»Κωνσταντίνου και Ελένης»: σχόλιο για μια αλληγορία του σύγχρονου ελληνισμού…


Δεν λέω ότι »η πολιτική είναι το ασυνείδητο», αλλά ότι το »ασυνείδητο είναι η πολιτική»

(J.Lacan, Η λογική της φαντασίωσης)


O Fredric Jameson προτείνει να αναζητήσουμε, σε κάθε αντιπροσωπευτικό καλλιτεχνικό δημιούργημα, το πολιτικό ασυνείδητο.

Το »Κωνσταντίνου και Ελένης» είναι μια αλληγορία του σύγχρονου ελληνισμού. Η Ελλάδα είναι διαιρεμένη. Από τη μια μεριά, το ελληνο-ορθόδοξο παρελθόν που αντλεί το μεγαλείο του από τη βυζαντινή αυτοκρατορία και συνθέτει τον αρχαίο ελληνικό κόσμο με το χριστιανισμό, σε μια αποτελεσματική εθνο-κρατική συνέχεια. Ο Καντακουζηνός. Από την άλλη μεριά, τα μπαρ, τα μπουζούκια, ο νεοελληνισμός, πιο μεταμοντέρνος αλλά λαϊκός, χωρίς σεβασμό στις ελληνικές παραδόσεις και τις συντακτικές δομές, με το χιούμορ, τις βρισιές, τα γκομενικά του. Η Βλαχάρα. Το Βυζάντιο προσπαθεί διαρκώς να μεταφράσει το ελληνικό Μπαρ, χωρίς επιτυχία. Και οι δύο νομιμοποιούνται από μια διαθήκη, διεκδικητές της ελληνικής κληρονομιάς,  γεγονός που περιπλέκει τα πράγματα, μέχρι την τελική ετυμηγορία από το Δικαστήριο. Η γραμμή που χωρίζει το σπίτι στη μέση καταγράφει εξ αρχής τη δυνατότητα ενός εμφυλίου πολέμου. Η σύγκρουση έχει και κοινωνικο-ταξικά χαρακτηριστικά: οι λαϊκές τάξεις, που εκπαιδεύονται στη διασκέδαση, την τηλεόραση και την κατανάλωση, απέναντι σε μια πνευματική και καθηγητική ελίτ που έχει μείνει στην εποχή της ιστορικότητας και του βιβλίου. Η Ελένη εργάζεται σε ένα μπαρ βραδινά ωράρια, προσπαθεί να ξεκλέψει λίγο ελεύθερο χρόνο, έχει αφεντικό, ενώ ο Κωνσταντίνος έχει σταθερό ωράριο, μεγάλο μισθό, κύρος και χρόνο για να συγγράψει το σύγγραμμά του. Αυτή η διαφορά κοινωνικού δυναμικού παράγει μεταξύ τους διαρκώς συγκρούσεις. Είναι ο κινητήρας της Ιστορίας. Όμως γιορτάζουν την ίδια μέρα, και πάνω από όλα πρέπει να διαχειριστούν το ίδιο σπιτικό. Συγκάτοικοι στην ίδια χώρα, την Ελλάδα μας.

