“Θα ξανάρθουμε και η γη θα τρέμει”: Η διαρκής επιστροφή του Γκαίμπελς και η Καπιταλιστική Δημοκρατία…


Ο χαρακτηρισμός “Γκαιμπελικές” πρακτικές που χρησιμοποιείται συχνά στις αντιπαραθέσεις στο δημόσιο λόγο συνήθωςέχει την έννοια της συκοφαντίας. Παρουσιάζεται σαν μια δραστηριότητα που αποκλίνει από τις υποτιθέμενες αρχές των σύγχρονων αστικών δημοκρατιών, του δημοκρατικού διαλόγου και της πολιτισμένης συζήτησης. Αυτή η ερμηνεία αποτελεί προφανώς μέρος μιας γενικότερης οπτικής του σύγχρονου Καπιταλισμού που αντιπαραβάλει το φασισμό σαν ένα τελείως διαφορετικό καθεστώς (θεωρίες περί “ολοκληρωτισμού”) που συμψηφίζεται με τον υπαρκτό σοσιαλισμό και βρίσκεται στον αντίποδα της σύγχρονης δημοκρατίας.

Έτσι ο Φασισμός δεν παρουσιάζεται σαν μια μορφή Καπιταλισμού όπως πραγματικά είναι αλλά σαν μια μορφή τρέλας από το παρελθόν, έργο σχιζοφρενών προσωπικοτήτων που η ήττα τους δικαιώνει τις αστικές δημοκρατίες (που βέβαια στον καθημερινό λόγο περιγράφονται σαν “δημοκρατίες” γενικά ώστε να είναι απαλλαγμένες από τα ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπούν). Στην πραγματικότητα όμως σκοτώνοντας και δαιμονοποιώντας τις πιο ακραίες πλευρές (και τα ιστορικά πρόσωπα) του Φασισμού ο Καπιταλισμός όχι μόνο διατήρησε αλλά και τελειοποίησε πολλές από τις “κατακτήσεις” των Φασιστικών καθεστώτων. ‘Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν αυτό της επικοινωνίας η (που είναι το ίδιο πράγμα) της προπαγάνδας. Και εδώ κεντρικό ρόλο έχει η πολιτισμική αντεπανάσταση του Γιόζεφ Γκαίμπελς.

Μια χιονισμένη μέρα του Φεβρουαρίου 1924, ένας νέος, αδύνατος μελαχρινός άνδρας έκανε την εμφάνιση του στο μέγαρο Schutzenhaus στην πόλη Ράιντ της Ρηνανίας. Στην αίθουσα επικρατούσε πολιτικός πυρετός, καθώς οι ρήτορες του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (DKP) αγόρευαν με πάθος και ένταση. Ο αδύνατος άνδρας με τα εκφραστικά μάτια και το φτηνό, μάλλινο παλτό ανέβηκε στην έδρα και υπέβαλε κάποιες ερωτήσεις στους ομιλητές. Μερικοί από το ακροατήριο γέλασαν. Ένας κομμουνιστής τού επιτέθηκε, φωνάζοντας οργισμένος: «Εκμεταλλευτή της εργατικής τάξης, καπιταλιστή!». Ατάραχος ο νεαρός άνδρας, άρπαξε ενστικτωδώς την ευκαιρία που αναζητούσε.

Απευθύνθηκε με κοφτή αλλά σταθερή φωνή προς τους επικριτές του και είπε: «Θα παρακαλούσα τον κύριο που με αποκάλεσε δίχως ντροπή “εκμεταλλευτή και καπιταλιστή”, να έλθει στην έδρα και να αδειάσει το πορτοφόλι του. Τότε θα δούμε ποιος από τους δύο μας έχει τα περισσότερα χρήματα». Ολοκληρώνοντας την ομιλία του έβγαλε το πορτοφόλι του και άδειασε τα λιγοστά κέρματα που είχε στην έδρα. Ο κόσμος γέλασε, αλλά χάρισε τη συμπάθεια του στον νεαρό. Έτσι άρχισε η πολιτική διαδρομή του Γιόζεφ Γκαίμπελς, του «εγκεφάλου» του Γ’ Ράιχ.

Μετά από μια σύντομη περίοδο ένταξης στην “αριστερή” πτέρυγα του Ναζιστικού Κόμματος, ο Γκαίμπελς προσεταιρίστηκε από τον -όπως τον κατηγορούσε μέχρι τότε- μικροαστόΧίτλερ που αναγνώρισε το ταλέντο του ως προπαγανδιστή και έσπευσε να τον αξιοποιήσει. Ανέβηκε ταχύτατα στην κομματική ιεραρχία. Ένα από τα τότε στελέχη του κόμματος διηγείται : Στο δρόμο για μια ομιλία σε μια συγκέντρωση με ρώτησε: – Σε τι είδους κοινό θα μιλήσω, ποιον “δίσκο” να τοποθετήσω; Τον εθνικό, τον κοινωνικό ή τον συναισθηματικό; Μας κοίταξε επιβλητικά και χαμογελώντας είπε: “Τους έχω όλους στο τσεπάκι μου”».

