Ουμπέρτο Εκο – Ο Τσάρλι Μπράουν είμαι εγώ! …


ecochariebrown2

Σαν σήμερα, στις 2 Οκτωβρίου 1950, ο Charles Monroe Schulz (με το παρατσούκλι «Sparky») ξεκινούσε το καθημερινό κόμικ των «Peanuts» (Σνούπι στην Ελλάδα).

Μια ιστορική συνομιλία του Ουμπέρτο Εκο με τους εκδότες του περιοδικού «Linus» Ελιο Βιτορίνι και Ορέστε ντελ Μπουόνο, η οποία αποτέλεσε το «διαβατήριο» για να περάσουν τα κόμικς τα «σύνορα» της κοινωνίας των διανοουμένων

Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του ιταλικού περιοδικού «Linus» τον Απρίλιο του 1965. Ηταν μια ιστορική συνομιλία… στρογγυλής τραπέζης μεταξύ του επικοινωνιολόγου Ουμπέρτο Εκο και των διευθυντών του περιοδικού Ελιο Βιτορίνι και Ορέστε ντελ Μπουόνο, μέσω της οποίας τα κόμικς διάβηκαν τα «σύνορα» της κοινωνίας των διανοουμένων.

linus_charliebrown
Ουμπέρτο Εκο:
Σήμερα θα συζητήσουμε ένα θέμα το οποίο θεωρούμε πολύ σημαντικό και σοβαρό ­ σε αντίθεση με την ελαφρότητα που του καταλογίζουν κάποιοι. Μιλάω για τα κόμικς του Τσάρλι Μπράουν. Βιτορίνι, πώς έγινε η δική σου γνωριμία με τον Τσάρλι Μπράουν;

Ελιο Βιτορίνι: Πάντα ενδιαφερόμουν για τα σκίτσα, από πολύ νωρίς, από τα νεανικά χρόνια μου. Με είχαν απασχολήσει ακόμη από τον καιρό του περιοδικού «Politecnico». Θυμάμαι μάλιστα μια φορά που παρακαλούσα τον φίλο μας, τον Ντελ Μπουόνο, να ασχοληθούμε με κάποια κόμικς αμερικανικά, που σκιαγραφούσαν όχι μόνο το κοινωνιολογικό προφίλ, όπως συνήθως συμβαίνει, αλλά και το ιστορικό.

Εκο: Τι σχέδια κάνατε εκείνα τα χρόνια;

Ορέστε ντελ Μπουόνο: Και τι δεν σχεδιάζαμε… Το πιο εφικτό από όσα σχεδιάζαμε ήταν να εικονογραφήσουμε τον «Αρραβώνα».

Βιτορίνι: Ναι, ναι, στοχεύαμε μάλιστα να δημιουργήσουμε ολόκληρη σειρά από κόμικς, ώστε να «εκλαϊκεύσουμε» τα λογοτεχνικά έργα. Τελικά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν μόνο ένα παιχνίδι, όπως νομίζαμε. Αυτή η εμμονή με τα κόμικς βέβαια έβρισκε έκφραση στις σελίδες του «Politecnico», όπου υπήρχε ένα παράρτημα αφιερωμένο στα κόμικς. Αναδημοσιεύαμε ουσιαστικά τις ιστορίες του Barnaby, που είχαν κυκλοφορήσει τα χρόνια του πολέμου.

