mechanic sex appeal…


Ο άνθρωπος γίνεται, κατά μία έννοια, το σεξουαλικό όργανο του κόσμου των μηχανών, όπως η μέλισσα στον φυτικό κόσμο, επιτρέποντας του να αναπαραχθεί και να αναπτύξει νέες μορφές. Ο μηχανικός κόσμος ανταποκρίνεται στην αγάπη του ανθρώπου ικανοποιώντας τις επιθυμίες του, παρέχοντάς του πλούτο.
Marshall McLuhan, 1964

Οι άνθρωποι είναι τα σεξουαλικά όργανα της τεχνολογίας.
Kevin Kelly, πρώτος αρχισυντάκτης του Wired, 2007

 

Καλώς ήλθατε στο Μέλλον, μια από τις αγαπημένες μας παιδικές χαρές. Μας αρέσει να ανακατευόμαστε μ’ αυτό, όπως μαρτυρούν οι πολυάριθμες ουτοπίες και δυστοπίες μας. Και όπως με την “ζωή μετά θάνατο”, ο καθένας το φαντάζεται όπως θέλει μιας και κανείς δεν έχει βρεθεί εκεί… Πολλές από τις προτεινόμενες εκδοχές του μέλλοντος περιλαμβάνουν ρομπότ. Το παρόν επίσης διαθέτει ρομπότ, αλλά στο Μέλλον λέγεται ότι θα είναι πολλά περισσότερα. Είναι αυτό καλό ή κακό; Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη…
Η βιομηχανία σήμερα χρησιμοποιεί συστηματικά τα ρομπότ, λατρεύοντας τα πλεονεκτήματά τους: δεν κουράζονται ποτέ, δεν χρειάζονται συνταξιοδοτικά προγράμματα, ούτε απεργούν. Η τάση αυτή προκαλεί, όμως, ένα συγκεκριμένο άγχος: τι θα συμβεί στην καταναλωτική βάση, εάν τα ρομπότ αντικαταστήσουν όλους τους ανθρώπους εργάτες; Ποιος θα αγοράζει όλα αυτά τα πράγματα που τα ρομπότ θα φτιάχνουν τόσο φτηνά και χωρίς τέλος; Ακόμη και οι φαινομενικά αβλαβείς χρήσης των ρομπότ μπορεί να έχουν τα μειονεκτήματά τους.

Παρόλα αυτά, συνεχίζουμε να σπρώχνουμε τις καταστάσεις· είναι κι αυτό απόρροια του έξυπνου εγκεφάλου μας. Ο Ήφαιστος είχε κατασκευάσει τεχνητές βοηθούς, αλλά δεν μπόρεσε να αντισταθεί και τις έφτιαξε με την μορφή πανέμορφων χρυσών υπηρετριών, μια παρέα θελκτικών κοριτσιών μόνο γι’ αυτόν. Ο Πυγμαλιώνας σκάλισε ένα γυναικείο άγαλμα από ελεφαντόδοντο και μετά το ερωτεύτηκε. Είμαστε για τα καλά σε αυτή την κατεύθυνση: η ταινία “The Stepford Wives” φωτίζει σαν φάρος και στην πρόσφατη ταινία “Her” ο  πρωταγωνιστής μεθάει από την συμπονετική πλην όμως τεχνητή φωνή του λειτουργικού συστήματος του τηλεφώνου του…
Ακόμη πιο πέρα, σχεδόν στα όρια, υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που ονειρεύονται ρομποτικές πόρνες, ολοκληρωμένες με αυτοκαθαριζόμενα συστήματα υγιεινής. Εάν η προοπτική να βρεθείς κολλημένος επώδυνα εξαιτίας κάποιας δυσλειτουργίας, σε κρατάει από το να δοκιμάσεις ένα prostibot [στμ: prostitute-robot, ρομπότ-πόρνη] με ολοκληρωμένο σώμα, θα μπορούσες να δοκιμάσεις μια συσκευή απομακρυσμένου φιλήματος που μεταφέρει την αίσθηση του φιλιού της αγαπημένης σου στα χείλη σου, μέσω απτικών feedbacks και του κατάλληλου εξοπλισμού που θυμίζει αυγό (αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου). Ή μπορείς να περιπλανηθείς στον αναδυόμενο κόσμο των “teledildonics” – δηλαδή των εξ αποστάσεως ελεγχόμενων δονητών. Κούνα τους μοχλούς της παιχνιδομηχανής και δες τα αποτελέσματα στην οθόνη. Χωρίς μικρόβια! Περιμένετε η Google ή το Skype να συμπεριλάβουν κάτι τέτοιο…
Μπορεί το εξ αποστάσεως sex on demand να αλλάξει τις ανθρώπινες σχέσεις; Θα αλλάξει την ανθρώπινη φύση; Τι είναι η ανθρώπινη φύση, έτσι κι αλλιώς; Αυτή είναι μια ερώτηση που τα ρομπότ – τόσο τα πραγματικά όσο και τα φανταστικά – μας πιέζουν να σκεφτούμε.