Η μέθοδος του Γκαίμπελς ήταν η πρόκληση και η κατοπινή παρουσίαση του NSDAP ως κινήματος μαρτύρων. Έτσι π.χ. όταν απαγορεύτηκε το τοπικό NSDAP από τον επικεφαλής της Αστυνομίας του Βερολίνου, επειδή ένας ιερέας δέχθηκε άγριο ξυλοδαρμό από άνδρες της SA στις 4 Μαΐου 1927, ο Γκαίμπελς φρόντισε να βρεθεί τις επόμενες μέρες σε αρκετά πρωτοσέλιδα εφημερίδων, όπου παρουσίασε το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα ως θύμα της κρατικής αυθαιρεσίας. Αφού κατόπιν ίδρυσε λέσχες σε όλη την πόλη, καταστρατηγώντας με τον τρόπο αυτό την απαγόρευση της οργάνωσης, του αφαιρέθηκε η ελευθερία λόγου στον χώρο του Βερολίνου.

Ο Γκαίμπελς εκμεταλλεύτηκε και πάλι την ευκαιρία να παρουσιάσει τον εαυτό του θύμα: στην κομματική εφημερίδα “VölkischerBeobachter” (Λαϊκός Παρατηρητής) δημοσιεύτηκε φωτογραφία του που τον έδειχνε σε δεσμά. Επίσης το διάστημα εκείνο ξεκίνησε μια δημαγωγική εκστρατεία κατά του Εβραίου προϊστάμενου της αστυνομίας του Βερολίνου Μπέρνχαρντ Βάις. Ο Βάις αποτελούσε ιδανικό στόχο για την ναζιστική προπαγάνδα: ήταν πολίτης εβραϊκής καταγωγής και εκπρόσωπος της μισητής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, «αντιπρόσωπος του συστήματος» όπως τον έλεγε ο Γκαίμπελς.

Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε για πρώτη φορά η νεοϊδρυθείσα εφημερίδα του, “DerAngriff” (Η Επίθεση), αφού πριν οργάνωσε και πραγματοποίησε αποτελεσματική διαφημιστική εκστρατεία. Την σχεδίασε με πρότυπο τις αριστερές εργατικές εφημερίδες και την χρησιμοποιούσε κυρίως για επιθέσεις κατά των «εκμεταλλευτών». Όταν στις 29 Οκτωβρίου 1927 του χορηγήθηκε πάλι η ελευθερία λόγου, η εφημερίδα έγινε φερέφωνό του. Στην πρώτη σελίδα κάθε έκδοσης ήταν αυτός που συνέγραφε το κύριο άρθρο με σκοπό πάντα να συκοφαντήσει και να δυσφημήσει πολιτικούς αντιπάλους. Ο αρχηγός των SS Χάινριχ Χίμλερ είχε κάποτε πει για τον Γκαίμπελς: «Δώστε σε αυτόν τον άνθρωπο ένα μικρόφωνο ή έναν καλό στυλογράφο και θα κάνει τους εβραίους να αυτοκτονήσουν από ενοχές».

Στις 27 Απριλίου 1930 ορίστηκε από τον Χίτλερ ως επικεφαλής της Προπαγάνδας του Ράιχ (Reichspropagandaleiter), αρμόδιος, δηλαδή, του NSDAP για τον Τύπο, τις κινηματογραφικές ταινίες, τη Ραδιοφωνία και την Εθνική Παιδεία. Άρχισε να διοργανώνει τις γνωστές του μαζικές εκδηλώσεις, στα πλαίσια των οποίων, σαν ομιλητής, συνοδευόταν στην αίθουσα από φρουρούς και σημαιοφόρους. Επειδή ήταν αδύνατο να μιλήσει ο ίδιος σε όλες τις εκδηλώσεις, δημιούργησε τμήμα ομιλητών, οι οποίοι ελάμβαναν ακριβείς οδηγίες και βρίσκονταν πάντα υπό αυστηρή παρακολούθηση κατά την διάρκεια των εκδηλώσεων στις οποίες αντιπροσώπευαν τον Γκαίμπελς.