Εκο: Και ο Τσάρλι Μπράουν πότε ήρθε;

Βιτορίνι: Ο Τσάρλι Μπράουν ήρθε… κατά τύχη. Παρ’ όλο που είχα συμφωνήσει να παίρνω από την Αμερική, από φίλους συγκεκριμένα που είχα εκεί, τα αποκόμματα των κυριακάτικων φύλλων ­ όπου υπάρχουν συνήθως και τα κόμικς ­, ο Τσάρλι Μπράουν ήρθε στη ζωή μου απρόσμενα, ενώ το σύνηθες θα ήταν να έπεφτε κάποια στιγμή στα χέρια μου από τα αμερικανικά φύλλα: από ένα άλμπουμ που κρατούσε μια κοπέλα ­ ήταν θυμάμαι γύρω στο ’58-’59, δούλευα μαζί με τον Βιτορίνι ­ και όλο περιέργεια ζήτησα να το δω, αφού είχε κόμικς, και πέρασα τελικά όλο το απόγευμα μελετώντας το. Από τότε δεν σταμάτησα να αναζητώ τους κινούμενους φίλους του Τσάρλι Μπράουν.

Εκο: Τι θα έλεγες λοιπόν πλέον για τα κόμικς του Σουλτζ;

Βιτορίνι: Ηταν από την αρχή ακόμη δύσκολο να τον εντάξουμε σε κάποια σχολή. Προσωπικά ήμουν πιο κοντά στον Σάλιντζερ, ο οποίος αναμφισβήτητα είναι ποιητής, είναι δημιουργός. Ωστόσο δεν κατάφερε να γίνει ο ποιητής της κοινωνίας, παρέμενε εντός συγκεκριμένων πλαισίων, πολύ θεωρητικός. Κατά κάποιο τρόπο, θα έλεγα ότι είναι πιο «αισθηματίας» που επιλέγει ως χώρο απόδρασης τον κόσμο των παιδιών. Γιατί είναι ένας κόσμος που του επιτρέπει να δραπετεύει από τον κόσμο των ενηλίκων, από την ωριμότητα και τις ευθύνες ­ αυτές που ωστόσο ανέδειξε με τους μικρούς ήρωές του ο Σουλτζ.

charliebrownΕκο: Πες μας κι εσύ, Ντελ Μπουόνο, πώς βλέπεις τον Τσάρλι Μπράουν;

Ντελ Μπουόνο: Κατ’ αρχήν να διευκρινίσω ότι είμαι… πρωτάρης στην παρέα των φανατικών με τις ιστορίες του Τσάρλι Μπράουν. Αρχικά δεν μου άρεσε καθόλου. Ισως γιατί μου προκαλούσαν ενδιαφέρον οι περιπετειώδεις σειρές κόμικς και ο Τσάρλι Μπράουν δεν είχε καμία σχέση με ό,τι ως τώρα με διασκέδαζε. Συναντούσα πρόσωπα που πραγματικά απολάμβαναν τις καθημερινές ιστορίες και αναρωτιόμουν πού έβρισκαν το κωμικό. Και ξαφνικά άρχισε η μετάλλαξη… Ανακάλυψα ότι τα κόμικς του Σουλτζ ήταν τόσο μα τόσο ρεαλιστικά! Και ακολούθησε η… ταύτιση. Ο Τσάρλι Μπράουν είμαι εγώ! Ετσι ξεκίνησα και να καταλαβαίνω και να απολαμβάνω τις ατάκες, τα σχέδια, τις γκριμάτσες. Εκτός από καυστικό, αστείο, διασκεδαστικό, ήταν πραγματικά τραγικό, μια τραγωδία σε συνέχειες, αυτή που ζούσαμε όλοι μας. Κατάλαβα το απλό: επρόκειτο για ένα κόμικ που λειτουργούσε ως διάγνωση, πρόγνωση και εξορκισμός του κακού, που ήταν όμως μέσα μας.

