Οι Τελευταίοι … Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος…


Όσο το κράτος είναι αναγκασμένο να χρησιμοποιεί βία, σημαίνει πως δεν έχει νικήσει• όσο οι αξιωματούχοι του είναι αναγκασμένοι να παρουσιάζουν την αλήθεια της εξουσίας γυμνή, σημαίνει πως η ελπίδα βρίσκεται ακόμα ανάμεσά μας. 

Με αφορμή την καταστολή του κράτους στις καταλήψεις και τις δηλώσεις διαφορων αξιωματούχων του υπερασπιστών της Δημοκρατίας- Μια ελάχιστη οφειλόμενη απάντηση

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο αρχιτέκτονας της διώξεως των ανταρτών της Δυτ. Γερμανίας, εισαγγελέας Σ. Μπούμπακ, δολοφονήθηκε χθες στην Καρλσρούη από την «Επιτροπή Δράσεως Ούλρικε Μάινχοφ». (Οι εφημερίδες, 8-4-77)

Ειδήσεις σαν την παραπάνω ακολουθούνται σχεδόν πάντα από τα επαγγελματικά δάκρυα των υπερασπιστών της δημοκρατικής νομιμότητας και τις εμπεριστατωμένες αναλύσεις ειδικών σχολιογράφων, οι οποίοι αποδεικνύουν ότι η ανεύθυνη πολιτική δραστηριότητα, που κορυφώνεται στην απεγνωσμένη πρακτική της τρομοκρατίας, και γενικά κάθε έσχατη μορφή αντίστασης στη θεσμοποιημένη βία καλλιεργεί τις προϋποθέσεις της εκτροπής από το δημοκρατικό πολίτευμα.

Διότι ωθούν τη Δημοκρατία να παίρνει μέτρα αντιδημοκρατικά για να αμυνθεί – πράγμα που σημαίνει ότι η καλύτερη άμυνα της δημοκρατίας είναι η αυτοκατάργησή της.

Αυτό το είδος απολογητικής της Δημοκρατίας αποκαλύπτει την πραγματική της φύση καλύτερα από κάθε κατεδαφιστική κριτική της. Και η πραγματική (και αντιφατική) φύση της Δημοκρατίας είναι αυτή που εκδηλώνεται στο πανικόβλητο και γνησίως αντιδημοκρατικό μένος που κυριεύει τους δημοκρατικούς μόλις πάει να «διασαλευθεί» λίγο η τάξη.

Για να μπορεί να υπάρχει η ωραία Δημοκρατία, δεν πρέπει να υπάρχουν οι ανθρώπινες συγκρούσεις. Επειδή όμως οι άνθρωποι υπάρχουν, υπάρχουν και συγκρούσεις τους -συνεπώς η Δημοκρατία είναι καταδικασμένη να υπάρχει υπό διαρκή αίρεση. Ένα τζάμι να σπάσει σε κάποια διαδήλωση, οι εθνοπατέρες κουνάνε επιτιμητικά το δάχτυλο στους ατακτήσαντες και μη, πολίτες: «Καθίστε φρόνιμα, αν θέλετε να έχετε δημοκρατία».

Και κανένας δημοκράτης δεν βρέθηκε ποτέ να τους επιστρέψει αυτό το σόφισμα (που είναι και ειρωνεία και χλευασμός και υποκρισία) πετώντας τους κατάμουτρα τη σαρκαστική φράση του Νικολάι Γκόγκολ: «Αγαπάτε μας κι αξύριστους, κύριοι, ξυρισμένους μας αγαπάνε κι άλλοι!». Γιατί κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα: «Ή εγώ ή τα τανκς» στην πραγματικότητα κυβερνάει ήδη με τα τανκς -είτε αυτά είναι ορατά όπως στη Βαρσοβία και την Άγκυρα, είτε είναι αόρατα όπως στον «ελεύθερο κόσμο».

Όσο, τώρα, για τον ισχυρισμό ότι πράξεις όπως αυτές της ομάδας Μάινχοφ δίνουν αφορμή για αντιδημοκρατικές λύσεις, απλώς αντιστρέφει το πρόβλημα. Διότι η πολιτική αυτοδικία δεν αποτελεί την αιτία αλλά το σύμπτωμα του κακού. Όσοι επιμένουν να χρησιμοποιούν το μυαλό τους εις πείσμα των κομμάτων και των εφημερίδων βρίσκονται μπροστά σ’ αυτά τα ακραία γεγονότα γυμνοί από ιδεολογικές θωρακίσεις, ερμηνείες ή εκλογικεύσεις, και αντιμετωπίζουν το ερώτημα που τους τίθεται χωρίς τις έτοιμες εκείνες απαντήσεις που καταργούν ή απαγορεύουν το ερώτημα.

