Ο “τρίτος τομέας”: η κοινωνική αλληλεγγύη σαν κεφάλαιο…


mko

Ο “τρίτος τομέας”: η κοινωνική αλληλεγγύη σαν κεφάλαιο

Η οικονομική δυσπραγία (για να το πούμε κάπως τεχνικά) που έχει προκαλέσει η διαχείριση της κρίσης έχει προκαλέσει την εμφάνιση μιας σειράς πρωτοβουλιών και δράσεων κοινωνικής αλληλλεγύης με διάφορες μορφές. Από “συντροφικές κουζίνες” και “αλληλοχαριστικά παζάρια” μέχρι “ανταλλαγές χρόνου εργασίας”. Έχουμε σχολιάσει πρόσφατα ότι όποια κι αν είναι η πρακτική σημασία τέτοιων πρωτοβουλιών (δεν είναι πάντα εύκολο να μιλάει κανείς με μέσους όρους) η ιδεολογική και πολιτική τους επένδυση είναι μια διαφορετική – και επικίνδυνη – ιστορία. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για πρωτοβουλίες επιμελητειακού χαρακτήρα.

Συνεπώς, το να προβάλλονται σα δράσεις “πρώτης γραμμής” (στον όποιο ανταγωνισμό – κι εδώ, επίσης, υπάρχουν πολλές και διάφορες παραμορφώσεις), είναι λάθος. Ούτε μπορούν ούτε και θα έπρεπε τέτοιες πρωτοβουλίες να υποκαταστήσουν την “κυρίως αναμέτρηση” σε ότι αφορά την παραγωγή του κοινωνικού πλούτου, ανάμεσα στους πραγματικούς δημιουργούς του και σ’ εκείνους που τον λιμαίνονται. Ούτε θα ήταν δυνατόν να “ανατραπεί ο καπιταλισμός” μέσα από νησίδες μη αγοραίων δράσεων – αυτή ήταν η αυταπάτη του εναλλακτισμού την εποχή που ήταν στις δόξες του. Αλλά η ανάστασή της βρωμάει πτωμαΐνη.

Μιας και στα μέρη μας, εδώ και πολλά χρόνια, οι περισσότεροι είναι τσακωμένοι και με την θεωρία και με την ιστορία, αυτές οι πρωτοβουλίες και δράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης θεωρούνται πρωτοφανείς – πέρα από αυτονόητες. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το σημαντικότερο κατά την γνώμη μας βρίσκεται στο ότι είναι ενταγμένες, σ’ ότι αφορά το γενικό τους πνεύμα και την λειτουργικότητά τους, στη “λογική” των αφεντικών ήδη απ’ την δεκαετία του 1970· αν όχι νωρίτερα. Πρόκειται για τον τρίτο τομέα όπως ονομάστηκε γενικά, δηλαδή για την ανάπτυξη ενός μεγάλου κύκλου παροχής υπηρεσιών (και, κάποτε, προϊόντων) που δεν ανήκει (αυτός ο κύκλος) ούτε στον τομέα της επιχειρηματικής δράσης για κερδοφορία, ούτε στον τομέα των κρατικά παρεχόμενων δημόσιων υπηρεσιών.

Αυτός ο τρίτος τομέας έχει απασχολήσει ειδικούς των αφεντικών (από κοινωνιολόγους έως εργατολόγους) ήδη από τότε, τα ‘70s· εντονότερα όμως στα ‘80s και ειδικά στα ‘90s, όταν και έγινε βασικό μέρος της ατζέντας της τότε ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που γυρνούσε επίσημα προς τον νεοφιλελευθερισμό (“τρίτος δρόμος”: Μπλερ, Σρέντερ), σαν ο πόλος της κοινωνικής οικονομίας που θα κάλυπτε το κενό ανάμεσα στο επιχειρείν και το “νοικοκυρεμένο” (δηλαδή “πιο οικονομικό”) κράτος. Στον τρίτο τομέα περιλαμβάνονται οι φιλανθρωπικές οργανώσεις, οι μ.κ.ο., και κάθε άλλη μορφή δημόσιας συλλογικής αυτοθέσμισης και δράσης που συμβάλλει την κάλυψη (κοινωνικών) αναγκών.

