Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις- σκέψεις με αφορμή το κείμενο του Miller…



Μια μεγάλη κουβέντα για τον έρωτα κάναμε διάφορα υποκείμενα με αναζητήσεις, με αφορμή ένα κείμενο του Miller  https://to23ogramma.wordpress.com/2015/06/19/%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%8C%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5-%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD

Η πολιτική οικονομία και η ψυχική οικονομία βρίσκονται σε depression (ύφεση, κατάθλιψη). Είναι εποχή κρίσης και αναζήτησης κάποιας ελπίδας. Να αρπαχτούμε από έναν ΣΥΡΙΖΑ ή μια καλή σχέση. Η τελευταία επένδυση των προσδοκιών μας όμως διαψεύστηκε. Κάπου εκεί βρισκόμαστε σήμερα.

Η κουβέντα είχε ανοίξει πριν το κείμενο του Miller, όταν γράφαμε αλλού:

Άντρας-Γυναίκα, Πλατωνισμός-Κυνισμός, Πολιτική

»Δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των δύο φύλων», λέει ο Lacan, εννοώντας ότι δεν υπάρχει εγχειριδιακή, υπολογισμένη σχέση, πώς πάντα υπάρχει πρόβλημα στην επικοινωνία, χάσμα, γιατί ο ερωτισμός των φύλων δεν είναι μαθηματικά ούτε απλώς χημική αλληλεπίδραση, αλλά είναι εντός του συμβολικού-και ο τρόπος ένταξης στο συμβολικό για τον άντρα και τη γυναίκα είναι διαφορετικός

Θεωρεί την αντρική λογική επεκτατική, ελεγκτική, ενώ τη γυναικεία απόλαυση πολύμορφη, μη τυποποιήσιμη. Η γυναίκεια απόλαυση διαφέρει διαρκώς από τον εαυτό της, είναι πιο ευαίσθητη στις πτυχές και τις αποκλίσεις, η αντρική απόλαυση είναι πιο άκαμπτη και τυποποιήσιμη.

Οι άντρες λένε συχνά ότι »οι γυναίκες είναι πουτάνες» ή »δεν ξέρουν τί θέλουν» και στη πραγματικότητα φθονούν αυτού του τύπου την ιδιόρρυθμη απόλαυση που δεν μπορούν να ελέγξουν. Γιατί, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν, η γυναικεία απόλαυση είναι η αλήθεια της μη πληρότητας της αντρικής φαλλικής απόλαυσης.

Το αναγκαίο χάσμα αυτό της επικοινωνίας των φύλων, μπορεί κανείς να το απαρνηθεί με δύο τρόπους. Με τη φαντασίωση της απόλυτης ένωσης, σε έναν ερωτικό Πλατωνισμό, και με τον κυνισμό που θεωρεί υπολογισμένη και σωματική σχέση απόλαυσης τη σχέση των φύλων, σεξουαλική και αποερωτικοποιημένη, εργαλειακή.

Έτσι και στην πολιτική. Ανάμεσα στην κατάρρευση του απόλυτου πλατωνικού ιδεώδους και τον διάχυτο κυνισμό, όπως και στη μικρογραφία της σχέσης του άντρα με τη γυναίκα, έτσι και εδώ, το ερώτημα είναι αν υπάρχει άλλος δρόμος, που δεν αρνείται το χάσμα, αλλά και δεν το αναγνωρίζει σαν ματαιότητα, σαν αδυναμία πραγματικής ερωτικής και ανθρώπινης επικοινωνίας, που οδηγεί είτε στον απόλυτο ιδεαλισμό είτε στον χυδαίο υλισμό.

Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που έτσι και αλλιώς δεν τυποποιούνται ως απλά γυναικείες ή αντρικές, πρέπει να επαναπροσδιορίσουν, και επαναπροσδιορίζουν, το τί θεωρούμε τα όρια του ανθρώπινου. Είναι η μικρογραφία μιας νέας πολιτικής, που υπόσχεται και μπορεί να πραγματώνει μια άλλη κοινωνική απόλαυση, μια άλλη ανθρώπινη σχέση.