Βιτορίνι: Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση, με όλο τον σεβασμό προς τα λεγόμενα του Ντελ Μπουόνο: καταγγέλλει την ακατανόητη ίσως εκ πρώτης όψεως έλλειψη εκτίμησης που είχε κατά την πρώτη του επαφή με τις φιγούρες του Τσάρλι Μπράουν. Και είναι αλήθεια: η πρώτη ματιά, η πρώτη ανάγνωση, δεν ικανοποιεί. Μία μόνο φιγούρα του Σουλτζ δεν σημαίνει τίποτε, δεν λέει τίποτε, μοιάζει λογοπαίγνιο… Χρειάζεται ποσότητα ο αναγνώστης για να μυηθεί στον κόσμο των ηρώων του Σουλτζ. Μόνο μέσα από την επανάληψη των φιγούρων μπορεί να δομήσει ολοκληρωμένη την εικόνα τους στο μυαλό του αλλά και να την αποκωδικοποιήσει, να τη διαβάσει. Είναι όπως με τις μουσικές νότες ­ μόνες τους δεν σημαίνουν τίποτε, αλλά συνδυασμένες δημιουργούν υπέροχες μελωδίες. Με τον ίδιο τρόπο αρθρώνουν λόγο οι ήρωες του Σουλτζ, καταφέρνοντας τελικά να ανταποκριθούν σε όλες τις προσδοκίες του αναγνώστη.

Εκο: Αυτό μου φαίνεται πράγματι ενδιαφέρον, γιατί πολλές φορές μπορεί να ψάχνει κάποιος τρόπους να εξηγήσει σε κάποιον άλλο, που δεν είναι «μυημένος» στα κόμικς του Τσάρλι Μπράουν, πόσο σημαντικά είναι και τελικά καταλήγει να τα εξηγεί σαν να μιλάει για μερικές σελίδες ενός πολυσέλιδου ρομάντζου. Ετσι και με τα κόμικς, για να κατανοήσει κάποιος την πραγματική, βαθύτερη, αξία τους πρέπει να λάβει υπόψη του την τεχνική της διάταξης με την οποία στήνονται αλλά και της κατανάλωσης για την οποία προορίζονται. Θα παραλλήλιζα τα κόμικς με τα λαϊκά έπη, που έβρισκαν πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθούν ανά τους αιώνες μέσα από την επανάληψη των περιπετειών, του δράματος. Και οπωσδήποτε πρέπει να κατανοήσουμε ότι τα κόμικς έχουν τον δικό τους κώδικα ανάγνωσης, που δεν μοιάζει με τον αντίστοιχο της γνωστής ως τώρα λογοτεχνίας. Αυτό όμως δεν τα αποκλείει από τον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας. Αποτελούν, και πρέπει να αναγνωριστούν ως τέτοια, εναλλακτική μορφή λογοτεχνίας.

