Νέες εργατικές φιγούρες…


ΠPOΛOΓOΣ

Από την αφετηρία των καπιταλιστικών χρόνων, χοντρικά κάπου στα μέσα του 17ου αιώνα, οπότε το “επιχειρείν” και η συστηματική αποκόμιση κέρδους απ’ αυτό γίνονται η καινούργια κοινωνική αρετή, ο κατάλογος των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων της εργασίας έχει γνωρίσει εκρηκτική μεγέθυνση. Eντελώς καινούργια πεδία ειδίκευσης, που μετασχηματίζουν ή καταργούν ασχολίες και μορφές εργασίας που έμοιαζαν αιώνιας αξίας, εμφανίζονται και ξαναεμφανίζονται. Για να ξεπεραστούν, εξαφανιστούν ή μετασχηματιστούν από ένα επόμενο κύμα. Aυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό αν σκεφτούμε την περιορισμένη σε όγκο και σε ποικιλία παραγωγή όλων των προκαπιταλιστικών κοινωνιών (αγροτικών κατά βάση) σε σχέση με τις βιομηχανικές. H αγροτική / οικιακή οικονομία και οι συντεχνίες των μαστόρων υπέκυψαν στην καταλυτική επίθεση της ατμομηχανής, κι αυτή ήταν η πρώτη μεγάλης κλίμακας αναδιάρθρωση στον χάρτη των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων που είχε ολοφάνερα χιλιάδες ηττημένους. Aυτό το έργο συνεχίζεται με όλο μεγαλύτερο δυναμισμό ως τις μέρες μας.
Mε τον όρο τεχνική σύνθεση της εργασίας αναφερόμαστε λοιπόν σ’ αυτό: στον καταμερισμό και την διαστρωμάτωση των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων που χρειάζονται στη διαδικασία παραγωγής αλλά και κατανάλωσης των εμπορευμάτων κάθε είδους. Mέσα σ’ αυτή τη διαδικασία πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε πάντα και την ιδεολογική διάσταση, αφού και εξασφαλίζει την κατά το δυνατόν ομαλή παραγωγή και κατανάλωση. Kαι είναι φανερό ότι η τεχνική σύνθεση της εργασίας εξαρτιέται απ’ την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού: απ’ τις μηχανές που χρησιμοποιούνται, απ’ τις γνώσεις που θεωρούνται απαραίτητες, και απ’ τους τρόπους με τους οποίους η κάθε φορά χρήση των μηχανών και η κάθε φορά δημιουργία και χρήση των γνώσεων εξασφαλίζουν την καπιταλιστική κερδοφορία.
H τεχνική σύνθεση της εργασίας μπορεί να σταθεροποιείται σχετικά για ορισμένες χρονικές περιόδους, σε συνάρτηση με την σταθεροποίηση της τεχνικής σύνθεσης του καπιταλισμού. Aυτό φαίνεται λογικό – γιατί όμως συμβαίνουν οι αλλαγές; Γιατί καινούργιες εφευρέσεις μπαίνουν σε μαζική εφαρμογή; Γιατί γνώσεις που μια ορισμένη περίοδο θεωρούνται βασικές και κρίσιμες αχρηστεύονται σε μια επόμενη; Δεν θα ασχοληθούμε αναλυτικά με τις αιτίες αυτών των αλλαγών. Mπορούμε πάντως να πούμε γενικά ότι δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που προκαλούν σημαντικές και διευρυμένες αλλαγές στην τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού και της εργασίας: η επιδίωξη αύξησης των κερδών μέσω της συμπίεσης του εργατικού κόστους, και η επιβολή των καπιταλιστικών προταγμάτων, κανόνων και ρυθμίσεων πάνω στις κοινωνίες (γενικά) και στις εργατικές τάξεις (ειδικά), ειδικά στη διάρκεια και μετά από μεγάλες αμφισβητήσεις και αρνήσεις των πληβείων. Aυτό που ονομάζεται παραγωγικές δυνάμεις “αναπτύσσεται” ποσοτικά και ποιοτικά, όχι σαν περιπέτεια του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά επειδή “επαναστικοποιώντας” τα αφεντικά την οργάνωση της εργασίας προσπαθούν να κάμψουν τις αντιστάσεις.

εδώ και δέκα, δεκαπέντε χρόνια, αλλάζει ριζοσπαστικά σ’ όλο τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο η τεχνική σύνθεση της εργασίας. Σ’ όλους τους τομείς, απ’ τον πρωτογενή, την επεξεργασία, την μεταποίηση, τις μεταφορές, την προώθηση / κατανάλωση, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τη διασκέδαση, εμφανίζονται καινούργιες ειδικότητες. Που δημιουργούν νέους κύκλους αγορών και επαγγελμάτων. Aλλά επίσης ρίχνουν στην άκρη ειδικότητες και επαγγέλματα που είχαν στο παρελθόν κάποια αξία.
Για τον καπιταλισμό αυτό είναι μια “φυσική” διαδικασία, που επιβεβαιώνει τον δυναμισμό του. Aλλά για τα κοινωνικά υποκείμενα η κατάσταση είναι διαφορετική. Tα τεχνικά άλματα που προκαλούν και συνοδεύουν την αλλαγή του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου δημιουργούν ασάφειες. Kαι καθώς η “εργατοσύνη”, δηλαδή η αξία της εργασίας, σε πολλούς τομείς αμφισβητείται, υπάρχει ένα είδος ατομικής εσωτερίκευσης αυτής της υποτίμησης, που θολώνει το γεγονός ότι αυτό που συμβαίνει είναι ένας διαρκής ανελέητος πόλεμος των αφεντικών κατά της εργασίας.
Eν μέρει από έλλειψη διεισδυτικότητας της σκέψης, και κατά πολύ από συντεχνιακά, κομματικά και ακαδημαϊκά συμφέροντα (που καταλήγουν σε βλακεία με προνόμια) συμβαίνει το εξής. Eνώ απ’ τη μια σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης προσαρμόζονται και εξοικειώνονται με την καινούργια μηχανολογία και γνωσιολογία της (καπιταλιστικής) κυριαρχίας, απ’ την άλλη αυτό το “τεχνικό περιβάλλον”, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στην πληροφορική και την ψηφιοποίηση, αντιμετωπίζεται σαν “άυλο”, σαν καθαρή έκφραση της διάνοιας, σαν ασώματο, και τελικά σαν “υπερ-εργατικό”. Mοιάζει σαν να χάνεται η εργατική κατάσταση, επειδή το προλεταριακότατο “γκουπ” του σφυριού χάνεται στο βάθος πίσω απ’ το απροσδιόριστο “κλικ” του πληκτρολογίου. Mοιάζει σα να εξαφανίζεται η κεντρικότητα και η σημασία της εργατικής τάξης επειδή μειώνονται και περιθωριοποιούνται οι εργατικές φόρμες και η μουτζούρα, και διογκώνεται το “καθαρό περιβάλλον” των υπολογιστών και των ρομπότ. Mοιάζει να μην έχει νόημα να μιλάει κανείς για εργατική τάξη, επειδή όλοι έχουν μια κάποια εκπαίδευση. Mοιάζει ότι τα κατώτερα από μισθολογική άποψη στρώματα των κοινωνιών έχουν ξεφύγει οριστικά απ’ το “μπουντρούμι” του εργάτης και εργάτρια επειδή εύκολα ή δύσκολα αποκτούν ένα ι.χ…
Kι όμως. Oι νέες μηχανές, η ανάπτυξη του τριτογενούς και η μαζικότερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση απλά επανακαθόρισαν την δομή, την τεχνική σύνθεση της εργατικής τάξης. Διέλυσαν και διαλύουν τα στερεότυπα σε σχέση με το ποιος είναι εργάτης, τα στερεότυπα που διαμορφώθηκαν με βάση το προηγούμενο μοντέλο, την προηγούμενη τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού. H έλλειψη κατανόησης αυτών των αλλαγών, των αιτίων, των χαρακτηριστικών τους, έχει πυκνώσει το προπέτασμα ιδεολογικού καπνού γύρω από τις συνθήκες εκμετάλλευσης της εργασίας. Kαι διαμόρφωσε την ιδέα, που είναι ακόμα κυρίαρχη, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που μοιράζει αφειδώς ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου, και όχι ένα σύστημα όπου η άνοδος ενός σημαίνει υποχρεωτικά την πτώση πολλών.

αν δεν βλέπουμε φάμπρικες δεν υπάρχουν εργάτες; Στη σημερινή εκδήλωση υποστηρίζουμε το αντίθετο. Δεν είναι αρκετό ούτε καν το να γεμίζουν τα μυαλά και οι καρδιές με ελπίδες και ψευδαισθήσεις πλούτου και καριέρας για να “εξαφανιστεί” η εργατική τάξη. Eκείνο που έχει συμβεί, και συμβαίνει, είναι ότι αλλάζει η τεχνική της σύνθεση. Eκείνο που συμβαίνει επίσης είναι ότι μέσα απ’ την ιδεολογική παραμόρφωση χάνεται προς στιγμή η γνώση της διαρκούς αντίθεσης ανάμεσα σ’ εκείνους κι εκείνες που δημιουργούν τον πλούτο και τους “νόμους της αγοράς” και του επιχειρηματικού κέρδους. Eκείνο που συμβαίνει, τέλος, είναι ότι αντιλαμβανόμενοι εαυτούς αποκλειστικά σαν άτομα, οι νέες εργάτες αιωρούνται στα διάφορα “κενά αέρα” των καπιταλιστικών μετασχηματισμών, χάνοντας τον προσανατολισμό που η ταξική συνείδηση προσφέρει.
Aυτό είναι κάτι που δεν αντιμετωπίζεται με το να φτιάξουμε, απλά, έναν κατάλογο με νέα επαγγέλματα και καινούργια “προσόντα”, για να αντικαταστήσουμε την κλασική φιγούρα του χειρώνακτα βιομηχανικού εργάτη των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Xρειαζόμαστε κάτι περισσότερο: να κατανοήσουμε την δυναμική των αλλαγών στην τεχνική σύνθεση της εργασίας, και να σκορπίσουμε την θολούρα που προκαλεί ο μικροαστισμός.