Η προσφυγή στα κατοικίδια ή τα gadgets, είναι προσπάθεια για μια νέα απόλαυση, ελέγξιμη με όχι παραδοσιακό τρόπο, χωρίς τις συμβολικές δυσχέρειες και απογοητεύσεις της πραγματικής ανθρώπινης επικοινωνίας.

Τί θα κάνουμε? Η μανιοκατάθλιψη, σαν ιατρική διάγνωση της »ακραίας περίπτωσης» ή σαν αποτύπωμα ενός καπιταλισμού που περνά κύκλους οικονομικής ευφορίας και ύφεσης, μας χτυπά την πόρτα. Δεν μας αρέσει ο πλατωνισμός και ο κυνισμός.


Θέλοντας να αποφύγουμε όσο είναι δυνατόν όλες αυτές τις εμφυλοποιήσεις, που οι λακανικοί αναγνωρίζουν ως συμβολικές κατασκευές σε μια βιολογική-ανατομική βάση, θέλουμε βασικά να καταλάβουμε κάτι για το οποίο δεν μας μιλά το κείμενο του Miller: σε τί διαφέρει, πρώτα από όλα, η Αγάπη από τον Έρωτα; Ο Lacan γράφει πολλά διαφορετικά πράγματα για την αγάπη. Θα προσπαθήσουμε να βγάλουμε μια άκρη λοιπόν, αξιοποιώντας βασικά εννοιολογικά εργαλεία του. Χωρίς να αναφερθούμε στα του Badiou, του Barthes, του Miller και άλλων, παρά μόνο αξιοποιώντας μερικές πολύ βασικές διακρίσεις του Lacan και δίχως να δεσμευόμαστε από τις συγκεκριμένες, θέσεις του για την αγάπη και τον έρωτα. Επομένως, τα όσα ακολουθούν, αποτελούν ερμηνεία, από τη σκοπιά και της κριτικής που ασκήθηκε στον Lacan από τους Deleuze-Guatari για τον οικογενειοκρατικό χαρακτήρα της ψυχανάλυσης στον οποίο κατά κανόνα παρέμεινε δέσμιος.

Επιγραμματικά, ο Lacan διακρίνει το Συμβολικό, το Φαντασιακό, το Πραγματικό. Το Συμβολικό είναι η συμβολική αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων, με βάση εσωτερικευμένους κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς, που στηρίζεται σε έσχατα σημεία αναφοράς (Θεός, θρησκεία, ηθική κ.α ) και βασίζεται σε μια απώθηση σεξουαλικότητας, σε μια θεμελιακή θυσία απόλαυσης κατά την είσοδο του παιδιού στη συμβολική τάξη της γλώσσας μέσω της επίλυσης του »οιδιπόδειου» (επιθυμία για τη μητέρα, μεσολάβηση του Πατέρα ή κάποιου προσώπου που επιτελεί πατρικό ρόλο, απαγορεύει τη πρόσβαση στην υπεραπόλαυση και εγγυάται το Νόμο). Το Φαντασιακό είναι η σχέση του ανθρώπινου ψυχοσώματος με ταυτίσεις εικόνων προσώπων και αντικειμένων, από τη σκοπιά της συγκρότησης του ναρκισσιστικού »σταδίου του καθρέφτη» το οποίο συνθέτει τη βαθμίδα του »Εγώ», πάντα σε σχέση με το όμοιο, με ρευστά τα όρια εσωτερικού/εξωτερικού-το φαντασιακό στηρίζεται στη δυαδική σχέση παιδιού-μητέρας πριν τη μεσολάβηση του τελεστή του πολιτισμικού Νόμου. Τέλος, το Πραγματικό είναι το ίδιο το σώμα της ηδονής/οδύνης μες στον κόσμο, που δεν μπορεί ποτέ να συμβολοποιηθεί πλήρως ούτε να ενοποιηθεί φαντασιακά στο »Εγώ».