Εκτός από την Προπαγάνδα, προώθησε και οργάνωσε την τρομοκρατία μέσω της παραστρατιωτικής οργάνωσης των SA. Σε άρθρα του εμφάνιζε τους άνδρες της SA ως ήρωες. Ειδικά ο θάνατος του 23χρονου SA Χορστ Βέσελ (HorstWessel) αποτέλεσε ευκαιρία για τον Γκαίμπελς να πλάσει έναν «ήρωα μέσα από τον λαό». Οργάνωσε μια πομπώδη κηδεία και στην κατοπινή του ομιλία δημιούργησε τον μύθο του «ήρωα και μάρτυρα του Τρίτου Ράιχ» Χορστ Βέσελ, ο οποίος στην πραγματικότητα πυροβολήθηκε από τον Άλμπρεχτ Χέλερ (AlbrechtHöhler), τον παλαιότερο προστάτη της αρραβωνιαστικιάς του Έρνα Γιένικε (ErnaJänicke), μιας πρώην πόρνης. Ο Γκαίμπελς, ικανός να ξεσηκώνει και να οδηγεί τις μάζες, περιφρονούσε πάντα τους ακροατές του και έμενε έκπληκτος με το πόσο απλά μπορούσε να ασκηθεί έντονη επιρροή στους ανθρώπους γενικώς.

Ο ίδιος απέδειξε πολλές φορές αυτή τη δυνατότητα αφού ήταν, σύμφωνα με καταθέσεις στη δίκη της Νυρεμβέργης, ο εμπνευστής της προβοκάτσιας της πυρκαγιάς του Ραιχσταγκτ το 1933 και του αιματηρού αντιεβραικού πογκρόμ της “Νύχτας των Κρυστάλλων” το 1938. Εξάλλου ήταν ο εισηγητής της “απο-εβραιοποιήσης” των τριών μεγαλύτερων πόλεων της Γερμανίας και φανατικός υποστηρικτής της “τελικής λύσης” του εβραικού ζητήματος για την όποια μονίμως διαμαρτυρόταν ότι καθυστερούσε.

Κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα στη Γερμανία τον Απρίλιο του 1932, ο καγκελάριος Μπρούνινγκ αρνήθηκε την πρόσκληση του Γκαίμπελς για μια δημόσια ανοικτή αναμέτρηση. Ο προπαγανδιστής του NSDAP δεν πτοήθηκε. Προμηθεύτηκε τον τελευταίο προεκλογικό λόγο του Μπρούνινγκ σε δίσκο βινυλίου και τον άφησε να ακουστεί σε μια μεγάλη συγκέντρωση οπαδών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στο Βερολίνο. Έχοντας ως στόχο την επιβολή της θέλησης του στις μάζες και χρησιμοποιώντας τη ρητορική του δεινότητα, διέκοπτε την ομιλία του αντιπάλου του στο βινύλιο και έδινε τις κατάλληλες απαντήσεις. Το κοινό ξεφώνιζε από ενθουσιασμό. Λίγο αργότερα έγραφε ο Γκαίμπελς στο ημερολόγιο του: «Ήταν μια φοβερή επιτυχία. Μερικοί από τους επιχειρηματίες οπαδούς μας ενθουσιάστηκαν τόσο που συγκέντρωσαν αυθόρμητα το ποσό των 100.000 μάρκων για τον προεκλογικό μας αγώνα».

Ο Πολιτισμός της Προπαγάνδας

Τον Σεπτέμβριο του 1933 ο Γκαίμπελς τέθηκε επίσης επικεφαλής του καινούργιου Επιμελητηρίου του Ράιχ για τον Πολιτισμό, που ήταν οργανωμένο σε επτά τμήματα: Τύπου, ραδιοφώνου, λογοτεχνίας, μουσικής, θεάτρου, οπτικών τεχνών και κινηματογράφου. 0 Τύπος βρισκόταν πλέον υπό την αμείλικτη λογοκρισία του καθεστώτος. Στην ουσία, βέβαια, ποτέ δεν υπήρχε ελευθεροτυπία στη Γερμανία. Υπήρχαν δημοσιογραφικά μεγάλα τραστ που είχαν υπό την επιρροή τους μέχρι και 30 έντυπα. Ο μοναρχικός Χούγκενμπεργκ λ.χ. έλεγχε το 40% του Τύπου. Εξέδιδε από κομμουνιστικά μέχρι ακροδεξιά έντυπα. Από εδώ και πέρα τα πάντα θα ήταν υπό τον έλεγχο του κράτους. Όπως είπε ένας Γερμανός ιστορικός, ο Ράιχελ, «σε μεγάλο βαθμό ο εθνικοσοσιαλισμός -ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σύστημα κυριαρχίας στη σύγχρονη εποχή προσπάθησε να ορισθεί και να νομιμοποιηθεί μέσω της τέχνης και της μαζικής του κουλτούρας. Δεν ήταν τα οικονομικά επιτεύγματα αλλά οι “μεγάλες πολιτιστικές τομές του”

