Jethro Tull… Aqualung …


 

Aqualung

Καθισμένος στο πάρκο σ’ ένα παγκάκι,

Κοιτάζοντας μικρά κοριτσάκια, με κακό σκοπό
Οι μύξες του να τρέχουν
Τα λαδωμένα δάχτυλά του πασαλείβουν τα παλιόρουχά του
 –
Στεγνώνοντας τον εαυτό του στον παγωμένο ήλιο
Παρακολουθώντας καθώς τα ναζιάρικα βρακάκια τρέχουν
Νιώθοντας σαν μια νεκρή πάπια
Φτύνοντας κομμάτια της κακής τύχης του
 –
Ο κρύος ήλιος ακτινοβολεί, ένας γέρος περιπλανιέται μόνος
Με το πάσο του, ο μόνος τρόπος που ξέρει
Τον πονάει πολύ το πόδι του καθώς σκύβει να πιάσει μια γόπα
Κατεβαίνει προς τον βάλτο και ζεσταίνει τα πόδια του
 –
Νιώθοντας μόνος, ο στρατός βρίσκεται στον δρόμο πιο πάνω
Σωτηρία που είναι στη μόδα και ένα φλιτζάνι τσάι
Άκουαλανγκ φίλε μου, μην ανησυχείς1
Καημένο μου άθλιο ανθρωπάκι, βλέπεις, εγώ είμαι
 –
Θυμάσαι ακόμα την ομιχλώδη παγωνιά του Δεκέμβρη?
Όταν ο πάγος γραπώνονταν πάνω στο μούσι σου και ‘συ ούρλιαζες μαρτυρικά
Και παίρνεις τις τελευταίες γρήγορες ανάσες σου με ήχους που κάνουν οι δύτες που πέφτουν στα βαθιά
Και τα λουλούδια ανθίζουν σαν τρελά μες στην άνοιξη
 –
  • 1.Aqualung=Πρόκειται για τον ήχο της αναπνοής που οφείλεται στο άσθμα και που μοιάζει με τον ήχο του αναπνευστήρα. Είναι η ασθένεια των περισσότερων αστέγων. Εδώ είναι το παρατσούκλι του

Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ…


1057447

Οι Γερμανοι είναι περίεργη φάρα ανθρώπων, άλλωστε και ποιος δεν είναι. Καταδικασμένοι να κουβαλούν αιώνια μια εσωτερική ενοχή σαν δυσβάσταχτο βάρος μετά τη στρατιωτική τους ήττα, στην οποία φυσικά οι σύγχρονοι Γερμανοί ουτε συνέπραξαν ούτε καν έζησαν.  Έζησαν ωστόσο στον ένα ή τον άλλο βαθμό την αλματώδη ανοικοδόμηση και την οικονομική ανάπτυξη καθώς και την ιμπεριαλιστικη επιβολή των αμερικανικών και σοβιετικών βάσεων. Και από τη σκοπιά των εργατών, Γερμανών και μεταναστών και όλων όσων οι πλάτες σήκωσαν το οικονομικό θαύμα μπορείς να πεις ότι ο πόλεμος συνεχίστηκε εναντίον τους, όπως συνεχίστηκαν και συνεχίζονται τα στρατόπεδα εργασίας και οι κρατικές δολοφονίες.

Η φράξια κόκκινος στρατός είναι μια ιδιαίτερη και πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση στην γερμανική ιστορία, γιατί στην άνοδο και στην πτωση της γράφονται τόσο ανάγλυφα στιγμές της ταξικής πάλης της μεταπολεμικής γενιάς της διαλυμένης χώρας. Βρίσκεται η οργή και η απελπισία της βαθιάς ήττας μετά την εθνική στράτευση, την ενσωμάτωση στο παντοδύναμο κοινωνικό κράτος και την ολοκληρωτική κρατική τρομοκρατία, όπως αυτή βγαίνει μέσα από τα λόγια της Ουλρίκε Μάινχοφ «Τώρα που δείχθηκε ότι είναι διαθέσιμα και άλλα μέσα εκτός μονάχα από διαδηλώσεις, Springer-Hearings, διοργανώσεις διαμαρτυρίας, άλλα εκτός από αυτά που απέτυχαν αφού δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία»

