Πίσω από το δάφνινο στεφάνι (Μέρος β΄)…


olympia

Η διαδρομή των αγώνων κατά τους νεώτερους χρόνους

Η επιβολή των ολυμπιακών αγώνων μπορεί να διακόπηκε από τους εξουσιαστές, όμως η πολυποίκιλη συμβολή τους στην —μέχρι τότε— εφαρμογή των σχεδιασμών τους, οδήγησαν στο να αποφασίσουν την εκ νέου διοργάνωση τους, μιας και κρίθηκε ότι, μέσα στις νέες διαμορφούμενες συνθήκες κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, είχαν και έχουν να αποκομίσουν πολλά ακόμα από αυτούς.

Το 1894, οπότε και ο βαρόνος Κουμπερτέν άρχισε να καταβάλει τις πρώτες προσπάθειες για την επαναδιοργάνωση των αγώνων, ήταν μια περίοδος που χαρακτηριζόταν από μια διαρκή πολιτική αστάθεια και ρευστότητα σε πολλούς εξουσιαστικούς σχηματισμούς, γεγονός που συνεπαγόταν κινδύνους για την επιβολή των ευρύτερων κρατικών σχεδιασμών. Οι ολυμπιακοί ήταν μια κίνηση από την πλευρά τους που θα μπορούσε να διευκολύνει τις μελλοντικές τους κινήσεις και να συνδράμει στην υλοποίηση των επιβουλών τους. Ο (Γαλλικής καταγωγής) Κουμπερτέν που, δεκαπέντε αιώνες από την τελευταία ολυμπιάδα, έσπευσε να ανασυστήσει αυτό το μηχανισμό, προφασίστηκε το 1895 ότι «φιλοδοξούσε να δυναμώσει την ασθενική νεολαία, το σώμα και το χαρακτήρα της με τον αθλητισμό, τους κινδύνους και τις υπερβολές του». Απέβλεπε μάλιστα στην ενασχόληση των νέων με τον αθλητισμό ως μια παραστρατιωτική ενασχόληση, σε μια περίοδο όπου η Γαλλία είχε βγει ηττημένη από τη στρατιωτική αναμέτρηση με τη Γερμανία.

Αντικειμενικός του σκοπός από την πρώτη στιγμή, ήταν οι σύγχρονες διοργανώσεις να έχουν ως αφετηρία την γενέτειρα του. Ωστόσο για λόγους εντυπωσιασμού πρότεινε την επανέναρξη των αγώνων στην κοιτίδα που τους γέννησε. Ο ίδιος —κατά τα πρότυπα των αρχαίων ομοϊδεατών του— απαγόρευσε τη παρουσία των γυναικών στους αγώνες, καθώς και τη συμμετοχή μαύρων «αθλητών». Είχε γράψει ότι «οι αθλητικοί αγώνες προορίζονται για τους εκλεκτούς. Για τους άξιους αθλητές και τους, ανωτέρων τάξεων, θεατές: πεπαιδευμένοι πολίτες, διπλωμάτες, καθηγητές, στρατηγοί». Αποκαλούσε τους «αθλητές», «ιερείς» ενώ τα μέλη της ολυμπιακής επιτροπής την είχε ονομάσει «ομάδα αμερόληπτων ιερέων». Μερικά χρόνια αργότερα, το 1919, απροκάλυπτα δημοσιοποιούσε τα πραγματικά του κίνητρα, τα οποία φυσικά ήταν κίνητρα και των υπολοίπων εκφραστών της κρατικής κτηνωδίας: «Ο αθλητισμός αποτελεί μέσο ελέγχου της νεολαίας. Αποτρέπει την επιθετικότητα των νέων και τις εξεγέρσεις». Την ίδια περίοδο συγκρότησε τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή που είχε αναλάβει το έργο της —ανά τέσσερα χρόνια— ανάθεσης των αγώνων, ανάλογα φυσικά με τα εκάστοτε συμφέροντα και ανάγκες των —ανά τον κόσμο— εξουσιαστών. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα μέλη της Δ.Ο.Ε., από τη σύσταση της μέχρι και σήμερα, αποτελούνταν από μονάρχες, αριστοκράτες και διάφορους άλλους λήσταρχους, που εκτός των άλλων αποκόμιζαν και αποκομίζουν, υπογείως και μη, τεράστια κέρδη από αυτή τους την ενασχόληση.