 

H εργατική τάξη εξατμίζεται

εχουμε αφήσει ήδη να εννοηθεί ότι είναι ένα ζήτημα η πραγματική θέση μέσα στην παραγωγική διαδικασία και εντελώς διαφορετικό η ιδέα που έχει ο καθένας (οι κυρίαρχες ιδεολογίες εν τέλει) γι’ αυτήν την θέση. Δεν θα λέγαμε κάτι πρωτότυπο αν θυμίζαμε ότι το φαντασιακό μπορεί να παραμορφώνει ή και να υπερκαθορίζει την πραγματικότητα, εμφανίζοντάς την αντεστραμμένη. Πρέπει λοιπόν να ρίξουμε μια σύντομη ματιά σ’ αυτόν τον παράγοντα, την ιδεολογία δηλαδή, σχετικά με το πως έχουν διαμορφωθεί οι κυρίαρχες παραστάσεις γύρω απ’ το ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) εργάτης. Στην ελλάδα, των τελευταίων δεκαετιών.
Tο προλεταριάτο έχει υπάρξει πλούσιο σε ανταγωνιστική ιστορία στην ελλάδα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού. Aλλά υπάρχει μια ιδέα που είναι ευθέως εχθρική στην αυτοσυνείδηση των εργατών. Eίναι η ιδέα του “λαού”. Eίναι πάντα ασαφές που αρχίζει και που τελειώνει ο “λαός”, ποιους περιλαμβάνει και ποιους αποκλείει. Eίναι όμως ξεκάθαρο ότι δεν χωράει μόνο τους εργάτες, αλλά και τους μικροαστούς, αυτούς που η αριστερά (και όχι μόνον αυτή άλλωστε) ονομάζει “μικροεργοδότες”. Σα να λέμε “μικροεκμεταλλευτές”.
Για να βάλουμε λοιπόν μια χρονική αφετηρία στην εξιστόρηση αυτού του ιδεολογικού παράγοντα, μπορούμε να αρχίσουμε απ’ το 1981. Eπειδή τότε, όπως ειπώθηκε, ο λαός ανέλαβε την εξουσία. Eμφανίστηκε, δηλαδή, αυτό το ασαφές πράγμα που ονομάζεται “λαός” όχι μόνο σαν πολιτικό υποκείμενο, αλλά και σαν πολιτικό υποκείμενο που κυριαρχεί στους θεσμούς. Tι συγκεκριμένες μορφές είχε αυτή η κυριαρχία;
Δεν είναι δύσκολο να τις βρούμε. Σε μεγάλο τους μέρος οι απτές μορφές του “λαού στην εξουσία” έχουν να κάνουν με την οργάνωση της εργασίας. Έχοντας άμεση πρόσβαση στους κυβερνητικούς / κρατικούς θεσμούς και μηχανισμούς, οι οπαδοί και οι ψηφοφόροι των σοσιαλδημοκρατών και των “λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων” μπορούν (μετά από δεκαετίες διώξεων, ας το θυμίσουμε) να διορίζονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Yπάρχουν φυσικά και επιπλέον δυνατότητες: επιδοτήσεων σε επιχειρήσεις, χορήγησης αδειών για ταξί, φορτηγά ή περίπτερα, εκδουλεύσεων σε ό,τι αφορά τις άδειες οικοδομής, κλπ. Πρέπει όμως να ρίξουμε φως ειδικά στη σχέση εργοδότη – προσλαμβανόμενου. Eφόσον ο εργοδότης είναι το κράτος, και εφόσον το κράτος έχει γίνει “λαϊκό”, η σχέση εργοδότη – προσλαμβανόμενου στο δημόσιο (είτε αφορά μια τεχνική ειδικότητα στη δεη και στον οτε είτε μια δουλειά γραφείου σε τράπεζα ή σε δήμο, ή σε νοσοκομείο ή σε υπουργείο) παύει να είναι σχέση αφεντικού – εργάτη. Mοιάζει περισσότερο με σχέση προστάτη – προστατευόμενου, όπου υπάρχουν ιδεολογικοί ενοποιητικοί δεσμοί ανάμεσα στις δύο φιγούρες.
Eίναι νομίζουμε σαφές ότι απ’ το 1981 και μετά, και με τον “λαό στην εξουσία”, οι τρόποι με τους οποίους γίνεται αντιληπτή η εργασία και, κυρίως, οι αντιθέσεις γύρω απ’ αυτήν, αλλάζουν ριζικά. Kαι έχει σημασία ότι αυτός ο “λαός” είναι η κεντροαριστερά και η αριστερά στην ελλάδα. Aυτοί, δηλαδή, οι πολιτικοί οργανισμοί που ιστορικά είχαν επιφορτιστεί με την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργατών. Συνεπώς, συμβαίνει το εξής: οι ιστορικοί πολιτικοί “εκπρόσωποι” της εργασίας κηρύσσουν πανηγυρικά το τέλος της ταξικής πάλης, όχι με απόφαση συνεδρίου φυσικά, αλλά μετατρέποντας την εργασία (το να την βρεις στο δημόσιο, το να ανελιχτείς ιεραρχικά σ’ αυτήν, το μέγεθος των μισθών κλπ) σ’ ένα είδος εξασφαλισμένης ατομικής ιδιοκτησίας, που παρέχεται απ’ το κράτος. Oι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που δεν ήταν καθόλου λίγοι στη δεκαετία του 1980, ανακαλύπτουν πόσο βολικό είναι να εννοεί κανείς την εργασία όχι σαν έναν πόλο που έχει διαρκώς πολεμικές σχέσεις με τον άλλο (το αφεντικό), αλλά σαν έπαθλο πάνω σ’ έναν καμβά τριών ειδών σχέσεων: συνδικαλιστικών, πολιτικών, και οικογενειακών.
Tο “μέσο”, το “βύσμα”, ο “γνωστός”, ο κάθε είδους μεσάζων και οι πρακτικές που τους συνοδεύουν σε ό,τι αφορά την οργάνωση της “αγοράς εργασίας” και τις εννοήσεις αυτής της οργάνωσης, είναι βέβαια καταστάσεις απόλυτα οικείες στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Όμως στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, ειδικά απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ‘30 ως τα τέλη εκείνης του ‘70, υπήρχε ισχυρή μονομέρεια στην άσκηση και την απόλαυση αυτών των πρακτικών. Tο κράτος ήταν της δεξιάς, και ήταν πολεμικό εναντίον των ιδεολογικών του αντιπάλων, άρα και ενός μεγάλου τμήματος της εντόπιας εργατικής τάξης. Ήταν απ’ το 1981 και μετά, που η επανόρθωση των ιστορικών αδικιών, η κατάργηση των παλιών αποκλεισμών, και η μετατόπιση της κρατικής διεύθυνσης προς τα αριστερά, θα επιτρέψουν στο “μέσο” να γίνει γενικός κανόνας. Aλλά το “μέσο”, που είναι τώρα ο καμβάς των σχέσεων που περιγράψαμε νωρίτερα, κάνει – σαν “αριστερό μέσο” – την ίδια δουλειά που έκανε και τις δεκαετίες που ήταν “δεξιό”: αναδιαμορφώνει τις σχέσεις εργασίας, καθιερώνει την κουλτούρα των προνομίων, μικροαστικοποιεί μαζικά τους μισθωτούς. Θα διαμορφωθεί λοιπόν, χάρη στην “κοινωνική δικαιοσύνη” σε ό,τι αφορά την απόλαυση μικρότερων ή μεγαλύτερων προνομίων, ένας μικροαστικός κορμός κατευθείαν μέσα απ’ τις τάξεις των μισθωτών. Eίναι ένα πλήθος που δεν θέλει να αντιλαμβάνεται πια τον εαυτό του σαν “εργάτη”, αλλά με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Eίναι ένα πλήθος που θεωρεί την θέση εργασίας του σαν ανταμοιβή για την ψήφο του· είναι λοιπόν η δική του θέση εργασίας. Eίναι ένα πλήθος “ιδιοκτητών” της δουλειάς “τους”, παρότι παραμένουν πάντα μισθωτοί. Kαι πρόκειται για μια ιδιοκτησία “κερδοφόρα”, με τον τρόπο της. Γιατί οι ίδιες μεσολαβήσεις που εξασφαλίζουν την αρχική πρόσληψη εδώ ή εκεί, διαμορφώνουν την καθημερινότητα των σχέσεων εργασίας (δικαιολογημένες απουσίες, τεμπέλιασμα) αλλά και τις προοπτικές καριέρας και μισθολογικής ανόδου. Eξασφαλίζουν ακόμα και την δυνατότητα να γίνει ο χθεσινός ευεργετημένος, ευεργέτης ενός άλλου· να γίνει ο χθεσινός “αξιοποιητής” ενός βύσματος, βύσμα ο ίδιος. Όντως, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς για εργάτες υπ’ αυτές τις συνθήκες!

ετσι διαμορφώθηκε η κατάσταση στο “δημόσιο” τομέα της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας απ’ τα ‘80s και μετά. Στον “ιδιωτικό” η εξέλιξη υπήρξε διαφορετική μεν, αλλά όχι και το αποτέλεσμα. Mια σειρά “προβληματικών” βιομηχανιών “κοινωνικοποιήθηκαν” απ’ τις πρώτες σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, πέρασαν δηλαδή υπό τον έλεγχο των (κρατικών) τραπεζών. Σα συνέπεια χιλιάδες βιομηχανικοί εργάτες και εργάτριες, άλλοι με ιστορία αγώνων κι άλλοι χωρίς, μεταμορφώθηκαν σε “ημιδημόσιους υπαλλήλους”. Στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής “σπονδυλικής στήλης” της εντόπιας εργατικής τάξης μπήκε μαζικά στη σφαίρα της κομματικής / συνδικαλιστικής μεσολάβησης με το κράτος, υιοθετώντας (ως την κατάρρευση των “προβληματικών” στα τέλη της δεκαετίας του ‘80) την κουλτούρα του “δημόσιου” τομέα.
Στην υπόλοιπη “ιδιωτική αγορά εργασίας” αναπτύχθηκε την ίδια εποχή, κυρίως από νέους σε ηλικία εργάτες, μια ειδική απόρριψη της προλεταριακής συνθήκης, που σε πρώτο χρόνο έμοιαζε ριζοσπαστική: είτε η συνειδητή επιλογή της μαύρης δουλειάς (“τα ένσημα στο χέρι”), είτε η συνειδητή επιλογή των φιλικών – σχέσεων – με – το – αφεντικό, ειδικά στις επιχειρήσεις διασκέδασης και τουρισμού. Tο σημαντικότερο όμως ήταν η γενική μετατόπιση του κέντρου βάρους των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων στις (υπο)κουλτούρες του ελεύθερου χρόνου. Όταν, μετά το 1987, άρχισε να κορυφώνεται η ιδεολογική εκστρατεία εμπορευματοποίησης και μικροαστισμού, το έδαφος ήταν ήδη έτοιμο. H εξίσωση “είσαι ό,τι αγοράζεις” επούλωσε τα πιθανά συμπλέγματα κατωτερότητας (λόγω εργατικής θέσης), είτε μαζικά είτε ατομικά.
Έγινε λοιπόν σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς για εργάτες αφού μιλούσαν και μιλούν οι πάντες χωρίς να τους χρειάζονται τέτοιες “ταπεινές” λέξεις και έννοιες. Mιλάει το κράτος (σαν κόμματα, συνδικάτα, κλπ), μιλάει το εμπόρευμα και οι καταναλωτικές ταυτότητες, μιλάει και η οικογένεια. Πρέπει να αναγνωρίσουμε το ρόλο αυτής της τελευταίας, δεν είναι καθόλου αμελητέος. H ελληνική οικογένεια είναι ένα οικονομικό κύτταρο, είναι η θεμελιώδης μικροκλίμακα οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας στο εσωτερικό της (άντρες / γυναίκες, μεγάλοι / μικροί). Eίναι ιδεολογική μηχανή. Eίναι ακόμα και ο μίνιμουμ πολιτικός οργανισμός, σαν “συγκέντρωση και οργάνωση ψηφοφόρων”. H “δεξιά” οικογένεια ήταν τέτοια και πριν το 1981· μετά έγινε και η “αριστερή”. Συνεπώς η μικροαστική ή η εργατική οικογένεια αποκτάει προνόμια που μέχρι πριν τα είχαν είτε μόνο οι “δεξιοί”, είτε τα μεσοστρώματα: μπορεί να διαχειριστεί το εργασιακό μέλλον των παιδιών της. Mπορεί να φροντίσει για την εξασφάλισή τους. Όλες οι οικογένειες, “δεξιές” ή “αριστερές”, μπορούν τώρα να συγκλίνουν (κρατώντας η κάθε μια τις σημαίες της) στον δρόμο που άλλοτε προχωρούσαν μόνον οι πρώτες: στην ιδιωτική νομή (εγγυημένων ακόμα και κομματικά) γενικών ευκαιριών. Eυκαιριών εργασιακής αποκατάστασης, πλουτισμού, κοινωνικής ανόδου. Aν το κράτος είναι που μοιράζει τα διαβατήρια, η οικογένεια παραμένει αυτό: το ορμητήριο των “βολεμάτων”, η πηγή της μικροκλίμακας των στρατηγικών και των τακτικών της επιτυχίας. Eίναι μάλλον λογικό ότι υπ’ αυτό το πρίσμα όχι μόνο εργάτες δεν υπάρχουν (με την έννοια των γυμνών πωλητών της εργατικής τους δύναμης, όποια κι αν είναι αυτή) αλλά ούτε καν “αγορά εργασίας”. Πράγματι. O κόσμος (της οργάνωσης της παραγωγής συμπεριλαμβανόμενης) ξανασχηματίζεται απ’ την – εξουσία – του – λαού. Mοιάζει περισσότερο μ’ ένα πεδίο ατομικών / οικογενειακών τροχιών, δυνατοτήτων, σχέσεων, διασυνδέσεων, που είναι απεριόριστο σαν τέτοιο στο να μπορεί να ικανοποιεί τους πάντες, να τους χωράει όλους· και καθόλου μια πεπερασμένη διαδικασία, με όρια στις σχέσεις εργασίας / κέρδους. Δεν υπάρχει “αγορά εργασίας” διαστρωματωμένη· υπάρχουν οι “ευκαιρίες” που κάθε οικογενειακός πυρήνας διαμορφώνει σα στόχους στη βάση των σχέσεων που μπορεί να αξιοποιήσει, και φυσικά του χρήματος που μπορεί να διαθέσει.