Το απόσπασμα αυτό είναι από ένα editorial των New York Times (Δεκέμβριος 2014)  με τίτλο Είναι οι άνθρωποι απαραίτητοι; της Margaret Atwood [1]. Αφορμή του άρθρου αποτέλεσε η έναρξη του προγράμματος SPARC, που είναι μια κοινοπραξία μεταξύ της Ε.Ε. και 180 εταιρειών και ιδρυμάτων, με στόχο την διατήρηση κι ενίσχυση της ευρωπαϊκής πρωτοκαθεδρίας στην παγκόσμια ρομποτική αγορά. Την ίδια ώρα στη Νότια Κορέα, η κυβέρνηση έχει θέσει στόχο μέχρι το 2020 κάθε νοικοκυριό να διαθέτει οικιακό ρομπότ – στο ρόλο υπηρέτριας, με ρήτρα απαγόρευσης σεξουαλικών επαφών – ενώ το αμερικανικό Πεντάγωνο έχει συνάψει συμφωνία με την εταιρεία RealDoll που κατασκευάζει sexbots, για την προμήθεια τροποποιημένων ρομπότ, προκειμένου να εξοικειωθούν οι στρατιώτες με την παροχή πρώτων βοηθειών στο πεδίο της μάχης (και γιατί όχι, για την οργάνωση ρομποτικών joy divisions ίσως).
Μπορεί το μέλλον, μολονότι ρομποτικό να είναι ανοιχτό, όπως υποστηρίζει η Atwood, αλλά οπωσδήποτε θα ξεχειλίζει από υπερβάλλουσα λιμπιντική ενέργεια, όπως εξάλλου καταδεικνύουν ήδη οι νέες τεχνολογίες και το νέο βιοπληροφορικό παράδειγμα. Δεν είναι μόνο το internet, που υπάρχει βασικά για την διακίνηση πορνογραφικού / ερωτικού υλικού όπως δείχνουν τα στατιστικά του κι είχε με θράσος διακηρύξει εγκαίρως η κριτική· ταυτόχρονα, ένα πληθωρικό όσο κι αλλοπρόσαλλο σύμπαν εταιρειών, εφευρετών, καλλιτεχνών, επιστημόνων, μελλοντολόγων κι απατεώνων έχει βαλθεί να επέμβει αποφασιστικά στην σεξουαλικότητα, στις σχέσεις μεταξύ έμβιων όντων και μεταξύ έμβιων και μηχανών, με πρώτη ύλη το σώμα και τις μεταλλάξεις του. Η δραστηριότητα αυτή, που ξεκινάει από την απλή παραγωγή σεξουαλικού περιεχομένου με ψηφιακά μέσα και φτάνει μέχρι το biohacking, τα ρομπότ ως σεξουαλικών “συντρόφων” και το cyborg-sex, είναι τόσο θορυβώδης ώστε να συσκοτίζονται τελικά τόσο οι διακυβεύσεις όσο και η ιστορικότητα του αντικειμένου – το Θέαμα ποτέ δεν στερούνταν ρητών σκοπιμοτήτων! Γιατί, η σχέση της τεχνολογίας με την σεξουαλικότητα ούτε καινούρια είναι, ούτε αφορούσε ποτέ στενά την “απόλαυση”, ούτε είχε σαν στόχο μόνο την “απελευθέρωση της φαντασίας” και του σώματος από τα στενά όρια των συμβατικών και κομφορμιστικών σεξουαλικών σχέσεων. Προκειμένου να καταδείξουμε την σχέση αυτή, πριν επιστρέψουμε στο παρόν, θα επιχειρήσουμε μια ιστορική αναδρομή, όχι όμως στα εδάφη της θεωρίας, της επιστήμης ή των εφαρμογών της, αλλά εστιάζοντας περισσότερο στην λογοτεχνία, τις εικαστικές τέχνες και τον κινηματογράφο. Κι αυτό γιατί τέτοια δημιουργήματα, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναπαριστούν κι αποκαλύπτουν με πιο εμφατικό τρόπο αυτό που είναι διάχυτη γενική κοινωνική συνθήκη.

cyborg 5Σκηνή από το video clip “All is full of love” της Bjork, του 1997, που θα μπορούσε να θεωρηθεί καλλιτεχνική επιτομή της τεχνολογικοποιημένης σεξουαλικότητας. Η “σχέση” δεν είναι μεταξύ “ενισχυμένων” ανθρώπινων σωμάτων, ούτε καν μεταξύ σώματος και μηχανής, αλλά μεταξύ δύο ανθρωπόμορφων ρομπότ. Με background τον αποστειρωμένο χώρο συναρμολόγησης, δύο ρομπότ ανταλλάσουν παθιασμένα φιλιά· ταυτόχρονα, ρομποτικές μηχανές συνεχίζουν την συναρμολόγηση. Ένας οπτικοποιημένος ύμνος στην αυτο-αναπαραγωγική ικανότητα της τεχνολογίας. Το συγκεκριμένο video clip έχει θέση μόνιμου εκθέματος στο μουσείο μοντέρνας τέχνης της Νέας Υόρκης.