Για πολλές δεκαετίες πριν την ανακάλυψη ή την επανασημασιοδότηση τέτοιου είδους πρωτοβουλιών “απ’ τα κάτω”, ήδη από τον 19ο αιώνα, τέτοιες υπήρχαν, και κάποτε με αξιοσημείωτο έργο, προερχόμενες κυρίως από δύο μεριές – μιλάμε, βασικά, για την ευρώπη. Είτε απ’ την φιλανθρωπία της εκκλησίας, είτε απ’ την ευαισθησία μελών της αστικής τάξης. Η γαλλική επανάσταση και, κυρίως, οι ιδέες που έσπειρε στην ευρώπη για την φιγούρα του πολίτη (και τις ευθύνες του) έπαιξαν οπωσδήποτε ρόλο. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, κάπου (ενδεικτικά):

Απ’ την στιγμή που η δημοκρατία άρχισε να ριζώνει στην Ευρώπη, άρχισαν να αναδύονται οι ενώσεις προσώπων με την μοντέρνα έννοια. Τέτοιες συνομαδώσεις γίνονταν αντιληπτές σαν έκφραση της ιδιότητας του πολίτη, και είναι βασικά κοινωνικοπολιτικές.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο του 19ου αιώνα, το μοντέλο των φιλανθρωπικών οργανώσεων είτε άμεσα συνδεδεμένο με την συζήτηση σε σχέση με την ιδιότητα του πολίτη· η φιλανθρωπία είναι κοινωνική βάση, σαν κρίσιμο συστατικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας που επέτρεπε την ρύθμισή της μέσω της καθιέρωσης ηθικών στόχων και αλτρουϊστικής εθελοντικής δράσης. Ο στόχος της κυβέρνησης στη Βικτωριανή Αγγλία ήταν “να παράσχει ένα πλαίσιο κανόνων και προσανατολισμών έτσι ώστε η κοινωνία να μπορεί να ρυθμίζει τα προβλήματά της μόνη της σε μεγάλο βαθμό”. Κατά συνέπεια, αυτές οι οργανώσεις και οι φιλανθρωπικές τους δραστηριότητες δεν χρηματοδοτούνταν από την κυβέρνηση αλλά είχαν υψηλό βαθμό οικονομικής ανεξαρτησίας· την ίδια στιγμή πάντως διαμόρφωναν ισχυρούς δεσμούς με τις αρχές που είχαν την ευθύνη της νομοθεσίας σχετικά με την φτώχια. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος των παροχών χρηματοδοτούνταν σε τοπική κλίμακα, με περιορισμένη εμπλοκή της κυβέρνησης.

Στη Γαλλία, απ’ την άλλη μεριά, αν και ένα μέρος τέτοιου είδους οργανώσεων προέκυψε απ’ την φιλανθρωπική επιθυμία για κοινωνική ειρήνη, υπήρχε η ισχυρή επίδραση της φιλοσοφίας της δημοκρατικής κοσμικότητας, που αντανακλούνταν σε μια εκτεταμένη έκκληση για την επίδειξη πολυδιάστατης αλληλεγγύης. Μετά την Επανάσταση, το στοιχείο της αλληλεγγύης οδήγησε την χώρα πέρα απ’ την διχοτομία μεταξύ φιλελευθερισμού και κρατισμού. Τον 19ο αιώνα αναπτύχθηκαν στη Γαλλία δύο δημοφιλείς θεωρίες για την αλληλεγγύη: η αλληλεγγύη σαν δημοκρατικός εθελοντικός κοινωνικός δεσμός όπως πρότεινε ο Leroux, και η αλληλεγγύη σαν χρέος προς την κοινωνία, όπως πρότειναν οι θεωρητικοί της αλληλεγγύης. Ο Leroux πίστευε στην αξία των δικτύων αλληλεγγύης που βασίζονταν στη δουλειά διάφορων οργανώσεων και στον Τύπο, σαν μέσου που θα κρατούσε ζωντανή την ιδέα και την αξία της δημοκρατίας. Η γενική ιδέα της αλληλεγγύης, όπως υποστηρίχτηκε από πολιτικούς, νομικούς και κοινωνιολόγους όπως οι Bougle, Bourgeois, Duguit και Durkheim, πήρε άλλο νόημα προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Πηγαίνοντας πιο πέρα απ’ την θεωρία του Leroux περί συλλογικής εμπλοκής στις ανθρώπινες δραστηριότητες, η καινούργια προσέγγιση περί αλληλεγγύης μιλούσε για το χρέος που έχει η κάθε γενιά στην επόμενη, ένα χρέος που θα έπρεπε να πάρει την μορφή ενός συμβολαίου. Αυτή η άποψη περί αλληλεγγύης θεμελείωσε φιλοσοφικά την κοινωνική νομοθεσία, και συνέβαλε στη διαμόρφωση των πρώτων θεσμών κοινωνικής ασφάλισης του 20ου αιώνα.