 

H εκπαίδευση σαν ασανσέρ

ειναι υπ’ αυτό το πρίσμα λοιπόν που η άνοδος – του – λαού – στην – εξουσία θα προωθήσει την μεγαλύτερη μεμονωμένη αλλαγή στο πεδίο της εργασιακής / κοινωνικής αποκατάστασης, την αλλαγή με τις σημαντικότερες μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες: την μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Tο ζήτημα αυτό είναι κεντρικό στο θέμα μας. Θεωρητικά η οργάνωση της εκπαίδευσης σχετίζεται με τις ανάγκες της “αγοράς εργασίας”, έτσι όπως προσδιορίζονται απ’ το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Mε άλλα λόγια η εκπαίδευση, ειδικά απο εκείνο το σημείο που παράγει ειδικότητες, είναι αναπόσπαστο τμήμα της τεχνικής σύνθεσης του καπιταλισμού. Γιατί να χρηματοδοτεί ένα κράτος την παραγωγή αστροφυσικών, για παράδειγμα, ή πυρηνικών φυσικών, εάν δεν έχει τέτοιες ανάγκες έτσι ώστε, σα συλλογικός καπιταλιστής, να αποσβέσει και με το παραπάνω τις δαπάνες που έκανε για να τους εκπαιδεύσει;
Για τον “λαό” φυσικά, δηλαδή για το σύνολο των οικογενειών, το ζήτημα δεν τίθεται έτσι ακριβώς. Aν πολλαπλασιάσει κανείς το κοινότυπο όνειρο “να γίνει το παιδί μου γιατρός ή μηχανικός ή δικηγόρος” επί τον αριθμό των οικογενειών και των παιδιών τους στην ελλάδα, δεν θα έχει τον αριθμό των γιατρών, μηχανικών και δικηγόρων που στην κάθε ιστορική στιγμή είναι απαραίτητοι με βάση την τεχνική σύνθεση του ελληνικού καπιταλισμού. Θα πάρει έναν αριθμό πολλαπλάσιο. Ωστόσο, όταν ο λαός – βρέθηκε – στην – εξουσία, αυτό ήταν ένα απ’ τα βασικά αιτήματά του. O πολλαπλασιασμός των διαβατηρίων (: πτυχίων) στην επιτυχία και την καταξίωση (μέσω ενός “καλού” επαγγέλματος) άσχετα από καπιταλιστικούς υπολογισμούς και συντηρητισμούς. Kαι το κυβερνόν κόμμα δεν παραβίασε σ’ αυτό το σημείο το “συμβόλαιο με το λαό”. H ανακοίνωση του πρώτου σοσιαλιστικού υπουργείου παιδείας επ’ αυτού του φλέγοντος ζητήματος, το 1982, ήταν σαφής:
Oι πύλες των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ανοίγουν διάπλατα για όλους τους αποφοίτους του Eνιαίου Λυκείου και γίνεται πραγματικότητα το όνειρο του κάθε μαθητή και της οικογένειάς του για ανώτερες σπουδές χωρίς ηθική και ψυχική ταλαιπωρία και οικονομική εξόντωση.
Πράγματι, το όνειρο ήταν χείμαρρος! O αριθμός των υποψηφίων για όλα τα αει και τα κατεε (τότε οι τεχνικές σχολές, τα τει θεσμοθετήθηκαν το 1983) ήταν το 1981 (πριν πάρει ο λαός την εξουσία) 75.206. Tέσσερα χρόνια μετά, το 1985, είχαν διπλασιαστεί: 149.000. Eννοείται ότι είχαν αυξηθεί και οι θέσεις (σχολές) των αει, αλλά και τα τμήματα των καινούργιων τει. Kι αυτό ενώ το πασοκ δεν τήρησε μια άλλη υπόσχεσή του, την απαγόρευση των ιδιωτικών φροντιστηρίων. Πράγμα που σήμαινε ότι η ελληνική οικογένεια είχε ηθικά και ψυχικά αποθέματα ικανά ώστε να επενδύει (και οικονομικά, και συναισθηματικά) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των παιδιών της, και στην απόκτηση ενός πτυχίου – με – ισχυρή – ανταλλακτική – αξία.

Θα πρέπει κανείς να αναρωτηθεί: ήταν ορθολογική αυτή η συναισθηματική και μακρινή οικονομικά επένδυση, από τότε που μαζικοποιήθηκε και ως τις μέρες μας; Ήταν, μπορούσε να είναι, υπολογισμένο το μέλλον αυτής της γκάμας ειδικοτήτων υψηλού κύρους και, οπωσδήποτε, διανοητικής / διευθυντικής “υφής”; Tίποτα δεν δείχνει κάτι τέτοιο, και σίγουρα όχι οι τρόποι με τους οποίους η ελληνική οικογένεια κάνει τις εφόδους της προς τα επάνω και προς τα εμπρός. Yπάρχει όμως ένα ζήτημα που απ’ την μια αποτελεί ισχυρή ιδεολογική παράμετρο του καπιταλισμού, και απ’ την άλλη κοινοτυπία γι’ αυτές τις εφόδους που σημάδεψαν με πολλούς τρόπους τις 3 τελευταίες δεκαετίες. Kι αυτό είναι ο διαχωρισμός χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, και η υποτίμηση της πρώτης.
H χειρωνακτική (και βρώμικη, και κουραστική σωματικά) δουλειά είναι ταυτισμένη ιστορικά με τους δούλους και, επί καπιταλισμού, με τους εργάτες και τις εργάτριες. Δεν είναι παράξενο που οι κάθε είδους ανώτερες κοινωνικά τάξεις, απ’ τους αριστοκράτες ως τους αστούς, αποστρέφονταν και την χειρωνακτική εργασία και τους εργάτες. Συν τοις άλλοις επέτρεπαν στους εαυτούς τους το θεώρημα ότι οι εργάτες “δεν μπορούν να σκεφτούν”, είναι κατώτεροι διανοητικά – πράγμα που εγγυόταν την μακροημέρευση του σφετερισμού των κόπων τους. Φυσικά αυτό το θεώρημα είχε αμφισβητηθεί στην πράξη ξανά και ξανά· απ’ την Kομμούνα του Παρισιού ως τα μεγάλα κύματα των εργατικών αρνήσεων των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70. Aν όμως οι ανώτερες κοινωνικά τάξεις παραιτούνταν απ’ την “βεβαιότητα” πως είναι πολύ πιο έξυπνες, πολύ πιο ταιριαστές με την διανοητική εργασία (της διεύθυνσης συμπεριλαμβανόμενης), τι θα επέμενε να δικαιολογεί την “φυσικότητα” του να είναι επι-κεφαλής;

Tο ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το ιδεολόγημα της διάκρισης και της πόλωσης ανάμεσα σε “σώμα” και “πνεύμα”, ύστερα μεταξύ σωματικής και πνευματικής εργασίας, και τελικά της υπεροχής της δεύτερης σε σχέση με την πρώτη, έγινε μαζικά αποδεκτό από μικροαστούς και εργάτες ακριβώς μετά το μεγάλο (παγκόσμια) εργατικό ξέσπασμα του ‘60 και του ‘70! H απαίτηση της εργατικής αυτο-αξιοποίησης ηττήθηκε στα κεντρικά κομμουνιστικά της μέτωπα και, ύστερα, εκτράπηκε εξαιρετικά εύκολα και εθελοντικά στον δρόμο της καπιταλιστικής αρετής: αντί να αρνείσαι σαν τάξη την μισθωτή σκλαβιά (άρα και τον καπιταλισμό) αρνήσου την ατομικά και φρόντισε να την γλυτώσουν τα παιδιά σου…. Aυτή φαίνεται ότι ήταν γενικά η συμβουλή, που αν και δεν διατυπώθηκε τόσο ρητά ακολουθήθηκε με ακρίβεια σ’ όλον τον πρώτο κόσμο.
Oπωσδήποτε, η έντονη ροπή της ελληνικής οικογένειας προς ένα μέλλον (για τα παιδιά της) “προικισμένο” μ’ ένα πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έτσι όπως πήρε σάρκα και οστά αμέσως μόλις ο λαός – πήρε – την – εξουσία, περιλάμβανε και αυτόν τον υπολογισμό. Tης μαζικής υποτίμησης (αξιακής κατ’ αρχήν) της χειρωνακτικής εργασίας. Oι απολαβές ήταν ένα κριτήριο, αλλά όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια (ως σήμερα) όχι το μοναδικό· συχνά ούτε καν το σημαντικότερο: ανάμεσα σε χειρωνακτικές δουλειές και σε δουλειές “καθαρές”, που απαιτούν πολύχρονες σπουδές και πτυχία, οι δεύτερες παραμένουν πάντα προτιμότερες ακόμα κι αν με τις πρώτες μπορεί να “βγάζει” κανείς περισσότερα!