Σεξουαλικότητα και τεχνολογία: η γενεαλογία μιας ασυνήθιστης σχέσης

Μολονότι η έννοια του cyborg είναι σχετικά σύγχρονη, ο υβριδισμός ανθρώπου-μηχανής μόνο πρόσφατος δεν είναι, τουλάχιστον σαν καλλιτεχνική επινόηση, επιδίωξη και πρωτόλειος πειραματισμός. Η σχετική φιλολογία εγκαινιάστηκε ήδη από το 1748 όταν εκδόθηκε το έργο L’homme Machine (ο άνθρωπος μηχανή) του γάλλου Offray de La Mettrie, όπου ο ανθρώπινος οργανισμός ερμηνεύεται με πρότυπο τον μηχανισμό του ρολογιού. Ο 17ος κι ο 18ος αιώνας ήταν γεμάτος από αυτόματα, ανθρωπόμορφες συσκευές επίδειξης των τεχνολογικών δυνατοτήτων και περίτεχνα μηχανικά παιχνίδια, τα οποία αποτέλεσαν τα πρωτότυπα των πρώτων μηχανών της βιομηχανικής επανάστασης κι  εγκαινίασαν την εικονογραφία του ρομπότ και του cyborg. Δεν είναι τυχαίο ότι το σώμα που πρωταγωνιστεί στα περισσότερα αυτόματα, το σώμα που μηχανοποιείται και επιδεικνύεται πανηγυρικά ως σύμφυρμα τεχνολογίας και βιολογίας, είναι το γυναικείο. Από τότε ως σήμερα ο ίδιος μύθος υπονοείται διαρκώς: της κατασκευής του τέλειου θηλυκού αυτόματου/ρομπότ/cyborg που θα εκπληρώνει τις “γυναικείες αρετές” της απαράμιλλης ομορφιάς, της ολοκληρωτικής αφοσίωσης  και της απόλυτης υποταγής· η βιο-μηχανική θηλυκή συσκευή που θα εκπληρώνει στο ακέραιο και τα δύο καθήκοντα, της υπηρέτριας και της ερωμένης. Τουλάχιστον σε εκείνα τα πρώτα βιοτεχνολογικά φαντάσματα, ήταν ολοφάνερο αυτό που σήμερα αποκρύβεται επιμελώς: ότι η διασταύρωση σώματος και μηχανής παγιδεύει κι εγκλωβίζει το σώμα αφού προϋποθέτει τον ασφυκτικό περιορισμό και την βάναυση μεταλλαγή του· η μηχανή υποτάσσει το σώμα, δεν το απελευθερώνει.

Αργότερα, όταν η Mary Shelley έγραφε το Φρανκεστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας (1818) δεν είχε στο μυαλό της απλά μια σκοτεινή γοτθική ιστορία τρόμου, αλλά – μεταξύ άλλων – ένα σχόλιο πάνω στην μοντερνικότητα και την πρωτόγνωρη επέκταση της βιομηχανίας που είχε σημαδέψει την εποχή της. Η νουβέλα της Shelley είναι μια επιβλητική όσο και πρώιμη μαρτυρία τεχνο-ερωτισμού, καθώς όλη η ιστορία αναπτύσσεται γύρω από το τρίπτυχο σεξουαλικότητα-τεχνολογία-φόβος. Από την “γέννηση” του τέρατος με “αφύσικες” επιστημονικές μεθόδους, μέχρι τον φόβο μήπως το τέρας τελικά αναπαραχθεί έξω από τον έλεγχο του κατασκευαστή / “πατέρα” του. Το τέρας, αυτή η συρραφή μελών από νεκρά σώματα που όμως ενεργοποιείται κι αποκτά συνείδηση και θέληση χάρη στην τεχνολογία, προκαλεί το τρόμο όχι μόνο με την αποκρουστική εμφάνισή του, αλλά και με την σεξουαλικότητα που εκπέμπει: ο Φρανκεστάιν τρομάζει όταν το τέρας εκδηλώνει την επιθυμία να βρει “ταίρι”· το πλήθος έλκεται αλλά τελικά τρομοκρατείται όταν το τέρας επιχειρεί να γίνει “επιθυμητό”. Η ερωτική επιθυμία εκ μέρους του ανθρωπόμορφου τεχνητού όντος φαίνεται, εδώ, απαράδεκτη· όχι, όμως, ένα ενδεχόμενο αδιανόητο.
Τον 19ο αιώνα οι αναφορές στην σεξουαλικότητα είχαν ήδη τεχνολογικοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό· η “μείωση της πίεσης” ή η “βαλβίδα εκτόνωσης” ήταν συνηθισμένες εκφράσεις σχετικές με τις επιθυμίες και τις σεξουαλικές πρακτικές, βγαλμένες από τον τρόπο λειτουργίας των μηχανών. Η λογοτεχνία εκείνης της εποχής είχε αρχίσει συστηματικά πλέον να αποδίδει στην τεχνολογία ιδιαίτερα σεξουαλικά χαρακτηριστικά, συνδυάζοντάς τα συχνά με την βία. Όταν ο Φρόυντ αναζητούσε μια μεταφορά για να περιγράψει αυτό που θεωρούσε ότι ήταν ο έλεγχος του ego πάνω στο id και την λίμπιντο, η πιο πρόσφορη που βρήκε ήταν αυτή της ατμομηχανής. Η σχέση εντέλει τεχνολογίας και σεξουαλικότητας, συνδυασμένη μάλιστα με φόβο και βία, μόνο σύγχρονη δεν είναι. Επιπλέον η ιστορικότητα αυτής της σχέσης είναι σε πολλά σημεία αποκαλυπτική όλου αυτού του σύγχρονου φάσματος πρακτικών, επιδιώξεων και φαντασιώσεων που ονομάζουμε κωδικά cyborg-sex.