Ο νέος υπουργός Προπαγάνδας και Λαϊκής Διαφώτισης ήταν ο εκπρόσωπος των πιο ριζοσπαστικών ιδεολογικών στοιχείων του εθνικοσοσιαλισμού. Για τον Γκαίμπελς ο όρος «προπαγάνδα» δεν είχε αρνητική σημασία, αλλά αφορούσε «την τέχνη να αντιλαμβάνεται κανείς την ψυχή ενός λαού και να επικοινωνεί με τα λαϊκά στρώματα με κατανοητή ορολογία και εκφράσεις». Η ανάληψη του πολιτικού ελέγχου όλων των μέσων ενημέρωσης, δηλαδή του ραδιοφώνου, του Τύπου, του κινηματογράφου καθώς και των πολιτιστικών δραστηριοτήτων «θωράκισε» το καθεστώς.

Το ραδιοφωνικό δίκτυο πριν από την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία ανήκε στο κράτος. Την εποχή της Βαϊμάρης οι Σοσιαλδημοκράτες είχαν απαγορεύσει αυστηρά τη χρήση του από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, το 1933 όμως οι εθνικοσοσιαλιστές, και ιδιαίτερα ο Γκαίμπελς, θα αναδείκνυαν στο έπακρο τη λειτουργικότητα του για τη στήριξη του νέου καθεστώτος. Με αρχικό κρατικό κεφάλαιο διατέθηκαν στην αγορά απλοί ραδιοφωνικοί δέκτες σε χαμηλή τιμή, που σύντομα αποκτήθηκαν από ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.

Σταδιακά το κράτος έπρεπε να ενσωματωθεί στο κόμμα και η προπαγάνδα ήταν η βασική στρατηγική του Γκαίμπελς. Στις 13 Απριλίου 1933, με πρωτοβουλία της Γενικής συνομοσπονδίας Γερμανών φοιτητών τοιχοκολλήθηκε μια αφίσα σ’ ολόκληρο το Βερολίνο με τον τίτλο «Ενάντια στο μη γερμανικό πνεύμα». Πίσω από αυτή την πρωτοβουλία κρυβόταν ο Γιόζεφ Γκαίμπελς. Αφορούσε την καταστροφή όλων των “αντιγερμανικών βιβλίων” σε δημόσιες τελετές και τον εξοστρακισμό του “μη γερμανικού πνεύματος” από τις δημόσιες βιβλιοθήκες.

Στις 10 Μαΐου 1933 στήθηκε το σκηνικό για την καταστροφή των απαγορευμένων βιβλίων. 20.000 τόμοι κάηκαν τότε στην πλατεία της Όπερας του Βερολίνου, ανάμεσα τους έργα των Μαρξ, Φρόιντ, Χάινριχ Μαν κ.ά. Η τελετή της πυράςθύμιζε εξιλαστήρια θυσία. Οι εθνικοσοσιαλιστές φοιτητές κρατούσαν πυρσούς και ήταν ντυμένοι με την επίσημη ενδυμασία του σωματείου τους. Ο Γκαίμπελς είχε κάθε λόγο να είναι χαρούμενος. Οι «ιερείς» του επιτελούσαν τη συμβολική πράξη, ενώ το πλήθος συμμετείχε στη δράση με ομαδικά ξεφωνητά όπως σε μια θρησκευτική τελετή. Η νύχτα έκανε ακόμη πιο έντονο το συναίσθημα της θρησκευτικότητας και της γοητείας της στιγμής. Εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με τον δαιμόνιο υπουργό, η δράση νικούσε την αντίδραση, ο εθνικοσοσιαλισμός τον μαρξισμό, ο ιδεαλισμός τον υλισμό, ο υπεράνθρωπος τον υπάνθρωπο.

Η καύση των βιβλίων οργανώθηκε από την πνευματική ελίτ (φοιτητές και καθηγητές πανεπιστημίων) και όχι από τα SA, συνεπώς συνιστούσε μια συνειδητή στάση «αντιδιανοουμενίστικου ριζοσπαστισμού». Επιδίωξη του ήταν η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης νέας αισθητικής, που θα ένωνε το πολιτικό σώμα και την καθημερινή αντίληψη περί κάλλους και κοινωνικής ωφέλειας. Η αισθητική ως πολιτική ενέργεια και η πολιτική ως αισθητική πράξη ήταν ένα από τα βασικά συνθήματα του εθνικοσοσιαλισμού.
Ο Γερμανικός Κινηματογράφος

Η ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ τον Ιανουάριο του 1933 σηματοδότησε ένα νέο, διαφορετικό, πολιτικό κλίμα στον γερμανικό κινηματογράφο. Ο νέος υπουργός Προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ έδωσε το στίγμα του νέου καθεστώτος: «Ο γερμανικός κινηματογράφος πρέπει να καταλάβει ότι η κρίση που περνάει δεν είναι κρίση υλική αλλά πνευματική, και ότι αυτή &α εξακολουθήσει να έχει αυτό τον χαρακτήρα αν δεν βρει το Θάρρος να πραγματοποιήσει ριζικές αλλαγές. Πρέπει, χωρίς καθυστέρηση, να ελευθερώσουμε τον κινηματογράφο από τους Εβραίους και από αυτούς που τον επηρεάζουν».

