Μ(ν) – Μνημόνια εις την νιοστή…


Μ(ν) – Μνημόνια εις την νιοστή

του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μνημόνια συνιστούν ένα βαθύ τραύμα στη νεοελληνική συλλογικότητα. Ένα τραύμα, μάλιστα, το οποίο μετέβαλλε δραστικά την όποια πορεία της. Αλλά όταν το τραύμα κατορθώνει να επηρεάσει μια αναπτυξιακή – εξελικτική διαδικασία, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, η φαντασία και τα συναισθήματα είναι συνήθως πιο καθοριστικοί παράγοντες απ’ ό,τι η σκέψη ή η λογική. Και αυτό γιατί έτσι έχει αναπτυχθεί το ανθρώπινο σώμα, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει το τραύμα. Με την παρουσία μιας πιθανής απειλής, το σώμα (συμπεριλαμβανομένου και του εγκεφάλου) οργανώνεται ενστικτωδώς για την επιβίωση. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα και στο κοινωνικό σώμα.

Ο αγώνας, η φυγή, η αποφυγή, το μούδιασμα, η υποταγή, ακόμη και η προσκόλληση στο «ΣΥΡΙΖέικο κράτος – τροφό», είναι μερικές από τις ενστικτώδεις απαντήσεις του κοινωνικού σώματος απέναντι στο μνημονιακό τραύμα. Το να σκέφτεται κανείς μια απειλή, ενόσω αυτή συμβαίνει, μπορεί να επιβραδύνει τη λειτουργία των όποιων μηχανισμών επιβίωσης. Και έτσι η ενέργεια εκτρέπεται από τους μετωπιαίους λοβούς-το μέρος του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τις υψηλότερου επιπέδου γνωστικές λειτουργίες (συμπεριλαμβανομένης και της συνεκτικής αφήγησης των γεγονότων). Γι’ αυτό άλλωστε, για πολλούς, η «μνημονιακή τους αφήγηση», η ερμηνεία του τραύματος, μοιάζει να μην έχει συνοχή και να στερείται ακόμη και μιας στοιχειώδους λογικής αλληλουχίας.

Το έλλειμμα, επίσης, της κοινωνικής συνεκτικότητας, εδράζεται ακριβώς εκεί. Η αφηγηματική ισχύς της Χ.Α., του Λεβέντη, του Αδώνιδος, του Σταύρου αλλά και της κυβερνώσας «Αριστεράς» πηγάζει ακριβώς απ’ αυτήν την εκτροπή της γνωστικής λειτουργίας. Όπως και στις ΗΠΑ η διάχυτη οσμή της Τραμπίλας διαχέεται στο αμερικανικό κοινωνικό σώμα μέσα από την ίδια λογική εκτροπή, εξαιτίας του αμερικανικού τραύματος. Όταν το «τμήμα σκέψης» του εγκεφάλου είναι κλειστό, δεν υπάρχει τρόπος να ενσωματωθούν οι επώδυνες πληροφορίες που μεταφέρουν τα αισθητήρια όργανα σε μια συνεκτική και πλήρη νοήματος αφήγηση για το Τραύμα. Αντί γι’ αυτό, όπως ακριβώς στον επιζήσαντα ενός ναυαγίου, οι συναισθηματικές αντιδράσεις στοχεύουν στην αποκοπή από την αισθητηριακή μνήμη, την ενδομυϊκή μνήμη, τις αντιλήψεις και τις σκέψεις που έχουν καταχωρηθεί τη στιγμή του τραυματικού γεγονότος. Έτσι, κάθε επιβίωση έχει και ένα αντίτιμο: την κατακερματισμένη μνήμη που σε συνδυασμό με την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης αφήγησης, στοιχειώνει πολλούς που επέζησαν από ένα τραυματικό γεγονός για αρκετό καιρό μετά. Πόσο μάλλον όταν το ίδιο τραυματικό γεγονός έρχεται και επανέρχεται ως Μνημόνιο εις την ν, Μν , σαρκάζοντας ακόμη έναν διανοούμενο της γενιάς του Π.

