η τελευταία φορά…


13453654_1615417585439326_1608921754_n (2)

Παλιές φωτογραφίες δεν κατεβάζουμε από το πατάρι, δεν βγάζουμε απ ‘τα κουτιά τους, ούτε σκαλίζουμε. Δεν τις αντικρίζουμε κατάματα, αυτό κυρίως.

Τέτοιες αποκοτιές έκανε η Πανδώρα (κι ας το ξέρουμε όλοι πως δεν ψαχούλευε για φωτογραφίες) και τα ‘δαμε τα χαΐρια μας εξ’ αιτίας της.

Αν δεν σε φοβίζει η Πανδώρα, θυμήσου τη γυναίκα του Λωτ.

Έχω και μια μικρή ιστοριούλα πιο πρόσφατη, αν δεν σε συγκινούν οι παλιοκαιρίσιες μεταχειρισμένες.

 

……

 

«Αυτή δεν είμαι γω», του είπε.

Ήταν καθισμένη με το μπουρνούζι στον καναπέ, είχε βαμβάκια ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών, μύριζε βρεμένη πετσέτα, σαπούνι και νωπό -ακόμη- μανό. Δεν του άρεσε καθόλου το χρώμα, του φάνηκε υπερβολικό μα ήταν λάθος στιγμή για να εκφράσει άποψη. Σε γυναίκα περιτριγυρισμένη από φωτογραφίες δεν αντιμιλάς, διαλέγεις προσεκτικά τις λέξεις και προσεύχεσαι βουβά.

Άπλωσε το χέρι της κρατώντας ένα τόσο δα κομμάτι από τυπωμένο χαρτί , « για δες».

Είδε. Αυτή δεν ήταν εκείνη. Της την έδωσε πίσω, καμώθηκε τον αδιάφορο.

«Λοιπόν? ‘

«Λοιπόν τι? σίγουρα δεν είσαι εσύ? αν δεν είσαι, πώς βρέθηκε μέσα στις δικές μας? ‘

« Μια υτό ρωτάω κι εγώ. Πώς βρέθηκε ανάμεσά μας? ».  Άφησε τη φωτογραφία ανάμεσα στα πόδια της και έβαψε -με χέρι τόσο σταθερό που τον τρόμαξε- το τελευταίο νύχι .

Και εσείς, μπορείτε να είστε μέση ». Aνάμεσά μας». Όχι ανάμεσά «τους», όχι «μέσα στο κουτί με τις υπόλοιπες», όχι «εκεί». Ένα ναι, έχουν το χάρισμα να κάνουν τη γλώσσα τους νυστέρι, λέιζερ, να σε σκίζουν σιγά σιγά χωρίς να χυθεί αίμα στο πάτωμα με τη μια. Και κυρίως χωρίς να χρειαστεί να σε κοιτάξουν. Μυρίζουν το ψέμα σου, τους σφυγμούς σου ή την σακατλίδικη αλήθεια σου κι αυτό τους αρκεί.

 «Δεν ξέρω, κάπως θα βρέθηκε». Mικρή παύση για να βρει λίγο σάλιο. «Δεν είναι δικιά μου, αυτό το ανακριτικό σου το υφάκι δεν το καταλαβαίνω κι ευτυχώς που δεν είναι σπίτι τα παιδιά ».

Ένα βουνό από ψόφια «δεν», τόσο σαθρό που ήταν έτοιμο με την πρώτη ψιχάλα, με την πρώτη σωστή της λέξη (το ‘νιωθε πως ερχόταν) να τον θάψει ζωντανό από κάτω.

«Το υφάκι μου είναι το θέμα σου? Την ημερομηνία την είδες? »

Ακολούθησε μια ακόμη παύση και κατόπιν Τo βουνό κουνήθηκε λίγο, μια στάλα προς το μέρος του μ ‘έναν υπόκωφο θόρυβο που θαρρείς βγήκε από τα σπλάχνα του στομαχιού του.Ποιαν ημερομηνία? Γιατί να έχει πάνω ημερομηνία? Γιατί να είναι μέσα στο κουτί? Τι της ήρθε να κατεβάσει φωτογραφίες με στοίβα τα ασιδέρωτα να περιμένουν παραδίπλα?Πρώτα κατέβασε τις φωτογραφίες και μετά μπήκε για μπάνιο? Τα νύχια άρχισε να τα βάφει αφού πρώτα είδε την φωτογραφία? Γιατί να είναι μέσα στο σκατόκουτο? Γιατί να βάφει τώρα νύχια? Γιατί τέτοιο άθλιο χρώμα?