Η θέση αυτή πολύ σύντομα έγινε πράξη. Δεκάδες ηθοποιοί, καλλιτέχνες και συγγραφείς, ασφυκτιώντας κάτω από τις νέες συνθήκες, εγκατέλειψαν τη Γερμανία και κατέφυγαν στο εξωτερικό. Οι ηθοποιοί Μάρλεν Ντήντριχ και Μπριγκίτε Χελμ, ο σκηνοθέτης Φριτς Λανγκ, οι συγγραφείς Τόμας Μαν και Στέφαν Τσβάιχ και πολλοί ακόμη αντιχιτλερικοί εκπατρίσθηκαν και αναζήτησαν ένα νέο ξεκίνημα στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α. Παράλληλα, στη Γερμανία έμπαιναν οι βάσεις για τη δημιουργία του νέου γερμανικού κινηματογράφου.

Στις 14 Ιουλίου 1933 ιδρύθηκε το Κινηματογραφικό Επιμελητήριο του Ράιχ (ReichsfilmKammer), με στόχο να μην επιτρέψει «στους ασυνείδητους σκηνοθέτες να υποβιβάσουν το καλλιτεχνικό επίπεδο του γερμανικού λαού». Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ήταν ο απόλυτος έλεγχος της γερμανικής κινηματογραφικής παραγωγής από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και το Υπουργείο Προπαγάνδας. Ο γερμανικός κινηματογράφος προώθησε ιδιαίτερα τον αντικομουνισμό μέσα από τις ταινίες του και οι λογοκριτές του ήλεγχαν τα πάντα: άρθρα εφημερίδων και περιοδικών, κινηματογραφικές ταινίες και ντοκιμαντέρ, ραδιοφωνικές εκπομπές κλπ. Για τον Γερμανό υπουργό Προπαγάνδας ο κινηματογράφος αποτελούσε τον επικοινωνιακό δίαυλο μέσα από τον οποίο οι μάζες όφειλαν να λαμβάνουν τα μηνύματα του καθεστώτος.

Μεταξύ του 1933 και του 1944 στο Γ’ Ράιχ παρήχθησαν περισσότερες ταινίες από όσες στο Χόλιγουντ την ίδια εποχή. Αξεπέραστο έργο προπαγάνδας θεωρείται σήμερα η πιο αντισημιτική ταινία όλων των εποχών, με τίτλο «Ο αιώνιος Εβραίος» («DerewigeJude»), τα γυρίσματα της οποίας ολοκληρώθηκαν το 1940. Πρόκειται για ένα δημιούργημα του Γκαίμπελς, ταινία-σταθμό, η δημόσια προβολή της οποίας απαγορεύεται μέχρι σήμερα. Στη Γερμανία επιτρέπεται να προβάλλεται μόνο σε ειδικά επιλεγμένο ακροατήριο και αποκλειστικά για επιστημονικούς σκοπούς. Η ταινία αρχίζει με μια περιήγηση στο γκέτο της Βαρσοβίας (τα σχετικά πλάνα γυρίστηκαν αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία).

Η κάμερα δείχνει σκηνές από το εσωτερικό κατοικιών των Εβραίων. Τα δωμάτια είναι άθλια και ακατάστατα, τα παράθυρα βρώμικα. Στους δρόμους ο θεατής βλέπει Εβραίους να στέκονται, να φλυαρούν, να εμπορεύονται. Στη συνέχεια, γίνεται μια αναδρομή στην καταγωγή των Εβραίων και την ένταξη τους στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αναφέρονται στίχοι από το Ταλμούδ και αποκαλύπτεται πως οι Εβραίοι μετά την Αναγέννηση κατέκλυσαν την Ευρώπη και κυριάρχησαν οικονομικά, χωρίς οι λαοί της να το αντιληφθούν εγκαίρως. Ως απόδειξη προβάλλεται ένα απόσπασμα αμερικανικής ταινίας που παρουσιάζει τη δημιουργία και την επέκταση του εβραϊκού τραπεζικού οίκου των Ρότσιλντ. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας παρουσιάζονται εμετικές εικόνες σφαγής ζώων από Εβραίους «χασάπηδες». Η κάμερα δείχνει κοντινά πλάνα, «σκοτεινά», «ύπουλα» πρόσωπα, και το χαμόγελο του «αιώνιου Εβραίου» που απολαμβάνει το αίμα και τη σφαγή. Στο τέλος επέρχεται η κάθαρση και οι θεατές λυτρώνονται με τη γερμανική τάξη και καθαρότητα, χαρούμενοι διότι δεν ανήκουν σ’ αυτό τον βρώμικο και μοχθηρό λαό και ευτυχισμένοι με τον θρίαμβο του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία.