Η αγάπη με τη καθομιλουμένη έννοια θεωρούμε εδώ πως εντοπίζεται κυρίως στο Συμβολικό: δεν ερωτεύεσαι τον »πατέρα» και τη »μητέρα». Στο Ιδεώδες της αγάπης, η σεξουαλικότητα έρχεται σε δεύτερη μοίρα, κυριαρχεί η συμβολική επικοινωνία και η αλληλοκατανόηση, ο αλληλοσεβασμός, η αγάπη για τον εσωτερικό κόσμο του άλλου.

Αντίθετα, ο έρωτας θεωρούμε πως εντοπίζεται κυρίως στο (εικονο)Φαντασιακό: επικρατεί η εικονο-φαντασία που έχεις για το ψυχόσωμα του άλλου, και αδυναμία διάκρισης εσωτερικού-εξωτερικού με την έντονη προσκόλληση στο ερωτικό αντικείμενο, άρα η έντονη εναλλαγή θετικών και αρνητικών συναισθημάτων προς το πρόσωπο που θεωρείς συστατικό της συγκρότησης της ναρκισσιστικής ταυτότητας, έναν καθρέφτη που, την ίδια στιγμή που σου επιτρέπει να δομείς την υποκειμενικότητά σου, την ίδια στιγμή την αποδομεί γιατί είναι ένας εξωτερικός όρος που νιώθεις ότι σου »στερεί» την αυτάρκειά σου.

Η Αγάπη είναι πιο διαχρονική, συμβολική, συμφιλιωτική, με απωθημένη σεξουαλικότητα.

Ο Έρωτας είναι πιο κυκλοθυμικός, επιθετικός, σεξουαλικός, φαντασιακός, αντιφατικός.

Η αγάπη που περιγράφουμε εδώ ταιριάζει πιο πολύ στη δομή της νεύρωσης, ως οιδιπόδεια αγάπη με πρότυπο τον οικογενειακό κώδικα, ο Έρωτας ταιριάζει πιο πολύ στη διαστροφική δομή των διαφόρων φετιχισμών και του σαδομαζοχισμού, παρότι, όπως είδαμε, μπορεί να πάει πέρα και από το διαστροφικό φετιχισμό και τη φαντασίωση, προς αυτό που ονομάζουμε τρέλα. Με άλλα λόγια, όταν αγαπάς αγαπάς το συμβολικό ρόλο που διαδραματίζει σφαιρικά ο άλλος στη ζωή σου, ενώ η σεξουαλικότητα επιστρέφει ως απωθημένο αλλά ξαναθάβεται στο ασυνείδητο είτε μέσω εμμονικών ψυχαναγκαστικών σκέψεων και τελετουργικών συμπεριφορών, είτε μέσω σωματικών συμπτωμάτων. Όταν αγαπάς ο συμβολικός ευνουχισμός-θυσία απόλαυσης/σεξουαλικότητας έχει τελεστεί αποτελεσματικά, άρα νιώθεις ασφάλεια, δεν έχεις άγχος, μόνο φοβίες-στη λακανική θεωρία, η φοβία είναι μια μερική αποτυχία της συμβολικής λειτουργίας που δείχνει το βαθύτερο υπαρξιακό μας άγχος, χωρίς ωστόσο να διαρρηγνύεται το νευρωτικό πρότυπο.