Και το ερώτημα είναι: από που βγαίνουν όλοι αυτοί οι τρομοκράτες; Από ποια σκοτάδια απελπισίας πέφτουν αυτοί οι πυροβολισμοί στην καρδιά του άτρωτου Λεβιάθαν που συντρίβει έναν-έναν τους μάταιους αντάρτες; Άθλιες και πονηρές φυλλάδες, ακάθαρτες και μίσθαρνες φυλλάδες θολώνουν τα νερά για να ψαρέψουν την εκδοχή που τις βολεύει: έτσι γεννήθηκε ο ερμαφρόδιτος όρος «αναρχοφασισμός».

Μόνο που οι φασίστες δεν φτάνουνε ποτέ στα κελιά του Λευκού Θανάτου και στα εκτελεστικά αποσπάσματα των δημοκρατιών∙ φτάνουν μονάχα, το πολύ πολύ, μέχρι τους προθαλάμους των πταισματοδικείων, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που μπαίνουν ένδοξοι και λαμπροί στο ανάκτορο της Δημοκρατίας.

Κι ενώ οι φασίστες παίζουνε το φασισμό που τους ζητάει να παίζουν η δημοκρατία, οι «τρομοκράτες» εξοντώνονται σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη, σ’ όλα τα καθεστώτα και μ’ όλους τους τρόπους: δολοφονούνται, συκοφαντούνται, στραγγαλίζονται, φτύνονται, σκυλεύονται, χρησιμοποιούνται -απαγορεύονται στην ίδια μας τη σκέψη. Πεθαίνουν άδοξοι ή παραμορφωτικά ένδοξοι, μουγκοί ή γελοιοποιημένοι, «ήρωες» ή «κακοποιοί».

Ο Μπάιρον και το Μεσολόγγι του Μπάιρον πέρασαν στην Ιστορία. Η πετσοκομμένη Σουηδέζα που βρέθηκε ανάμεσα στους πολιορκημένους του Ελ Ζαατάρ ξεχάστηκε πριν ακόμη σαπίσουν τα κομμένα της μέλη. Το Ελ Ζαατάρ είναι από την αρχή καταδικασμένο στη λησμονιά. Γιατί είναι η τύψη ενός ολόκληρου πολιτισμού και πρέπει να σβήσει για να ζήσει αυτός ο πολιτισμός.

Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι μαυρισμένες ψυχές που καμιά εκκλησία, κανένα κόμμα δεν τις θέλει και καμιά ποίηση δεν τις χωράει; «Αναρχικοί» και «τρομοκράτες», κομμάτια μοναξιάς που σφαδάζουν μέσα σε σιδερένια δάχτυλα και σκοτώνουν εν αμύνη – μόνο που η άμυνά τους είναι παράνομη γιατί καμιά άμυνα δεν είναι νόμιμη εναντίον του Κράτους: Εφημερίδες, παπάδες, δημοκράτες και δήθεν «κομμουνιστές» τους τσακίζουν τ’ ανυπάκουα κόκαλα.

Κι αυτοί κάνουν το μόνο που τους απομένει. Σκοτώνουν -και σκοτώνονται. Ζωσμένοι χειροβομβίδες πέφτουν κάτω από τα αραβοσοσιαλιστικά τανκς, πυροβολούν φανατικούς ιεροεξεταστές του Ισλάμ και υπαλληλοποιημένους βασανιστές της ΕΟΚ, ανατινάζουν τα ανθρώπινα ρομπότ αλλά όχι και τη γενική αδιαφορία.

Είναι οι τελευταίοι, πριν από την έλευση του Παγκόσμιου Παραδείσου, όπου το Κράτος δεν θα χρειάζεται πλέον τη βία. Όσο το Κράτος είναι υποχρεωμένο να σκοτώνει, σημαίνει πώς υπάρχουν ακόμη άνθρωποι.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Η Εσχάτη Στράτευση, Ύψιλον 1985

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s