Οι προτεραιότητες που είχαν θέσει οι διαχειριστές της εξουσιαστικής αθλιότητας, καθώς και οι διαρκώς διευρυμένες ανάγκες τους, για όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη καταπίεση και εκμετάλλευση των ανθρώπων, τους οδήγησαν στο να αναθέσουν την διοργάνωση της πρώτης σύγχρονης ολυμπιάδας στην Αθήνα. Άλλωστε το νεοσύστατο —τότε— «ελληνικό» κράτος, είχε ανάγκη ανασυγκρότησης της πολιτικής και οικονομικής του υπόστασης, ώστε να μπορεί να σταθεί με ίσους όρους ανάμεσα στους υπόλοιπους εξουσιαστικούς σχηματισμούς. Ταυτόχρονα έπρεπε να αναβαθμίσει την έννοια του «έθνους», προκειμένου να προχωρήσει στην ομογενοποίηση των εγκλωβισμένων σε αυτό, ώστε να εγκαθιδρύσει την «κοινωνική ειρήνη», ενώ η ίδια επίφαση του ήταν απαραίτητη με δεδομένη και την διεκδίκηση εδαφών, στο όνομα του «εθνικού απολυτρωτισμού». Εκτός αυτού οι υπόλοιποι εξουσιαστές που συνέδραμαν την διοργάνωση της Αθήνας, επιθυμούσαν την αναβάθμιση της «ελλάδας» έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της πολυετούς κυριαρχίας της στην ευρύτερη περιοχή.

Οι «έλληνες» κρατιστές οι οποίοι χρειάζονταν διακρίσεις στους αγώνες, δεν δίστασαν —όπως και οι αρχαίοι ομοϊδεάτες τους— να προχωρήσουν σε υπόγειες μεθοδεύσεις, προκειμένου να εξασφαλίσουν κάποια νίκη. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του μέχρι και σήμερα «θρυλικού» Σπύρου Λούη, ο οποίος δεν ήταν καν «αθλητής» αλλά βοηθός του λοχαγού, που ήταν υπεύθυνος για την διαδρομή του Μαραθωνίου. Σύμφωνα με τις επιδόσεις του στους προκριματικούς δεν είχε δικαίωμα να αγωνιστεί, αλλά αυξήθηκαν από 5 σε 11 οι δρομείς που έπαιρναν μέρος, με αποτέλεσμα να συμπεριληφθεί και αυτός. Ξεκίνησε τον αγώνα μαζί με τους υπόλοιπους αντιπάλους του, αλλά στη πορεία και με δεδομένη την αδυναμία του να τερματίσει πρώτος, επιβιβάστηκε —όπως είχε προαποφασιστεί— σε ένα κάρο και συνέχισε να τρέχει, αφού πρώτα προσπέρασε τους υπόλοιπους, κερδίζοντας τη τιμητική πρώτη θέση. Απόδειξη όλων αυτών αποτελεί το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος κρατικός υπάλληλος, αν και προκλήθηκε αρκετές φορές στο μέλλον από αρκετούς αντιπάλους, δεν ξαναπήρε ποτέ μέρος σε αγώνες δρόμου. Ξαναεμφανίστηκε ως ολυμπιονίκης μόνο στους αγώνες του Βερολίνου το 1936, με την ιδιότητα του επίτιμου μέλους της «ελληνικής» αποστολής. Εκεί εμφανίζεται σε φωτογραφίες να ανταλλάσσει χειραψίες με τον Χίτλερ και άλλα ανώτερα στελέχη της άριας φυλής, τρία χρόνια πριν αυτοί εξαπολύσουν το καταστροφικό τους μένος εναντίον των ανθρώπων. Πάντως η διοργάνωση της Αθήνας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα επιτυχής. Κι αυτό γιατί οι περισσότερες χώρες έδειξαν αδιαφορία ή αποστροφή για την τέλεση τους. Από τους 311 συμμετέχοντες οι 230 ήταν «έλληνες». Από την εξαμελή αγγλική ομάδα οι δύο ήταν υπάλληλοι της βρετανικής πρεσβείας και οι άλλοι δύο τουρίστες. Οι δαπάνες της διοργάνωσης καλύφθηκαν στο σύνολο τους από την ελλάδα, λόγω της αδιαφορίας του Κουμπερτέν να αναζητήσει πόρους στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα οι εφημερίδες να τον αποκαλούν κλέφτη.