Η αγάπη είναι συγκαταβατική και ώριμη. Ο έρωτας χωρά το παραλήρημα, παραλήρημα ζηλοτυπίας, καταδίωξης κ.α, σε αυτή την περίπτωση αποκτά μια ψυχωτική, συχνά παρανοϊκή δυναμική (»τρέλα») με φαντασιακή μορφή. Η μόνη »τρέλα» της αγάπης, από την άλλη μεριά είναι μια θυσιαστική τρέλα υπέρ του συμβολικού Νόμου. Μπορώ και να θυσιάσω το σώμα μου για να επιβιώσει το όνομα (ή τα ονόματα) του Άλλου, γιατί το όνομα αυτό οργανώνει το Νόημα το οποίο υπηρετεί το σώμα μου-το »Παιδί» μου, η »Γυναίκα» μου, ο »Άντρας» μου, ο πολιτικός μου »Σύντροφος». Στον έρωτα, η αυτοθυσία έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Θέλω να θυσιάσω το Σώμα μου όχι για να σωθεί το Νόημα του Άλλου, αλλά για να σωθεί ένας άλλος του οποίου το σώμα αποτελεί οριακά μέρος του δικού μου σώματος-σώζοντας τον άλλο, αισθάνομαι πως σώζω τον εαυτό μου από τη ναρκισσιστική κατάρρευσή μου.

Όταν ερωτεύεσαι, επενδύεις τη libido σου φετιχιστικά σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ερωτικού προσώπου ή/και ταλαντεύεσαι στο σαδομαζοχιστικό εκκρεμές: να θες σαδιστικά να προκαλέσεις το άγχος στον άλλο για να επαληθεύσεις ότι επιθυμεί την επιθυμία σου, άρα επιθυμεί να θέσεις εσύ το Νόμο στην επιθυμία του με αποτέλεσμα να του προκαλέσεις τον πόνο, ή μαζοχιστικά να θες να σου προκαλέσει άγχος το άλλο πρόσωπο για να επαληθεύσεις ότι επιθυμεί την επιθυμία σου, επιθυμεί δηλαδή να θέτει το Νόμο της επιθυμίας σου προκαλώντας σου πόνο ως ερωτικό αντικείμενο. Όταν ερωτεύεσαι ο συμβολικός ευνουχισμός-θυσία απόλαυσης/σεξουαλικότητας δεν έχει τελεστεί αποτελεσματικά, άρα έχεις το διαρκές άγχος της θυσίας της απόλαυσής σου.

Η θεμελιακή φαντασίωση της Αγάπης είναι ένα μυθικό σενάριο κατά το οποίο η σεξουαλικότητα θυσιάστηκε για έναν ανώτερο σκοπό. Η θεμελιακή φαντασίωση του Έρωτα είναι το διαρκές κυνήγι της ουτοπίας μιας απόλυτης, δίχως περιορισμούς απόλαυσης, που όμως δεν μπορεί να πραγματωθεί από τη στιγμή που η απόλαυση έχει πράγματι θυσιαστεί με την συμβολική εμφυλοποίηση, τη φετιχιστική προσκόλληση και ευρύτερα τη θυσία της σεξουαλικότητας των σωμάτων μέσα στον πολιτισμό.

Πέρα από την αγάπη και τον έρωτα του υποκειμένου, θέλουμε τώρα να κάνουμε μια άλλου τύπου διάκριση στο εσωτερικό τους, τη διάκριση ανάμεσα στο Ένα και τα Πολλά. Δεν ισχύει λοιπόν ότι η αγάπη μόνο αφορά την αρχή του Ενός. Το Ένα της αγάπης και του Έρωτα, όμως, είναι διαφορετικά.

Όταν αγαπάς σύμφωνα με την αρχή του Ενός , η συμβολική αξία είναι συγκεντρωμένη, συμπυκνωμένη σε ένα συμβολικό Όνομα, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα γυρίζουν γύρω από αυτό το συμβολικό κέντρο, ενώ όταν αγαπάς σύμφωνα με την αρχή του Πολλαπλού, η συμβολική σημασία και η απωθήση σεξουαλικότητας που αυτή συνεπάγεται είναι περισσότερο αποκεντρωμένα κατανεμημένη. Όταν αγαπάς ξανά, επαναλαμβάνεις την ίδια νευρωτική δομή απώθησης της επιθυμίας. 