Αντεπανάσταση, απολυταρχισμός και sex-cyborgs

Πώς συνέβαλλαν τα cyborgs στην παγίωση της ναζιστικής εξουσίας; Και, πώς συνδέεται η cyborg-σεξουαλικότητα με τον απολυταρχισμό; Τέτοια ερωτήματα φαντάζουν οπωσδήποτε εξωγήινα, αν εξεταστούν μες στο στενό πλαίσιο της μοντέρνας φιλολογίας περί βιο-τεχνολογικής μετάλλαξης των σωμάτων, αλλά οι απαντήσεις έχουν άμεση συνάφεια αφενός με την ιστορική διαδρομή που επένδυσε σεξουαλικές ιδιότητες στην τεχνολογία κι αφετέρου με τις κρυφές (ακόμη κι από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές!) απολήξεις του σύγχρονου τεχνο-φετιχισμού με την σεξουαλικότητα. Γιατί το cyborg – ως υβρίδιο μηχανής κι ανθρώπου κι όχι αυστηρά με την έννοια του κυβερνητικού μηχανισμού – δεν είναι η πρώτη φορά στην εποχή μας που στοιχειώνει τις, ατομικές και συλλογικές, φαντασιώσεις. Αυτή η αναπαράσταση του “νέου ανθρώπου” ως σύνθεση οργανικών και τεχνολογικών στοιχείων είχε επανεμφανιστεί στο παρελθόν, παίζοντας έναν σημαντικό ρόλο στην κουλτούρα της Δημοκρατίας της Βαΐμάρης [2]. Κατά ένα μέρος, εκείνο το πλάσμα της Βαϊμάρης που μπορούμε να ονομάσουμε πρωτο-cyborg ήταν ένδειξη της φοβισμένης απόκρισης στην τεράστια καταστροφή που προκάλεσε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος – η πρώτη μηχανοποιημένη πολεμική σύρραξη στην Ευρώπη – αλλά ταυτόχρονα ήταν η φιγούρα που πάνω της ένα μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής και πολιτικής πρωτοπορίας πρόβαλλε είτε τις ουτοπικές ελπίδες της, είτε τις δυστοπικές ανησυχίες της. Τρεις είναι οι στιγμές που αξίζουν την προσοχή στην ιστορία αυτής της φιγούρας. Η πρώτη είναι η εμφάνιση ενός είδους cyborg στο έργο του αριστερού βερολινέζου ντανταϊστή Raoul Hausmann, το 1920. Η δεύτερη είναι το 1926, όταν το cyborg εμφανίζεται με πρωταγωνιστικό ρόλο στο Metropolis, την διφορούμενη αλλά ουσιαστικά αντιδραστική ταινία του Fritz Lang. Η τρίτη είναι το 1933, όταν το cyborg αναδύεται ως βασικό στοιχείο στο έργο Ο Τροποποιημένος Κόσμος του δεξιού ριζοσπάστη Ernst Jünger, ένα έργο προπαγανδιστικό υπέρ του απολυταρχισμού και την τεχνολογικής νεωτερικότητας. Για να προλάβουμε παρανοήσεις, ας διευκρινίσουμε ότι όρος ανάλογος του cyborg δεν υπάρχει καν στην γερμανική γλώσσα – σήμερα, πόσο μάλλον στον μεσοπόλεμο. Επιπλέον, αποτελεί εν γνώσει μας αναχρονισμό (δικαιολογημένο, όπως θα εξηγήσουμε) η αναφορά σε cyborgs την εποχή του μεσοπολέμου· η έννοια προέκυψε μετά την συγκρότηση της κυβερνητικής και διάφορες ανιστόρητες σοφιστείες που την επεκτείνουν άκριτα στο παρελθόν αποτελούν φτηνές απόπειρες νομιμοποίησής της στο παρόν. Αλλά αν έχουμε υπόψη ότι το cyborg είναι ταυτόχρονα υπαρκτή και νοητή κατασκευή, πλάσμα της φαντασίας και της πραγματικότητας (και των πειραματισμών στο ενδιάμεσο) τότε έχουμε κάθε δίκιο, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, να ισχυριζόμαστε ότι το cyborg πράγματι υπήρξε ως σύλληψη σε μία πρόδρομη μορφή στην μεσοπολεμική Γερμανία, αν όχι στην γλώσσα ή την επιστημονική δραστηριότητα, οπωσδήποτε στην καλλιτεχνική παραγωγή και την πολιτικοκοινωνική κριτική. Μπορεί λοιπόν το cyborg να είναι επινόηση του 1960, αλλά η σύλληψή του δεν έγινε στο κενό, έχει ιστορικές ρίζες όχι μόνο στην επιστήμη και την τεχνολογία, αλλά επίσης στη φιλοσοφία, την πολιτική, την τέχνη και την μαζική κουλτούρα· αυτές ακριβώς τις ρίζες εξετάζουμε.

cyborg 5Festival Dada, 1920, του Raoul Hausmann.