Αρχής γενομένης με την ολυμπιάδα της Αθήνας, επανακαθιερώθηκε η μόνιμη επιβολή του μηχανισμού των ολυμπιακών, με τους υπόλοιπους εξουσιαστές να προσπαθούν και με αυτό τον τρόπο να διαβρώσουν τις συνειδήσεις των καταπιεσμένων και να εξυπηρετήσουν τους συνολικότερους σχεδιασμούς τους.

Η ολυμπιάδα του 1904 στο Σαιντ Λούις, οργανώθηκε από τη Δ.Ο.Ε. στην οποία εξακολουθούσε να προΐσταται ο Κουμπερτέν, ο οποίος απροκάλυπτα βρήκε την ευκαιρία να προωθήσει έμπρακτα τις εθνικοσοσιαλιστικές του πεποιθήσεις. Η διεξαγωγή των αγώνων συνοδεύτηκε από ανθρωπολογικές εκδηλώσεις, στις οποίες πρωτοστάτησαν επιφανείς καθηγητές της ανθρωπολογίας από διάφορα πανεπιστήμια των Η.Π.Α., προκειμένου να μελετηθεί η συμπεριφορά των «πρωτόγονων» φυλών από διάφορες χώρες. Στις εκδηλώσεις αυτές έλαβαν μέρος Πυγμαίοι και Κάφροι από την Αφρική, Αίνους από την Ιαπωνία, Παταγόνιοι, Μόρος και Ιγκόροτς από τις Φιλλιπίνες, Σιού, καθώς και Τούρκοι και Σύριοι. Όλοι αυτοί βέβαια δεν συμμετείχαν στα ίδια αγωνίσματα με τους «πολιτισμένους» ευρωπαίους και άλλους. Οι χώροι όπου διαγωνίστηκαν σε σύγχρονα και ιθαγενή «αθλήματα» ήταν παρακείμενοι με αυτούς της κανονικής διοργάνωσης και τους παρακολουθούσαν οι «φυλετικά καθαροί φίλαθλοι» που ήθελαν να διασκεδάσουν με «τα καμώματα των κατώτερων αυτών ανθρώπων».

Στη συνέχεια, στις ολυμπιάδες του 1920 και 1924, απαγορεύεται η συμμετοχή των κρατών που είχαν ηττηθεί κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου (στην ουσία πανευρωπαϊκού) πολέμου, καταρρίπτοντας —και με αυτό τον τρόπο— το μύθευμα, ότι οι ολυμπιακοί «αποτελούν μέσο προσέγγισης και συμφιλίωσης των λαών».

Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Κουμπερτέν επανεμφανίζεται στη Γερμανία —όπου δύο χρόνια πριν είχε προηγηθεί η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών— προκειμένου να συμβάλει στη διοργάνωση των αγώνων στο Βερολίνο. Μια διοργάνωση που, για το γερμανικό κράτος, αποτελούσε εκδήλωση παραστρατιωτικής σημασίας με εθνικιστικό υπόβαθρο. Η ανάθεση της ολυμπιάδας στη Γερμανία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Οι ολυμπιακοί του 1936 αποσκοπούσαν —και τελικά κατάφεραν— να αναβαθμίσουν το γερμανικό κράτος, που ήδη προερχόταν από μια τεράστια πολεμική αναμέτρηση στα μάτια των υπόλοιπων κυριάρχων. Η κλίκα των φασιστών, που τότε βρίσκονταν στην διαχείριση των εξουσιαστικών υποθέσεων —και που αξίζει να σημειωθεί πως καθιέρωσε την ύπαρξη της ολυμπιακής φλόγας και του συμβόλου των πέντε κύκλων— κατάφερε και μέσα από τους αγώνες να αποκτήσει πιο σαφείς πολιτικές προσβάσεις με εξουσιαστικούς μηχανισμούς που είχαν κοινά ιδεολογικοπολιτικά, ή παραπλήσια χαρακτηριστικά και κατευθύνσεις. Έτσι κατορθώθηκε να μπουν οι βάσεις για τη σύναψη ευρύτερων συμμαχιών —στρατιωτικού και όχι μόνο χαρακτήρα— με κράτη όπως η Αυστρία, η Ιαπωνία και η Ιταλία που συμμετείχαν στους αγώνες, με αποτέλεσμα το ξέσπασμα, τρία χρόνια αργότερα, της μεγαλύτερης ανθρωποσφαγής των καταπιεσμένων. Σ’ αυτούς τους αγώνες είχε απαγορευτεί η συμμετοχή των εβραίων, τους οποίους οι κρατιστές υποχρέωναν καθ’ όλη τη διάρκεια των αγώνων, να αναρτούν σημαίες με το ολυμπιακό έμβλημα στα μπαλκόνια τους. Ταυτόχρονα ανεπιθύμητη ήταν και η συμμετοχή των μαύρων, τους οποίους οι φασίστες, με το γνωστό σύνδρομο της «φυλετικής καθαρότητας» που —μεταξύ άλλων— είχαν επιβάλει, αποκαλούσαν «υπάνθρωπους». Χαρακτηριστικό είναι ότι στις δύο εβδομάδες που διήρκεσαν οι αγώνες ο πολεμικός ναζιστικός ύμνος ακούστηκε 480 φορές, ενώ δεκάδες στρατιωτικές μπάντες και χορωδίες της νεολαίας του ναζιστικού κόμματος από όλες τις περιφέρειες περιδιάβαιναν τους δρόμους, τραγουδώντας πολεμοχαρή εμβατήρια. Ο Χίτλερ και το επιτελείο του επιθυμούσαν διακαώς την συγκομιδή όσο το δυνατόν περισσότερων διακρίσεων, προκειμένου να επαληθεύσει την άποψη περί «ανωτερότητας της άριας φυλής». Ωστόσο το χρυσό μετάλλιο στους αγώνες ταχύτητας κατέκτησε, προς γενική απογοήτευση των διοργανωτών, ο αμερικάνος Τ. Όουεν, ο οποίος ήταν μάλιστα μαύρος, γεγονός που καθιστούσε ακόμα μεγαλύτερη την προσβολή για τον μυστακοφόρο σαλτιμπάγκο και τους ομοϊδεάτες του. Όταν μάλιστα του πρότειναν να φωτογραφηθεί μαζί με τον ολυμπιονίκη, αντέδρασε λέγοντας: «Αυτή είναι η μεγαλύτερη προσβολή για μένα». Και ακόμα συμπλήρωσε: «Οι αμερικάνοι πρέπει να ντρέπονται που δίνουν μετάλλια στους μαύρους. Εγώ δεν θα έσφιγγα ποτέ το χέρι ενός νέγρου». Ο γερμανός δρομέας που είχε χάσει από τον Όουεν αναφέρθηκε με επαινετικά σχόλια για τον νικητή, κάτι που εξόργισε τον «Αδόλφο» και όλους αυτούς που υπερασπίζονταν με πείσμα τις μαλακίες περί «διαχωρισμού» των φυλών. Η επιπλέον αυτή προσβολή πληρώθηκε με την αποστολή του αυθάδη γερμανού στο ρωσικό μέτωπο, με μια από τις πρώτες μονάδες που έφτασαν εκεί, με αποτέλεσμα να καταγραφεί από τους πρώτους στον κατάλογο με τους νεκρούς εισβολείς. Εκτός, όμως, από τον γερμανό «αθλητή», δύο εβραίοι από την Γερμανία, που είχαν αναδειχτεί ολυμπιονίκες κατά τους ολυμπιακούς του 1896 στην Αθήνα, εξοντώθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, όπου το βάρος τους είχε φτάσει τα εικοσιδύο κιλά.