Όταν ερωτεύεσαι Ένα πρόσωπο, ερωτεύεσαι περισσότερο φετιχιστικά και λιγότερο συμβολικά, όπως είδαμε, κάποια χαρακτηριστικά: στην περίπτωση του ερωτικού Ενός δεν προσκολλάσαι, στη πραγματικότητα, σε ένα συμβολικό Κύριο Όνομα που επιτελεί τη θυσία της απόλαυσης, αλλά σε ένα σύνολο φετιχιστικών χαρακτηριστικών με κάποιο φετίχ κυρίαρχο, που αντιπροσωπεύει υποστασιοποιώντας αντικειμενότροπα (εικονοφαντασιακά, στο αισθητηριακόκυρίως επίπεδο) χαμένη απόλαυση.

Δηλαδή όταν ερωτεύεσαι, τότε ακολουθείς την αρχή όχι του (συμβολικού) Ενός αλλά αυτού που ο Lacan ονομάζει «ενικό χαρακτηριστικό»-το συμβάν του Έρωτα επαναλαμβάνεται με τρόπο που κάθε επανάληψη είναι σύμπτωμα κάθε φορά μιας ανάλογης και τραυματικής συνάντησης με το Πραγματικό και Άγνωστο της απόλαυσης που φετιχοποιούμενη αλλα και μέσω της φαντασίωσης μερικά ελέγχεται, και όχι η επανάληψη της ίδιας δομής απώθησης, όπως συμβαίνει με τη (συμβολική) αγάπη. Με άλλα λόγια, ο Έρωτας είναι η επανάληψη του ερωτικού Χάους στο οποίο προσπαθείς να βάλεις λίγη τάξη, ενώ η Αγάπη είναι η επανάληψη μιας αγαπημένης ασφάλειας που απωθεί και τιθασεύει το Χάος. 

Δυσκολεύεσαι να ερωτευτείς, συνήθως για έναν από τους δύο λόγους: είτε το Φαντασιακό του έρωτα έχει μεταγγραφεί στο Συμβολικό της αγάπης με πολύ αποτελεσματικό τρόπο, με αποτέλεσμα το αγαπητικό Υπερεγώ να υποτάσσει το ναρκισσιστικό Ιδεώδες Εγώ που συγκροτείται μέσω του ερωτικού αντικειμένου και χάριν αυτού. Είτε τόσο το Συμβολικόόσο και το Φαντασιακό έχουν αποδυναμωθεί από μια ορισμένη, «τεχνοκρατική»-υπολογιστική στάση απέναντι στο Πραγματικό του σώματος, που λέγεται συχνά κυνισμός. 

Ο κυνικός συνειδητοποιεί τα αδιέξοδα τόσο της αγάπης όσο και του έρωτα, τόσο του Συμβολικού όσο και τουΦαντασιακού. Σύμφωνα με μια διάκριση του Lacan, αν η έλλειψη στο Συμβολικό ονομάζεται ευνουχισμός (θυσία απόλαυσης) και στο Φαντασιακό ματαίωση, ο κυνικός επιδιώκει να αποφύγει τόσο τις σεξουαλικές θυσίες και απωθήσεις της αγάπης, όσο και τις ερωτικές ματαιώσεις-διαψεύσεις εικονοφαντασιακών προσδοκιών.

Γνωρίζει πως όλος αυτός ο δυισμός που περιγράψαμε μέχρι τώρα, έχει τα όριά του, και πως ο Έρωτας περνά συχνά στην Αγάπη, και μάλιστα τείνει να περάσει σε αυτήν, το Φαντασιακό τείνει να περάσει στο Συμβολικό συμφιλιώνοντας τις αντιφάσεις του ερωτικού πάθους, θυσιάζοντας libido αλλά τοποθετώντας το Πρόσωπο που έχει ερωτικά φετιχοποιηθεί σε μια συμβολική θέση που μπορεί να αγαπηθεί με ασφάλεια και να εγγυηθεί σταθερά μια νοηματοδότηση της ζωής.