“Η τέχνη πρέπει να είναι προπαγάνδα επειδή και η προπαγάνδα είναι τέχνη”

Κατά τη διάρκεια της θεατρικής εβδομάδας, που οργανώθηκε στο Αμβούργο από τις 16 μέχρι τις 23 Ιουνίου 1935, ο Γκαίμπελς εκφώνησε έναν λόγο πάνω στους καλλιτεχνικούς στόχους του Γ’ Ράιχ. Αφού καταδίκασε τον ατομικισμό, υπογράμμισε πως ο εθνικοσοσιαλισμός απαιτούσε μια Τέχνη ζωντανή, δεμένη με τη λαϊκή ψυχή. Εντούτοις διαμαρτυρήθηκε ενάντια σε εκείνους που υποβίβαζαν την Τέχνη σε μια άλλη προπαγανδιστική λειτουργία. Πρώτα πρώτα επειδή η προπαγάνδα, έτσι όπως την εννοούσε εκείνος, ήταν από μόνη της μια ολόκληρη τέχνη :

«θα γινόταν το κίνημα μας χωρίς προπαγάνδα; Και τι θ’ απογινόταν το κράτος μας, αν, και σήμερα ακόμα, μια πραγματική δημιουργική προπαγάνδα δεν του έδινε το πνευματικό του πρόσωπο; Μήπως και η Τέχνη δεν αποτελεί μια έκφραση αυτής της μορφοποιητικής ικανότητας; Μήπως υποβιβάζουμε την τέχνη όταν τη βάζουμε στο ίδιο επίπεδο με την ευγενή επιστήμη της λαϊκής ψυχολογίας, εκείνη που έσωσε πρώτη το Ράιχ από την άβυσσο; Σε μια εποχή μιζέριας σαν τη δική μας δεν μπορούμε να βοηθήσουμε τον λαό μας μόνο με θεωρίες. Πρέπει να του προσφέρουμε τις πρακτικές δυνατότητες ν’ αρχίσει μια καινούργια ζωή. Κι αυτό ακριβώς κάνουμε όλοι εμείς που μοχθούμε καθημερινά για να λύσουμε αυτά τα θέματα…».

Ο Γκαίμπελς είχε αναγκαστεί να λογοκρίνει ορισμένους δημιουργούς, όπως ο συνθέτης Πάουλ Χίντεμιτ, παρά το ότι ο ίδιος ήταν οπαδός της σύγχρονης τέχνης και μουσικής, υπακούοντας στις εντολές του Χίτλερ, ο οποίος απεχθανόταν τη μουσική του. Παρόλ’ αυτά, ο Γκαίμπελς άφησε σχετική ελευθερία σε ορισμένες κινηματογραφικές παραγωγές (κυρίως κωμωδίες), αναγνωρίζοντας ότι ο απλός πολίτης είχε ανάγκη να “ξεφεύγει” από την καθημερινότητα και τον κατακλυσμό προπαγανδιστικού υλικού που δεχόταν. Βοηθήθηκε σε αυτό από το γεγονός ότι στον Χίτλερ άρεσε πολύ ο Μίκυ Μάους.

Ο Πόλεμος

Ο «Μεγάλος Ψεύτης», όπως τον ονόμασαν οι Βρετανοί, είπε λιγότερα ψέματα απ` ότι του καταλογίζει ο μύθος γύρω από το όνομά του — το μεγαλύτερο όπλο του Γκέμπελς ήταν ότι παραδεχόταν μεγάλο κομμάτι της αλήθειας: τις ήττες, τα όποια προβλήματα κατά καιρούς εμφανίζονταν στην παραγωγή. Πολλές φορές ήταν ο πρώτος που ανακοίνωνε τις καταστροφές. Δεν απέκρυπτε αυτό που γνώριζε ότι όλοι θα καταλάβαιναν αργά ή γρήγορα. Το χρησιμοποιούσε με μαεστρία για να δημιουργήσει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ως το 1942 η δουλειά του ως υπουργού Προπαγάνδας ήταν μάλλον εύκολη. Οι νίκες δεν χρειάζονται ιδιαίτερο κόπο για να μετατραπούν σε μέσα χειραγώγησης και να κρατήσουν ψηλά το ηθικό ενός λαού. Το μέγιστο των δυνατοτήτων του ο Γκαίμπελς το χρειάστηκε μετά το 1942, όταν άρχισαν οι ήττες. Καθώς ο Χίτλερ αραίωσε τις ραδιοφωνικές ομιλίες του, ο Γκαίμπελς ανέλαβε να αναπληρώσει το κενό.