Το 1968, τη διοργάνωση των αγώνων αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει η πόλη του Μεξικό. Η επιλογή αυτή προκάλεσε έκπληξη με δεδομένο ότι όλες οι προηγούμενες διοργανώσεις είχαν πραγματοποιηθεί από οικονομικά ισχυρές χώρες που μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στα υπέρογκα έξοδα που απαιτούσαν οι αγώνες. Το Μεξικό, σε εκείνη τη περίοδο, είχε εξέλθει από την τριτοκοσμική οικονομικά κατάσταση στην οποία βρισκόταν και είχε ενταχτεί στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά σε καμία περίπτωση, δεν είχε την πολυτέλεια για να συμμετάσχει σε τέτοιου είδους διαδικασίες. Με ανεξάντλητους φυσικούς πόρους, που όμως ελέγχονταν από τις πολυεθνικές με ιδιαίτερα χαμηλό κατά κεφαλή εισόδημα και με τεράστιο εξωτερικό χρέος, ήταν κάτι παραπάνω από προφανές ότι η ανάληψη της ολυμπιάδας θα δημιουργούσε ακόμα πιο έντονα προβλήματα στον τομέα της οικονομίας.

Όμως ούτε και σε αυτή τη περίπτωση η ανάθεση ήταν τυχαία. Το δικτατορικό καθεστώς του Μεξικού προσδοκούσε ότι με τους αγώνες θα δημιουργούταν πολλές νέες θέσεις εργασίας στα ολυμπιακά έργα, μειώνοντας έτσι την κοινωνική αγανάκτηση και ότι ταυτόχρονα θα αποπροσανατόλιζε τους ανθρώπους, τόσο με τους αγώνες, όσο και με τις «καλλιτεχνικές και πολιτιστικές» εκδηλώσεις, που θα πραγματοποιούταν σε μεγάλη κλίμακα. Ακόμα η κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στις χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική ήταν ιδιαίτερα τεταμένη. Κι αυτό εξαιτίας τόσο της πολυπληθούς εξέγερσης του Μάη στη Γαλλία, όσο και από τις συνεχιζόμενες αντιστάσεις των καταπιεσμένων που δεν έπαυαν να εκδηλώνονται, λόγω της συνεχιζόμενης αιματοχυσίας στον πολύχρονο πόλεμο στο Βιετνάμ.