Το σπίτι βράζει. Όμως τα πράγματα δεν θα διαβούν ποτέ το κατώφλι ενός καταστροφικού πολέμου: η σκηνοθετική ματιά έχει ταχθεί εξ αρχής με το Μπαρ, το Μπαρ έχει ήδη νικήσει και το Βυζάντιο επαναλαμβάνεται στις νέες συνθήκες σαν φάρσα. Ο Καντακουζηνός είναι μια τραγική φιγούρα, και βρίσκεται περικυκλωμένος. Ακόμα και ο παιδικός του φίλος, ο Μάνθος, βρίσκεται στο απέναντι στρατόπεδο, σαν εσωτερικός εχθρός αλλά και επιστήθιος φίλος. Παιδί βιομηχάνου, ψηλός και ωραίος με ακριβό αμάξι, διαχειρίζεται τις λιβιδινικές ροές με μαεστρία, χωρίς να μπορεί να αποφύγει το γυναικείο μποτιλιάρισμα. Από τον Μάνθο στην Πέγκυ, την αληθινά μοναδική του αγάπη, στην οποία πάντα επιστρέφει (γεγονός που δεν αποκλείει λογικά τη δυνατότητα άντλησης απόλαυσης από άλλες γυναίκες), ένα κανάλι οδηγεί από την καρδιά των προσωπικών σχέσεων του Καντακουζηνού, μέσα από το οχυρό του, κατευθείαν στη Βλαχάρα και τον τρόπο ζωής που αυτή εκπροσωπεί. Ο Καντακουζηνός επιμένει πεισματικά στα δικά του σύμβολα, στη δική του απώθηση και μετουσίωση των σεξουαλικών ορμών σε μια αντιδημοφιλή πνευματική δραστηριότητα. Κάποτε, αυτό ήταν κανονικό και φυσιολογικό για τα ανώτερα στρώματα, και πρότυπο ανέλιξης για τα κατώτερα στρώματα. Η μονογαμικότητα και ο διεστραμμένα συνεπής Ηθικός Νόμος ήταν βασικοί πυλώνες της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τώρα πια, η στάση του Καντακουζηνού εμφανίζεται ως παθολική και γελοία, τόσο στο θεατή όσο και στη πλειοψηφία των δρώντων μέσα στο σίριαλ, γιατί μια βαθιά μετάλλαξη έχει συντελεστεί στον ελληνικό κοινωνικό δεσμό, που πέρασε στο στάδιο της ολοκλήρωσης του καπιταλισμού, ως μορφής ζωής. Αρκετές φορές, ούτε ο Καντακουζηνός θα μπορέσει να αντισταθεί. Όχι μόνο όταν η Καντακουζήνα τελικά γουστάρει Σάκη και Νότη, εγκαταλείποντας για λίγο τη συγγραφή του μεγάλου συγγράμματος »Το Αποχετευτικό Σύστημα στο Βυζάντιο». Άλλωστε η σκατογλυπτική της αρχαιότητας έχει ήδη ηττηθεί από τα σύγχρονα, καθημερινά τεχνολογικά μέσα, η απλή χρήση των οποίων δεν απαιτεί καμία γνώση των αρχαίων γραμμάτων και καμία σπουδή. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη Ροζμαρί, στη Μαρία, και στην ίδια την Ελένη αλλά και σε άλλες, είτε στη βιοχημεία και τα ερωτικά σοκολατάκια. Η Ματίνα Μανταρινάκη, πιστή στην παραδοσιακή αξία της οικογένειας, θα μπορούσε να είναι μια σύμμαχος. Ωστόσο, ως νυμφοφανής, είναι και αυτή παιδί, στη πραγματικότητα, της δίχως μέτρο επιθυμητικής παραγωγής του σύγχρονου κόσμου-και οποιαδήποτε πληθωρική κίνηση της επιθυμίας, ο Καθηγητής δεν μπορεί να τη διαχειριστεί.