Συνέχεια

Ο κύριος (μονα)Χ(ικός)…


misterx

Ο κύριος Χ μένει σ ένα μικρό διαμέρισμα σε ένα απομακρυσμένο από την λεωφόρο  στενό. Σπάνια ακούγονται βουητά , κορναρίσματα , φωνές. Όχι στη γειτονιά του δεν υπάρχει ‘’βαβούρα’’. Αριστερά από την κεντρική είσοδο του κτηρίου υπάρχουν τρεις τέσσερις νεραντζιές, ίσως να είναι βέβαια και  μανταρινιές , ποτέ  δεν πρόσεξε . Την άνοιξη μαζεύονται στα κλαδιά πουλιά που τιτιβίζουν. Αν είναι Κυριακή ο κύριος Χ θα ανοίξει το παράθυρο και θα καθίσει για λίγα λεπτά εκεί μπροστά αφηρημένος από το κελάηδημα τους. Μετά όμως θα κλείσει το παράθυρο , θα πάρει την κούπα με τον ζεστό καφέ και θα ανοίξει τον υπολογιστή.

Κάθε μέρα πηγαίνει στην δουλειά του από νωρίς το πρωί. Συχνά σταματάει και αγοράζει ένα κουλούρι από τον πωλητή στη γωνία. Άλλες φορές περνάει βιαστικός ώστε να προλάβει να είναι στην ώρα. του. Στη δουλειά η ώρα άλλοτε περνάει πολύ αργά και δύσκολα ενώ άλλες φορές χωρίς καν να το καταλάβει. Το μεσημέρι γυρίζει πάντα αργά σπίτι. Είναι κουρασμένος. Τρώει , διαβάζει το αγαπημένο του βιβλίο , βλέπει τα νέα των οκτώ και κοιμάται για να ξυπνήσει το άλλο πάλι πρωί.

Ο κύριος Χ έχει αγαπήσει και έχει αγαπηθεί. Αυτό που είναι όμως παράξενο είναι ότι ποτέ δεν έμαθε αυτήν που τον αγάπησε και ποτέ δεν βρήκε την ανταπόκριση που περίμενε από αυτήν που εκείνος αγάπησε.

Συνέχεια

Η ίδια Πατρίδα…


Αριστερά στην Λαμία και προορισμός η Μονή Αγάθωνα. Το βουνό είναι πυκνό από έλατα. Το οξυγόνο σα να μην χωρά στις πλαγιές και τρέχει να πλημμυρίσει τα σωθικά σου. Έξω από το μοναστήρι, απόλυτη η ηρεμία του περιβάλλοντος και του βουνού, σου επιβάλλει να μιλάς ψιθυριστά, ομολόγησε αυθόρμητα η μικρή ανιψιά μου. Είπα να επισκεφθώ το μοναστήρι, γνωρίζοντας πως ηγούμενος από την κατοχή του 41-44, ήταν ο πατέρας Γερμανός Δημάκος. Ο πάτερ Ανυπόμονος, που μπήκε στην εθνική αντίσταση με τον ΕΛΑΣ, στο βουνό με τον Άρη και τον σταυρό, όπως τιτλοφορείται και το βιβλίο του. Το μοναστήρι αποτέλεσε όπως και πολλά άλλα, σημείο αναφοράς και στήριξης στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Το συγκεκριμένο κρατούσε την παράδοση από το ’21, όπως μαθαίνουμε από τον πάτερ Ανυπόμονο. Στο μοναστήρι….
η κληρονομιά της γενιάς του Δημάκου καλά κρατεί. Στην κουβέντα μου μ’ έναν από τους μοναχούς της Μονής Αγάθωνα, επιβεβαιώθηκε γρήγορα αυτή μου η υποψία.

Γκρίζα μακρυά γενειάδα, κοτσίδα ως πίσω την μέση, ένα μικρό φεσάκι στα μαλλιά και μάτια υγρά και ντόμπρα.

-Τον γνώρισες τον πάτερ Ανυπόμονο, τον ρώτησα;

-Και βέβαια μου λέει. Δυναμικός άνθρωπος. Άνθρωπος πάνω απ’ όλα. Γνήσιος πατριώτης, που δεν διαχώρισε τους Έλληνες. Τον οδήγησε η πίστη του και η αγάπη του στον θεό και τον άνθρωπο. Γι’ αυτό ταίριαξε με τον Άρη. Εσύ τον γνώρισες;… με ρώτησε.

  • Όχι δεν πρόλαβα. Έχω μάθει όμως γι’ αυτόν και έχω διαβάσει και το βιβλίο του.
  • Αλήθειες λέει εκεί. Δεν έκρυψε τίποτα. Εκτός από κάτι που το είπε σ’ εμάς.

-Τι πράγμα ρώτησα με επιφύλαξη..!