Όμως η εξαθλίωση που επικρατούσε σε πολλά κομμάτια του μεξικανικού πληθυσμού, (μια εξαθλίωση που θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερη με την ανάληψη των αγώνων), κατάφερε να δημιουργήσει και εκεί ένα κλίμα εναντίωσης των εξουσιαζόμενων προς τις επιλογές των κυρίαρχων. Όλοι αυτοί, που καθημερινά και με κάθε τρόπο βίωναν στο πετσί τους την κρατική βαρβαρότητα, εκλαμβάνοντας ως αφορμή τη τέλεση της ολυμπιάδας, ξεσηκώθηκαν ενάντια στους καταπιεστές τους, αρνούμενοι να συναινέσουν και να γίνουν συνένοχοι στους σχεδιασμούς τους. Η αρχή γίνεται με τους φοιτητικούς συλλόγους να αποφασίζουν καταλήψεις στις σχολές τους, οι οποίες πολλαπλασιάζονται με ταχύτατο ρυθμό. Οι εργαζόμενοι σε μεγάλα εργοστάσια και βιομηχανίες παίρνουν τη σκυτάλη και καταλαμβάνουν τους χώρους δουλειάς, δημιουργώντας πρόβλημα στην γενικότερη παραγωγή της χώρας. Η κατάσταση ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε στο κράτος να ολιγωρήσει, αν δεν ήθελε τα δει τα προβλήματα του να πολλαπλασιάζονται. Ήδη, εξ αιτίας των αντιδράσεων, η διαδικασία της προετοιμασίας των ολυμπιακών είχε καθυστερήσει λόγω των συσσωρευμένων κοινωνικών αντιδράσεων. Αποτέλεσμα ήταν η άνευ προηγουμένου κινητοποίηση των μηχανισμών καταστολής με εισβολές στους κατειλημμένους χώρους, εκατοντάδες συλλήψεις και καταδίκες αγωνιζόμενων, καθώς και άγριους βασανισμούς και δολοφονίες από τα όργανα της «τάξης».

Τα Μ.Μ.Ε., πάντα στην υπηρεσία της εξουσίας και των μηχανισμών της, επιχειρώντας να συμβάλουν στον εξωραϊσμό των αναρίθμητων κρατικών εγκλημάτων και να κατευνάσουν το κλίμα αναταραχής που επικρατούσε, είτε αποσιωπούσαν πλήρως τις κρατικές δολοφονίες, είτε παρουσίαζαν τους νεκρούς ως «εξαφανισμένους». Στα τέλη Σεπτεμβρίου μια πορεία αποτελούμενη από 5.000 ανθρώπους, πολλοί εκ των οποίων μέλη των οικογενειών των δολοφονημένων, διέσχισε τη πόλη του Μεξικού, αφήνοντας πίσω της αμέτρητα συνθήματα ενάντια στους ολυμπιακούς και την κλιμακούμενη κρατική βία… Χαρακτηριστικό είναι το σύνθημα που απευθυνόταν στους τουρίστες και που κοσμούσε εκείνη τη περίοδο τους τοίχους της —έτοιμης να υποδεχτεί την ολυμπιάδα— πρωτεύουσας: «Αν θέλεις να γνωρίσεις το Μεξικό, έλα να επισκεφτείς τις φυλακές του». Λίγες μέρες αργότερα και εν τω μέσω έντονων κατασταλτικών κινήσεων σε βάρος όσων αντιστέκονταν στην ανάληψη των αγώνων, διοργανώνεται μια ακόμα μαχητική διαδήλωση 10.000 ατόμων, στην πλατεία των Τριών Πολιτισμών. Οι κυρίαρχοι όμως, βλέποντας πως το κλίμα αντιπαράθεσης με τις επιλογές τους διευρυνόταν μέρα με τη μέρα, και με το χρόνο να κυλάει σε βάρος των σχεδιασμών τους, δεν δίστασαν να δημιουργήσουν ένα ακόμα λουτρό αίματος. Τμήματα του στρατού, καθώς και ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας, πραγματοποιώντας μια τεράστια και καλά συντονισμένη κατασταλτική επιχείρηση, περικύκλωσαν το χώρο της συγκέντρωσης, αποκλείοντας κάθε οδό διαφυγής και προχώρησαν στη σφαγή 200 και πλέον ανθρώπων. Επιδίωξαν έτσι να τελειώσουν οριστικά με κάθε μορφή αντίστασης στα σχέδια τους, ώστε το «αθάνατο ολυμπιακό πνεύμα να μεγαλουργήσει για μια ακόμα φορά» και το κράτος και οι κατασταλτικοί του μηχανισμοί να επαναβεβαιώσουν, για μια ακόμα φορά, την «παντοδυναμία τους», απέναντι στη κοινωνία.