Αργότερα, όταν στους επιζήσαντες του τραύματος ενεργοποιείται μια τραυματική υπενθύμιση ή ακόμη χειρότερα αν αυτή η υπενθύμιση είναι διαρκής μέσα από τους μηχανισμούς του συστήματος, εισβάλλει ξανά η εμπειρία της μη σκέψης -ή για την ακρίβεια η έλλειψη της σκόπιμης και στοχαστικής συνειδητοποίησης- όπου οι φαντασιωσικοί τρόποι σκέψης είναι πιο εμφανείς. Η στάση πολλών απέναντι στο μεταναστευτικό, για παράδειγμα, αποδεικνύουν αυτόν τον φαντασιωσικό τρόπο της μη σκέψης. Ο Ξένος αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση του μνημονιακού τραύματος, που οδηγεί σε μια ελλειμματική συνειδητοποίηση της πραγματικότητας. Η κάθε μνημονιακή υπενθύμιση είναι ένας μάρτυρας ενοχλητικών εικόνων, ματαιωμένων φαντασιώσεων, αναδρομών στο παρελθόν και εφιαλτών.

Παρ’ ότι οι φαντασιωσικές καταστάσεις συμπληρώνουν και αντισταθμίζουν τις σκέψεις και τη συνειδητή επίγνωση, αν και όταν κατορθώνουν να μετασχηματιστούν, μπορούν να αποτελέσουν μια γέφυρα για την μετα-τραυματική περίοδο, περιλαμβάνοντας νέους τρόπους κατανόησης του τραύματος, αν όχι ένα νέο νόημα για τη ζωή και το θάνατο. Σε κάθε περίπτωση, η μετατραυματική εξέλιξη, η μεταμνημονιακή πραγματικότητα, δεν μπορεί να επέλθει χωρίς τη θλίψη για ό,τι χάθηκε, συμπεριλαμβανομένης της αίσθησης ασφάλειας και της κοσμοαντίληψης που κυριαρχούσε πριν από το τραύμα. Κατά συνέπεια, κάθε ενέργεια που συντηρεί μια ψευδαίσθηση ασφάλειας ή που επιχειρεί να αναπαράγει το μεταπολιτευτικό ναρκισσιστικό κοσμοείδωλο (επιχειρεί, γιατί τώρα δεν έχει και τα «φράγκα» για να το υλοποιήσει, παρά μόνο για λίγους εκλεκτούς) μπλοκάρει, στην πραγματικότητα, τη διαδικασία μετασχηματισμού, κόβοντας τις γέφυρες με την μεταμνημονιακή εποχή. Η χαρά του ξένου αποικιοκράτη και του ντόπιου κομπραδόρου που ελπίζει ότι θα βρει και πάλι την άκρη του.

Η κίνηση μεταξύ της λεγόμενης ορθολογικής σκέψης και της φαντασίωσης συμβαίνει ανεπίγνωστα και αυτόματα. Κάποιοι ερευνητές εκτιμούν ότι η στροφή προς τη φαντασίωση συμβαίνει ακόμη και καθώς ανοιγοκλείνουμε τα μάτια μας. Και είναι αδύνατον να μείνουμε σταθεροί σε έναν από τους δυο τρόπους (φαντασιωστικός ή ορθολογικός τρόπος συνειδητοποίησης) χωρίς τελικά να επιστρέφουμε στον άλλο.

Ο Καρλ Γιουγκ επικεντρώθηκε στην αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των δυο διακριτών αλλά αλληλένδετων τρόπων πρόσβασης στη «γνώση» και στην «αλήθεια», τους οποίους αναφέρει ως «άμεση» και «έμμεση» σκέψη, συσχετίζοντάς τους με το συνειδητό και το μη συνειδητό. Χαρακτηριστικά, ο Καρλ Γιουγκ σημειώνει: «Διαθέτουμε δύο είδη σκέψης: την άμεση σκέψη και την ονειρική ή φαντασιωσική σκέψη. Η μία παράγει καινοτομίες και προσαρμογές, αντίγραφα της πραγματικότητας, και προσπαθεί να επιληφθεί του θέματος και η άλλη μας στρέφει μακριά από την πραγματικότητα, απελευθερώνει τις υποκειμενικές τάσεις, και όσον αφορά την προσαρμογή είναι αντιπαραγωγική» (1956, σελ.17-18).