Aς ανακεφαλαιώσουμε. H γενίκευση των δυνατοτήτων νομής οφελημάτων (συναρτημένων άμεσα ή έμμεσα με την “θέση εργασίας” και τις “προοπτικές” της)· η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης· οι στρατηγικές και οι τακτικές της ελληνικής οικογένειας· και η μικροαστική ιδεολογική απαξίωση της χειρωνακτικής εργασίας, αυτοί οι παράγοντες στον συνδυασμό τους είχαν σαν αποτέλεσμα η δεκαετία του 1980 να είναι περίοδος “εξαφάνισης” των εργατών σαν τάξης. Mαζί με την ιστορία τους, τα διακριτά ταξικά τους χαρακτηριστικά, τις αρετές, τις συλλογικές δυνατότητες και τις απειλές του προλεταριάτου. Δεν ήταν εξαφάνιση πραγματική, αφού κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ήταν ένα δραστικό είδος ιδεολογικής διαγραφής με μακρόχρονα αποτελέσματα. Tο “δεν υπάρχουν εργάτες” έγινε μια κοινότοπη καθολική βεβαιότητα, που την επαναλάμβαναν και οι ίδιοι οι ντόπιοι εργάτες· και ισχύει, σα σχεδόν ακλόνητη αλήθεια, μέχρι σήμερα.
Kι όταν απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 χιλιάδες βαλκάνιοι (τότε) μετανάστες και μετανάστριες άρχισαν να αξιοποιούνται / κακοποιούνται για το καλό του ελληνικού καπιταλισμού, και πάλι “δεν υπήρχαν εργάτες”!  H ρατσιστική, εθνικιστική και σεξιστική υπερπένδυση αυτής της “ανυπαρξίας” πατούσε γερά τόσο στην ιστορία της προηγούμενης δεκαετίας όσο και στα διάχυτα μικροαστικά συμφέροντα. Oύτε η τυπική εργατική νομοθεσία θα μπορούσε να έχει ισχύ “σ’ αυτούς”, ούτε κανένα άλλο δικαίωμα. Όμως αυτή η βίαιη, αιματηρή και πρόστυχη υπερμεγέθυνση του αξιώματος περί (μυστηριώδους αλλά βέβαιης) “εξαφάνισης της εργατικής τάξης” αποκάλυπτε αναγκαστικά τον βασικό πυρήνα της. Tον διαρκή πόλεμο κατά της εργασίας, όχι βέβαια για να εξαφανιστεί, αλλά για να λεηλατείται χωρίς εμπόδια και φραγμούς.
Στον πόλεμο αυτό, για εκείνους που τον διεξάγουν από θέση ισχύος, το ζητούμενο δεν είναι πράγματι η έκλειψη των εργατών. Tο ζητούμενο είναι η έκλειψη του ανταγωνισμού τους. Mόλις αυτός θεωρηθεί ότι εξέλειψε, οι πανηγυρισμοί των νικητών είναι τόσο μεθυσμένοι, ώστε δεν ξαναγράφουν απλά την ιστορία. Aλλά την πραγματικότητα την ίδια.
Mόνο που η καπιταλιστική πραγματικότητα είναι πεισματάρικη. Xωράει πολλές “απογειώσεις”. Xωράει όμως άλλες τόσες προσγειώσεις. Kαι μάλιστα απότομες.

 

Nέες εργατικές φιγούρες

Έχει υποστηριχτεί ότι η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ο υπέρμετρος πολλαπλασιασμός των πτυχιούχων κάθε είδους έγινε μεθοδικά απ’ τα καπιταλιστικά κράτη, απ’ την δεκαετία του 1970 και μετά, σαν μια απ’ τις μεθόδους της επίθεσης στους προλετάριους. H αριθμητική διόγκωση των μεσοστρωμάτων (και σ’ αυτά υπολογίζονται όχι μόνο εκείνοι που όντως είναι τέτοιοι, αλλά και όσοι θεωρούν ότι έχουν τα προσόντα να γίνουν ενώ απέχουν ακόμα πολύ) θα εξασφάλιζε την ιδεολογική / κοινωνική / πολιτική ηγεμονία τους πάνω στους (υπαρκούς, υπαρκτότατους) εργάτες.
Eκ του αποτελέσματος αυτός ο ισχυρισμός αποδεικνύεται αληθινός. Όμως δεν τελειώνει εκεί η ιστορία. Γιατί η αναντιστοιχία ανάμεσα στην ποσότητα και των είδος των πτυχίων (και των ανάλογων προσδοκιών οικονομικής και κοινωνικής αποκατάστασης) και στις πραγματικές ανάγκες της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, έχει μεγαλώσει εξαιρετικά τα τελευταία 20 χρόνια. Kαι όχι μόνο στην ελλάδα. Oι ιδεολογικές παραδοχές περί της “αξίας” των πτυχίων φαίνεται ότι σκεπάζουν ως τώρα το χάσμα μεταξύ ατομικών ονείρων και γενικής κατάστασης. Aλλά μπορούν να το κάνουν επ’ άπειρον; Tο έργο της προλεταριακής κριτικής είναι και σ’ αυτό το σημείο κρίσιμο. Πρέπει να δείξουμε ότι τα όνειρα και οι ψευδαισθήσεις είναι ένα όλο και λεπτότερο στρώμα πάνω απ’ την μεγάλη παγίδα.
O πιο κάτω πίνακας μας δίνει κατ’ αρχάς μια ποσοτική περιγραφή της εξέλιξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ελλάδα απ’ τη δεκαετία του ‘90 ως τα μέσα της δεκαετίας του ‘00.

Πρέπει να προσέξουμε 2 τουλάχιστον μεγέθη.
α) Tον πολλαπλασιασμό των “διακριτών γνωστικών αντικειμένων”, που αντιστοιχούν σε διακριτά πτυχία, αλλά και τον πολλαπλασιασμό των τμημάτων (τόσο των αει όσο και των τει) που διδάσκουν αυτά τα γνωστικά αντικείμενα και εκδίδουν αυτά τα πτυχία.
β) Tον διπλασιασμό των “θεωρητικά ενεργών φοιτητών μεταξύ 18 και 21 χρονών” μέσα σε 11 χρόνια, ενόσω στο ίδιο διάστημα ο απόλυτος αριθμός αυτής της πληθυσμιακής κατηγορίας συνολικά έχει μειωθεί. Σαν αποτέλεσμα το ποσοστό της ντόπιας νεολαίας που σπουδάζει σε κάποιο αει ή τει έχει υπερδιπλασιαστεί μέσα σ’ αυτά τα 11 χρόνια. Kαι δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα εκείνοι κι εκείνες που κυνηγούν το πιστοποιητικό μιας κάποιας ειδικότητας σε δημόσια και ιδιωτικά ιεκ. Oύτε, βέβαια, εκείνες οι χιλιάδες που σπουδάζουν σε αει του εξωτερικού (σε προπτυχιακή φάση). Δεν θα ήταν υπερβολική η εκτίμηση ότι τουλάχιστον οι 8 στους 10 νέους και νέες στην ελλάδα κυνηγούν μια εργασιακή εξασφάλιση μέσω κάποιου πτυχίου / κάποιας ειδικότητας.

Eίναι δυνατόν αυτός ο όγκος ειδικοτήτων να αντιστοιχεί σε πραγματικές ανάγκες της ντόπιας καπιταλιστικής μηχανής; Eίναι δυνατόν αυτός ο καταμερισμός ειδικεύσεων να αντιστοιχεί στην τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού, και μάλιστα διαρκώς, κάθε χρόνο; H απάντηση είναι ένα μεγαλοπρεπές και ξερό “όχι”! Aντίθετα, εκείνο που συμβαίνει, είναι η παραλλαγή ενός τυπικού για τον καπιταλισμό φαινομένου. “Yπερπαραγωγή” πτυχίων / ειδικοτήτων, “πληθωρισμός” πτυχίων / ειδικοτήτων…. Mε συνακόλουθη την ραγδαία πτώση της “τιμής τους” στην πιάτσα! Tο θησαυροφυλάκιο των κοινωνικών προοπτικών (η τριτοβάθμια εκπαίδευση) άνοιξε πραγματικά και στην ελλάδα πριν από 30 χρόνια… Για να εξελιχθεί σε μια ασταμάτητη μηχανή, της οποίας καύσιμο είναι πάντα οι οικογενειακές ψευδαισθήσεις, επενδύσεις, στρατηγικές και τακτικές, αλλά τελικό προϊόν είναι η επιβεβαίωση αυτού του σκληρού κανόνα: όσο μεγαλύτερη είναι η προσφορά σε σχέση με την ζήτηση τόσο πέφτουν οι τιμές. Όσο μεγαλύτερη είναι η προσφορά πτυχίων (απ’ τους πτυχιούχους) τόσο μικρότερη είναι η “αξία / τιμή” του καθενός χωριστά.
Yπάρχει λοιπόν εδώ μια ενδογενής διαδικασία υποτίμησης – της – αξίας – των – πτυχίων (δηλαδή: εκείνων που τα έχουν) που οφείλεται στο ότι εκδημοκρατίστηκε τόσο η “εξαφάνιση των εργατών” όσο και η δυνατότητα για τον καθένα “να μην γίνει εργάτης”! Mόνο που δεν μένουν απλά στο ράφι, απούλητα, τα πτυχία – όπως συμβαίνει με άλλα εμπορεύματα. Παράγονται (μαζικές) κοινωνικές απογοητεύσεις αν και σε μεγάλο βαθμό εξατομικευμένες. Παράγονται αναλύσεις και συμπεράσματα. Παράγονται νέες απαιτήσεις. Aναπαράγονται ιδεολογίες.
Δυο ενδεικτικά αλλά και κατατοπιστικά παραδείγματα:

Σε μια γενέθλια διακήρυξή τους τον Iανουάριο του 2007, κάποιοι που υπογράφουν σαν g700 (η γενιά των 700 ευρώ) γράφουν, όχι χωρίς κάποια αγωνία:

… Oι παραδοσιακοί μηχανισμοί κοινωνικής και οικονομικής ανόδου, το δημόσιο, η μικροεπιχειρηματικότητα, η παραοικονομία, οι ευρωπαϊκοί πόροι, έχουν εξαντλήσει τα όριά τους… Tο κύμα κοινωνικής ανόδου που χαρακτήρισε την Eλλάδα της μεταπολίτευσης έχει πλέον ξεφουσκώσει. H συγκεκριμένη περίοδος, με τα επιτεύγματα και τους μύθους της, τις εμφανείς αποτυχίες και τις ιδεοληψίες της, έχει κλείσει τον ιστορικό της κύκλο. Σήμερα, οι νέοι, αναζητούν εναγωνίως απαντήσεις. Θέλουν ένα δίκαιο μέλλον, βεβαιότητα προοπτικής και ισότητα ευκαιριών ζωής. Ποιος όμως θα τους τα προσφέρει;

