέλεσμα και στη βάση αυτού να κρίνουν.

Τώρα που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού, μπορούμε καταρχάς να διαπιστώσουμε ότι η υπόδειξη αυτή δεν ακολουθήθηκε: η κυκλοφορία αυτή φαίνεται να αντιμετωπίστηκε με γενική αδιαφορία. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω δει ούτε ένα άρθρο, σημείωμα, σχόλιο, το οποίο να κρίνει το εγχείρημα με βάση τα περιεχόμενα του τεύχους, είτε θετικά είτε αρνητικά.

Η προδοσία και η πίστη

Αυτό μας οδηγεί σε μια πρώτη διαπίστωση: ότι, πολύ συχνά, στο χώρο αυτό η πολιτική συζήτηση γίνεται αποκλειστικά με όρους συνέπειας, σχεδόν με όρους προσωπικής πίστης/ προδοσίας. Σημαντικότερο κριτήριο θεωρείται όχι το τι λέει ή γράφει κάποιος, όσο στο πού το γράφει. Και αυτό στο μέτρο που μπορεί να μας δώσει μια απάντηση στο ερώτημα: είναι άραγε ένας από μας, ή μήπως είναι με τους άλλους;

Και τα δύο σκέλη του ερωτήματος γνωρίζουν διάφορες παραλλαγές το καθένα, όπως: αξίζει άραγε να γίνει/ να θεωρείται [πλέον] ένας από μας; Μήπως σύντομα πρόκειται να αποσκιρτήσει στο αντίπαλο στρατόπεδο; Μήπως έχει ήδη αποσκιρτήσει χωρίς να το καταλάβουμε, ή χωρίς να το καταλάβει και ο ίδιος;

Αυτό, με τη σειρά του, μας δείχνει ότι η πολιτική συζήτηση και αντιπαράθεση γίνεται συχνά αντιληπτή όχι ως μια ανταλλαγή επιχειρημάτων και διατύπωση αφηρημένων θέσεων (περί της αλήθειας, του πρακτέου κ.τ.τ.) που λαμβάνει χώρα στην ανώνυμη σφαίρα της δημοσιότητας, αλλά ως μια προσωπική δήλωση ένταξης σε μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων. Η παραγωγή ενός λόγου κρίνεται σημαντική όχι τόσο επειδή μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα και να επηρεάσουμε την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά επειδή μπορεί να ερμηνευθεί ως εχέγγυο εμπιστοσύνης του ομιλούντος: μας πείθει ότι αυτός είναι έμ-πιστος σε μία αρχή εσωτερική προς την ομάδα, σχεδόν συνωμοτική, και άρα μπορούμε να βασιστούμε πάνω του και να τον εμπιστευθούμε με τη σειρά μας.

Η πολιτική αρθρογραφία έτσι συνήθως νοείται ως υποστήριξη ενός κόμματος, μίας παράταξης, μίας πρακτικής επιλογής, και η κακολόγηση των αντιθέτων, ενίοτε διανθισμένη με κάποιες θεωρητικές αναφορές. Οι οποίες όμως και αυτές χρησιμεύουν για σκοπούς όχι αποδεικτικούς, αλλά συνήθως διαφημιστικούς: γίνονται απλώς για να προσδώσουν περισσότερο κύρος στον γράφοντα και στα λεγόμενά του. Άλλωστε, τις περισσότερες φορές οι όποιοι θεωρητικοί ή στοχαστές αξιολογούνται με τη σειρά τους και κατατάσσονται με βάση το ίδιο κριτήριο: εάν είναι «δικοί μας» ή «των άλλων»[1].

Συνέχεια

Τα hot spots των εθνικών οδών…


Αποτέλεσμα εικόνας για χοτ σποτ

Καλοκαίρι ήταν και έφυγε. Η ιστορική εξαίρεση του καλοκαιριού του 2015, όπου τα κράτη της ΕΕ με προεξάρχουσα τη Γερμανία άνοιξαν τα σύνορά τους για τους ξεριζωμένους των failed state της Μ. Ανατολής και της Β. Αφρικής, κάποια στιγμή θα τελείωνε. Το ήξεραν οι μετανάστες που βιάζονταν να φύγουν, το ήξεραν οι αστυνομίες που βαρυγκομούσαν από την υποχρέωση να μην δέρνουν, το ήξεραν τα υπουργεία εσωτερικών, το ήξεραν τα ΜΜΕ, και το πρόβλεπαν λίγες διάσπαρτες ομάδες αλληλεγγύης στην Ελλάδα.
Οι κάτοικοι και τηλεθεατές της Ελλάδας, ως συνήθως, αυταπατούνταν βλέποντας σχεδόν όλα τα σύνορα από την Ελλάδα μέχρι τη Γερμανία και τη Σκανδιναβία ορθάνοιχτα. Σχεδόν όλα, εκτός από τα ελληνοτουρκικά. Ήθελαν να πιστεύουν ότι αυτό θα κρατούσε για πάντα.