«Πες μου μόνο ότι δεν έβγαλες εσύ την φωτογραφία. Ούτε ποια είναι θέλω να ξέρω ούτε πόσο πριν και μετά τράβηξε, πες μου μόνο ότι εκείνη τη γαμημένη μέρα δεν ήσουν εσύ αυτός που πάτησε το κουμπί ».

Για να βουνο άρχισε να καταρρέει με μια βουή που ταίρι δεν είχε. Όχι πως είχε ξεχάσει κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο με εκείνη που δεν ήταν αυτή αλλά δε λένε πως λίγο πριν πεθάνεις όλη σου η ζωή περνάει καρέ καρέ, κι ας είναι άτεχνο το μοντάζ, μπρος στα μάτια σου? Κι εκείνος δεν είχε καν ζωή ολόκληρη να δει τώρα, μια μέρα μονάχα. Για να ακριβολογούμε: ένα απόγευμα, μια νύχτα και μισή μέρα. Απομεινάρια δηλαδή.

 

… ..

 

«Λοιπόν?», Του είπε ανάβοντας το πρώτο τσιγάρο από το τρίτο πακέτο .

Η θάλασσα κάτω από τα πόδια τους, το μελτέμι που αγρίευε, οι μπουρδουκλωμένες σκέψεις μέσα στο κεφάλι του, ο ήλιος που αποτρελάθηκε και κόλλησε στο max (αν δεν πιστεύεις ότι υπάρχει ήλιος που κάνει θόρυβο δεν έχεις δει τίποτε στη χλιαρή ζωή σου), ίσα που την άκουσε να του το φωνάζει. Δεν το φώναξε καν, πιο πολύ σα να μονολογούσε, σαν να απορούσε με τον εαυτό της ήταν.

Άπλωσε τα πόδια της στο πεζούλι μπροστά, καιγόταν και ανατρίχιαζε μαζί. Οι απέναντι θα απολάμβαναν θεσπέσια θέα αλλά μόνο το πέλαγος, κύματα, δελφίνια και γλάροι -και ίσως, ίσως ένα πολύ μακρινό καράβι άλλης γραμμής- την έβλεπαν. Το τσιγάρο είχε ήδη μείνει μισό πριν καν πάρει δυο ρουφηξιές, φύσαγε πολύ. Σε λιγότερες από τέσσερις ώρες θα ξαναμπαίναν στο πλοίο της επιστροφής. Αν τη ρώταγες δεν θα ‘ταν σίγουρη για ποιο λόγο ήρθε, μπορεί κιόλας να το μετάνιωσε. Εκείνος όμως ήταν πεπεισμένος πως ήταν τα στιχάκια που έφταιγαν για όλα. Το είχε αυτό το κουσούρι, πάντα σερνόταν ξοπίσω τους, πήγαινε όπου εκείνα θέλαν να τον πάνε. Θα μπορούσαμε να κλέψουν το χρόνο, μόνο για μία ημέρα.

«Μπορείς να μου πεις πώς διάολο βρέθηκε αυτή ανάμεσά μας ?». Tώρα πια μιλούσε η απώλεια του ουδέποτε αποκτηθέντος, όχι εκείνη.

Δεν τον κοίταζε καν όταν το είπε, μα και να ‘θελε ο ήλιος θα την τύφλωνε κι ας ήταν κρυμμένη πίσω από μαύρα γυαλιά. Αυτός την είδε, για τελευταία φορά όπως αποδείχτηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων, μέσα απ ‘τον φακό.

 

κλικ

 

Ίσως είμαστε ψέματα … τότε καλύτερα να μην μείνετε

 

… ..

 

«Μαλάκα, πού κάηκες?» Του ψιθύρισε ο κουμπάρος του το επόμενο απόγευμα, την ώρα που του έστρωνε το -ήδη μπαϊλντισμένο- γαμπριάτικο λουλούδι στη μπουτονιέρα . Τα μαρμάρινα σκαλιά από κάτω τους ζεματούσαν. Ένα σμήνος από φτηνές βεντάλιες που κατασκευάζονται στην Κίνα (προφανώς από κακοπληρωμένα στην Κίνα κορίτσια) πασχίζαν μάταια να δροσίσουν τον αέρα.

________________________________________________________

Από:https://amancalledkkmoiris.com/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s