Συν τω χρόνω τέτοιες πρωτοβουλίες άρχισαν να γίνονται όλο και περισσότερο αποδεκτές από την δημόσιες αρχές, και οδήγησαν στην ανάπτυξη διάφορων νομικών πλαισίων, που αναγνώριζαν τις διάφορες μορφές αλτρουϊσμού, αλληλεγγύης και γενικότερα αυτοοργάνωσης των κοινοτήτων και των πολιτών. Οι πρόνοιες των νόμων έθεταν βέβαια όρια σε τέτοιου είδους οργανώσεις. Στην Ιταλία οι σημαντικότερες οργανώσεις κοινωνικών υπηρεσιών αναγκάστηκαν να γίνουν δημόσιες υπηρεσίες προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Στη Γαλλία, οι δυνατότητες των οργανώσεων να χρηματοδοτούνται μπήκαν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης, που είχε τους λόγους της να κρατάει σε κάποια όρια την δύναμη της εκκλησίας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω κριτηρίων για το τι είναι “φιλανθρωπία”, επιχειρήθηκε η δυσμενής αντιμετώπιση δράσεων αμοιβαίας υποστήριξης, στις οποίες δεν αναγνωριζόταν το καθεστώς της φιλανθρωπίας. Στη Γερμανία, στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το κράτος αναγνώριζε ότι σε ότι αφορούσε την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, οι μεγάλες οργανώσεις που είχαν σχέση με την εκκλησία ή με το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, θα είχαν τον πρώτο ρόλο· ενόσω, ταυτόχρονα, έγινε προσπάθεια να ρυθμιστούν με νόμους οι δράσεις τους. Στη Σουηδία, οι “ιδανικές οργανώσεις”, που αποτελούσαν ένα είδος μοντέλου για την ιδέα της αυτοδιαχείρισης, είχαν διαφορετικό καθεστώς σε σχέση με τους οικονομικούς συνεταιρισμούς.

Η άλλη μεγάλη πηγή συλλογικών μορφωμάτων αλληλοβοήθειας, και πάλι απ’ τον 19ο αιώνα και μετά, είναι οι εργάτες – εκείνο, τουλάχιστον, το μέρος τους που υιοθετούσε τα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Η ιδέα των συνεταιρισμών (ακόμα και παραγωγικών συνεταιρισμών, για αγρότες ή και εργάτες) είναι παλιότερη απ’ την Α Σοσιαλιστική Διεθνή (Ουτοπιστές), και συνέχισε να είναι ζωντανή στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, συνήθως χωρίς την αυταπάτη ότι μπορούν να αποτελέσουν (τέτοιου είδους πρωτοβουλίες) ένα γρήγορο και άμεσο πέρασμα στον σοσιαλισμό. Τα ταμεία αλληλοβοήθειας, συνδεδεμένα με τα συνδικάτα, υπήρξαν πάντως για πολλά χρόνια θεσμοί αλληλοϋποστήριξης σε περιπτώσεις ατυχημάτων και ασθενειών στο εσωτερικό της οργανωμένης εργατικής τάξης, πριν απ’ την διαμόρφωση του (γενικού) κράτους πρόνοιας.