Στη σύντομη διάρκεια της ζωής της, η Βαϊμάρη υπήρξε εργαστήριο έντονων κοινωνικών, πολιτικών και καλλιτεχνικών διεργασιών. Ένα από τα ρεύματα που ξεχώρισαν ήταν αυτό του ντανταϊσμού[3], με επιρροή που έφτασε μέχρι τους καταστασιακούς. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της βερολινέζικης σκηνής και μέλος της πιο αναρχικής τάσης του ρεύματος, ήταν ο Raoul Hausmann, ο οποίος ήταν αυτός που εμπνεύστηκε μια φιγούρα που παραπέμπει σε cyborg. Στο έργο του, αυτή η πρωτο-cyborg φιγούρα συμβολίζει ταυτόχρονα την ένταση της εξελισσόμενης τεχνολογικής αναδιάρθρωσης,  τις νέες κοινωνικές φιγούρες που σχηματοποιούνται μέσω αυτής, αλλά και την ίδια την τεχνολογία σαν εργαλείο κυριαρχίας. Στον Σιδερένιο Χίντεμπουργκ (σχέδιο του1920) ο Hausmann παρουσιάζει τον ομώνυμο στρατάρχη, βασικό εκπρόσωπο του γερμανικού συντηρητισμού και του μιλιταριστικού πνεύματος, ως μια τερατώδη μαριονέτα, μισή ανθρώπινη και μισή μηχανική. Με το σώμα ανοιγμένο στη μέση κι εκτεθειμένα μεταλλικά κι οργανικά μέρη, ένα μεγάφωνο και στρατιωτικά μετάλλια στη θέση των γεννητικών οργάνων κι ένα σπαθί στο χέρι που συνδέεται με τα οπίσθιά του, ο στρατάρχης μετατρέπεται σε σύμβολο μιας βίαιης, επιθετικής και σεξουαλικά δυσλειτουργικής απολυταρχικής εξουσίας. Στο φωτομοντάζ Festival Dada, o Hausmann χρησιμοποιεί τον τεχνο-οργανισμό ως ειρωνική αναπαράσταση του μικροαστού, με τους καθωσπρέπει κι υποτακτικούς τρόπους του. Φορώντας κοστούμι και καθισμένο σε πολυθρόνα, το κυκλοφορικό σύστημα του πλάσματος εκτίθεται έξω από το σώμα του· μέσω ενός περίπλοκου συστήματος σωληνώσεων και γραναζιών, το κυκλοφορικό είναι συνδεδεμένο με ένα πιεσόμετρο, μια βαλβίδα ασφαλείας κι έναν προτζέκτορα που έχουν αντικαταστήσει το κεφάλι του, δείχνοντας ότι ο εγκέφαλος του μικροαστού-cyborg δεν περιέχει σκέψεις, αλλά κλισέ, στερεότυπα πατροπαράδοτης “σοφίας” που ανακυκλώνονται μηχανικά και προβάλλονται άκριτα.  Στο έργο του Hausmann, το πρωτο-cyborg μετατρέπεται σε μια αλληγορία της ακαμψίας και του κομφορμισμού που χαρακτηρίζουν την απολυταρχική προσωπικότητα και σε κριτική της στερεοτυπικής σκέψης που χαρακτηρίζουν τόσο τον εθνικισμό, όσο και τον μικροαστισμό.

Μερικά χρόνια αργότερα, την ώρα που οι ναζί αναρριχούνταν στην εξουσία, η φιγούρα που εμπνεύστηκε ο Hausmann θα βρεθεί στρατευμένη σε μια άλλη, αντίθετη υπόθεση: από αλληγορική καρικατούρα εναντίον του απολυταρχισμού στα χέρια της αριστερής κριτικής, εκείνο το cyborg πρόπλασμα θα βρεθεί στην υπηρεσία της προπαγάνδας υπέρ του τεχνολογικού ολοκληρωτισμού και κατά συνέπεια της ναζιστικής εξουσίας. Καθώς η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έμπαινε σε φάση αποσύνθεσης, η ριζοσπαστική δεξιά υιοθετούσε όλο και περισσότερο το θέαμα της τεχνολογικής προόδου και μέσα σ’ αυτό το νέο πλαίσιο, το ανθρωπο-μηχανικό υβρίδιο έκανε την επανεμφάνισή του. Σε αντίθεση με το τεχνολογικοποιημένο πλάσμα μιας δεκαετίας πίσω, η νέα cyborg φιγούρα δεν προκαλεί κανέναν προβληματισμό – παρουσιάζεται σαν θετική κι απαραίτητη, ακριβώς όπως η τεχνολογία παρουσιάζεται σαν μια θετική κι απαραίτητη δύναμη. Μεταξύ των διανοούμενων του ολοκληρωτισμού αυτός που ασχολήθηκε περισσότερο με το ζήτημα της τεχνολογίας ήταν ο Ernst Jünger, που άσκησε μάλιστα μεγάλη επίδραση στους ναζί. Με το έργο του, δοκίμια κι εκδόσεις στις οποίες εφάρμοζε την τεχνική του φωτομοντάζ (την οποία οικειοποιήθηκε από τους ντανταϊστές) ο Jünger είχε στόχο την καλλιέργεια μιας γερμανικής “νέας συνείδησης”, ανεπτυγμένης πάνω στο δίπολο τεχνολογία-απολυταρχία, που θα “γλύτωνε” την κοινωνία από το χάος στο οποίο την είχε παρασύρει η Βαϊμάρη. Η συμβολή του στο να εγκαταλείψουν οι ναζί τις αρχικές, αφελείς αντι-τεχνολογικές θέσεις τους και να υιοθετήσουν ένα πιο σκληρό τεχνο-ολοκληρωτικό πρόγραμμα ήταν αποφασιστική. Στο έργο του Ο Εργάτης, ο Jünger περιγράφει τον “νέο άνθρωπο” – που δεν είναι πια υποκείμενο αλλά “τύπος” – με σχεδόν cyborg χαρακτηριστικά. Το ανθρώπινο πρόσωπο έχει χαθεί πίσω από μάσκα και οι στολές, ομοιόμορφες κι αυστηρές, είναι στην πραγματικότητα μηχανικές επεκτάσεις του σώματος. Ο εργάτης-cyborg του Jünger χαρακτηρίζεται από μια σκληρή ομοιομορφία κι είναι άμεσα αντικαταστάσιμος, επιτρέποντας έτσι στο cyborg να “απελευθερωθεί” από τα ιδιαίτερα, ατομικά χαρακτηριστικά και να γίνει τμήμα μια μεγαλύτερης ιεραρχικά δομημένης ολότητας. Η βιο-μηχανική αυτή ολότητα, που ο Jünger ονόμαζε “οργανική κατασκευή”, είχε τον ρόλο της υπέρτατης αρχής. Ο Jünger παρουσίασε με ακόμη πιο παραστατικό τρόπο τις ιδέες του στο τελευταίο και πιο φιλόδοξο βιβλίο του με την τεχνική του φωτομοντάζ. Ο Τροποποιημένος Κόσμος είναι ένα εικονογραφημένο ευαγγέλιο του τεχνο-ολοκληρωτισμού, με το cyborg να πρωταγωνιστεί σε μαζική κλίμακα ως εργάτης, στρατιώτης ή αστυνομικός. Φυσικά, από αυτή την εφιαλτική δυστοπία, στο πλάι του νέου τύπου εργάτη, δεν λείπει η “νέα γυναίκα”, η οποία χάνει σταδιακά τα ατομικά χαρακτηριστικά της μέσω της ολοένα μεγαλύτερης ανάμειξής της με την τεχνολογία και παρουσιάζεται να προσφεύγει μαζικά και συντεταγμένα στα καταστήματα ομορφιάς, προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώσει την αποστολή της ως σεξουαλικού προσαρτήματος και αναπαραγωγικής μηχανής.