intervista-coverΒιτορίνι: Πράγματι, η κατανόησή τους αρχίζει από ένα συγκεκριμένο σημείο και πέρα, οριοθετείται κατά κάποιο τρόπο. Ενα σημείο πέρα από το οποίο συμβαίνει μια… χημική ένωση, αυτό το «κάτι» που συμβαίνει και στη ζωή μας και μας σημαδεύει, μας συνδέει με πρόσωπα και καταστάσεις. Αυτό που διαφοροποιεί τα κόμικς είναι η ίδια η αλληλουχία τους, που γίνεται ταυτόχρονα και συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους. Πριν από τη σειρά δεν έχουμε παρά ένα σκίτσο μεμονωμένο, σατιρικό, μια γνώριμη δημοσιογραφική πρακτική στις εφημερίδες, μια φιγούρα και μια ατάκα, που συνθέτουν τελικά το αποτέλεσμα. Με τη σειρά ωστόσο, αν απομακρυνθεί κανείς από τη στείρα λογική του πολλαπλασιασμού, διαπιστώνει ότι έχουμε ένα στοιχείο εξ ολοκλήρου νέο, το στοιχείο της διαδοχής, μέσα από το οποίο βρίσκουν τη φόρμα τους, σε αναλογία μάλιστα, τόσο τα σχέδια όσο και οι λέξεις ­ αν και συχνά οι λέξεις υπερέχουν υποδηλώνοντας και τη λογοτεχνική καταβολή του δημιουργήματος. Εν ολίγοις θέλω να πω ότι ουδεμία σχέση υπάρχει με τα κλασικά εικονογραφημένα… Υπάρχει ακόμη ένα άλλο στοιχείο που συμβάλλει στη δημιουργία, στην παραγωγή τέτοιων κόμικς· είναι η ίδια η αφήγηση, το μήνυμα, η σημασία του. Γιατί μέσα από τα κόμικς δίνεται η εικόνα της κοινωνίας, η άποψη για ένα πρόσωπο, ένα σχόλιο για κάποιο συμβάν, αν και τελικά η συνολική αποτίμησή τους γίνεται με την… ποσότητά τους. Και αυτό είναι ένα από τα ωραία παράδοξα του κόσμου των κόμικς. Χρειάζεται χρόνο κανείς για να αποκωδικοποιήσει το λίγο, το λακωνικό, το λιτό του περιεχομένου τους, αλλά μόνο μέσα από την ποσότητα, την επανάληψη, την πληθώρα των κόμικς. Ωσπου επέρχεται η… μαγική στιγμή, που λέγαμε προηγουμένως, και γίνεται αυτό το κλικ, και όλα μοιάζουν πια γνώριμα και ξεκάθαρα στο μυαλό και στην ψυχή του αναγνώστη, κάθε γραμμή, κάθε σχέδιο, όλα είναι σχεδόν διάφανα, όλα γίνονται μέρος της ζωής, της καθημερινότητάς του. Οπως συμβαίνει με τον Τσάρλι Μπράουν, όπως συμβαίνει με κάθε καλό κόμικ.

Εκο: Ολοκληρώνεται λοιπόν, έστω λίγο παράξενα, αυτή η συζήτηση. Αναγνωρίζουμε μεν τη λογοτεχνική αξία των κόμικς, παραδεχόμαστε δε και την τυποποιημένη κατανάλωσή τους, σαν να πρόκειται για μια κούπα καφέ… Αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοια μεταχείριση των λογοτεχνικών έργων. Και όμως οι ιστορίες του Τσάρλι Μπράουν δημιουργούνται για να καταναλωθούν κάθε πρωί, και αυτό έχει ίσως τη σημασία του. Επειδή είναι τόσο σημαντικές, καταλαμβάνουν και την ημέρα στο ξεκίνημά της.

Ντελ Μπουόνο: Μέσα από τα σκίτσα του Σουλτζ μπορώ πλέον να κρίνω άλλα κόμικς και τους δημιουργούς τους. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τα κόμικς που είχαν ήρωα τον Γκόρντον στην παιδική μου ηλικία. Μπορεί να είχαν λιγότερο ή περισσότερο εκπαιδευτικό χαρακτήρα, λιγότερη ή περισσότερη τυποποίηση και φόρμα στις γραμμές, αλλά σίγουρα ήταν μονότονα, επαναλαμβανόμενα, ως προς τη θεματολογία. Ο Γκόρντον και οι όμορφες βασιλοπούλες που ήθελαν να τον παντρευτούν, ο Γκόρντον και ο κακός αυτοκράτορας Μινγκ, ο Γκόρντον και οι απειλητικοί δράκοι κτλ. ήταν τελικά κομμάτια μιας ιστορίας που επαναλαμβανόταν. Ηταν σαν να αποκήρυσσε ο δημιουργός τους την αξία των άλλων ευρημάτων στις γραμμές, στα πρόσωπα, στις λέξεις.