Η εκρηκτική επανεμφάνιση και ανανέωση του φαινομένου τέτοιου είδους οργανώσεων και δράσεων, όπως τις ξέρουμε σήμερα, υπήρξε παρενέργεια (παράξενο;) των κινημάτων της δεκαετίας του ‘60 και του ‘70, στον 20ο αιώνα. Εν μέρει υιοθετώντας μερικά απ’ τα προτάγματα αυτών των κινημάτων (όπως η ατομική ευθύνη και η αμεσότητα στην αντίληψη και στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων) και εν μέρει στρεφόμενοι ενάντια στην πολιτική και διανοητική προσέγγιση της αναμέτρησης με την κεντρική εξουσία μέσω οργανώσεων μεγάλης κλίμακας, διάφοροι και διάφορες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες άρχισαν απ’ την δεκαετία του ‘70 κιόλας να αναζητούν και να διαμορφώνουν “νέες οργανωτικές μορφές και λύσεις στα τοπικά κοινωνικά προβλήματα”.

Αυτή ήταν η μήτρα του εναλλακτισμού στα ‘70s και στα ‘80s, στην κεντρική και βόρεια ευρώπη, όπου οι “πρωτοβουλίες πολιτών” σε θέματα κοινωνικών παροχών (με έμφαση στις γυναίκες, στη φροντίδα των παιδιών, και σε “αδύναμες κοινωνικές ομάδες”), δημόσιων υπηρεσιών και ζητημάτων ποιότητας ζωής και οικολογίας συχνά βρίσκονταν αντιμέτωπες με την δράση και τις επιλογές τόσο των επιχειρήσεων όσο και του κράτους.

Μετά την περίοδο της αντίθεσης ήρθε η φάση της σύνθεσης: ένα μέρος αυτών των αιτημάτων αναγνωρίστηκε και θεσμοποιήθηκε. Είναι εξαιτίας της συγκεκριμένης ιστορικής / πολιτικής εμπειρίας που η εμφάνιση, στη δημόσια σφαίρα, της ρητορικής περί της αξίας του τρίτου τομέα, της μη επιχειρηματικής και μη κρατικής παροχής υπηρεσιών (συχνά και μη κερδοσκοπικής, όχι όμως υποχρεωτικά έτσι) είχε στην ευρώπη μια σοσιαλδημοκρατική αφετηρία· ενώ στις ηπα (κι ως ένα βαθμό στην αγγλία) η ίδια ακριβώς αναγνώριση της σημασίας του τρίτου τομέα έγινε από (νεο)φιλελεύθερες θέσεις.

Γρήγορα πάντως δημιουργήθηκε ένα λίγο πολύ κοινό σετ επιχειρημάτων και επαίνων για τον τρίτο τομέα, που έμοιαζε να βολεύει πολλούς και διαφορετικούς. Αναγνωρίστηκε, για παράδειγμα (ακόμα και από νεοφιλελεύθερους) ότι το επιχειρηματικό κίνητρο του κέρδους δεν είναι η καλύτερη συνταγή είτε σε περιπτώσεις μικρής κλίμακας, είτε σε περιπτώσεις που η μέση κοινωνική ηθική είναι καχύποπτη απέναντι στη σχέση του κέρδους με την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Υποστηρίχτηκε απ’ την άλλη μεριά ότι το κράτος σαν οργανωτής, εργοδότης και χρηματοδότης των δημόσιων υπηρεσιών είναι υπερβολικά δυσκίνητο και σπάταλο, είτε για να ανακαλύπτει και να καλύπτει καινούργιες (κοινωνικές) ανάγκες και απαιτήσεις, είτε για να είναι αποτελεσματικό σε προβλήματα μικρής ή μεσαίας κλίμακας.

Υποστηρίχτηκε επιπλέον (κι αυτό ήταν ένας κοινός τόπος των νεοφιλελεύθερων με τα απόνερα των παλιότερων κινημάτων) ότι οι πολίτες οι ίδιοι είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα όχι μόνο το τι έχουν ανάγκη αλλά και το πως αυτή η ανάγκη θα ικανοποιηθεί γρήγορα, αποτελεσματικά, και χωρίς σπατάλες πόρων. Με άλλα λόγια, εκείνο που σε πρώτο χρόνο θα μπορούσε να εγείρει υποψίες απειθαρχίας, δηλαδή οι “πρωτοβουλίες πολιτών”, ξανακοιτάχτηκε με διαφορετικό μάτι. Δεδομένης μάλιστα της έκτασης και της ποικιλίας περιεχομένων που είχε πάρει αυτό το φαινόμενο ήδη στη δεκαετία του ‘80, και παρά το γεγονός ότι κάμποσες απ’ αυτές τις πρωτοβουλίες στόχευαν στην άσκηση πιέσεων προς το κράτος ή (σε ζητήματα κατανάλωσης και περιβάλλοντος) και προς τις επιχειρήσεις, στο σύνολο του αναγνωρίστηκε όχι μόνο σαν ένας δυναμικός παράγοντας νεωτερισμών, αλλά και σαν μια καλή ευκαιρία απεμπλοκής των κρατών (και των προϋπολογισμών τους) απ’ το παλιό συμβόλαιο του κράτους πρόνοιας, με ταυτόχρονη όμως κάλυψη «απ’ τα κάτω” των κενών που υποχρεωτικά θα είχε το καινούργιο είδωλο, η “αγορά”.

