Vladimir Mayakovsky: ‘Εφτιαξα ένα ξύλινο σπαθί και μια ασπίδα και αντροκαλούσα τους πάντες και τα πάντα…


Το θέμα. Είμαι ποιητής. Αυτό είναι που με κάνει ενδιαφέροντα. Αυτό – το που είμαι ποιητής – πάω να γράψω δω πέρα. Επίσης για τις φορές που ερωτεύτηκα, για τις φορές που ποντάρησα ανέμελα στα τυχερά παιχνίδια και για τις ομορφιές του Καυκάσου – όσο μπορεί η ομορφιά να υποταχτεί στις λέξεις.
[…]
Το κυριότερο. Γεννήθηκα στις 7 Ιουλίου του 1894 ή του 1893 – η γνώμη της μαμάς δεν συμφωνεί με τα πιστοποιητικά του πατέρα. Είναι σίγουρο πως δεν γεννήθηκα νωρίτερα. Τόπος γεννήσεως – χωρίον Μπαγκντάντι, επαρχία Κουτάη, Γεωργία.

Οικογένεια. ‘Ο πατέρας: Βλαδίμηρος Κωνσταντίνοβιτς (δασοφύλακας στο Μπαγκντάντι) πέθανε στα 1906. Η μαμά: Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα. Αδερφές: Λιούντα και ‘Ολια. Υπήρχε επίσης και μια θεία Ανιούτα. Κατά πως φαίνεται δεν υπάρχουν άλλοι Μαγιακόβσκη. Πρώτη ανάμνηση: Αντίληψη σκίτσων. Μέρος άγνωστο. Χειμώνας. Ο πατέρας συνδρομητής στο περιοδικό Ρόντινα (Πατρίς). Η Ρόντινα είχε ένα παράρτημα χιούμορ και σάτιρας. Τ’ αστεία συζητιόντουσαν και τα περιμένανε. ‘Ο πατέρας κόβει βόλτες τραγουδώντας: Alllons enfants de la πα-τσετίρι. ‘Οπως συνήθως φτάνει η Ρόντινα. Την ανοίγω και ξαφνικά (σκίτσο) ξεφωνίζω. «Τι αστείο! Μια γυναίκα κι ένας θείος φιλιούνται!». ‘Ολοι γελάνε. Αργότερα όταν ξαναρχότανε το παράρτημα κ’ είχε στ’ αλήθεια με τι να γελάσεις, αποδείχνεται πως αυτοί διασκεδάζανε μόνο εις βάρος μου. Αυτό έγινε αιτία ν’ αποχτήσουμε διαφορετικές αντιλήψεις για τα σκίτσα και το χιούμορ.

Δεύτερη ανάμνηση: Ποιητική αντίληψη. Καλοκαίρι. ‘Ενα σωρό επισκέπτες. ‘Ενας ψηλός όμορφος φοιτητής – ο Μπ. Π. Γκλουσκόβσκη. Ζωγράφιζε. Δερματόδετο άλμπουμ. Υπέροχο χαρτί. Πάνω στο χαρτί ένας μακρυλέλεκας χωρίς παντελόνι (ή πιθανόν να φόραγε πολύ εφαρμοστό) μπροστά σ’ έναν καθρέφτη. ‘Ο ψηλέας λεγότανε «Ευγενιονέγκιν». ‘Ο Μπόρια και ο άλλος στη ζουγραφιά ήταν τηλεγραφόξυλα. Φαεινότερον ήλιου. Νόμιζα πως ο Μπόρια ήταν αυτός ο Ευγενιονέγκιν που λέμε. Κόλλησα σ’ αυτή τη γνώμη τρία χρόνια.

Τρίτη ανάμνηση: Αντιλήψεις πρακτικής ζωής. Νύχτα. Ατέλειωτα ψιθυρίσματα του μπαμπά και της μαμάς στο διπλανό δωμάτιο. ‘Ο λόγος για ένα πιάνο. Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα. Μια φράση γύριζε σα σβούρα στο μυαλό μου. Το πρωί όρμησα ολοταχώς: «Μπαμπά, τι θα πει «μηνιαίες δόσεις»; Γοητευμένος απ’ την εξήγηση. Κακές συνήθειες. Καλοκαίρι. Καταπληκτικός αριθμός επισκεπτών. O πατέρας καυχιέται για τη μνήμη μου. Με βάζανε και μάθαινα ποιήματα απόξω για κάθε γιορτή και γενέθλια. Θυμάμαι ένα που ‘μαθα για τα γενέθλια του πατέρα:

«Μπροστά στη μεγαλόπρεπη σειρά
των oμομήτριων λόφων…»

αυτό το «ομομήτριων» μ’ αγαναχτούσε. Δεν ξέρω τι σόι λόφοι ήτανε μα στην πραγματική ζωή δεν έλαχε να τους συναντήσω. Αργότερα έμαθα πως αυτό ήταν «ποιητικό» κι άρχισα να το σιχαίνουμαι. Μέσα μου. Ρίζες ρομαντισμού. Πρώτο σπίτι που θυμάμαι καθαρά. Δυο πατώματα, το δεύτερο ήταν δικό μας. Στο πρώτο είχε πατητήρια. Μια φορά το χρόνο κάρα με σταφύλια. ‘Εφαγα. Οι άλλοι ήπιαν μούστο. Ολόγυρα ήταν η περιοχή ενός πανάρχαιου γεωργιανού πύργου κοντά στο Μπαγκντάντι. Γύρω στον πύργο ένα φεουδαρχικό τείχος σε σχήμα τετραγώνου. Στις γωνιές του τείχους κανόνια. Πολεμίστρες. Πυργίσκοι. Πέρα απ’ τα τείχη τάφροι. Πέρα απ’ τους τάφρους δάση και τσακάλια. Πάνω απ’ τα δάση λόφοι. Σαν μεγάλωνα, θα σκαρφάλωνα στον πιο ψηλό. Οι λόφοι χαμηλώνανε κατά το βοριά. Βόρεια, ένα άνοιγμα ανάμεσα στους λόφους. Εκεί, οραματιζόμουν, ήταν η Ρωσία. Είχα μεγάλη λαχτάρα να πάω εκεί.Το ασυνήθιστο. Εφτά χρονώ. ‘Ο πατέρας μ’ έπαιρνε καβάλα στις επιθεωρήσεις των δασών. ‘Ενα πέρασμα. Νύχτα. Καταχνιά. Δε μπορούσα να δω ούτε τον πατέρα. Πολύ στενό μονοπάτι. Φαίνεται πως ο ώμος του πατέρα μπλέχτηκε σ’ ένα κλαδί πουρναριού. Το κλαδί με χτύπησε με τ’ αγκάθια του στα μάγουλα. Σχεδόν ουρλιάζοντας, έβγαλα τ’ αγκάθια. Σχεδόν αμέσως η καταχνιά κ’ η βροχή εξαφανίστηκαν. Σ’ ένα άνοιγμα της ομίχλης κάτω απ’ τα πόδια μας, ήταν πιο φωτεινά κι απ’ τον ουρανό. ‘Ηταν ηλεκτρισμός. Οι υδατοπτώσεις του πρίγκιπα Νακασίτζε. Απ’ την ώρα που είδα τον ηλεκτρισμό έχασα το ενδιαφέρον μου για τη φύση. Μου φαινόταν ντεμοντέ.

Σπουδές: Μου ‘κανε μάθημα η μητέρα μου και κάθε είδους θηλυκοί συγγενείς. ‘Η αριθμητική φαινόταν να ‘ναι παράλογη. Είχα να λογαριάζω μήλα και ροδάκινα που μοιραζόντουσαν σε παιδιά. ‘Ομως εγώ είχα συνηθίσει να παίρνω και να δίνω φρούτα χωρίς μέτρημα. Τα φρούτα είναι άφθονα στον Καύκασο. Μάθαινα να διαβάζω μ’ ευχαρίστηση.

Το πρώτο βιβλίο: Αγάθεια, η πωλήτρια των ωδικών πτηνών. Αν μου ‘χαν πέσει μερικά αλλά τέτοια βιβλία στα χέρια τότε, θα ‘χα σταματήσει να διαβάζω. Ευτυχώς το δεύτερο ήταν ο Δον Κιχώτης. Αυτό μάλιστα. ‘Εφτιαξα ένα ξύλινο σπαθί και μια ασπίδα και αντροκαλούσα τους πάντες και τα πάντα.

Το κείμενο είναι από την ανθολογία του Άρη Αλεξάνδρου Διάλεξα
εκδ. Κείμενα, 1984 (Τυπογραφείο «Κείμενα», Αθήνα)
πηγή: http://k-m-autobiographies.blogspot.gr/
_____________________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s