Εκο: Η δύναμη του Τσάρλι Μπράουν έγκειται ακριβώς σε αυτή την επανάληψη, η οποία αποτελεί ωστόσο βασικό, εκ των ων ουκ άνευ, στοιχείο για την επιτυχία του κόμικ. Οπως ένα κομμάτι τζαζ ακολουθεί ξανά και ξανά τον ίδιο ρυθμό, εμπεριέχει την ίδια φράση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνει την αξία του. Αρα μπορούμε να ανακεφαλαιώσουμε λέγοντας ότι καλά κόμικς είναι όσα βασίζονται στο στοιχείο της επανάληψης, η οποία όμως έχει λόγο ύπαρξης μέσα στη σειρά αλλά και αποσαφηνίζει τα μηνύματα. Σε αντίθεση με την επανάληψη που ενοχλεί και αποδεικνύει απλώς τη φτώχεια του έργου, σήμα κατατεθέν των κακών κόμικς.

charlieΣημείωση του Ορέστε ντελ Μπουόνο: Με την ευκαιρία της αναδημοσίευσης θέλω να επανορθώσω κάτι που πραγματικά μου προκαλούσε βάρος όλα αυτά τα χρόνια. Σε πολλά έντυπα εκείνα τα χρόνια μού αποδόθηκε ο τιμητικός τίτλος του ιδρυτή του περιοδικού «Linus». Δεν είναι όμως αλήθεια. Η ψυχή του «Linus» ήταν ο Τζιοβάνι Γκαντίνι. Εκείνος ήταν που με κάλεσε στο τηλέφωνο μαζί με τον Ελιο Βιτορίνι και τον Ουμπέρτο Εκο. Ηξερα τους δύο τελευταίους, αλλά όχι και τον Γκαντίνι. Θυμάμαι όμως πόσο μου άρεσε η φωνή του,τα λόγια του, ώστε τελικά πείσθηκα να πάω σπίτι του. Μακρινές εποχές… Ο Βιτορίνι πέθανε τον περασμένο χρόνο και ο Τζιοβάνι ταλαιπωρείται από μια ασθένεια που του «έκλεψε» τη φωνή. Παραμένει ωστόσο ο πιο ευφυής και αξιόλογος άνθρωπος που έχω γνωρίσει…

*****************

Τα Πίνατς άφησαν τη σφραγίδα τους στα πιο δημοφιλή περιοδικά, από τα μισά του 20ού αιώνα και μετά, τα οποία επέλεγαν συχνά τα «παιδιά» του Τσαρλς Μ. Σουλτζ για το εξώφυλλό τους. Από το «Time» (τεύχος συλλεκτικό της δεκαετίας του ’50) ως το αποχαιρετιστήριο τεύχος του «Newsweek», οι περιπέτειες του Τσάρλι Μπράουν και της παρέας του κράτησαν συντροφιά σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Επάνω, το πρώτο εξώφυλλο του ιταλικού περιοδικού «Linus».

Πιγκ Πεν

Ισως ο ετερόκλητος της παρέας. Σήμα κατατεθέν τα λιγοστά μαλλιά του ­ πάντα ανακατεμένα. Δύο είναι οι μεγάλες αδυναμίες του: τα χώματα και οι καραμέλες ­ εμφανείς άλλωστε και στα ρούχα του…

Σρέντερ

Προσαρτάται στην παρέα των Πίνατς το 1951. Αναφέρεται πάντα μόνο το επώνυμό του, όπως αρμόζει σε κάθε μεγάλο μουσικό. Δηλώνει λάτρης της μουσικής του Μπετόβεν ενώ δεν αποχωρίζεται ποτέ το πιάνο του. Είναι ο μεγάλος έρωτας της Λούσι.

Σάλι Μπράουν

Η Σάλι έχει συμπληρώσει πια τα… 40 χρόνια της. Παραμένει όμως πάντοτε αθώα και αφελής, γι’ αυτό και ο Τσάρλι Μπράουν δεν έπαψε ποτέ να νοιάζεται για αυτήν και να προσπαθεί να την προστατέψει από τις κακοτοπιές της ζωής…

Τσάρλι Μπράουν

«Γεννήθηκε» στις 2 Οκτωβρίου του 1950, γιος ενός κουρέα και μιας νοικοκυράς. Είναι ο αφέντης του Σνούπι. Παρά το πλατύ χαμόγελο στο ολοστρόγγυλο πρόσωπό του, δεν άργησε να δείξει τον πραγματικό εαυτό του: άτολμος, μοναχικός, δειλός, άκεφος. Προκειμένου να πει τον πόνο του, πλήρωνε τη Λούσι ­ η οποία εκτελούσε χρέη ψυχιάτρου ­ 5 σεντς σε κάθε επίσκεψη.