cyborg 5Σελίδα από τον Τροποποιημένο Κόσμο. Παρουσιάζει το «κλισέ της ομορφιάς» (την Γκρέτα Γκάρμπο) το οποίο είναι ήδη προϊόν μαζικής αναπαραγωγής μέσω της βιομηχανίας του κινηματογράφου και την αντίστοιχη μαζική αναπαραγωγή (και σταδιακή εξάλειψη των ατομικών χαρακτηριστικών) της “νέας γυναίκας”.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο πρόδρομα cyborgs του μεσοπολέμου, ένα του Hausmann κι ένα του Jünger, στέκεται σαν γέφυρα κι ενοποιητικό στοιχείο των δύο αντιτιθέμενων άκρων, η ταινία Metropolis. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας μελλοντικής πόλης, με απολυταρχικό καθεστώς και υψηλή τεχνολογική ανάπτυξη, διαιρεμένης αυστηρά σε δύο τάξεις, τους εργάτες και την κυρίαρχη τάξη, η οποία παραλίγο να καταστραφεί εξαιτίας της ταξικής σύγκρουσης, αλλά τελικά επιβιώνει, κρατώντας ανέπαφη την ταξική δομή της.  Στην ταινία, οι εργάτες ζουν μια ανυπόφορη ζωή, σαν αναλώσιμα εξαρτήματα των μηχανών, αλλά η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει όταν εμφανίζεται η Μαρία. Η πρωταγωνίστρια είναι μια χαρισματική γυναίκα, που κάνει κήρυγμα στους εργάτες, οι οποίοι έχουν παθιαστεί μαζί της. Στο κήρυγμά της η Μαρία, περιγράφοντας την δυστυχισμένη ζωή των εργατών, μιλάει για την “αέναη διαπάλη” ανάμεσα στο “μυαλό” που διευθύνει και τα “χέρια” που εκτελούν, μια αντιπαράθεση που καταλήγει σε αδιέξοδη σύγκρουση, εκτός κι αν η “καρδιά”, που θα εμφανιστεί με την μορφή ενός “σωτήρα” / διαμεσολαβητή, παρέμβει και φέρει την ισορροπία ανάμεσα στα δύο αντιτιθέμενα μέρη. Στην ουσία η Μαρία κηρύττει την παθητικότητα και δεν απειλεί την απολυταρχική δομή της πόλης, αλλά ο αφέντης μαζί με τον επιστήμονα, που είναι το δεξί του χέρι, ανησυχούν για αυτά τα κηρύγματα έξω από τον αυστηρό έλεγχο τους. Αποφασίζουν λοιπόν να εξαφανίσουν την Μαρία και να εμφανίσουν στη θέση της ένα πιστό αντίγραφό της, ένα cyborg που θα εκτρέψει το μήνυμα της πραγματικής Μαρίας και θα σπείρει την αταξία, προκειμένου να επιβεβαιωθεί στο τέλος η απόλυτη εξουσία τους πάνω στην πόλη. Πράγματι, ο επιστήμονας απαγάγει την Μαρία, την καθηλώνει και την συνδέει σε μια σειρά περίπλοκων μηχανών οι οποίες απομυζούν την ουσία της και την μεταγγίζουν σε ένα ρομπότ. Η ρέπλικα αυτή, με σημερινούς όρους, είναι ουσιαστικά ένα cyborg, πλήρως μηχανικό αλλά με ενσωματωμένη την προσωπικότητα της αυθεντικής Μαρίας. Η διαφορά της Μαρίας-cyborg από την αρχική αγνή και μαρτυρική πρωταγωνίστρια, είναι ηαχαλίνωτη σεξουαλικότητα που εκπέμπει. Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας, ο αφέντης και ο επιστήμονας θέλοντας να δοκιμάσουν τις ικανότητες του αντιγράφου-ρομπότ, το στέλνουν σε ένα κλαμπ. Εκεί αποκαλύπτεται ότι όχι μόνο διαθέτει  την φυσική γοητεία της αρχικής Μαρίας κι ασκεί έντονη έλξη, αλλά εκδηλώνοντας ανοιχτά την σεξουαλικότητα της, έχει την επικίνδυνη ικανότητα να χειραγωγεί το κοινό της. Πράγματι, το cyborg-Μαρία εκτελεί έναν ερωτικό χορό, σύμφωνα με τις οδηγίες των κυρίων της προκειμένου να την δοκιμάσουν, και προκαλεί στο κοινό μαζική υστερία. Η αρχική Μαρία, η γλυκιά Παρθένος των υποτακτικών εργατών, συμπονετική και ασεξουαλική, μετατρέπεται μέσω της τεχνολογικής τροποποίησής της σε μια ανεξέλεγκτη cyborg-πόρνη. Στην εξέλιξη της ιστορίας, το σεξουαλικό όσο και αγχωτικό θέαμα που προσφέρει το ρομπότ/cyborg προκαλεί τέτοια έξαψη και οργή στους εργάτες, ώστε τελικά εξεγείρονται με καταστροφικές συνέπειες, αλλά στο τέλος η Μαρία, που έχει δραπετεύσει, μαζί με τον γιο του αφέντη φέρνουν τον πολυπόθητο “συμβιβασμό” ανάμεσα στο “μυαλό” και τα “χέρια” [4].