Εν τέλει οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν να γίνουν χρηματοδότες / χορηγοί επιλεγμένων πρωτοβουλιών τέτοιου είδους, εάν θεωρούσαν ότι κινδυνεύει να χάσει σε κοινωνική υπόληψη η ηθική του κέρδους. Φαίνεται, εν τέλει, ότι η ανάγκη του ξεπλύματος που είχε οδηγήσει πολύ νωρίτερα στον 20ο αιώνα τους οργανισμούς του οργανωμένου εγκλήματος σε εντυπωσιακές φιλανθρωπίες, απέκτησε μια πολύ πιο διευρυμένη ισχύ προς τα τέλη του.

Η φιλολογία και ο σχολαστικισμός περί τρίτου τομέα φούντωσε πάντως στα ‘90s, παράλληλα με την έκρηξη (συχνά επιδοτούμενη απ’ τα ίδια τα κράτη) των μ.κ.ο., ειδικά των ανθρωπιστικών, πολιτιστικών, κλπ με διεθνή ακτίνα δράσης. “Ανεξάρτητος” ο τρίτος τομέας απ’ τους άλλους δύο, ή μήπως “συμπληρωματικός / συμβιωτικός”; Μια σειρά νέων όρων ήρθαν να καλύψουν τη ζήτηση αναλύσεων για το θέμα: κοινωνική οικονομία [1], προνοιακός πλουραλισμός, προνοιακό μίγμα, μικτή οικονομία της πρόνοιας – ή πλουραλιστική οικονομία. Όπου η λέξη “οικονομία” θα έπρεπε κανείς να διαβάζει και να καταλαβαίνει την λέξη “καπιταλισμός” – αλλά όχι ο old school καπιταλισμός που έρχεται συνήθως στο μυαλό.

Γιατί πίσω (και όχι σπάνια μπροστά) απ’ τις αναλύσεις και τους ύμνους για τις δυνατότητες των πρωτοβουλιών των πολιτών, μη κερδοσκοπικές ή με διανεμόμενα τα κέρδη, πίσω απ’ τους ύμνους για τους συνεταιρισμούς, τις συνεργατικές, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα δίκτυα αλληλοβοήθειας και τα υπόλοιπα συστατικά του τρίτου τομέα, δυο λεξούλες υποδείκνυαν μια συγκεκριμένη αλήθεια: κοινωνικό κεφάλαιο. Οι κοινωνικές σχέσεις (και ανάγκες, και επιθυμίες, και δυνατότητες) σαν κεφάλαιο.

Ήταν χάρη σ’ αυτήν την πολλά υποσχόμενη “τοποθέτηση του ζητήματος” (για την οποία οι ίδιοι οι άμεσα εμπλεκόμενοι δεν είχαν και δεν έχουν πάντα επίγνωση…) που τόσο το κράτος σαν μορφή εξουσίας και ελέγχου όσο και οι επιχειρήσεις σαν μορφή εκμετάλλευσης μπορούσαν και ήθελαν να κάνουν λίγο στην άκρη, στο όνομα της ανάπτυξης του τρίτου τομέα. Η προσωποποιημένη παροχή υπηρεσιών του ενός ή του άλλου είδους· η εγγύτητα της παροχής τέτοιων υπηρεσιών με την καθημερινή ζωή· η παράκαμψη της κερδοφορίας, σε πρώτο χρόνο, σαν προϋπόθεσης παροχής υπηρεσιών σε νέα πεδία· η αλληλοβοήθεια και η εθελοντική εργασία που δεν επιβαρύνουν οικονομικά ούτε τους δημόσιους ούτε τους επιχειρηματικούς προϋπολογισμούς· ακόμα και οι mainstream παραστάσεις και αναπαραστάσεις της ηθικής και της δικαιοσύνης, αυτά και άλλα ήταν τα ποιοτικά δεδομένα που έκαναν τον τρίτο τομέα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα από καπιταλιστική άποψη.