  • Που είναι οι κομουνιστές σήμερα, με ρώτησε με αυστηρότητα και με νόστο ταυτόχρονα.

(Κάρφωσα τα μάτια μου επάνω του)

Συνέχεια

Νέες εργατικές φιγούρες…


ΠPOΛOΓOΣ

Από την αφετηρία των καπιταλιστικών χρόνων, χοντρικά κάπου στα μέσα του 17ου αιώνα, οπότε το “επιχειρείν” και η συστηματική αποκόμιση κέρδους απ’ αυτό γίνονται η καινούργια κοινωνική αρετή, ο κατάλογος των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων της εργασίας έχει γνωρίσει εκρηκτική μεγέθυνση. Eντελώς καινούργια πεδία ειδίκευσης, που μετασχηματίζουν ή καταργούν ασχολίες και μορφές εργασίας που έμοιαζαν αιώνιας αξίας, εμφανίζονται και ξαναεμφανίζονται. Για να ξεπεραστούν, εξαφανιστούν ή μετασχηματιστούν από ένα επόμενο κύμα. Aυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό αν σκεφτούμε την περιορισμένη σε όγκο και σε ποικιλία παραγωγή όλων των προκαπιταλιστικών κοινωνιών (αγροτικών κατά βάση) σε σχέση με τις βιομηχανικές. H αγροτική / οικιακή οικονομία και οι συντεχνίες των μαστόρων υπέκυψαν στην καταλυτική επίθεση της ατμομηχανής, κι αυτή ήταν η πρώτη μεγάλης κλίμακας αναδιάρθρωση στον χάρτη των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων που είχε ολοφάνερα χιλιάδες ηττημένους. Aυτό το έργο συνεχίζεται με όλο μεγαλύτερο δυναμισμό ως τις μέρες μας.
Mε τον όρο τεχνική σύνθεση της εργασίας αναφερόμαστε λοιπόν σ’ αυτό: στον καταμερισμό και την διαστρωμάτωση των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων που χρειάζονται στη διαδικασία παραγωγής αλλά και κατανάλωσης των εμπορευμάτων κάθε είδους. Mέσα σ’ αυτή τη διαδικασία πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε πάντα και την ιδεολογική διάσταση, αφού και εξασφαλίζει την κατά το δυνατόν ομαλή παραγωγή και κατανάλωση. Kαι είναι φανερό ότι η τεχνική σύνθεση της εργασίας εξαρτιέται απ’ την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού: απ’ τις μηχανές που χρησιμοποιούνται, απ’ τις γνώσεις που θεωρούνται απαραίτητες, και απ’ τους τρόπους με τους οποίους η κάθε φορά χρήση των μηχανών και η κάθε φορά δημιουργία και χρήση των γνώσεων εξασφαλίζουν την καπιταλιστική κερδοφορία.
H τεχνική σύνθεση της εργασίας μπορεί να σταθεροποιείται σχετικά για ορισμένες χρονικές περιόδους, σε συνάρτηση με την σταθεροποίηση της τεχνικής σύνθεσης του καπιταλισμού. Aυτό φαίνεται λογικό – γιατί όμως συμβαίνουν οι αλλαγές; Γιατί καινούργιες εφευρέσεις μπαίνουν σε μαζική εφαρμογή; Γιατί γνώσεις που μια ορισμένη περίοδο θεωρούνται βασικές και κρίσιμες αχρηστεύονται σε μια επόμενη; Δεν θα ασχοληθούμε αναλυτικά με τις αιτίες αυτών των αλλαγών. Mπορούμε πάντως να πούμε γενικά ότι δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που προκαλούν σημαντικές και διευρυμένες αλλαγές στην τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού και της εργασίας: η επιδίωξη αύξησης των κερδών μέσω της συμπίεσης του εργατικού κόστους, και η επιβολή των καπιταλιστικών προταγμάτων, κανόνων και ρυθμίσεων πάνω στις κοινωνίες (γενικά) και στις εργατικές τάξεις (ειδικά), ειδικά στη διάρκεια και μετά από μεγάλες αμφισβητήσεις και αρνήσεις των πληβείων. Aυτό που ονομάζεται παραγωγικές δυνάμεις “αναπτύσσεται” ποσοτικά και ποιοτικά, όχι σαν περιπέτεια του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά επειδή “επαναστικοποιώντας” τα αφεντικά την οργάνωση της εργασίας προσπαθούν να κάμψουν τις αντιστάσεις.

Συνέχεια