Ο ΖΟ ΝΤ’ΑΞΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ 1895…


 

Αποτέλεσμα εικόνας για fred boissonnas

Από το λιμάνι της Πάτρας περνώντας τα Μέγαρα με τρένο και φτάνοντας στην Αθήνα ο Γάλλος αναρχοατομικιστής Ζο ντ’Αξά μας προσφέρει την ωραιότερη ίσως απεικόνιση μιας άλλης καθημερινής Ελλάδας, των τελών του 19ου αιώνα.

Απ’ το ελαφρύ ατμόπλοιο, στραφταλίζοντας κάτω από τον ήλιο, βλέπουμε την Πάτρα στους πρόποδες του βουνού απέναντι απ’ το Μεσολόγγι.

Στη μικρή πλατεία κοντά στο λιμάνι, όχι πολύ μακρυά από την αγορά, το τρέξιμο της Κυριακής. Φωτεινό χρωματιστό Ευρωπαϊκό ντύσιμο, διαχρονικές μόδες. Οι θείες λειτουργίες στις Εκκλησίες τελειώνουν. Τα όμορφα πρόσωπα των γυναικών, χάνονται κάτω απ’ τα οικοδομήματα των καπέλων τους. ΓέροιΈλληνες με εθνική ενδυμασία, η κοντή πλισέ φούστα μιας χορεύτριας. Και το πολύχρωμο, τρεμοφέγγων πλήθος, γυρίζοντας σαν καρουζέλ γύρω απ’ την πλατεία με τους τρεις σκονισμένους φοίνικες.

Στην ταράτσα ενός Μαυριτανικού καφέ, όπου σερβίρεται λικέρ γλυκάνισο και «μαστίχα» σε πιατάκια με ελιές στα μικρά, χαμηλά τραπέζια, παραδίδομαι ευλαβώς στον πρώτο μου ναργιλέ.

Ο ελαφρύς καπνός καταναλώνεται αργά στην ερυθρά καμινάδα αργίλου κάτω απ’ τον αρωματικό άνθρακα, την ώρα που στην καράφα με τη χάλκινη θωράκισή της το νερό γουργουρίζει παράξενα. Ο ναργιλές στέκεται ιερατικά και ο μακρύς σωλήνας με την τριγωνική κεχριμπαρένια άκρη του ξετυλίγεται σαν τις σπείρες κάποιου ιερού φιδιού.

Είναι κάτι σαν ξιδιασμένο ουίσκι.

Και οφείλω να πω ότι από διακοσμητικής άποψης υπάρχει μια ανάλογη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους αυτής της χώρας και των κατοίκων της δικιάς μας. Αυτοί οι Έλληνες δείχνουν σημάδια της καταγωγής τους. Ο τελευταίος τούρκος αγρότης έχει την έμφυτη περιωπή που οι μοδάτοι μας αναζητούν μάταια. Με τα εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά του, ακόμη και ο χωρικός διατηρεί το αριστοκρατικό αποτύπωμα που εκφράζει αγέρωχα την ένδοξη γραμμή των προγόνων του.

Αυτή η περήφανη συμπεριφορά και αυτό το σκέρτσο στην ενδυμασία εξηγούν τη χαλαρότητα που παρατηρείς κατά την εκτέλεση των καθημερινών καθηκόντων. Το εμπόριο δεν τους ενθουσιάζει, και η γεωργία τους είναι παράξενη. Στα χωράφια είδα πατάτες και κρίνα μαζί στα βάρβαρα αυλάκια.

Το τρένο που πήρα για την Αθήνα ένα ηλιόλουστο πρωινό σταμάταγε σε κάθε μοναχικό σταθμό.

Ασταμάτητα ανεβαίνοντας, κατεβαίνοντας, ανανεούμενοι, υπήρχαν χωρικοί που τσιμπολογούσαν χοντρoκομμένο ψωμί και τρώγανε κατσικίσιο τυρί για να περάσουν το σύντομο ταξίδι. Παπάδες και μακρύτριχοι ζητιάνοι γεμίζοντας τις τσέπες τους ταξιδεύουν από εδώ στο επόμενο χωριό, μαζί με φτωχά ντυμένους στρατιώτες που τραγουδούν παράξενες ένρινες μελωδίες.

Οι τουρίστες στα βαγόνια ύπνου τους δεν έχουν ιδέα πόσο καλά μπορείς να γνωρίσεις ένα λαό μέσα από μια παρατεταμένη παραμονή σε ένα δημόσιο επιβατικό βαγόνι, και σε ποιο βαθμό σου επιτρέπει να έρθεις σε επαφή μαζί τους.

Ένας κλέφτης [1] πηγαίνει στην πόλη για να εφοδιαστεί με μπαρούτι.Καθισμένος σε μια γωνιά του βαγονιού φαίνεται να απομονώνεται, η λαβή του πιστολιού του σχηματίζεται στη δερμάτινη ζώνη του.

Έχει τόσο την κελεμπία όσο και την τόλμη ενός απ’ την Καμπυλία.

Βλέπετε όλο και περισσότερες ομοιότητες μεταξύ Αράβων και Ελλήνων.

Ο ελεύθερος βουνίσιος – βοσκός, κυνηγός, ίσως «συλλέκτης της έμμεσης φορολογίας από σουλατσαδόρους πλούσιους» – κατέχει το ήρεμο μεγαλείο ενός καδή [2] ύστερα από μια razzia [3].