cyborg 5Metropolis: πάνω, οι μηχανές μεταφέρουν την προσωπικότητα της Μαρίας στο ρομπότ – κάτω, ο ερωτικός χορός του cyborg που προκαλεί μαζική υστερία.

cyborg 5

Μες σε διάστημα δεκατριών μόλις χρόνων, από το 1920 ως το 1933, μια χαρακτηριστική επινόηση του Hausmann, ο μηχανοποιημένος άνθρωπος, μετατρέπεται από όργανο κριτικής στον απολυταρχισμό, σε απόλυτα λειτουργικό στοιχείο της προπαγάνδας υπέρ του ολοκληρωτισμού. Στο ενδιάμεσο, μια κινηματογραφική ταινία παρουσιάζει ένα ανθρωπόμορφο ρομπότ με εγκατεστημένη την προσωπικότητα ενός φυσικού προσώπου και κυρίαρχο χαρακτηριστικό της λειτουργίας του την σεξουαλικότητα, ένα sex-cyborg εννιά δεκαετίες πριν την εποχή μας. Αυτή η οικειοποίηση του “αριστερού” τεχνο-οργανισμού πρώτα από την μαζική κουλτούρα, με την μορφή της σεξουαλικής μηχανής και στην συνέχεια από την ακροδεξιά, με τη μορφή του υποταγμένου-μαζικού-εργάτη-cyborg, είναι μία ακολουθία που πρέπει να συγκρατήσουμε, επιστρέφοντας στην εποχή μας· ίσως αποδειχτεί εξαιρετικά επίκαιρη. Επιπλέον, κάνει φερέγγυο τον αναχρονισμό που επιχειρήσαμε: αν εντοπίζονται στοιχεία του cyborg στην προ της επινόησής του εποχή είναι επειδή σχετίζεται βαθιά με τον ολοκληρωτισμό.