Ο λόγος του περί Ολικού Πολέμου (DerTotalkrieg), του «πιο σύντομου πολέμου», τον οποίο εκφώνησε με την κατάρρευση του ανατολικού μετώπου, στις 18 Φεβρουαρίου του 1943, στο στάδιο του Βερολίνου και μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο σε όλη τη χώρα, θεωρείται από τις πιο χαρακτηριστικές ομιλίες του. Το καλοκαίρι του 1944 ο Γκέμπελς αναλαμβάνει τη θέση του Πληρεξούσιου του Ράιχ για την Κινητοποίηση του Ολικού Πολέμου. Παράλληλα, άφηνε προσεκτικά να διαρρέουν πληροφορίες για τα «μυστικά» υπερόπλα των Ναζί, που σίγουρα θα έσωζαν ως από μηχανής θεός τα στρατεύματά τους, τροφοδοτώντας θάρρος μέσω της προπαγάνδας ένα λαό που πολύ αργά θα μάθαινε τι ακριβώς συνέβαινε.

Ένα “Βαγκνερικό” τέλος

Ο τελευταίος λόγος του θα εκφωνηθεί στις 30 Απριλίου. Είχε πάρει την απόφαση να αρνηθεί την εντολή του Χίτλερ να αναλάβει καγκελάριος μετά την αυτοκτονία του και να τον ακολουθήσει στο θάνατο, δολοφονώντας μαζί με την γυναίκα του και τα έξι ανήλικα παιδιά του. Όταν ο γιατρός προσπάθησε να τον πείσει να στείλει τα παιδιά σε νοσοκομείο μέσω του ερυθρού σταυρού πήρε την εξής απάντηση: ” Αυτό είναι αδύνατον. Είναι τα παιδιά του Γκαίμπελς”. Στη συνέχεια μαζί με τη γυναίκα του τα δολοφόνησε με δηλητήριο ενώ κοιμόντουσαν και μετά αυτοκτόνησαν και οι δύο. Οι εντολές ήταν καούν τα πτώματα ώστε να μην τα βρουν οι Σοβιετικοί. Όμως αυτή τη φορά η “σκηνοθεσία” δεν πήγε τόσο καλά. Καθώς δεν υπήρχε αρκετή βενζίνη στο καταφύγιο τα πτώματα έμειναν αναγνωρίσιμα. Σύμφωνα με μαρτυρίες των Σοβιετικών τουλάχιστον ένα από τα παιδιά έφερε μελανιές που σημαίνει ότι πάλεψε για τη ζωή του μέχρι τέλους.

Η διαρκής επιστροφή του “Γκαιμπελισμού”

Πίσω από την βιτρίνα της κατακραυγής για τα εγκλήματα του Φασισμού οι επικοινωνιακές μέθοδοι του Γκαίμπελς επιβίωσαν και αναπτύχθηκαν από τους νικητές του δυτικού κόσμου. Παρόμοιες μέθοδοι είχαν εξάλλου υιοθετηθεί και από τους συμμάχους στη διάρκεια του πολέμου. Αμέσως μετά την ήττα των Ναζί στην Αμερική αναπτύχθηκε ένας παρόμοιος μηχανισμός προπαγάνδας βασισμένος ακριβώς στην μέθοδο του Γκαίμπελς: Τερατόμορφες εικόνες που στοχοποιούσαν επίμονα συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, καλλιέργεια αισθήματος κινδύνου και ανασφάλειας, διαρκής επίκληση στο συναίσθημα μέσα από κοφτά, αποφασιστικά, σύντομα και κατανοητά μηνύματα που διέγειραν της αισθήσεις και την εικόνα του εχθρού. Στη θέση των εβραίων βρισκόταν τώρα ο “Κομμουνιστικός Κίνδυνος”. Ο Μακαρθισμός έκανε μάλιστα εκτεταμένη χρήση ακριβώς του ίδιου μέσου που πρώτος ο Γκαίμπελς είχε αναδείξει σαν μέσο προπαγάνδας: του ραδιοφώνου. Αυτές οι μέθοδοι παρέμειναν κυρίαρχες σε όλη την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Το άλλο μέσο που είχε αναδείξει ο Γκαίμπελς, ο κινηματογράφος τελειοποιήθηκε (και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο) από το Χόλυγουντ.