Ο κυνικός απαξιώνει το Συμβολικό και το Φαντασιακό, και θεωρεί πως αγάπη και έρωτας είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Προσπαθεί λοιπόν να αποκτήσει μια πρακτική γνώση και να πετύχει έναν σεξουαλικό προγραμματισμό δίχως τη μεσολάβηση των συμβολικών και φαντασιακών αυταπατών. Δεν θυσιάζει απόλαυση σε κάποιο Συμβολικό, αλλά διαρκώς γνωρίζει πως υπάρχει ο κίνδυνος αυτός (»άγχος του ευνουχισμού»). Ο κυνικός έχει διάφορα φετίχ, αλλά σε αντίθεση με αυτόν που ερωτεύεται, δεν ενοποιεί φαντασιακά τον εαυτό του ένα σύνολο ή/και ένα κυρίαρχο ερωτογενές φετίχ. Ο κυνικός χρησιμοποιεί συχνά εργαλειακά το Συμβολικό και Φαντασιακό, λέγοντας ψέματα για το πόσο αγαπάει και πόσο ερωτευμένος είναι, ώστε να εργαλειοποιήσει την άλλη/άλλο. Λέει ψέματα, αναγνωρίζει πως λέει ψέματα, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζει το ψέμα ως συστατικό μέρος τη ζωή και όλων των ανθρώπινων σχέσεων.

Στο βάθος όλων των δομών, το άγχος, και η άμυνα απέναντι στο άγχος της συνάντησης με το Άλλο πρόσωπο και αντικείμενο υπεραπόλαυσης. Αν έχει αποδυναμωθεί το Συμβολικό, αν έχει αποδομηθεί το Φαντασιακό, αν έχουν εκλείψει οι θεμελιακές φαντασιώσεις, νευρωτικού ή διαστροφικού τύπου, με το Θάνατο των Ιδεολογιών και των Ιδανικών, αν είμαστε εκτεθειμένοι στο Πραγματικό.Τότε η απάντηση είναι είτε ο κυνισμός, με το διαρκές του άγχος θυσίας απόλαυσης και τη κυνική εργαλειοποίηση Συμβολικού και Φαντασιακού, που τα θεωρεί για κάθε ανθρώπινη σχέση ένα ψέμα, ενώταυτόχρονα και αντιφατικά γνωρίζει τη πραγματικότητά τους μεταξύ των ανθρώπων, και για αυτό θεωρεί αποτελεσματικό να τα χρησιμοποιεί λέγοντας ψέματα στις άλλες και στους άλλους.

Είτε κάτι άλλο.

Ο Lacan μίλησε για μια Αγάπη ως το να δίνεις ως δώρο αυτό που δεν έχεις. Ειδικά ο ύστερος Lacan (π.χ στο σεμινάριοΑκόμη) σκιαγραφεί μια άλλη διάσταση της Αγάπης, πέραν της οιδιπόδειας αγάπης και του φαντασιακού έρωτα. Ο Έρωτας και ο Θάνατος, από την εποχή του Freud, ήταν οι θεμελιώδεις ενορμήσεις της επιθυμίας. Αυτή η μετα-οιδιπόδεια Αγάπη τοποθετείται στον τόπο του Άλλου, και ταυτόχρονα, μετά τον Lacan, ξέρουμε πως ο τόπος αυτός δεν »υπάρχει», είναι μια ανυπαρξία που έχει όμως πανανθρώπινα αποτελέσματα.

Αν ο Descartes υιοθέτησε μια ριζική αμφιβολία του Συμβολικού για να σταθεί σε μια ακρούλα του φαντασιακού κόσμου το cogito, που στηρίζει το σώμα-ύπαρξη, φαίνεται πως ο κυνικός, με μία ριζική αμφιβολία και μια ριζική ειρωνεία τουΣυμβολικού αλλά και του Φαντασιακού, μένει με ένα τελευταίο υποστήριγμα, τη libido. Δεν είναι όλα libido όμως. Ο άνθρωπος ψάχνει κάτι παραπάνω από αυτό. Και, ταυτόχρονα, όλα όσα μέχρι τώρα γνωρίζει, απαιτούν, πράγματι, τη θυσία libido, αποτελώντας μετουσιώσεις της σε μη σεξουαλικούς στόχους.