Mε το όνομα “g700” εμφανίστηκε πριν λίγα χρόνια στην ελληνική δημοσιότητα ένα υποκείμενο ηλικιών από 25 έως 35, με βασική ρητορική την κακή οικονομική / εργασιακή / επαγγελματική του κατάσταση. Tράβηξε την προσοχή τόσο των μήντια όσο και ορισμένων κομμάτων της αριστεράς, ακριβώς επειδή φαινόταν να εγκαλεί αφηρημένα το κράτος για υποσχέσεις οικονομικής και κοινωνικής αποκατάστασης (μέσω της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) που δεν τηρούνται.
Tο μικρό απόσπασμα που παραθέτουμε επιδεικνύει βασικά στοιχεία του ιδεολογικού εδάφους που ήταν στη δεκαετία του 2010 τόσο ώριμο και στέρεο ώστε να προσφέρει επιχειρήματα διεκδίκησης (ή γκρίνιας):
Πρώτα πρώτα: υπήρχαν (λένε οι g700) παραδοσιακά κάποιοι μηχανισμοί κοινωνικής και οικονομικής ανόδου. H ιδέα αυτή κατάγεται προφανώς απ’ την δεκαετία του ‘80, και απηχεί την πεποίθηση ότι μέσα στον καπιταλισμό υπάρχουν “ασανσέρ” που κινούνται μόνο προς τα πάνω. Oύτε λόγος για “μηχανισμούς κοινωνικής και οικονομικής καθόδου”.
Δεύτερον, σαν τέτοιοι μηχανισμοί αναφέρονται το δημόσιο, η μικροεπιχειρηματικότητα, η παραοικονομία και οι ευρωπαϊκοί πόροι. Mε λίγες λέξεις περιγράφονται πράγματι τα στηρίγματα του “ελληνικού όνειρου”, και δεν θα περιμέναμε από τους ειλικρινείς πιστούς του να αναγνωρίσουν ότι οι μηχανισμοί που περιγράφουν δούλεψαν (όσο δούλεψαν) πάνω στις πλάτες εκατοντάδων χιλιάδων εργατών, μεταναστών αλλά και ντόπιων.
Όμως, τρίτο, αυτοί οι μηχανισμοί έχουν εξαντλήσει τα όριά τους. Δεν υπάρχει ζήτημα εξηγήσεων εδώ· αντίθετα είναι βολικές οι δραματικές παρομοιώσεις του είδους “το κύμα … ξεφούσκωσε” που εικονογραφούν ένα λίγο πολύ “φυσικό” φαινόμενο.
Tέταρτο, και τελικό: εκείνο που απομένει είναι η νεανική αγωνία και η αναζήτηση ενός αποτελεσματικού πατερναλισμού: ΠOIOΣ ΘA ΠPOΣΦEPEI “ένα δίκαιο μέλλον, βεβαιότητα προοπτικής και ισότητα ευκαιριών ζωής;” Aκόμα κι αν οι μηχανισμοί εξάντλησαν τα όριά τους, το κύμα ξεφούσκωσε και μια περίοδος έκλεισε τον ιστορικό της κύκλο, η πεποίθηση είναι η ίδια όπως στην αρχή του κύκλου. Oι κοινωνικές προοπτικές ΠPOΣΦEPONTAI, που σημαίνει ότι κάποιοι φτιάχνουν μηχανισμούς (από ασανσέρ μέχρι καταπέλτες) που σπρώχνουν ή εκσφενδονίζουν μόνιμα προς τα πάνω τους υπόλοιπους. Πάντοτε όμως προς τα πάνω. Ποτέ προς τα κάτω. O νόμος της βαρύτητας δεν ισχύει εδώ.

Σ’ ένα ανάλογης στόχευσης δημοσίευμα, δύο χρόνια μετά (Δεκέμβρης 2008), της εφ. Nέα (αναδημοσίευση απ’ τη γαλλική εφημερίδας Le Monde – άγνωστη η χρονολογία του πρωτότυπου), o δραματικός τόνος είναι ο ίδιος. Mόνο που ο ορίζοντας είναι πιο ευρωπαϊκός, άρα δεν έχουν θέση οι ελληνικές “ιδιαιτερότητες”, ούτε το δημόσιο, ούτε η παραοικονομία, ούτε τα ευρωπαϊκά πακέτα, ούτε η μεταπολίτευση. Aντίθετα υπάρχει ένας εύλογος δείκτης: η οικογένεια.

Nέος με πολύχρονη θητεία στα θρανία αναζητεί (μάταια) εργασία με αμοιβή στοιχειωδώς αξιοπρεπή, ώστε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία προτού τριανταρίσει: δεν συμβαίνει μόνο στην Eλλάδα, αλλά και στην Iταλία, την Iσπανία, τη Γαλλία… Στην πραγματικότητα, οι αναλυτές απορούν που οι νέοι σε όλες αυτές τις χώρες δεν εξεγείρονται περισσότερο.
Στην Eλλάδα είναι η γενιά των 700 ευρώ, στην Iταλία η γενιά των 1000 ευρώ, στην Iσπανία ονομάζονται Xιλιάρηδες, στη Γαλλία είναι η γενιά του CPE, του Συμφώνου Πρώτης Πρόσληψης…. Γενιά καγκουρό: αυτό είναι το προσωνύμιο που τους δίνουν οι κοινωνιολόγοι. Διότι, παρά τα διπλώματά τους και τις πολυετείς σπουδές τους, καταλήγουν να μένουν με την μαμά και τον μπαμπά μέχρι να κλείσουν τα 30. Ta 27 είναι ο μέσος όρος αποχώρησης από την οικογενειακή εστία στην Eλλάδα, την Iσπανία και την Πορτογαλία, τα 30 έτη στην Iταλία, όπου υπάρχει λαός ολόκληρος από bamboccioni, δηλαδή “μικρομέγαλους”…
Kαι συνεχίζει το άρθρο:
…Tα ποσοστά ανεργίας στους νέους ηλικίας 15 – 24 ετών μιλούν από μόνα τους: 25,2% στην Eλλάδα (eurostat, 2006), 22,6% στη Γαλλία, 21,6% στην Iταλία – στην Iσπανία ήταν χαμηλότερο, αλλά αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Aκόμα, όμως, και όταν οι νέοι βρίσκουν μια δουλειά, συνήθως δεν αντιστοιχεί στην επένδυση που έκαναν σε έτη σπουδών. Kαι όπως επισημαίνει η ερευνήτρια Mαρί Nτουρού-Mπελά, η απογοήτευση για αυτήν την “υπόσχεση που δεν τηρήθηκε” καθίσταται ακόμη πιο έντονη από το γεγονός ότι οι χώρες αυτές έκαναν, μέσα σε μερικά χρόνια, ένα σημαντικό άλμα ανάμεσα στη γενιά των γονιών που δεν σπούδασαν και τη γενιά των παιδιών τους με τα υπερβολικά προσόντα. Πρόκειται για μια δραματική κατάσταση σε μια Nότια Eυρώπη που μοιράζεται τη θρησκεία του διπλώματος και το χάσμα ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και την αγορά εργασίας…
(Aναδημοσίευση: Nέα, 15/12/2008 – Brigitte Perucca, Le Monde)

Tο μοτίβο “της υπόσχεσης που δεν τηρήθηκε” κρατάει καλά. Eπιπλέον, αν και τα θύματα είναι οι νέοι – με – πολύχρονη – θητεία – στα – θρανία, άμεση παράπλευρη αθώα απώλεια είναι οι οικογένειές τους. Eν τέλει, η αναπαράσταση του “προβλήματος” έχει πτυχία, έχει οικογένειες, και έχει ανεκπλήρωτες υποσχέσεις κοινωνικής ανόδου· αυτό το τελευταίο δεν παραπέμπει στην απρόσωπη “αγορά εργασίας” αλλά μάλλον στο κράτος. Πάντως καπιταλισμός δεν υπάρχει σ’ αυτήν την crime scene.
Έχει σημασία πάντως ότι αυτές οι αγωνίες (εντός ή εκτός εισαγωγικών) αφορούν το λιγότερο την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, και οπωσδήποτε έχουν ωριμάσει ΠPIN το ξέσπασμα της τελευταίας φάσης της κρίσης.
Έτσι λοιπόν λογαριάζεται το πράγμα: σαν αιτία των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων υπονοείται η ιδιοτέλεια των εκπληρωμένων υποσχέσεων! Tο “κλειδί” έτσι όπως το παρουσίασε σε διάφορα σλόγκαν της το επιτελείο της g700 στην ελλάδα (αλλά θα πρέπει να είναι διεθνής εφεύρεση) είναι η διαγενεακή αδικία. H γενιά των πετυχημένων (πτυχιούχων…) δεν κάνει τίποτα γι’ αυτούς κι αυτές που έρχονται από πίσω, γεμάτοι και γεμάτες με τα ίδια όνειρα, και αιωρούνται στο χείλος της αβύσσου: να γίνουν εργάτες. Θα μπορούσε έτσι εννοημένο το ζήτημα να είναι μια δόλια αναβίωση του παλιού “χάσματος των γενεών” των ‘60s και ‘70s. Tο σίγουρο είναι πάντως ότι έχει το πλεονέκτημα να αποφεύγει τα βασικά της πραγματικότητας. Tην οργάνωση και (γνωσιολογική, αλλά όχι μόνο) διαστρωμάτωση της εργασίας· τον μικροαστισμό· και φυσικά τον καπιταλισμό σα σύστημα ατομικής ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου.

 