Το πρώτο μερικό κλείσιμο των συνόρων και η επιστροφή στην Ευρώπη-φρούριο, ξεκίνησε το Νοέμβρη, όταν καθιερώθηκε ο όρος SIA ως προϋπόθεση για να βγει κάποιος από την Ελλάδα. Συρία, Ιράκ, Αφγανιστάν, ήταν οι εθνικότητες που περνούσαν τα σύνορα ενώ οι υπόλοιπες άρχισαν να βολοδέρνουν στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και στα σύνορα, μήπως και βρουν διακινητές για να αποδράσουν από το συνοριακό φυλάκιο Ελλάδα. Ταυτόχρονα άρχισαν να φυλακίζονται οι μετανάστες από τη Β. Αφρική.
Το σαββατοκύριακο 20-21/2, ξεκίνησε η άρνηση του καθεστώτος πρόσφυγα και στους Αφγανούς. Το SIA έμεινε SI με προοπτική να φύγουν και τα εναπομείναντα γράμματα. Αυτό σήμαινε ότι οι αφγανοί που προωθούνταν στα σύνορα, δεν είχαν καμιά ελπίδα να περάσουν κι ότι θα είχαν τη μοίρα των αφρικανών και ασιατών μεταναστών. Κι επίσης ότι τα σύνορα θα γέμιζαν με μετανάστες που θα μάθαιναν ότι «τελευταία στάση, ειδομένη».

Συνέχεια

Ιδιωτική τηλεόραση: 27 χρόνια φαγούρα (11)…


Παρ’ ότι θα μπορούσαμε να πούμε πολύ περισσότερα, εκτιμώ πως όσα σημειώσαμε ως εδώ αρκούν για να σχηματίσουμε ακριβή άποψη (έστω και σε αδρές γραμμές) περί των όσων διαδραματίστηκαν τόσο στο προσκήνιο όσο και στο παρασκήνιο κατά την πρώτη, την αναλογική περίοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης στον τόπο μας. Ώρα, λοιπόν, να μεταβούμε κι εμείς στην δεύτερη περίοδο, στην ψηφιακή εποχή που λένε.

Οι παλιότεροι θα θυμούνται σίγουρα την κατάσταση που επικρατούσε στο ραδιόφωνο μέχρι τις αρχές τής δεκαετίας του ’80. Οι κρατικοί ραδιοσταθμοί εξέπεμπαν στα μεσαία και ανάμεσά τους ξεπετιόντουσαν λογής-λογής παράνομοι ερασιτέχνες που γέμιζαν την μπάντα (πέφτοντας συχνά ο ένας πάνω στον άλλο) κυρίως με τραγούδια-σκουπίδια (διανθισμένα με πάρλα της κακιάς ώρας και μηνύματα τύπου «ο Λάκης αφιερώνει στην Τέτα με αγάπη», «Κούλα, πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος» κλπ) ή διαφημίσεις κλειδαράδων και εκκενώσεων βόθρων. Οι ελάχιστοι σοβαροί και «ψαγμένοι» ραδιοερασιτέχνες προτιμούσαν τα FM, όπου απλώς έκαναν το χόμπυ τους μιας και μόνο «ψαγμένοι» ακροατές επέλεγαν FM στο ραδιόφωνό τους (*). Τα πράγματα άλλαξαν όταν η ιδιωτική ραδιοφωνία νομιμοποιήθηκε, άρχισαν να μπαίνουν κανόνες λειτουργίας και τα FM καταλήφθηκαν σιγά-σιγά από επαγγελματίες.

Κάτι παρόμοιο υποτίθεται πως θα συνέβαινε και με την τηλεόραση επί ψηφιακής εποχής, δηλαδή θα έμπαινε τάξη στο άναρχο τοπίο. Η αναλογική εκπομπή επέτρεπε στον καθένα να στήνει έναν πομπό και να βγάζει στον αέρα ό,τι ήθελε. Για να εκπέμπεις ψηφιακά, όμως, πρέπει όχι απλώς να υπακούς σε κάποιους κανόνες αλλά και να πληρώνεις κάποιον για να σου το επιτρέψει. Άρα, στην ψηφιακή τηλεόραση δεν υπάρχει χώρος για ερασιτεχνισμούς ή για αρπαχτές.