Καμία συμβατική απονομή του Νόμου δεν μπορεί να επιλύσει το αδιέξοδο ανάμεσα στους δύο κόσμους, καμία Δίκη. Μόνο ο Ελληνικός Γάμος των αντιθέτων μπορεί να σταματήσει την απειλή του εμφυλίου πολέμου, που διακωμωδήθηκε ως απομεινάρι του παρελθόντος στο πρόσωπο του τρελού παππού της Ματίνας Μανταρινάκη. Η Ελληνική Οικογένεια πρέπει να χτιστεί από την αρχή, σε νέες βάσεις. Τα παιδιά της Ελένης και του Κωνσταντίνου θα χτίσουν το νέο εθνικό κορμό. Το »Κωνσταντίνου της Ελένης» ξεπερνά τελικά τον εμφύλιο ως ανορθολογικό, δραματοποιώντας τη διαλεκτική υπέρβαση του διαχωρισμού. Η συμβίωση των δύο στρατοπέδων στο ίδιο σπίτι για χρόνια, έφερε τελικά τον ιστορικό συμβιβασμό, με τη συναισθηματική επένδυσή του και την θεσμική επικύρωσή του. Όμως αυτό που έκανε το»Κωνσταντίνου και Ελένης» καθοριστικό για τη τηλεοπτική μας διαπαιδαγώγηση, ήταν η μεταφορά της σύγκρουσης από τη πραγματική ζωή στην οθόνη, έστω και παραμορφωμένη. Η μετάθεση της τελικής σύγκρουσης συνεχίζεται στα επεισόδια που δεν γυρίστηκαν μετά τον Γάμο της συμφιλίωσης, όμως δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα η νέα μορφή της αντίθεσης. Αν το Κράτος από ψυχρός μηχανισμός μετατρέπεται σε Εθνος-Κράτος καλλιτεχνικά και αισθητικά, ως έργο τέχνης και όμορφο συλλογικό σώμα, τότε το »Κωνσταντίνου και Ελένης» συντέλεσε μέσα στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, όπως και ο εθνοκρατικός αθλητισμός της μεταπολίτευσης, στην εθνική αισθητική συμφιλίωση, συμφιλίωση των κοινωνικών αντιθέτων, συμφιλίωση του παρόντος με το παρελθόν. H γραμματική της φαντασίωσης, υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο σε μια μυθική στιγμή και σκηνοθεσία κατά την οποία η πρόσβαση στην υπεραπόλαυση υπήρχε πριν χαθεί, πραγματώνεται συλλογικά σε αυτά τα εξαιρετικά καλλιτεχνικά και αθλητικά έργα. Υποκείμενο τελικά η Ελένη, γυναίκα, Αντικείμενο τελικά Κωνσταντίνος, παρωχημένος πατριάρχης (παρά τις αντιμεταθέσεις τους), με διαφορετικά ρήματα σε διαφορετικά επεισόδια, στο τέλος των οποίων συνήθως σαδομαζοχιστικά δέρνονται, μέχρι την τελική λύση, την ομόνοια της συλλογικής μας απόλαυσης.

Το δίδαγμα είναι απλό: Οι τεχνολογικές και επιθυμητικές ροές δεν μπορούν να ανακοπούν από καμιά παράδοση. Ο καπιταλισμός σχιζοφρενοποιεί, συγκολλώντας τους νεο-αρχαϊσμούς, τύπου ελληνοορθόδοξο-βυζαντινό κιτς, με τις νέου τύπου επιθυμητικές μηχανές, όπως αυτές που συνθέτουν την περσόνα »Ελένη Βλαχάκη». Το σπίτι της Βλαχάρας και του Καντακουζηνού είναι ένα σχιζοφρενικό σπίτι, σε μια κοσμο-ιστορική μετάβαση της Ελλάδας από το παλιό στο σύγχρονο.

Γίναμε »αμέρικαν μπαρ», όπως είχε πει ο Χριστόδουλος, και ο Καντακουζηνός έβαλε λίγο νερό στο κρασί του, ενώ ακόμα και η Ματίνα Μανταρινάκη ξεσάλωσε. Άλλο ένα δίδαγμα για τους επίδοξους αντιμνημονιακούς (χριστιανοορθόδοξους) πατριώτες: στο »Κωνσταντίνου και Ελένης», η γραμμή τους έχει ήδη γελοιοποιηθεί, και έχει πάψει να εμπνέει. Όμως ο Πύρρος με το σαλάμι είναι ένας αντι-ήρωας. Και ο Μεγάλος Αδερφός στο »Κωνσταντίνου και Ελένης Show», απτή πραγματικότητα.
_____________________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s