Λούσι βαν Πελτ

Η Λούσι βγαίνει από το πενάκι του Σουλτζ το 1952. Είναι η μεγάλη αδελφή του Λάινους. Γεμάτη αυτοπεποίθηση για την εξωτερική εμφάνισή της (αν και δεν παραλείπει να κοιτάζεται συχνά στον καθρέφτη) αλλά και για τα εσωτερικά χαρίσματά της (θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα έξυπνη). Αιώνια ερωτευμένη με τον Σρέντερ και αγαπημένη «ψυχίατρος» για τον Τσάρλι Μπράουν, στον οποίο παρέχει αντί τιμήματος 5 σεντς τις πολύτιμες συμβουλές της.

Γούντστοκ

Ο Γούντστοκ μπαίνει στη ζωή των Πίνατς το 1965 ­ για την ακρίβεια, μια ημέρα που το συμπαθέστατο πτηνό έφτιαξε τη φωλιά του επάνω στην κοιλιά του Σνούπι ενώ αυτός κοιμόταν… Δυσκολεύεται να πετάξει και ακόμη περισσότερο να… προσγειωθεί, και ίσως γι’ αυτό να συνδέεται τόσο στενά με τον Σνούπι ­ γιατί έκτοτε γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Μιλάει τη γλώσσα των πουλιών, την οποία μόνο ο καλός του φίλος καταλαβαίνει, και όνειρό του είναι να πετάξει ως τις Βερμούδες.

Λάινους

Ο μικρός αδελφός της Λούσι εμφανίζεται στην παρέα το 1959. Σύντομα ένιωσε την ανάγκη να αποκτήσει μια «κουβέρτα ασφαλείας» την οποία κουβαλά πάντα μαζί του, ενώ δεν έπαψε ποτέ να βάζει το δάχτυλό του στο στόμα. Υποφέρει κάτω από τον ζυγό της αδελφής του και επιστρατεύει συχνά τη φαντασία αλλά και την κουβέρτα του για να ξεφεύγει…

Σνούπι

Ο πιο φιλοσοφημένος σκύλος του κόσμου «γεννιέται» στις 4 Οκτωβρίου του 1950. Πέρασε αρκετός καιρός ώσπου να καταφέρει να περπατήσει, κάτι το οποίο ποτέ δεν αποτέλεσε ούτως ή άλλως την αγαπημένη του ασχολία. Νωχελικά ξαπλωμένος στη στέγη του σπιτιού του, προτιμούσε να φιλοσοφεί σχετικά με την πορεία της ανθρωπότητας.

*****************

Η σχέση μου με τα Πίνατς

Ο διευθυντής του περιοδικού «Linus» Ορέστε ντελ Μπουόνο μιλάει στη Luciana Sica για τη σχέση του με τους ήρωες του Τσαρλς Σουλτζ, ο οποίος έφυγε πρόσφατα, αλλά και για τη γνωριμία του με τον διάσημο δημιουργό τους

«Ο Σουλτζ έφυγε, τώρα τι θέλετε να σας πω…» μουρμουρίζει ο Ορέστε ντελ Μπουόνο. Πράγματι πρόκειται για στιγμή δραματική όσο και απόλυτα προσωπική στη ζωή του διευθυντή του «Linus». Η απουσία του σκιτσογράφου Τσαρλς Σουλτζ είναι ιδιαίτερα αισθητή στον κόσμο των κόμικς δύο μήνες τώρα που ο δημιουργός του Σνούπι και της παρέας του δεν χρησιμοποίησε το πενάκι του. Για τον Ορέστε ντελ Μπουόνο ωστόσο μοιάζει απίστευτο:«Απλώς δεν μπορώ να το πιστέψω… Νομίζω ότι θα ακούσω τελικά πως είναι μια παρεξήγηση. Μετά όμως λέω στον εαυτό μου ότι, ακόμη κι αν είναι αλήθεια, οι αγαπημένοι από καρδιάς δεν χάνονται ποτέ από τη ζωή μας».