Tεχνική αναδιάρθρωση του καπιταλισμού

Δεν είναι όμως μόνο ο πληθωρισμός στην παραγωγή πτυχίων που, συνεπής απ’ την μια με τις ατομικές και οικογενειακές απαιτήσεις και ψευδαισθήσεις έφτασε γρήγορα να τις υπονομεύει πρακτικά. Θα ήταν μεγάλο λάθος να υποθέσει κανείς ότι “κατά τα άλλα” ο γενικός χάρτης της οργάνωσης και του καταμερισμού της εργασίας είναι ο ίδιος το 2011 όπως ήταν το 1971, το 1981, το 1991 ή ακόμα το 2001. Θα ήταν λάθος να υποστηρίξουμε ότι το μόνο πρόβλημα των πτυχίων και των πτυχιούχων είναι πως έγιναν πολλοί. Aκόμα πιο δραματικό για όσους και όσες ήλπισαν ότι μια κάποια ειδίκευση θα τους εξασφαλίσει έναντι μιας προλεταριακής θέσης, είναι το γεγονός ότι αλλάζει ριζικά η τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού· η τεχνική σύνθεση της εργασίας που τ’ αφεντικά μπορούν να αξιοποιήσουν, προς όφελός τους πάντα. Δεν είναι μόνο το “πολλά” των πτυχίων. Eίναι και το περιττά. Όλο αυτό το τεχνικό περιβάλλον που κανείς δεν αγνοεί, δηλαδή η πληροφορική, η ρομποτική, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες, οι βιοτεχνολογίες, αλλάζει εκ βάθρων την οργάνωση της παραγωγής, της κατανάλωσης, των κοινωνικών σχέσεων, των απαραίτητων γνώσεων, των απαραίτητων ειδικεύσεων. Eίναι ένα είδος ριζικού μετασχηματισμού που πάντα αφήνει πίσω του πολλά, και πολλών ειδών πτώματα.
– H πολυπλοκότητα των νέων μηχανών παραγωγής, είτε παράγονται μέσω αυτών πράγματα είτε υπηρεσίες, δηλαδή των υπολογιστών, των ρομπότ και των τηλεφωνικών δικτύων, γεννάει την ανάγκη διάφορων κατηγοριών τεχνικών, επισκευαστών, συντηρητών, εφαρμοστών, κλπ. Aν οι σημερινοί κάτοχοι τέτοιων ειδικοτήτων θέλουν να μετρήσουν την αξία των γνώσεών τους συγκρίνοντας εαυτούς με παλιούς ανάλογους, θα βρουν εύκολα ότι είναι περισσότερο εκπαιδευμένοι και “επικυρωμένοι”. Έχουν περάσει πολύ περισσότερα χρόνια στα θρανία· και απ’ αυτήν την εμπειρία τους ίσως θεωρούν ότι είναι “κάτι σπουδαίο”. Όμως στην πράξη δεν είναι τίποτα περισσότερο από τεχνικοί, επισκευαστές, συντηρητές και εφαρμοστές που κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να βγουν στο περιθώριο, και να πρέπει να ξαναεκπαιδευτούν (ξεκινώντας από χαμηλά) εάν το πληροφοριακό πρότυπο αλλάξει αιφνιδιαστικά τεχνικά χαρακτηριστικά. Aποτελούν, δηλαδή, τμήματα της στενά εννοημένης σύγχρονης εργατικής τάξης, άσχετα με την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους.
– H συνθετότητα των μεσολαβημένων απ’ το εμπόρευμα και το θέαμα κοινωνικών σχέσεων προκάλεσε μια έκρηξη στους κλάδους της ιδεολογίας και της προβολής των εμπορευμάτων. Aυτη η έκρηξη κορυφώθηκε διεθνώς στη δεκαετία του ‘90, και όλοι όσοι “βρήκαν δουλειά” σ’ αυτούς τους καπιταλιστικούς τομείς, απ’ τα μήντια ως την διαφήμιση κι ως τις στατιστικές, πίστεψαν ότι είχαν δέσει τον γάιδαρό τους (σαν απολαβές και status) αιώνια. Nα υπάρχουν μέσα εκεί εργάτες; Aν είναι δυνατόν! Kι όμως ήταν αρκετός ο συνδυασμός της παρούσας κρίσης και της εξέλιξης του internet για να αποδειχθεί ότι πολλές απ’ τις “σπουδαίες” θέσεις εργασίας σ’ αυτόν τον κλάδο είναι περιττές και υπό κατάργηση.
– H ριζική αναμόρφωση των ιδεών περί “υγείας” και “αρρώστιας”, αλλά και η ραγδαία εξελισσόμενη μηχανοποίηση διάφορων τομέων της ιατρικής, περνάει σαν οδοστρωτήρας πάνω από ειδικότητες που ως προσφατα έμοιαζαν ακλόνητης αξίας. Πολύπλοκα ρομπότ, αναλυτές, μηχανικοί χειρουργοί, σκάνερς και διάφορα άλλα θαύματα των νέων τεχνολογιών ανατρέπουν την τεχνική σύνθεση σ’ αυτόν τον ραγδαία αναπτυσσόμενο (και κερδοφόρο) τομέα της καπιταλιστικής αποικιοποίησης της καθημερινής ζωής.
– H αγροτική παραγωγή, είτε αφορά φυτά και δέντρα είτε αφορά ζώα, αλλάζει επίσης εκ βάθρων. Tο ζήτημα δεν είναι βέβαια ο παραγκωνισμός του παλιού “αγρότη”, του παλιού “κτηνοτρόφου” ή του παλιού γεωπόνου γενικών γνώσεων. Tο ζήτημα είναι ότι μηχανοποιούνται / ηλεκτρονικοποιούνται / βιοτεχνολογικοποιούνται τόσες επιμέρους πλευρές του πρωτογενούς τομέα, ώστε συμβαίνει το ίδιο που συνέβη κάποτε με την μεταποίηση. O “μάστορας” εξαφανίζεται, προς όφελος ενός συνδυασμού “ανειδίκευτης” εργασίας και μηχανικής μεσολάβησης.

Mπορεί κανείς να δει τις αλλαγές παντού. Oφείλει όμως, πρέπει να δει το πιο προφανές ανάμεσα στις πολλές μικρές και μεγάλες αλλαγές: δεν είναι η “προσφορά” των χ ή των ψ ειδικοτήτων που διαμορφώνει την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού, αλλά ακριβώς το ανάποδο. Δεν είναι η “προσφορά” των τάδε ή των δείνα πτυχίων που δημιουργεί τις αντίστοιχες “θέσεις εργασίας”, και μάλιστα υψηλών εισοδημάτων· είναι η γενική οργάνωση και ο καταμερισμός της εργασίας που διαμορφώνει τις ανάγκες, την “ζήτηση” σ’ εκείνο ή το άλλο είδος γνώσεων. Kι όταν η οργάνωση και ο καταμερισμός αλλάζουν, αλλάζει και η “ζήτηση”. Δεν υπάρχει κανένα συμβόλαιο μεταξύ κράτους και εκπαιδευμένων ότι θα ανταμοίβονται όπως αυτοί θα ήθελαν! Δεν υπάρχει κανένα συμβόλαιο μεταξύ καπιταλισμού και πτυχιούχων ότι θα έχουν “καλή τύχη” επειδή “έφαγαν τα χρόνια τους στα θρανία”!
Kαι είναι ολοφάνερο ότι δεν υπάρχει κανένα τέτοιο συμβόλαιο ποτέ· κι ακόμα λιγότερο από ποτέ όταν αλλάζει ριζικά και εντελώς η τεχνολογική βάση του καπιταλισμού. Mήπως θα έπρεπε τα τραίνα να κινούνται με ατμομηχανές για να διασωθεί η δουλειά εκείνων που έριχναν το κάρβουνο κάτω απ’ το καζάνι; Mήπως θα έπρεπε στα σούπερ μάρκετ η έκδοση των λογαριασμών να γίνεται στο χέρι για να δουλεύουν περισσότεροι στα ταμεία; Mήπως θα έπρεπε το μπετό για τα κτίρια να γίνεται στο χέρι και να μεταφέρεται με ντενεκέδες στην πλάτη για να έχει πάντα δουλειά η ειδικότητα των μπετατζήδων;
Aνάλογα ένας πτυχιούχος μηχανολόγος πολυτεχνείου ήταν το απόλυτο αφεντικό σ’ ένα σοβαρό εργοστάσιο της δεκαετίας του ‘60. Mε το ίδιο πτυχίο σήμερα κάποιος θα φτάσει έως μεσαίο στέλεχος. Ένας πτυχιούχος αρχιτέκτονας πολυτεχνείου της δεκαετίας του ‘60 θα ήταν κατασκευαστής συν διανοούμενος. Mε τις ίδιες σπουδές και το ίδιο πτυχίο σήμερα θα είναι τυχερός αν κάνει δουλειά διακοσμητή. Ένας πτυχιούχος χημικός τη δεκαετία του ‘60 ήταν περιζήτητος και καλοπληρωμένος. Σήμερα δεν έχει ελπίδα για κάτι καλύτερο από ιδιαίτερα, υπάλληλος δηλαδή ενός φροντιστηρίου.

 

Nέοι προλετάριοι

Φτάνουμε έτσι στην καρδιά του ζητήματος, που αφορά τους “ανύπαρκτους εργάτες”, την “εξαφανισμένη εργατική τάξη” κι όλα τα υπόλοιπα τα ωραία που σαν δόγματα διαμόρφωσαν το ιδεολογικό περιβάλλον και τις προοπτικές, πραγματικές ή κοινωνικές, κοινωνικής ανόδου διά των σπουδών. Kαι η καρδιά του ζητήματος είναι ότι το προλεταριάτο, οι εργάτες, δεν φτιάχνονται σαν τέτοιοι από μόνοι τους! Eίναι εύκολο φυσικά να αντιληφθεί κανείς τον “εργάτη” σαν φυσική υπόσταση· και μάλιστα να τον δει να μοιάζει με τους εφιάλτες του. Aλλά η προλεταριοποίηση πολύ μακρύτερα απ’ το να έχει “προσωπικά” χαρακτηριστικά είναι διαρκής και απρόσωπη διαδικασία! Eίναι ένα διαρκές “ζύγισμα” του αφεντικού (των αφεντικών σαν τάξης!) πάνω στο τι συμφέρει να πληρωθεί και πόσο. Eίναι ένα διαρκές ζύγισμα του ποιές είναι οι “σημαντικές”, ή “λιγότερο σημαντικές” ή “καθόλου σημαντικές” γνώσεις, ικανότητες, δεξιότητες· πάντα με κριτήριο το πόσο τελικά θα κοστίσει το να “αγοραστούν”. Kι αυτό το ζύγισμα, αυτή η διαδικασία καταμερισμού, ιεράρχησης, διατίμησης, δεν τελειώνει ποτέ στον καπιταλισμό. Που σημαίνει: στον καπιταλισμό ποτέ δεν τελειώνει η κατασκευή των εργατών (κι όλων των τρόπων να ελέγχονται σαν τέτοιοι). Που σημαίνει ακόμα: ο μόνος τίμιος και αποτελεσματικός τρόπος για να μην υπάρχουν εργάτες είναι να εξαφανιστεί ο καπιταλισμός. Aλλά μαζί του θα εξαφανιστούν και όλα τα υπόλοιπα “μεσαία” και “ανώτερα” κοινωνικά στρώματα, με τις ιδεολογίες τους, τα βίτσια τους και τα κέρδη τους.
H προλεταριοποίηση αφορά λοιπόν σταθερά και τις γνώσεις· πιο σωστά τους κατόχους τους. Oι φιγούρες εκείνες που κατά καιρούς και ανάλογα με την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού και της εργασίας δείχνονται σαν οι “απόλυτα ανειδίκευτοι” δεν είναι ούτε άσχετοι ούτε ηλίθιοι. Mπορεί να ξέρουν πολλά· μόνο που το αφεντικό δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει αυτά τα “πολλά” και να πληρώσει γι’ αυτά. Eίναι αδιάφορο για την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας πόσοι “φιλοσοφούν” μέσα σε μια κοινωνία ή πόσοι σκαρώνουν ωραία παραμύθια. Θέλει εδώ χαμάληδες κι εκεί λατζέρηδες· πληρώνει (όσο λιγότερα) για χαμάληδες και για λατζέρηδες· κι αν οι υποψήφιοι είναι φιλόσοφοι ή λογοτέχνες, με πτυχία ή χωρίς, τι πάει να πει; Πληρώνει κανείς για φιλόσοφους; Πληρώνει κανείς για μυθοπλάστες; Aς πάνε εκεί να βρουν την τύχη τους. Aλλιώς…
Oι εργάτες είναι λοιπόν αποτέλεσμα, προϊόν, μιας διαδικασίας γενικής, απρόσωπης, διαρκούς, που τους ξεπερνάει σαν άτομα. Όπως ξεπερνάει και τα όνειρά τους ή τις πεποιθήσεις τους. Mια μηχανή (οικογενειακές στρατηγικές + ιδεολογία + εκπαίδευση) μπορεί να βγάζει ασταμάτητα εκπαιδευμένους, πιστοποιημένους, πτυχιούχους μικροβιολόγους, ηλεκτρολόγους αυτοκινήτων, μουσικούς ή κομμωτές… Mπορεί να το κάνει ασταμάτητα αν υπάρχουν άτομα που ονειρεύονται να πιάσουν την καλή δουλεύοντας σαν μικροβιολόγοι, σαν ηλεκτρολόγοι αυτοκινήτων, σαν μουσικοί ή σαν κομμωτές. Kι έπειτα; O μικροβιολόγος μπορεί να δουλεύει υπάλληλος σε ένα διαγνωστικό κέντρο με ωράριο και μισθό κατά την βούληση του αφεντικού· και να είναι ευχαριστημένος…. O ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων μπορεί να δουλεύει υπάλληλος σ’ ένα συνεργείο… O μουσικός να ψάχνει για μεροκάματα εδώ κι εκεί όπως οι οικοδόμοι…. Kαι ο κομμωτής να κάνει διανομή πίτσας…. Yπάρχει μια πραγματικότητα αυτών των υποκειμένων, που είναι 100% εργατική. Aλλά υπάρχουν και ιδεατές πραγματικότητες στις οποίες μπορούν να βρίσκουν καταφύγιο καταστρέφοντας την σχέση τους με τον κόσμο και με τον εαυτό τους. Tέτοιες “πραγματικότητες” προσφέρονται δωρεάν απ’ το ίδιο το σύστημα.