Αυτό το άλλο δεν θα ήταν ούτε αγάπη ούτε έρωτας, ή θα ήταν και τα δύο μαζί. Κυρίως, δεν θα στόχευε απλά και μόνο ούτε στο Συμβολικό, ούτε στο Φαντασιακό, ούτε σε μια Κυνική εργαλειοποίηση που προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω από το μανιοκαταθλιπτικό μας εκκρεμές.

Θα στόχευε στο Πραγματικό ως διαδικασία μάθησης, στη μοναδικότητα της συνάντησης δύο πλασμάτων ασύμμετρων, που δεν μπορεί να τυποποιηθεί από τη γνώση, αλλά μπορεί να μαθευτεί στην επίμονη διαδικασία της πράξης. Αγαπάμε με αυτό το τρόπο όταν αγαπάμε όχι τον άλλο ως φετιχιστικό αντικείμενο ή τον άλλο ως συμβολικό υποκείμενο, αλλά όταν αγαπάμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο υπάρχουμε μαζί της, αυτό που μας περιβάλλει μαζί του. Αλλά για στοχεύσουμε σε αυτό το Πραγματικό, πέρα από τη συμβολική και εικονοφαντασιακή ταυτοποίηση υποκειμένων και αντικειμένων, πρέπει να είμαστε διατεθειμένες και διατεθειμένοι, πράγματι, να δώσουμε αυτό που δεν έχουμε, μια αλήθεια του »εαυτού» μας που δεν κατέχουμε, να δώσουμε ο ένας στον άλλο την έλλειψή μας: το Πραγματικό που μας διαφεύγει και που παράγεται σε ένα κοινό, εκφραστικό ασυνείδητο, με την ελάχιστη απώθηση και λογοκρισία, μέσα στο οποίο είμαστε ριγμένοι. Να δώσουμε αυτό το Πραγματικό που ούτε συμβολικά μπορούμε να γνωρίσουμε και ερμηνεύσουμε, ούτε φαντασιακά μπορούμε να ταυτοποιήσουμε το Εγώ μας μέσα σε αυτό. Ίσως ο Lacan δεν έχει δίκιο που λέει πως όταν δίνεις το αδύνατο ο άλλος δεν το θέλει, ίσως τελικά και ο άλλος, αυτό το Πραγματικό, το θέλει.  Αλλά δεν υπάρχει εγγύηση.

Το μέλλον των προσωπικών μας σχέσεων θα είναι η σύγκρουση του σύγχρονου Κυνισμού με αυτό που δεν έχουμε συλλάβει ακόμα. Οι σχέσεις των φύλων ανακατανέμονται και πολλαπλασιάζονται. Το φαντασιακό-ερωτικό Δύοτου ζεύγους, φαντασιωτικά ενωμένο στο συμβολικό Ένα, κλονίζεται, όπως στην Πολιτική δέχονται πλήγμα όλες οι »μεγάλες αφηγήσεις» στο όνομα των μικρών χαρών, που είναι όμως ανεπαρκείς. Και σε περίοδο Κρίσης φαίνεται αυτό: ο άνθρωπος δεν μπορεί να επουλώνει τα τραύματά του μόνο με μικρές- τετριμμένες χαρές και ηδονές.

Αρκετά μας υπέβαλλαν την ιδέα ότι θα πρέπει να ικανοποιούμαστε με τα λίγα, με τα οποία δεν ικανοποιούμαστε, με τα οποία καμιά φορά δεν μπορούμε έστω υποφερτά να ζήσουμε.

____________________________________________________________

Από:http://bestimmung.blogspot.gr/2016/09/miller.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s