Εδώ, στις άνυδρες πεδιάδες των Μεγάρων, όπου τα σπίτια είναι καλύβες ερυθρού πηλού, θα νόμιζες σχεδόν ότι είσαι κάτω απ’ τα τσουρουφλισμένα δέντρα μιας Υποσαχάριας όασης.

Η διακόσμηση αλλάζει.

Έχοντας περάσει γύρω από ένα λόφο, η Αθήνα φαίνεται φάτσα. Στεκόμενος πάνω απ’ τα άκομψα κτίρια μιας επαρχιακής πόλης ψιλοκομμένης γεωμετρικά απ’ τη διάταξη των δρόμων, βρίσκεται ο βράχος της Ακρόπολης, η βάση του Παρθενώνα.

Zo d'Axa

Ζο ντ’Αξά

Ο Παρθενώνας ξεχωρίζει στηναμεμπτότητα των γαλήνιων κυώνων του, και η Ακρόπολη μοιάζει με το τελευταίo οχυρό ενός υπεροπτικού παρελθόντος, περιφρονητικό της σύγχρονης προσπάθειας να κατατρώει τη βάση του.

Δεν είναι ότι εξυμνώ τα ίχνη ενός εξαφανισμένου κόσμου. Είναι ότι λέω στον εαυτό μου ότι ο κόσμος μας δεν θα αφήσει τίποτα παρά απορρίμματα.

Δεν μου λέει τίποτα ο συναισθηματικός σεβασμός των αρχαιολόγων ενώπιων αρχαίων πετρών. Το στάδιο με έκανε να αναπολήσω. Ο Ιλισσός με έκανε να σκεφτώ λιγότερο τους Αργοναύτες απ’ ό,τι το κολλέγιο, της μελέτης, των δασκάλων.

Κολλέγιο. Η πρώτη φυλακή. Η Ακαδημαϊκή Προκρούστεια κλίνη, γυμνάσια για τους στρατώνες, μια μικρογραφία της κοινωνίας τόσο άσχημη που είναι ο σπόρος της Κοινωνίας.

Και τέλος πάντων, πώς μπορείς να απομονωθείς, να ζωντανέψεις το παρελθόν, να φανταστείς πολεμιστές και άρματα σε αυτές τις αρένες δίπλα στις γραμμές του τραμ; Πώς μπορείς να ονειρευτείς τον παγανισμό σε αυτούς τους ναούς να ξεπροβάλλει από τις αρχαιολογικές ανασκαφές όπου Ορθόδοξες λαμπάδες έχουν πασαλείψει θρησκευτικά Ιερές Παρθένες ως ιέρειές τους;

Δεν συνοδεύω τους Άγγλους που βολτάρουν με τους Μπέντεκέρ τους, λιποθυμώντας στη θέα των άμορφων τούβλων μόνο και μόνο επειδή αυτά τα συντρίμμια είναι καταχωρημένα στον ταξιδιωτικό οδηγό τους. Δεν θα χάσουν ούτε ένα κομμάτι απ’ τα συντρίμμια, ούτε ένα ακρωτηριασμένο σχέδιο. Θα σύρουν τα χέρια τους πάνω απ’ τα ψηφιδωτά στα λουτρά:

Ο Σωκράτης πέρασε από εδώ!

Δεν συχνάζω σε ψυχρά μουσεία: αξιοσέβαστα κομμάτια αγαλμάτων, βραχίονας της Αφροδίτης, πόδι του Απόλλωνα, ταμπελαρισμένος κορμός: όλα μιας χειρουργικής Ελλάδας.

Όσο εκτιμώ αυτά τα πρωτόγονα έργα στα οποία το ουσιώδες είναι αρμονικό, που είναι θριαμβευτικά στην αισθητική της σύνθεσης, τόσο ο αγώνας δρόμου των ερασιτεχνών να σκάβουν μέσα σε σωρούς των ένδοξων θρυμμάτων μου φαίνεται αλλόκοτο. Λαβές αμφορέων, θραύσματα τούβλων, φτωχά θρύμματα κάτω από γυαλιά… Το θέαμα μιας πέτρας να κυλάει στο ρέμα στην αιώνια ανεστιότητά της εμπνέει πιο πολλές σκέψεις μέσα μου.

Είχα φτάσει στην Αθήνα αναστατωμένος.

Ήλπιζα να βρω μια επιστολή στο ταχυδρομείο. Τίποτα. Έπρεπε να περιμένω αρκετές μέρες.

Στις πόρτες των εστιατορίων περιεργαζόμουνα μελαγχολικά τα μικρά γουρουνάκια να ψήνονται στις πιο χαρούμενες πόζες και ευχαριστήθηκα μικρές μερίδες στα βρώμικα των προαστείων.

Μήπως έχω να φάω τα καλύτερα φαγητά της ελληνικής αρχαιότητας; Σε κάθε περίπτωση θυμήθηκα τους φιλοσόφους που κάποτε κοιμόντουσαν στην είδοσο του ναού. Κάποιο σούρουπο πήγα στον Παρθενώνα και κατέβηκα μόνο όταν ξημέρωσε. Θα πω προς επίρρωση της φήμης αυτού του ανοιχτού ασύλου ότι για πρωινή σούπα απολαύσαμε ένα μοναδικό τσιμπούσι: το ξύπνημα μιας χρυσής υπαίθρου στους πρόποδες του όρους Υμμητός.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Έλληνας ληστής
[
2] Μουσουλμάνος δικαστής
[
3] Επιδρομή

Μετάφραση: Αιχμή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s