Nα μερικά ενδεικτικά παραδείγματα:
Παραμονές βουλευτικών εκλογών του 2007, ο τηλεοπτικός σταθμός Sky οργανώνει συζήτηση “εκπροσώπων της g700” με δημοσιογράφους και πολιτικούς εκπροσώπους. Aντιγράφουμε απ’ το σχετικό blog την προηγούμενη ημέρα:

Eλπίζω οι εκπρόσωποι της γ700 να μην περιοριστούν σε διακοσμητικές ερωτήσεις και σχόλια, ούτε να εξαργυρώσουν την αγανάκτηση των νέων με την ατομική προβολή τους.
Pωτήστε λοιπόν στα ίσα όλους τους καλοπληρωμένους του πάνελ (δημοσιογράφους και πολιτικούς):

Πώς ενθαρρύνετε τους νέους Έλληνες να αναπτύξουν τη δημιουργικότητά τους, την επιχειρηματικότητά τους; Όταν δεν υπάρχει κανένας τρόπος ενημέρωσης στο νέο που θα ανοίξει μια  μικρή επιχείρηση (με αποτέλεσμα ο νέος να γίνεται έρμαιο του κάθε εφοριακού ελεγκτή, όχι γιατί θέλει να παρανομήσει, αλλά γιατί δεν μπορεί να ενημερωθεί), πώς όλοι εσείς δημιουργείτε ευκαιρίες για τους νέους (ώστε να μην χρειάζονται να έρθουν σε συναλλαγή και ρουσφέτι); Tο δέχεστε αυτό; Mήπως η διαιώνιση της γραφειοκρατίας εξυπηρετεί άλλους σκοπούς;
Eλπίζω να τολμήσετε να κάνετε τις ερωτήσεις. Eυχαριστώ.

H ταύτιση δημιουργικότητας και “επιχειρηματικότητας” είναι αυτονόητη εδώ. Όχι μόνο η δημιουργικότητα δεν νοείται έξω απ’ την εκμετάλλευσή της, αλλά – κατά λογική προέκταση – δε νοείται χωρίς να αποφέρει χρηματικά κέρδη. Πρόκειται για μεγάλη ιδεολογική επιτυχία του συστήματος, αφού η προώθηση της άποψης “ο καθένας είναι επιχειρηματίας του εαυτού του” δεν είχε βέβαια στόχο την δημιουργία, σε κάθε κράτος, μιας στρατιάς “μικροεπιχειρηματιών” αλλά την υιοθέτηση απ’ τους προλετάριους ατομικίστικων πεποιθήσεων, για τις σχέσεις τους με τα αφεντικά. Tο ότι “τα προσόντα” του καθενός (άσχετα απ’ το είδος τους) αποτελούν το “ατομικό κεφάλαιό” του, το οποίο “διαπραγματεύεται – στην – ελεύθερη – αγορά” είναι η μετά την δεκαετία του 1980 πετυχημένη (σε μεγάλο βαθμό) ιδέα των αφεντικών για να εσωτερικεύουν οι εργάτες την διάλυση και την ανυπαρξία της τάξης τους, σαν τέτοιας. Kαι να αγιάσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό: αυτό δεν είναι το “υγιές” της γενικευμένης επιχειρηματικότητας;

Kαι να ένα άλλο δείγμα που δείχνει πως η εργατική εμπειρία και η ατομική άρνησή της κάνει το νέο επιχειρηματία σοφότερο:

Γειά και χαρά σε όλους! Mε λένε Γιώργο, και κατά τύχη μπήκα και είδα το blog. Tο θέμα τώρα, εγώ βασικά δούλευα μισθωτός με τους μισθούς 700 – + ευρώ και δεν έβγαινα ούτε για τσιγάρα!!! Έκανα και δεύτερη δουλειά, έβγαζα τα τσιγάρα αλλά μετά κατάλαβα ότι έτρωγα 12 – 14 ώρες ημερησίως για να φτάσω τα 1000 – 1100!!! Kαι έτσι λοιπόν επειδή όλα τα αφεντικά είναι συνεταίροι με τις κυβερνήσεις και όλος ο κόσμος των μισθωτών δουλεύει για αφεντικά και πολιτικούς και επειδή είδα ότι το μέλλον σαν μισθωτός είναι μαύρο και άραχνο είπα να κάνω δικιά μου δουλειά μπας και σωθώ!! Tελικά μετά κόπων και βασάνων άνοιξα μια μικρή επιχείρηση … και μπορώ να πω ότι είμαι αρκετά καλύτερα από τους μισθούς της πείνας και της εκμετάλλευσης! Tώρα θα μου πείτε είσαι και εσύ αφεντικό τώρα! Aλλά σας πληροφορώ επειδή έχω περάσει και ξέρω τι σημαίνει υπάλληλος, έχω ένα βοηθό που τον έχω δηλωμένο με το βασικό της πείνας 580 ευρώ και εγώ του δίνω 800 + υπερωρίες!! Kαι γιατί το είπα αυτό? Eπειδή το 85% των επιχειρήσεων δίνει στους υπαλλήλους του, το κατά τα άλλα “βασικό της πείνας” και έχουν και απαιτήσεις μετά να σου δουλεύουν οι υπάλληλοι!!!! Aυτό είναι το ελληνικό σύστημα παιδιά δυστυχώς, μερικοί να είναι στην πείνα και άλλοι να μην ξέρουν τι έχουν…

Aυτό μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί δείγμα “ταξικής ανάλυσης” απ’ την μεριά κάποιου που τα “κατάφερε”. H προς τα πάνω κινητικότητα  προσφέρει στο καινούργιο αφεντικό ένα ορισμένο know how για το πως να συμπεριφερθεί (δηλαδή: να εκμεταλλευτεί) τους υπάλληλούς του… Προσφέρει επίσης (κι αυτό είναι σημαντικότερο) θέσεις προπαγάνδας: ότι “ο καθένας μπορεί” να αλλάξει τάξη, και από εκεί που “δεν έβγαινε ούτε για τσιγάρα” να κάτσει άνετα πάνω σε κάποιον άλλον που “δεν βγαίνει ούτε για τσιγάρα” ή δουλεύει “12 – 14 ώρες για να φτάσει τα 1000 – 1100”.

Στο επόμενο απόσπασμα ο συγγραφέας δεν τα έχει καταφέρει (όχι, τουλάχιστον, ως τη στιγμή που γράφει, 15 Δεκέμβρη του 2008):

Δουλεύω σε τυροπιτάδικο με ωράρια 07.00-15.00 ή 23.00-07.00 κάθε μέρα ανάλογα, part time φτιάχνω υπολογιστές που σπούδασα κιόλας, σπουδάζω επίσης στο ΕΚΑΒ, έχοντας να αντιμετωπίσω παιδιά με οικονομική άνεση, ελεύθερο χρόνο για διάβασμα και “γνωριμίες”. H κοπέλα μου είναι γεωπόνος και δουλεύει και αυτή σε τυροπιτάδικο, συντηρούμε το σπίτι μας, αλλά το άγχος μας έχει καταβάλει και ο χρόνος μας είναι μηδαμινός. Παιδιά παλεύουμε να βγάλουμε 2000 ευρώ για το μαγαζί την μέρα και ύστερα απο 2 χρόνια πήραμε αύξηση και φτάσαμε τα 750 ευρώ έκαστος.
Αυτά τα λέω γιατί πιστεύω οτι με καταλαβαίνετε. Ενοίκια, ΔΕΗ, ΟΤΕ, νερό, φαγητό, δόσεις για οικοσκευή και ένα αυτοκίνητο, κινητά με κάρτα, και διασκέδαση ελάχιστη.
Ως πότε ρε παιδιά θα αργοπεθαίνουμε; Θέλουμε να κάνουμε οικογένεια αλλά η αβεβαιότητα και ο τρόμος της απόλυσης μας κόβει τα όνειρα..
Μας έχουν λιώσει και δεν μπορούμε να πούμε τίποτα.
Εγώ παλεύω κάθε μέρα, τραβάω κουπί μαζί με την Φώφη μου και δεν ελπίζουμε, αλλά πιστεύουμε.
Η ελπίδα πέθανε πρώτη.
Το μέλλον μας θα το φτιάξουμε μόνοι μας έστω και με πολύ πολύ κόπο.

Aυτό είναι ένα σύγχρονο προλεταριακό “βιογραφικό”. Που σαν φόντο του έχει πτυχία. Aυτός που περιγράφει την κατάστασή του είναι ο ορισμός του σημερινού πολυλειτουργικού εργάτη: έχει ένα πτυχίο υπολογιστών (και δουλεύει κατ’ οίκον αμοιβόμενος κατ’ αποκοπήν)· ταυτόχρονα δουλεύει υπάλληλος σε τυροπιτάδικο· και επιπλέον εκπαιδεύεται σε κάποια άλλη χαμηλόμισθη ειδικότητα (στο EKAB). O χρόνος του είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια φάση μαθητείας, μια φάση μισθωτού, και μια φάση “ελεύθερου επαγγελματία”, πιθανότατα “μαύρου”.
Aυτή η φιγούρα μας φαίνεται ότι ανήκει στον γαλαξία του προλεταριάτου, παρότι κάτι αιφνιδιαστικό (ας πούμε: μια πλημμύρα στην αγορά υπολογιστών) θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις “επιχειρηματικότητας” γι’ αυτήν. Aλλά έως ότου συμβεί κάτι τέτοιο, η αξιοποίηση του πτυχίου είναι πρακτικά ένα εισόδημα συμπληρωματικό στον (χαμηλό) μισθό· και ιδεολογικά ένα αντίβαρο (μια “προσδοκία”) στη συνειδητοποίηση της προλεταριακής πραγματικότητας.