Συνέχεια

Sub-minimum…


Αποτέλεσμα εικόνας για κατώτατος μισθός

Αν νομίζατε ότι ο κατώτατος μισθός είναι ο «κατώτατος» ξεχάστε το. Υπάρχει (είναι γνωστό αυτό, μας έλειπε η ορολογία του) ο υπο-κατώτατος. Είναι τα λεφτά που πληρώνονται… αυτοί κι αυτές που θεωρούνται υπ-άνθρωποι, χωρίς να τους το πετάει κανείς στα μούτρα, για να μην στραβώσουν: συνήθως οι νέοι / νέες σε ηλικία μισθωτοί / ες.
Σύμφωνα με τον αμερικανικό νόμο για τα «δίκαια εργασιακά στάνταρς» (fair labor standards act) υπο-κατώτατος μισθός μπορεί να πληρώνεται σε:
– φοιτητές που είναι μαθητευόμενοι·
– φοιτητές πλήρους απασχόλησης που δουλεύουν σε επιχειρήσεις εμπορίου ή υπηρεσιών, ή σε δουλειές μέσα στα πανεπιστήμια·
– άτομα που έχουν δυσκολίες, είτε σωματικές είτε ψυχολογικές, των οποίων η παραγωγική ικανότητα θεωρείται μειωμένη.
Στις ηπα ο νόμος επιτρέπει στους εργοδότες να πληρώνουν αυτόν τον υπο-κατώτατο (από 4,25 δολάρια την ώρα και πάνω όταν ο κατώτατος είναι επίσημα 7,25) στις δύο πρώτες κατηγορίες μόνο για τις πρώτες 90 ημέρες εργασίας τους. Στην ελλάδα, που είναι πιο προχωρημένη, οι εργοδότες μπορούν να πληρώνουν αυτόν τον sub-minimum μισθό μέχρι να συμπληρώσει ο εργαζόμενος το 25 έτος της ηλικίας του. (Όταν πλησιάζει τον διώχνουν και ξανά προσλαμβάνουν «φρέσκο κρέας»).
Η επίσημη δικαιολογία της υπο-πληρωμής είναι ότι (οι νέοι) «δεν ξέρουν». Λες και υπήρχαν ποτέ δουλειές για πρωτάρηδες ή και όχι τόσο πρωτάρηδες που τις ήξεραν απ’ την κούνια. Η πραγματική αιτία είναι γνωστή. Μια ακόμα μορφή άγριας υποτίμησης της εργασίας. (Άντε πέστο. Να σε κοιτάνε σαν αρειανό…)
Αυτός / αυτή που sub-πληρώνεται (αλλά δουλεύει μια χαρά) έχει μήπως sub-πόδια, sub-στομάχι, sub-ανάγκες και sub-επιθυμίες; Όχι. Τα αφεντικά βασίζονται στο ότι έχει sub-θέληση για κόντρα, sub-μίσος απέναντί τους. Και εδώ που τα λέμε, αν η σύγχρονη εργατική νεολαία δεν βάλει τους εργοδότες της «στη γαλότσα», τέτοια και χειρότερα θα συμβαίνουν.
Όσο για τους μεγαλύτερους, που δεν είναι sub- ηλικιακά αλλά πληρώνονται με σκατά λεφτά; Τι να πούμε; Τι;


Από:http://www.sarajevomag.gr/index.html

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗ…


mauragoritis-3

Στην Αμερική τρέχουν να κρυφτούν από την επέλαση του τυφώνα και στην Ελλάδα δεν μπορούμε να κρυφτούμε πουθενά, από την επέλαση των αρπακτικών κάθε είδους. Συμβαίνει να είμαι από τους ελάχιστους – μετά συγχωρήσεως – που δεν έχω κανενός είδους ιδιοκτησία, ούτε ακίνητο, ούτε χωραφάκι, ούτε καν ένα αυτοκίνητο. Είμαι ένας εντελώς άγευστος μεζές για τους μαυραγορίτες. Ακόμα και στη Τράπεζα να χρωστάω δεν μου δίνει κανείς σημασία γιατί δεν υπάρχει φαΐ για άρπαγμα τίποτα.

Παρακολουθώ λοιπόν γύρω μου προσεκτικά την αρπαγή των περιουσιών που μεθοδευμένα, πολύ προσεκτικά, ετοιμάζεται.. Τα πρώτα δείγματα είναι ήδη γύρω μας. Αναρωτηθήκατε τι συμβαίνει με όλα αυτά τα «ενοικιάζεται» «πωλείται» που βλέπετε γύρω σας, και τις περισσότερες φορές το χαρτί έχει χάσει το χρώμα του από το καιρό. Ποιος αγοράζει τελικά όλα αυτά τα «πωλείται» Ποιος αγοράζει τα μαγαζιά με λουκέτο. Ποιος αγοράζει στις δημοπρασίες για κατασχέσεις;

Στη πατρίδα μας συμβαίνει η απόλυτη ξεφτίλα. Οι άνθρωποι που έκλεψαν με χιλιάδες τρόπους το κράτος και τους συμπολίτες τους κι έκαναν κομποδέματα εκατομμυρίων στη πλάτη τους, όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, όχι μόνο δεν τους κατασχέθηκαν τα κλεμμένα και να τους βάλουν σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι να σαπίσουν για το υπόλοιπο της ζωής τους, αλλά είναι εκείνοι που τώρα κάνουν μπίζνες. Μεγάλες δουλειές Με άνεση. Ότι γουστάρουν. Στα τρία σπίτια κι ένα δώρο από το μεσίτη. Οι μαυραγορίτες βουτάνε ότι βρουν. Σπίτια, πράγματα αξίας, βέρες, δόντια… ίσως σε λίγο καιρό και νεφρά, πνευμόνια και συκώτια… Ισως σε ακόμα χειρότερους καιρούς και νεογέννητα….

Συνέχεια