Απελευθερωμένες μηχανές και δέσμια σώματα

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, η διασταύρωση τεχνολογίας και σεξουαλικότητας μέσω της προβολής σεξουαλικών ιδιοτήτων στις μηχανές έφτασε σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της μαζικής κουλτούρας. Για τον μέσο δυτικό άνθρωπο, οι μηχανές είχαν ενανθρωπιστεί, αφού είχαν πρώτα σεξουαλικοποιηθεί· έγιναν “αρρενωπές”, “όμορφες”, “ερωτικές”, “ποθητές”. Η επιτομή αυτού του τεχνο-ερωτισμού είναι αδιαμφισβήτητα το αυτοκίνητο, το διαμάντι στο στέμμα του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στην ταινία Crash (1996) του καναδού David Cronenberg, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του J. G. Ballard του 1973, οι πρωταγωνιστές βιώνουν την σεξουαλική έλξη και ολοκλήρωση μόνο σε συνάρτηση με το αυτοκίνητο και μάλιστα στην πιο ακραία κατάσταση: την ώρα σοβαρών αυτοκινητιστικών δυστυχημάτων μετά από συγκρούσεις, καθώς το σώμα τραυματίζεται βάναυσα κι ακρωτηριάζεται. Εξίσου θελκτικό με ισχυρή σεξουαλική έλξη παρουσιάζεται το παραμορφωμένο από τις εγχειρίσεις σώμα, με τους μεταλλικούς νάρθηκες, τις λάμες και τις αφύσικες ουλές να παραπέμπουν στο μέταλλο του αυτοκινήτου και τις πτυχώσεις του. Ενώ φαίνεται ότι αυτές οι μετά-το-όριο σεξουαλικές πρακτικές ανήκουν στην κατηγορία του “αφύσικου” και της εξαίρεσης, μια δραματοποιημένη περίπτωση τεχνο-φετιχισμού, στην πραγματικότητα η υπέρμετρη βία και ο πόνος είναι αποτελέσματα της επιθυμίας για ένωση με την μηχανή και ταυτόχρονα τα μέσα εκπλήρωσής της· είναι η ακραία εκδοχή της εκπλήρωσης των επιθυμιών του μέσου πρωτοκοσμικού ανθρώπου σε σχέση με το αυτοκίνητό του. Ο σκηνοθέτης σχολιάζοντας την ταινία, είχε περιγράψει το αυτοκίνητο σαν μια “μια κινητή κρεβατοκάμαρα”, ένα τεχνολογικό σύμβολο της σεξουαλικής επίδοσης που καθορίζει κεντρικά τις μοντέρνες σχέσεις. “Έχουμε ήδη εντάξει το αυτοκίνητο στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο, τον χώρο, την απόσταση και την σεξουαλικότητα. Το να θέλει κάποιος να ενωθεί μ’ αυτό κυριολεκτικά, μ’ έναν πιο σωματικό τρόπο, φαίνεται μια καλή μεταφορά. Υπάρχει μια ισχυρή επιθυμία να διαχυθούμε μέσα στην τεχνολογία”. Ο Ballard απ’ την μεριά του, σχολιάζοντας το μέλλον των σεξουαλικών σχέσεων, είχε πει πως “το οργανικό σεξ, σώμα με σώμα, δέρμα πάνω στο δέρμα, γίνεται όλο και λιγότερο δυνατό… Εκεί που κατευθυνόμαστε είναι μια ολοκληρωμένη νέα τάξη σεξουαλικών φαντασιώσεων, που περιλαμβάνει άλλου τύπου εμπειρίες, όπως αυτοκινητιστικές συγκρούσεις ή πτήσεις με αεριωθούμενα, ό,τι έχει να κάνει με όλο το φάσμα των νέων τεχνολογιών”. Καλώς ήλθατε στην σεξουαλική χειραφέτηση του 21ου αιώνα!

[…]

…η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Harry Tuttle

cyborg 5

Σημειώσεις

1. Η Margaret Atwood είναι γνωστή καναδή ποιήτρια, λογοτέχνης και δοκιμιογράφος. Το 2004 εμπνεύστηκε και συμμετείχε στην ομάδα που ανέπτυξε την ρομποτική τεχνολογία γραφής εξ αποστάσεως LongPen, με αρχικό σκοπό να μπορούν οι συγγραφείς να υπογράφουν τα βιβλία τους χωρίς να χρειάζεται η φυσική παρουσία. Σήμερα η τεχνολογία LongPen έχει εκτεταμένη εφαρμογή, ιδίως σε τραπεζικές και εμπορικές δραστηριότητες.
[ επιστροφή ]

2. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ήταν το γερμανικό κράτος που διαδέχτηκε την ηττημένη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου γερμανική αυτοκρατορία και διαλύθηκε όταν οι ναζί ανέβηκαν στην εξουσία. Μολονότι κατέπνιξε αποτελεσματικά την εξέγερση των σπαρτακιστών, τον Γενάρη του ’19, αποδείχτηκε εξαιρετικά εύθραυστη και προσωρινή, ένα σύντομο ενδιάμεσο στάδιο σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού πριν την εγκαθίδρυση του ναζιστικού καθεστώτος. Η σύντομη διάρκεια της ζωής της, μόλις 14 χρόνια, σημαδεύτηκε από ταραχώδεις πολιτικοκοινωνικές διεργασίες τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά, διαρκείς συγκρούσεις στο δρόμο, μια έντονη και πρωτοποριακή καλλιτεχνική κίνηση, αλλά και μια οξύτατη οικονομική κρίση.
[ επιστροφή ]

3. Γεννημένο μέσα από έναν πόλεμο που έφερε το τέλος της γερμανικής μοναρχίας και μια επανάσταση που ηττήθηκε, δρώντας σε συνθήκες καθημερινής κοινωνικής και πολιτικής βίας, το κίνημα του ντανταϊσμού ήταν ένα βαθιά πολιτικό και κριτικό κίνημα. Βασικές του θέσεις ήταν αφενός ότι η επαναστατική ορμή του ‘18-‘19 είχε σβήσει κι αφετέρου, παρά την γενική φιλελευθεροποίηση μετά τον πόλεμο, ότι οι δυνάμεις της απολυταρχίας που είχαν οδηγήσει στην καταστροφή, δεν είχαν ηττηθεί, αλλά οπισθοχωρήσει προσωρινά κι ενεργητικά δούλευαν στο παρασκήνιο για να αναλάβουν ξανά την εξουσία. Οι στόχοι εναντίον των οποίων στρεφόταν συστηματικά ο ντανταϊσμός ήταν ο γερμανικός μιλιταρισμός κι εθνικισμός, αλλά κι ο μικροαστισμός που αντιμετωπιζόταν ως κύρια πηγή τροφοδότησης του απολυταρχισμού.
[ επιστροφή ]

4. Το φινάλε είναι τόσο δραματικό, ώστε το βασικό συμπέρασμα περνάει σε δεύτερη μοίρα: παρά τον συμβιβασμό τίποτε δεν άλλαξε και το νέο κράτος δεν διαφέρει καθόλου από το προηγούμενο απολυταρχικό καθεστώς!
[ επιστροφή ]

_____________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/cyborg/issues/05/i05_p04_sex.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s