Θεωρείτε ότι οι ήρωες του Σουλτζ, η παρέα των Πίνατς, αντιπροσωπεύουν τέτοιους αγαπημένους;

«Μα βέβαια είναι, ξέρετε, όπως κάποια βιβλία αγάπης ή περιπέτειας ­ ανάλογα με τον καθένα μας ­ που τα διαβάζαμε στην εφηβεία μας και μας συνοδεύουν για πάντα. Αλλά και εμείς οι ίδιοι τούς μένουμε πιστοί για πάντα, έτσι δεν είναι; Οπως θα γίνει και με τα κόμικς του Σουλτζ. Πώς μπορεί να ξεχαστούν, ακόμη και αν δεν δούμε ούτε μία καινούργια γραμμή από το πενάκι του… Θα ήταν πολύ ωραίο να μην είχε συμβεί τίποτε από όλα αυτά, να μην έπρεπε να αποχαιρετήσω αυτή την καταπληκτική παρέα ούτε και τον δημιουργό τους, ο οποίος πέρασε πλέον στην ιστορία της αμερικανικής κουλτούρας… Αλλά αυτά έχει η ζωή».

Ο Sparky (χαϊδευτικό του Τσαρλς Σουλτζ) ήταν φίλος σας;

«Οχι, άλλωστε τον έχω δει μόνο μία φορά. Και για να είμαι ειλικρινής, μου έκανε εντύπωση η ψυχρότητά του ­ μετά σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν επιφύλαξη ή σεμνότητα… Δεν είχε καμία σχέση με τους ζωντανούς και αγαπησιάρικους ήρωές του. Αυτά τα καταπληκτικά “μωρά” του που υποδύθηκαν τους ρόλους των μεγάλων, που μας μύησαν με τον πιο λιτό τρόπο σ’ έναν κόσμο χωρίς τραγωδίες, παραισθήσεις, υποκρισίες, σ’ έναν κόσμο με ουσία, εγκράτεια, λακωνικότητα. Γι’ αυτό, τελικά, έγινε διαχρονικός ο Σουλτζ».

Τι αισθάνεστε ότι «οφείλετε» στον Σουλτζ και στους ήρωές του;

«Πολλά. Καθετί από τη ζωή των Πίνατς γίνεται τελικά ένα μάθημα ζωής. Πολλές φορές αναγνώρισα και εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου μέσα από την πραγματικότητα των σχεδίων του Σουλτζ. Ηταν η παρηγοριά μου, η ανακούφισή μου, τι άλλο να σας πω;».

Ποιο νομίζετε ότι τελικά είναι το μυστικό αυτής της επιτυχίας και της ανταπόκρισης που είχαν τα Πίνατς;

«Μα η ταύτιση με όλους αυτούς τους ήρωες. Ο καθένας από εμάς έχει βρει τη δική του στιγμή, ένα θρόισμα, ένα άγγιγμα, μια ιστορία από τη ζωή του στον κόσμο των Πίνατς. Δεν μας είναι άγνωστες οι παραξενιές τους, η ματαιοδοξία τους, οι νευρώσεις τους, οι μικρές ευτυχισμένες στιγμές που καταγράφει η καθημερινότητά τους, αυτή η διαφορετική μεν αλλά αυθεντική καθημερινότητα χωρίς ενηλίκους».