Η εξάπλωση των ΜΜΕ με τα σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα (και ιδιαίτερα την τηλεόραση) άνοιξε νέα πεδία στην προπαγάνδα. Κάτω από ένα διαφορετικό μοντέλο οικονομικής και πολιτικής διαχείρισης από το φασιστικό, οι κομμουνιστές και -μετά την κατάρρευση του υπαρκτού- άλλες κοινωνικές ομάδες και πολιτικά ρεύματα έγιναν διαδοχικά τα υποκείμενα αντίστοιχων πρακτικών. Στην περίοδο της άγριας νεοφιλελεύθερης επέλασης σε όλες καπιταλιστικές χώρες αντίστοιχη αντιμετώπιση είχε και το εργατικό κίνημα με τις αιώνιες κατηγορίες της διαφθοράς, της οκνηρίας, της έλλειψης πατριωτισμού κ.λπ. που μαζικά χρησιμοποίησε ο Γκαίμπελς στην εποχή του. Η νομιμοποίηση ενός πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος μέσω της “μαζικής κουλτούρας”, που πρώτος εμπνεύστηκε ο Ναζισμός (με τον Γκαίμπελς κύριο εκφραστή) έφτασε σε ασύλληπτα επίπεδα στις σύγχρονες τηλεοπτικές δημοκρατίες.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά φυσικά δεν έμειναν μόνο στην επίσημη επικοινωνιακή πολιτική των κρατικών μηχανισμών αλλά ενσωματώθηκαν συνολικά από την κοινωνία του θεάματος. Η συνεχιζόμενη προβολή-επανάληψη του ίδιου μηνύματος, η στέρηση του από κάθε ευρύτερο περιεχόμενο ώστε να μπορεί να καταναλωθεί χωρίς να δημιουργεί ερωτήματα, η αντιπαραβολή του με τον “άλλο”, η στόχευση σε συναισθήματα με λογικοφανή ρητορική και πολλές άλλες πλευρές που ανέπτυξε η Γκαιμπελική προπαγάνδα είναι σήμερα-σαν αποπολιτικοποιημένες τεχνικές- ευρύτατα διαδεδομένες πρακτικές προσαρμοσμένες βέβαια στις εκάστοτε ανάγκες και δυνατότητες.

Ακόμα και πιο σκοτεινή πλευρά του “Γκαιμπελισμού”, αυτή της συκοφαντίας και της σπίλωσης δια μέσου κατασκευής και διάδοσης φημών απασχολεί σήμερα ένα ολόκληρο τμήμα της βιομηχανίας των ΜΜΕ που λειτουργούν και σαν μοχλοί εκβιασμού και συναλλαγών με την εξουσία ενώ είναι χρόνια πρακτική και των κατασταλτικών μηχανισμών με τους οποίους διαπλέκονται). Εξάλλου οι γνωστές φράσεις-αρχές του Γκαίμπελς “συκοφάντησε-συκοφάντησε κάτι θα μείνει” και “όσο πιο μεγάλο είναι ένα ψέμα τόσο πιο πιθανό είναι να γίνει πιστευτό” αυτές είναι τυπική, καθημερινή πρακτική των σύγχρονων ΜΜΕ. Παραφράζοντας τον Κέυνς που είχε πει ότι αυτοί που πιστεύουν ότι είναι τελείως ελεύθεροι από την οικονομική θεωρία είναι συνήθως δέσμιοι κάποιου οικονομολόγου που έχει πεθάνει, έτσι και όσοι “δημοκράτες” συκοφάντες των εργατών, των δημοσίων υπαλλήλων, των μεταναστών, πιστεύουν ότι είναι απαλλαγμένοι από τις επικοινωνιακές μεθόδους του Φασισμού, είναι απλά δέσμιοι κάποιας πρακτικής που ο Γκαίμπέλς ανέπτυξε στην εποχή του.

Ο Γκαίμπελς λίγες μέρες πριν από το θάνατό του είχε δηλώσει:«Θα περάσουμε στην Ιστορία, είτε ως οι μεγαλύτεροι κυβερνήτες όλων των εποχών είτε ως οι μεγαλύτεροι εγκληματίες». Γνώριζε τα αποτελέσματα που θα έφερνε η προπαγάνδα του και την σημασία του μηνύματος που θα έμενε μέτα από αυτήν. Αυτό που δεν μπορούσε να γνωρίζει είναι ότι πολλές φορές οι αστοί κατήγοροι του θα συνέχιζαν το έργο του με τον ίδιο ζήλο…………

Πηγές: Γιόζεφ Γκέμπελς-Εγληματίας Πολέμου (το Βήμα 4/8/2002), Γκαίμπελς-Ο Μάγος της Προπαγάνδας/ εκδόσεις Περισκόπιο, Η Ιστορία του Φασισμού-Στανλει Πειν/ εκδόσεις Φιλίστωρ, Χίτλερ-IanKersaw/εκδόσεις Scripta, O Χίτλερ της ιστορίας-JohnLukacs/ εκδόσεις Ενάλιος.

της Κατερίνας Μαργαρίτη 

Πηγή : Εργατικό περιοδικό Praxis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s