Θα χρησιμοποιούσαμε την λέξη κατασκοπεία, με την διευρυμένη έννοια της, για να δείξουμε ένα τέτοιο βασικό ενδιαφέρον. Με την στενή της έννοια είναι γνωστή, αφού διάφορες λιγότερο ή περισσότερο γνωστές μ.κ.ο. (και ελληνικές βέβαια…) δουλεύουν για τα αντίστοιχα υπουργεία εξωτερικών ή και τις μυστικές υπηρεσίες σε διάφορα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του πλανήτη. Αλλά μιλάμε για την κατόπτευση του κοινωνικού: όπως μια μεμονωμένη επιχείρηση μπορεί να πληρώνει για να μαζέψει γνώμες των πελατών της για το Χ ή Ψ προϊόν της, έτσι και ο καπιταλισμός σαν ένα δυναμικό και σε διαρκή εξέλιξη σύστημα εκμετάλλευσης μπορεί και πρέπει να “δέχεται” (ακόμα και να χρηματοδοτεί…) την ύπαρξη εκείνων των ζωνών της κοινωνικής ζωής, και εκείνων των θεσμών μέσα σ’ αυτές τις ζώνες, που χωρίς τους περιορισμούς είτε του κράτους είτε της κερδοφορίας, το κοινωνικό κεφάλαιο μπορεί να αναδειχθεί και να “αναπτυχθεί”. Το παράδειγμα των χιλιάδων εθελοντών στους ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας είναι αρκετά κοντινό και γνωστό για να το θυμηθεί κανείς. Όχι μόνο σαν απλήρωτη εργασία, αλλά και σαν “πνεύμα χαρούμενης συμμετοχής”, “παροχή υπηρεσιών”, “απόκτηση εμπειριών”, “δημουργία φιλιών”, κλπ – άσχετα απ’ τον βαθμό τελικής επιτυχίας καθενός απ’ αυτά τα επιμέρους.

Έστω. Αλλά τι σχέση έχουν αυτά με τις συντροφικές κουζίνες ή τους επαγγελματικούς συνεταιρισμούς μέσα στην (ελληνική) κρίση; Εξαρτάται, προφανώς, απ’ το πως καταλαβαίνει ο καθένας τι. Θα έλεγε κάποιος, για παράδειγμα, πριν 3 ή 5 χρόνια, πως ούτε η εκκλησία και τα δικά της κόλπα έχουν κάποια σχέση με την καπιταλιστική λειτουργία και ομαλότητα, της κατανάλωσης, των δανείων, των εμπορικών φετιχισμών… Να που έχει όμως! Σαν δεύτερη ή τρίτη γραμμή άμυνας, “κοινωνικής αλληλεγγύης”, περίθαλψης των θυμάτων της κρίσης, κλπ.

Μ’ αυτή την έννοια, εάν ήταν δυνατόν ο τρίτος τομέας, με τον εθελοντισμό του, τον συναισθηματισμό του, την αμεσότητά του, την ευελιξία και την πολυμορφία του, να καλύψει τις τρύπες που ανοίγει η ακόμα πιο βίαιη και γενική υποτίμηση της εργασίας, τότε από χτες θα ετοιμάζονταν διθυραμβικοί ύμνοι απ’ τους ειδικούς των αφεντικών, υπέρ της αξίας του σαν διαχειριστή του κοινωνικού κεφαλαίου σε συνθήκες κρίσης. Ένας έλληνας εφοπλιστής, με τα media του, ανήκει άλλωστε στην ενεργητική πρωτοπορεία, έτσι δεν είναι;

