Τα όνειρα στην κλίνη της γλώσσας…


ονειρα

Τι συμβαίνει, όταν ένας φιλόσοφος καταγράφει τα όνειρά του; Πού τα εγγράφει; Πώς εγγράφονται αυτά; Τι χάνουν και τι κερδίζουν απ’ αυτή την εγγραφή; Τι μοιράζονται μαζί της; Ποιο αίνιγμα; Ο Adorno από το 1934 έως το 1969 συνήθιζε να καταγράφει τα όνειρά του «μόλις ξυπνούσε». Μια ανεπεξέργαστη, εύθραυστη ύλη, που την υπέβαλε σε ελάχιστες διορθώσεις, «μόνο στις πιο αισθητές, γλωσσικές ατέλειες», μη διακινδυνεύοντας έτσι την αυθεντικότητά της, μια αυθεντικότητα μετέωρη και επιφυλακτική στις διατυπώσεις, σ’ αυτές τις προδοσίες της μέρας. Μια ονειρευόμενη απλοϊκότητα (Benjamin), που είναι αυτή η ίδια η ανάμνηση της νύχτας, η νύχτα όλων των δυνατών αναμνήσεων. Πώς, όμως, κοινοποιείται η νύχτα; Σε ποια γλώσσα; Αν όχι σ’ αυτή τη γλώσσα της νύχτας;

 

Τα όνειρα ανήκουν στη νύχτα τους, αλλά η νύχτα δεν ανήκει σε κανέναν. Η νύχτα υπομένει τον εαυτό της, την αδιάθετη υποκειμενικότητά της. Αδιάθετη. Τίποτε δεν εισβάλλει στη νύχτα, σ’ αυτό το καθαρό όλον, γιατί για τη νύχτα δεν υπάρχει το υποκείμενο του Αλλου, αυτός ο αντι-κείμενος κόσμος. Γι’ αυτό και η νύχτα αδυνατεί στην εκφραστικότητά της, στη σαφήνεια του λόγου της, στην κοινωνία του νοήματός της. Αυτό, όμως, το κλειστό και αδιάθετο σύμπαν εμπεριέχει κάτι που γονιμοποιεί και επαυξάνει τον Λόγο του κόσμου: τη νύχτα του, τη βουβότητά της, την «εξωεννοιολογική» της διάσταση, όπως θα πει ο Adorno. Η ποίηση, η λογοτεχνία γενικότερα, είναι για τον Adorno αυτή η ευκαιρία της γλώσσας, ίσως η μοναδική της, όπου η γλώσσα απαλλάσσεται επιτέλους από τη «συμμορφωτική πίστη της επικοινωνιακής κοινωνικοποίησης, ώστε να πει το ανείπωτο», αυτό που η «ανήμπορη ομιλία των ανθρώπων» δεν μπορεί να πει. Η νύχτα έτσι αποδίδει στον Λόγο έναν τόπο διαφυγής, μια άλλη προτεραιότητα, εκεί πίσω από τις λέξεις, πίσω απ’ τις γραμμές, ακριβώς στο περιθώριο της γλώσσας. Είναι μια προανθρώπινη συγκίνηση, μια οντολογική αντανάκλαση, αυτή η οντολογική ελευθερία των ονειρικών προσώπων, καθώς αναλαμβάνουν τις μεταμορφώσεις τους, τις υβριδικές τους εκδιπλώσεις, κομίζοντας έτσι στη γλώσσα τη δυνατότητα μιας καθαρής έννοιας, την ελευθερία ενός λόγου συμπαντικού.

Στην Ερμηνεία των ονείρων, σ’ αυτό το ιδρυτικό κείμενο της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ο Freud αναγνωρίζει στα όνειρα ένα γλωσσικό ολίσθημα. Απωθημένες καταστάσεις βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα στον κοιμισμένο εγκέφαλο και μέσω μιας λεκτικής κάλυψης να αναδύονται εν ετέρα μορφή. Αυτά τα γλωσσικά ολισθήματα εγγράφονται εντέλει στο συνειδητό, υπακούουν στους νόμους της πραγματικότητας. Μετωνυμικές μεταμφιέσεις, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτός ο τρόπος της επιθυμίας, η ελευθερία του νοητού. Οπως, μάλιστα, απέδειξε ο Freud στην Ερμηνεία του, τα όνειρα εγγράφουν την επιθυμία στο πραγματικό, μέσα από μια πράξη συμβιβασμού. Αυτή δηλαδή η «διεργασία του ονείρου» δεν είναι μια ελευθεριακή ακροβασία του ασυνείδητου, όπως πίστευαν οι Σουρεαλιστές, αλλά μια αυστηρή και ακριβής μέθοδος, ένα λεκτικό σύστημα, που εγγράφει την επιθυμία στο σύμπαν των δικών του αναπαραστάσεων. Τα όνειρα για τον Freud παίζουν με τις λέξεις, με αυτή την αμφισημία των λέξεων, κι έτσι καλούν την εγγραφή τους, τη λεκτική τους επικύρωση. Το όνειρο, μάλιστα, είναι αυτή η καθαρή εικόνα της γραφής, όταν ο πυρήνας του είναι αυτός που υπαγορεύει τις λέξεις και εγκαλεί την ερμηνεία τους, μια ερμηνεία που ταυτόχρονα, όμως, αυτό το ίδιο το όνειρο θα την αποκλείσει. Είναι αυτή η ίδια η νύχτα της γραφής, το ανερμήνευτο της γλώσσας, η ονειρική και ονειρεμένη της διάσταση. Η γλώσσα δεν είναι μόνο λόγια, είναι μαζί και σιωπή και τα δύο, στον ίδιο πάντοτε βαθμό. Μ’ αυτή την αστερόσκονη του ονείρου γράφονται τα ποιήματα.