Όσο όμως και αν ο φαντασιωσικός τρόπος σκέψης είναι αντιπαραγωγικός, ωστόσο, είναι ένα κεντρικό και απαραίτητο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο φαντασιωσικός τρόπος σκέψης, είναι μια ευκαιρία της ψυχής να αποσυρθεί από τον έξω κόσμο, χωρίς να γίνει κανείς ερημίτης. Μια συμβολικά καθοδηγούμενη στιγμή που μπορεί να είναι καταπραϋντική, όπου όμως έχουμε να αντιμετωπίσουμε ανέκφραστους φόβους και επιθυμίες και να βρούμε δημιουργικούς τρόπους για να υπάρξουμε σε διαφορετικά περιβάλλοντα.

Το μεγάλο πρόβλημα, και σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, δημιουργείται όταν αυτοί οι δύο τρόποι επίγνωσης αρχίζουν να λειτουργούν σαν δυο εντελώς διακριτές περιοχές, αποτυγχάνοντας έτσι να παράγουμε ευκαιρίες ουσιαστικής μεταμόρφωσης, καταδικασμένοι εν τέλει στη στασιμότητα. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί όταν ένα άτομο ή μια συλλογικότητα, ακολουθώντας τις εμπειρίες ή τις συνθήκες του τραυματικού γεγονότος, συγκλονίζεται από το φαντασιωσικό τους περιεχόμενο, όπως π.χ. οι αναδρομές στο τραυματικό παρελθόν, και έτσι προσπαθεί να αποφύγει την εμπλοκή με τον φαντασιωστικό τρόπο σκέψης. Έτσι, μπορούμε ακόμη και να σταματήσουμε να «φανταζόμαστε» αν η φαντασία μας είναι πλημμυρισμένη από τα μνημονιακά τραύματα. Γιατί αυτό συμβαίνει αν δεν μπορείς, για παράδειγμα, να φανταστείς κάτι καλύτερο από τον Κούλη. Εναλλακτικά, οι φαντασιώσεις μπορούν να γίνουν ένα μέσο διαφυγής και ο φαντασιωσικός τρόπος σκέψης περισσότερο να καταπραΰνει παρά να οδηγεί στην ανάπτυξη και σε μια νέα νοηματοδότηση. Μπορεί κανείς να φαντάζεται έναν σπουδαίο έρωτα, ένα διορισμό κάπου «παρά τω», μια «πρώτη φορά Αριστερά» ή μερικές κυβερνητικές δράσεις με αριστερό-προοδευτικό πρόσημο, ίσα-ίσα για να ανακουφίσει το επώδυνο μνημονιακό τραύμα του. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι και οι δυο αυτές καταστάσεις μπορεί να είναι απαραίτητες για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα μετά το τραυματικό γεγονός και σαν μέρος της διαδικασίας «ανάρρωσης». Γιατί όταν η διαδικασία παρατείνεται, μέσω της φαντασιωσικής απόδρασης ή μουδιάζοντας μπροστά στο περιεχόμενο της φαντασίας ή, ακόμη χειρότερα, μέσω της εις την (ν) παράτασης – επανάληψης του ίδιου του τραύματος, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο «τραυματισμένος» κολλάει στις συνήθεις αντιδράσεις του μετατραυματικού άγχους και η ανθεκτικότητα, που είναι απαραίτητη για την ουσιαστική – νοηματοδοτική αλλαγή, εξανεμίζεται.

Τι χρειάζεται λοιπόν; Να επανεφεύρουμε τη χαμένη σύνδεση, ανάμεσα στη Λογική και τη Φαντασία μας, αρνούμενοι την κυριαρχία είτε ενός αυτονομημένου εργαλειακού ορθολογισμού που μας οδηγεί στον νεοφιλελευθερισμό είτε της νηπιώδους φαντασίας μας που μας κάνει νεανίζον εξάρτημα της παγκοσμιοποίησης.

Όπως, περίπου, νομίζω το όρισε ο Αντόνιο Γκράμσι: «Με τα πόδια στη γη, να αγγίξουμε τον ουρανό». Ζόρικα πράγματα.

____________________________________________________________

Aπό:http://www.e-dromos.gr/m-eis-thn-n/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s