Δεν είμαστε οπαδοί της μιζέριας, και μακριά από εμάς η ιδέα ότι η εξαθλίωση σαν τέτοια γεννάει επαναστάσεις! Είναι, μάλλον, ζήτημα συναίσθησης – για να μην πούμε συνείδησης. Ο καπιταλισμός, σα σύστημα, και το κράτος σαν θεσμίσεις και “γνώση”, έχουν προχωρήσει πολύ μακρύτερα απ’ όσο νομίζει η μεγάλη πλειονότητα των (αχρηστευμένων πρακτικά) εχθρών του. Η ιδέα του κοινωνικού κεφάλαιου (και είτε της εκμετάλλευσής του είτε της διαχείρισής του) είναι ήδη 40 χρόνων. Η πραγματικότητα του κοινωνικού προλεταριάτου μοιάζει, απ’ την άλλη, κουραστικό ιερογλυφικό, παρότι διατυπώθηκε κι αυτή πριν 4 δεκαετίες.

Που σημαίνει: ακόμα και οι καλύτερες των προθέσεων γυρίζουν στο αντίθετό τους όταν κάποιος πορεύται σαν τον τυφλό στον Άδη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1 – Σύμφωνα με τον ορισμό που έχει καθιερώσει το αγγλικό κράτος ο τομέας των κοινωνικών επιχειρήσεων περιλαμβάνει οργανώσεις που “ασκούν παραγωγική δραστηριότητα με βασικά κοινωνικούς προσανατολισμούς, των οποίων τα πλεονάσματα επαναεπενδύονται για τέτοιους σκοπούς, στην ίδια την δραστηριότητα ή στην κοινότητα στην οποία απευθύνεται αυτή η δραστηριότητα, και δεν δρουν απ’ την ανάγκη της μεγιστοποίησης του κέρδους για τους μετόχους και τους ιδιοκτήτες τους”. Στις περιπτώσεις αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνονται οι κοοπερατίβες, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί, τα αναπτυξιακά κεφάλαια και οι πιστωτικές ενώσεις.

Το ισπανικό κράτος απ’ την μεριά του, νομοθέτησε τον Μάρτη του 2011 (και το πράγμα ούτε προβλήθηκε ούτε γιορτάστηκε όπως θα έπρεπε) την δικιά του νομοθεσία σχετικά με την κοινωνική οικονομία. Και επειδή τόσο ξελαρύγγιασμα και μελάνι και καϋμοί έχουν πέσει γύρω απ’ το σύνθημα οι άνθρωποι πάνω απ’ τα κέρδη, το 4ο άρθρο αυτού του νόμου, που καθορίζει τις βασικές αρχές της κοινωνικής οικονομίας, ξεκαθαρίζει ότι:

Οι οντότητες της κοινωνικής οικονομίας δρουν στη βάση των ακόλουθων κατευθυντήριων αρχών:

α) Προτεραιότητα των ατομικών και των κοινωνικών σκοπών σε σχέση με το κεφάλαιο, που παίρνει την μορφή αυτοτελούς, διαφανούς, δημοκρατικής και συμμετοχής διοίκησης, με τις προτεραιότητες να δίνονται στη λήψη αποφάσεων βασισμένων στα άτομα και στην συνεισφορά τους στην εργασία και στις υπηρεσίες που παρέχουν στην οντότητα, ή βασισμένων στην κοινωνική λειτουργία αντί [οι αποφάσεις να βασίζονται] στη συμβολή τους στο μέγεθος του κοινωνικού κεφάλαιου.

γ) Προώθηση της εσωτερικής αλληλεγγύης και της αλληλεγγύης με την κοινωνία, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται τοπική ανάπτυξη, ίσες ευκαιρίες μεταξύ ανδρών και γυναικών, κοινωνική συνοχή, απομάκρυνση των ατόμων απ’ τους κινδύνους του κοινωνικού αποκλεισμού, η δημιουργία σταθερής και ποιοτικής απασχόλησης, συμφιλίωση της προσωπικής και οικογειακής ζωής με την απασχόληση και την οικονομική βιωσιμότητα.

δ) Ανεξαρτησία απ’ τις δημόσιες αρχές.

 

 http://www.sarajevomag.gr/entipa/teuhos_62/i62_p10_tritos.html

__________________________________________________________

Από:http://praxisreview.gr/%CE%BF-%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%B5/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s