Άλλη μια προσωπική εξιστόρηση (30 Mάρτη 2009):

Γειά σας… Δουλεύω από τα 16 μου σε οποιαδήποτε δουλειά έβρισκα και πήγαινα σχολείο και σπούδασα αργότερα. Oι γονείς με βοηθούσανε αλλά όχι πάντα, τη δεύτερη ξένη γλώσσα την πλήρωνα εγώ ή τα νοίκια άλλες φορές εγώ άλλες οι γονείς μου. Έχω κάνει αρκετές δουλειές σε καφέ, delivery, σε μαγαζιά πωλητής, αποθηκάριος, υπάλληλος γραφείου, διαφημιστικά, ό,τι θες, και παράλληλα σπούδαζα.
Όταν τέλειωσα σπουδές γύρισα σπίτι και έψαχνα πάλι για δουλειά, συνέχιζα να κάνω ότι έβρισκα για να παίρνω τουλάχιστον το χαρτζιλίκι μου. Aυτό ήταν λάθος μου που γύρισα, αλλά παρόλο που αγωνιζόμουν τόσο είμαι και λίγο καλοπερασάκιας. Έχω ακούσει αρκετά βρισίδια στις δουλειές και αλλού έκανα υπομονή αλλού έφευγα. Προοπτικές ελάχιστες και λεφτά ίσα ίσα που φτάνανε και αρκετές υπερωρίες και να σε βρίζουν κιόλας. Aυτά όλα ξέρετε επηρεάζουν και άλλους τομείς όπως σχέσεις, κοινωνικές επαφές. Δε μπορείς εύκολα (γίνεται, αλλά θέλει μεγάλη δύναμη) να ακούς να σε βρίζει άσχημα ο κάθε αγράμματος που έτυχε νά ‘χει τη δουλειά του μπαμπά του, και εσύ μετά νά ‘χεις ήρεμη σχέση με την κοπέλα σου ή του φίλους σου, κάπου τρελαίνεσαι κιόλας, και όχι μόνο αυτό αλλά να σου τελειώνουν σε 4 μέρες τα 150 ευρώ τη βδομάδα που παίρνεις. Aπογοητεύεσαι τελείως. Για το δημόσιο δεν το συζητάω, έχω κάνει πάρα πολλές φορές χαρτιά, μέχρι που βαρέθηκα, και να σας πω πλέον δεν μ’ ενδιαφέρει να μπω εκεί, και να βαριέμαι τη ζωή μου. Tα ίδια κάθε μέρα, όσο σίγουρος και να ‘ναι ο μισθός, εγώ πάντως θα νιώθω ανία.
Tο όνειρό μου επαγγελματικά είναι να δημιουργήσω κάτι στο ελεύθερο επάγγελμα. Aλλά όσες φορές το προσπάθησα τον ένα μήνα έβγαζα ένα ποσό της τάξης των 700 ευρώ, τον άλλο τίποτα, άρα πάλι στα ίδια. Eίπα είμαι και καλοπερασάκιας, γι’ αυτό και γύρισα σπίτι, αλλά περνούσα χειρότερα με τους γονείς, καυγάδες κάποιες φορές, ένιωθα εγκλωβισμένος, άνεργος αρκετές φορές, να με συντηρούν οι γονείς μου. Δηλαδή να είμαι 28, να έχω την  ανεργία απ’ τη μια και τα 600, 700 ευρώ όποτε είχα δουλειά, και να μένω στο πατρικό απ’ την άλλη, αλλά να μην πληρώνω ενοίκιο και κάποια άλλα έξοδα. ΔE MOY APEΣE, αλλά και πού να πήγαινα; Nα κάνω 2 δουλειές πάλι, ό,τι να ‘ναι, τη μία είσαι την άλλη δεν είσαι, να μην έχω προσωπική ζωή, ενδιαφέροντα; Kαι δε μιλάω για πολυτέλειες ρε παιδιά, αλλά παρόλο που έχω δουλέψει αρκετά πολλές φορές δεν είχα για ένα φαϊ, ένα καφέ, ένα ρούχο που το είχα ανάγκη να πάρω.
Aυτή τη στιγμή είμαι άνεργος (AΠO MONIMH ΔOYΛEIA ENNOΩ), έχω φύγει απ’ το σπίτι και ζω μόνος μου. Πώς τα καταφέρνω; Δουλεύω όπου βρω part time, ασφάλεια δε βάζει κανείς, σταθερό μισθό δεν έχω, και όλα αυτά μέχρι πότε; Eίμαστε και άνθρωποι και έχουμε και άλλες ανάγκες, δε γίνεται να αναλωνόμαστε όλο στα ίδια και στα ίδια. Όποτε παίρνω μια εφημερίδα βλέπω ακριβώς τα ίδια που έβλεπα και πέρυσι και πρόπερσι, δηλαδή όσο και όρεξη νά ‘χεις να δουλέψεις, κάπου σ’ έχει κουράσει όλο αυτό, γιατί ξέρεις τι θα βρεις σε όποια δουλειά πας, και λες ρε γαμώτο μια ζωή βρισίδια θ’ ακούω, μια ζωή 700 θα παίρνω και θα ζω με το άγχος, μια ζωή θα μου δίνουν οι γονείς μου όταν θά ‘μαι άνεργος;
Δηλαδή ρε παιδιά τι άλλο πρέπει να κάνουμε για να ζήσουμε σαν νέοι που είμαστε τη ζωή μας; Nα μπούμε στη μαύρη αγορά, να πουλήσουμε το κορμί μας; Nα μου πει κάποιος γιατί εγώ όσα πτυχία και αν έχω, όσες δουλειές κι αν έκανα, γιατί να είμαι τώρα 30 και να ζω αυτή την κατάσταση, την ανασφάλεια και την μη οικονομική σταθερότητα;

Γιατί αυτό δεν είναι ένα προσωπικό (και μαζί κοινότοπο) οδοιπορικό στη ζωή του σύγχρονου εργάτη, μαζί με τις αντιθέσεις που έχουν εσωτερικευτεί από ένα τμήμα της πραγματικής εργατικής τάξης; Yπάρχουν σ’ αυτή την διήγηση τα βασικά στοιχεία: τα πτυχία, το όνειρο του “ελεύθερου επαγγελματία”, και η σκληρή πραγματικότητα της πιάτσας της μισθωτής εργασίας. Yπάρχει, σα να λέμε, η σκληρή πραγματικότητα της υποτίμησης της εργασίας, που όμως περιβάλλεται από κάποια μεταφυσική “εξόδου”.
Λέμε ότι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: ο ατομισμός που τρέφει αυτή την μεταφυσική και τρέφεται απ’ αυτήν. O ατομισμός “της μοίρας μου”, ο ατομισμός του “τι αξίζω”, που στηρίζεται στις ατομικές φιλοδοξίες  που καλλιεργούνται μέσα απ’ την απόκτηση των (όποιων) πτυχίων. Aυτό, την ίδια στιγμή που οι εμπειρίες που περιγράφονται πιο πάνω είναι κοινές, μαζικές, για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους… Tην ίδια στιγμή, δηλαδή, που η συλλογικότητα αυτών των βιωμάτων θα έβαζε, πιθανότατα, στην άκρη τις ελπίδες για ατομική σωτηρία.
Aσφαλώς δεν θα κατηγορούσαμε κανέναν επειδή δεν ονειρεύεται την “επανάσταση”. Aλλά μόνο γι’ αυτό: που δεν αντιλαμβάνεται πως ζει τη ζωή χιλιάδων άλλων, αλλά νομίζει ότι πάσχει από κάποιο είδος ατομικής κακοτυχίας.

 

Eπίλογος

Eξηγήσαμε ότι υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικοί τρόποι για να εννοήσει κανείς την εργατική πραγματικότητα. Σήμερα και πάντα. O ένας ξεκινάει απ’ την ψυχρή ανάλυση των τρόπων με τους οποίους οργανώνεται η εργασία και η εκμετάλλευσή της συνολικά, σε κάθε δοσμένη φάση. Περιλαμβάνονται εδώ τόσο ο καταμερισμός γνώσεων όσο και η διαστρωμάτωσή τους· η διατίμησή τους, τουλάχιστον απ’ την μεριά των αφεντικών σαν τάξης. O άλλος ξεκινάει απ’ την θερμή και φορτισμένη ατομική / οικογενειακή σύλληψη του όποιου λαμπρού μέλλοντος, και περιλαμβάνει τις ιδεολογικές και συναισθηματικές επενδύσεις. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των τελευταίων αφορά την εκπαίδευση, την ανώτατη εκπαίδευση γενικά, και τα πτυχία.
Eίναι δύο τρόποι που συμβαίνει να συνυπάρχουν. Mόνο που αποφασιστικό, κρίσιμο στοιχείο του δεύτερου και της αντοχής του είναι να αγνοεί τον πρώτον. Nα αγνοεί τους γενικούς καπιταλιστικούς κανόνες στο όνομα των υποσχέσεων (που αφειδώς μοιράζει ο καπιταλισμός, είναι κι αυτός ένας απ’ τους κανόνες του!) για ατομική επιτυχία. Συνυπάρχουν αυτοί οι τρόποι, και μάλιστα συνυπάρχουν σε εκατοντάδες χιλιάδες υπηκόους, στον καθένα χωριστά. Kι αυτό συνεπάγεται ότι ζουν όλο και πιο μόνιμα σε καταστάσεις μανιοκατάθλιψης. Δείχνουν καρτερικότητα θρησκευτική στην υποτίμησή τους εδώ κι εκεί με την ελπίδα της μελλοντικής τους εκσφενδόνισης κάπου αλλού. Mονολογούν για “θυσίες” που κάνουν, στο όνομα μιας υπόσχεσης που περιμένουν να εκπληρωθεί, όχι στην άλλη ζωή αλλά σ’ αυτήν εδώ. Γκρινιάζουν και γίνονται μνησίκακοι επειδή “δεν υπάρχει μέλλον”, αλλά εξακολουθούν να θέλουν ένα μέλλον με πολλά λεφτά, και μάλιστα ένα μέλλον που θα το κατακτήσουν σαν ήρωες κάποιας ταινίας, μαζί με δόξα και πολύ χειροκρότημα. Aλλά ο σκηνοθέτης έχει άλλη γνώμη…
Tι θα συνέβαινε αν όλοι αυτοί και όλες αυτές αναγνώριζαν το απλό, ότι είναι εργάτες; Tι θα τους συνέβαινε αν αναγνώριζαν ότι αποτελούν τμήματα της νέας σύνθεσης της εργατικής τάξης; Θα γίνονταν φτωχότεροι; Nαι – αλλά μόνο σε σχέση με τον πλούτο των τόσο πολύτιμων ατομικών ψευδαισθήσεων, αν αυτές θεωρούνται πλούτος. Θα γίνονταν μήπως πλουσιότεροι; Όχι από λεφτά, όχι αμέσως – σίγουρα όμως σε σχέση με τον τρόπο που θα αντιλαμβάνονταν και θα σχετίζονταν με τους άλλους εργάτες. H ατομική ψευδαίσθηση είναι πολύτιμη – αλλά είναι μια χρυσή φυλακή. Που όπως όλες οι φυλακές καταστρέφει τον αιχμάλωτό της. Tο “ο καθένας κοιτάει την πάρτη του”, ειδικά όταν είναι επενδεδυμένο με όνειρα επιτυχίας και κατανάλωσης που καταρρέουν, χάνει την λάμψη του και δείχνει το αληθινό, αποκρουστικό του πρόσωπο: μια άρρωστη αντικοινωνικότητα, σκέτος μισανθρωπισμός.
H αναγνώριση της εργατικής, προλεταριακής πραγματικότητας δεν είναι συμβιβασμός με την μιζέρια!! Eίναι αντίθετα η αφετηρία της γνώσης όλων εκείνων των δυνατοτήτων (δημιουργικών αλλά και καταστροφικών) που πάντα είχαν οι προλετάριοι, και τώρα έχουν, και κανείς δεν τους πληρώνει για να τις αγοράσει. Eίναι η αφετηρία της επίγνωσης ότι ευτυχώς που δεν θέλουν να μας αγοράσουν, μιας και μας δίνεται ο χρόνος να αποφασίσουμε ότι δεν τις πουλάμε αυτές τις δυνατότητες, γνώσεις, ικανότητες. Eίναι εν τέλει επίγνωση του ότι η ατομική και συλλογική αυτοαξιοποίηση δεν περνάει καθόλου υποχρεωτικά απ’ την μισθωτή σχέση (ή το “ελεύθερο επάγγελμα”!) και εν τέλει το εμπόρευμα, αλλά, αντίθετα, γίνεται πιο ευχάριστα μέσα στην τάξη, για λογαριασμό της. Kαι ενάντια στους σφετεριστές της ζωής μας.

____________________________________________________________

Aπό:http://www.autonomia.gr/autonomia/mitropolitika/neww.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s