Τα Πρωτόκολλα των ονείρων, του Adorno, πρέπει να διαβαστούν μέσα στον ορίζοντα της κριτικής του σκέψης. Η απολυτότητα του ορθού λόγου, που χειραφέτησε το Δυτικό υποκείμενο, η αναντίρρητη αλήθεια του επιστημονικού κανόνα και του μαθηματικού υπολογισμού, που συνέτριψε κάθε άλλη αισθητική και θεωρητική οπτική, οι οικονομίστικες και παραγωγικές αντιλήψεις, ακόμη και αυτό το ιδανικό της μαρξικής, συλλογικής χειραφέτησης, δέχτηκαν απ’ τον Adorno μια ανελέητη κριτική. Στη Διαλεκτική του διαφωτισμού (Adorno, Horkheimer) αναζητάται μια γλώσσα, μια εναλλακτική γνωσιολογία, που δεν θα επικάθεται πάνω στον κόσμο χειραγωγώντας τον, αλλά που θα ελκύει τη μυστική του ουσία. Ο Adorno αναζητά αυτό το Αλλο της γλώσσας στην τέχνη. «Ολα τα έργα τέχνης είναι κείμενα», γράφει στην Αισθητική θεωρία του, «είναι γλώσσα μόνον όταν αυτά γράφονται, ιερογλυφικά ενός κώδικα ήδη χαμένου». Μια «Θεϊκή γλώσσα» (Benjamin), όπως αυτή που πρώτη κατονόμασε τον κόσμο. Η τέχνη έτσι γίνεται αυτό το ιδανικό κρυπτο-γράφημα, που αντιπαρατίθεται στη μονοσήμαντη γνωσιολογία του τεχνικοεπιστημονικού κώδικα. Ο τόπος μιας «πρωτογενούς μεταφορικότητας», όπου η γλώσσα είναι αυτή η μιμητική υπερέκθεση του κόσμου μας. Τα ίδια τα πράγματα ανακτούν την υποκειμενικότητά τους, μια υποκειμενικότητα, μάλιστα, διευρυμένη, που διαισθάνεται εαυτήν μέσα στον κόσμο. Μια παραμυθητική γλώσσα, που ολικοποιεί την εμπειρία «μέσα στον κόσμο», όπως θα έλεγε ο Heidegger, μια «αισθητική ορθολογικότητα», που συναισθάνεται τον κόσμο σε όλη του τη διευρυμένη οντολογία.

Στο πλαίσιο αυτής της γλωσσικής εκζήτησης, ο λόγος των ονείρων κομίζει στη γλώσσα της επικοινωνίας τη σιωπή των σημαινόντων του. Τα όνειρα γι’ αυτόν τον λόγο και είναι πάντα τρομερά, ακριβώς γιατί υποστασιοποιούν, χωρίς να συμβολοποιούν, αυτή την άλλη όψη της γλώσσας, τη σιωπή του κόσμου. Μια ενορατική γλώσσα, που εγείρει το ανθρώπινο μέσα στην α-σχήμια του κόσμου, στην προνοηματοδότησή του. Εξού και οι τερατομορφίες τους. Τρικεράτοπες, που παραφυλούν σε σταυροδρόμια, «σιχαμερά ζώα, που κάνουν απρέπειες», «κεφάλια με άρπαγες», παιδιά «απειλητικά σαν καβούρια», «εκτρώματα και νάνοι… αλλά και ένα σκέτο ζωντανό κεφάλι νέγρου», αγχώνουν τον φιλόσοφο στα όνειρά του. «Το ίδιο άγχος», σημειώνει ο Adorno, «όπως αυτό που αισθανόμουν στα παιδικά μου χρόνια για την κακόφημη περιοχή, ή όταν αργότερα ένα κορίτσι του καμπαρέ έβαλε το χέρι της στο παντελόνι μου». Μια κακόφημη περιοχή, λοιπόν, η περιοχή των ονείρων, ένα αγχωτικό περιβάλλον, απ’ όπου ο ονειρευόμενος διέρχεται πάντα «με φρίκη». Ο λόγος των ονείρων είναι ένας προνοηματικός λόγος, ένα «προστοχαστικό cogito» (Jean Reemtsma). Αυτό το «κουβάρι από σκέψεις των ονείρων» του Freud, αυτή η «ονειρευόμενη σκέψη» του Pontalis, είναι ένας λόγος ενοχής και ανησυχίας για το υποκείμενο της ημέρας, το υποταγμένο στον «κυριαρχημένο λόγο» του φωτός. Ενα γλωσσικό σύμπαν αναπαραστάσεων, που διανοίγεται στη σιωπή και την απορία. Κενά σημαίνοντα, στοιχειακές ομοιώσεις, φρικτές μετωνυμίες της σιωπής ενός νου που δεν ησυχάζει.

Από τον Αποστόλη Αρτινό για την εφημερίδα Ελευθεροτυπία Γενάρης 2010

Theodor W. Adorno

Πρωτόκολλα ονείρων

εκδόσεις Αλεξάνδρεια,

αναδημοσίευση από grassrootreuter

___________________________________________________

Aπό:https://viralmarxism.wordpress.com/2016/08/06/%CF%84%CE%B1-%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%82/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s