Τελικά οι —βαμμένοι στο αίμα των εξεγερμένων— αγώνες πραγματοποιήθηκαν, με μόνους κερδισμένους όπως πάντα τους εξουσιαστές και τις πολυεθνικές —και όχι μόνο— εταιρίες που είχαν επενδύσει τα κεφάλαια τους σε αυτούς. Αν άλλαξε κάτι για τη κοινωνία, ήταν η ακόμα μεγαλύτερη τους καταλήστευση από το κράτος μετά το τέλος των αγώνων, αφού και εκεί όπως και παντού, αυτοί ήταν που κλήθηκαν —και κλίνονται— να πληρώσουν για την υλοποίηση των κρατικών επιλογών και προσταγμάτων. Φυσικά, πέρα από το βαρύ τίμημα που επωμίστηκαν όλοι όσοι επέλεξαν το δρόμο της αντίστασης και όχι μόνο αυτοί, τίποτα δε πήγε χαμένο, αφού τα συγκρουσιακά γεγονότα που συντελέστηκαν, καθώς και οι εμπειρίες και τα βιώματα που αποκόμισαν οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι, μέσα και από αυτή τη μάχη με το κράτος, λειτούργησαν και λειτουργούν ως παρακαταθήκη για τις συγκρούσεις και τις εξεγέρσεις που ακολουθούν.

Οχτώ χρόνια μετά και ενώ η αυλαία των ολυμπιακών αγώνων του Καναδά έπεφτε, εκτός από την ανεπανόρθωτη οικολογική καταστροφή, που συντελέστηκε και που συντελείται από κάθε διοργάνωση, γινόταν γνωστό ότι το παθητικό που οι αγώνες άφηναν πίσω τους, έφτανε τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια. Έτσι επιβλήθηκε στους κατοίκους του Μόντρεαλ ένας ακόμα φόρος, τον οποίο είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν μέχρι και το 2076 (special annual tax).

Αμέσως μετά το 1980 ήρθε η σειρά της Σοβιετικής Ένωσης να αναλάβει τη διενέργεια των αγώνων, όχι φυσικά για να επιδείξουν οι εξουσιαστές της τα «φιλικά, προς τον αθλητισμό, αισθήματα τους», αλλά για να για ενισχύσει την επιβολή της, η οποία ήδη αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, όσον αφορούσε την ποδηγέτηση και χειραγώγηση των ανθρώπων. Ωστόσο οι ανακατατάξεις που, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα άρχιζαν να συντελούνται στο εσωτερικό της παγκόσμιας κυριαρχίας —και που χαρακτηρίστηκαν ως «πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού»— δεν της επέτρεψαν να ωφεληθεί με άνεση χρόνου από τα οφέλη που αποκόμισε από τους αγώνες. Στη συγκεκριμένη ολυμπιάδα αρνήθηκαν να συμμετάσχουν οι Η.Π.Α, η Δ. Γερμανία, η Βρετανία και αλλά κράτη, ως «ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισβολή των Σοβιετικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν», επιβεβαιώνοντας —και μ’ αυτό τον τρόπο— τα κάθε λογής πολιτικά παιχνίδια των εξουσιαστών, τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την —όπου Γης— τέλεση των ολυμπιακών. Η Ρωσία, ακολουθώντας την ίδια τακτική, αρνήθηκε να στείλει τους «αθλητές» της, στους αγώνες που ακολούθησαν στην Αμερική, ανταποδίδοντας το προηγούμενο μποϋκοτάζ.

Η επόμενη ολυμπιάδα που έγινε στο Λος Άντζελες το 1984, κατέδειξε απροκάλυπτα την εμπορική υφή των αγώνων, αφού μέσα από τις άπειρες εμπορικές συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των πολυεθνικών, άπειρα δις, άλλαξαν χέρια, ενώ μέχρι και η «ιερή» ολυμπιακή φλόγα πουλήθηκε σε επιχειρηματίες, νοικιάζοντας την ο καθένας για 3.000 δολάρια το χιλιόμετρο.