Εσείς έχετε εκφράσει επανειλημμένως την αγάπη σας, εκ βάθους καρδιάς, για τα «παιδιά» του Σουλτζ…

«Πράγματι, προς το τέλος της δεκαετίας του ’70 είχα ταυτιστεί με τον Τσάρλι Μπράουν ­ η στάση του άλλωστε ήταν γνώριμη σε πολλούς, αυτή η παθητικότητα… Ξέρετε, τότε ένας διανοούμενος ­ μη με ρωτήσετε το όνομά του, δεν θα σας το πω ούτε με βασανιστήρια ­ είχε γράψει: “Ο Del Buono είναι ένας ηλίθιος“. Ακριβώς έτσι, όπως σας το λέω. Τώρα έχετε μια ιδέα για τον κόσμο των διανοουμένων, άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τίποτε για τον μαγικό κόσμο των κόμικς, δεν τα έχουν διαβάσει ποτέ ή, ακόμη χειρότερα, προσποιούνταν ότι τα διάβασαν για να μην είναι εκτός μόδας».

Δεν ξεφεύγετε εύκολα με αυτά που λέτε από τον ρόλο του κακού…

«Σας διαβεβαιώ, είμαι ο Ορέστε ντελ Μπουόνο…».

Παρά τα όσα λένε οι διανοούμενοι, εσείς πιστεύετε ότι ο Σουλτζ «απελευθέρωσε» τα κόμικς από τις προκαταλήψεις και τα κλισέ;

«Οι διανοούμενοι πράγματι δεν θεωρούν ότι το έχει πετύχει… Θυμάμαι καλά τις συζητήσεις του Εκο και του Γκαντίνι, τις έντονες συζητήσεις τους για τα κόμικς και τις θεωρίες τους σχετικά με το αν πρόκειται για τέχνη ή όχι ­ όλα αυτά όταν γεννιόταν το “Linus”».

Για τον Σουλτζ ήρθε αναμφισβήτητα η στιγμή της αναγνώρισης, αν και επί χρόνια ακουγόταν ότι οι γραμμές του είναι παλιομοδίτικες, επαναλαμβανόμενες,δανεικές. Εσείς πώς τις βλέπατε τα τελευταία χρόνια;

«Πάντα αγαπούσα και εκτιμούσα τη δουλειά του. Θεωρώ σπουδαίο το να συμπυκνώσεις τόσες λέξεις, να δώσεις τόσα μηνύματα με τόσο λιτό σχέδιο, ελάχιστες ατάκες και κάποιες γκριμάτσες. Ο Σουλτζ ήταν σταθερός στις πολιτικές απόψεις του, ίσως αποτελεί και φαινόμενο για τη σταθερότητα στις ιδέες και συνήθειές του, και γι’ αυτό επίσης ελάχιστοι τον εγκατέλειψαν. Εμειναν πάντα πιστοί σ’ αυτόν και στους ήρωές του αυτοί που… σκέφτονται με την καρδιά αλλά και όσοι μένουν μετέωροι μεταξύ τέχνης και φιλοσοφίας».

Η πένα του Σουλτζ δεν θα κληροδοτηθεί σε κανέναν. Είναι μια επιλογή που συμμερίζεστε;

«Ηταν δική του επιλογή, που μου θυμίζει ωστόσο τους αρχαίους, οι οποίοι έβαζαν τα αγαπημένα αντικείμενα του νεκρού, αυτά χωρίς τα οποία δεν μπορούσε να ζήσει, μέσα στον τάφο, μαζί του. Είναι μια επιλογή σεμνότητας, που αναδεικνύει εξάλλου και την κλασική του παιδεία, και όχι υπεροψίας, όπως ενδεχομένως θα του καταλογίσουν».

ecochariebrown

tovima , επιλογή εικόνων αντικλείδι

_________________________________________________________

Aπό:

http://antikleidi.com/2016/10/02/eco_tsarlie_brown/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s