Τέσσερα χρόνια μετά, με ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό σκεπτικό που ευνοούσε απόλυτα τις συνολικότερες επιδιώξεις των εξουσιαστών, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή ανέθεσε την διοργάνωση των αγώνων στην Ν. Κορέα. Η προοπτική δεν ήταν άλλη από τον καλλωπισμό του Κορεατικού κράτους, το οποίο έχοντας σαφείς ευρωπαϊκούς προσανατολισμούς, επιθυμούσε —και μέσα από τη τέλεση των αγώνων— να αποκτήσει πρόσβαση σε εξουσιαστικούς σχηματισμούς με ανεπτυγμένη και συγκροτημένη οικονομία, ώστε να βρει νέους δρόμους εμπορίου. Όφελος όμως δεν θα είχαν μόνο οι κορεάτες εξουσιαστές, αλλά και πολλές ευρωπαϊκές και αμερικάνικες πολυεθνικές, οι οποίες είχαν την έδρα τους εκεί —λόγω του φτηνού εργατικού δυναμικού— και εκτός από την προβολή που θα εξασφάλιζαν μέσω των αγώνων, θα αποκόμιζαν και τεράστια χρηματικά ποσά από την χρησιμοποίηση των προϊόντων τους, κατά τη διάρκεια της ολυμπιάδας.

Όπως και στο Μεξικό, έτσι και στη Κορέα, οι καταπιεσμένοι κάθε άλλο παρά διατεθειμένοι ήταν να συναινέσουν στα σχέδια των εξουσιαστών για την πραγματοποίηση των αγώνων, αφού γνώριζαν ότι η διοργάνωση μόνο νέα δεινά θα μπορούσε να επιφέρει στα όσα τους είχαν ήδη συσσωρεύσει οι κρατικοί υπάλληλοι. Οι κατασταλτικοί σχεδιασμοί που εφαρμόστηκαν από την πλευρά του κράτους ήταν πρωτοφανείς. 620.000 στρατιώτες, και 120.000 πάνοπλοι μπάτσοι ανέλαβαν το έργο της προστασίας των «αθλητικών» χώρων, ενώ δημιουργήθηκε και ένα ακόμα ειδικό σώμα προστασίας των «αθλητών» και των συνοδών τους. Εκτός από τις παραπάνω δυνάμεις υπήρχαν επιπλέον 42.000 αμερικανοί στρατιώτες, οι οποίοι αναπτύχθηκαν στην μεθόριο με την Β. Κορέα, προκειμένου να αποσοβήσουν το ενδεχόμενο «τρομοκρατικών» ενεργειών.

Οι έντονες αντιδράσεις από την πλευρά της κοινωνίας δεν άργησαν να εκδηλωθούν, παίρνοντας τη μορφή πολυήμερων και μαχητικών καταλήψεων σε πολλά πανεπιστήμια της Σεούλ και των άλλων πόλεων. Ακολουθούν επαναλαμβανόμενες διαδηλώσεις χιλιάδων ατόμων ενάντια στη πραγματοποίηση της ολυμπιάδας και τη συνολικότερη κρατική επίθεση. Οι εξουσιαστές —όντας εχθροί του ανθρώπινου γένους— δεν διστάζουν να εξαπολύσουν για μια ακόμα φορά τις ορδές των μισθοφόρων φονιάδων τους, για να κάμψουν, με τη βία των όπλων, το πνεύμα της αντίστασης και της απειθαρχίας που απειλούσε να διαχυθεί σε όλη τη Κορέα, δημιουργώντας ουσιαστικά και ανυπέρβλητα προβλήματα στην εφαρμογή των σχεδιασμών τους.

Ακολούθησαν ολοήμερες οδομαχίες με τις δυνάμεις καταστολής, με πολλούς τραυματίες και από τις δύο πλευρές και με τα κελιά των φυλακών να ανοίγουν για να υποδεχτούν και πάλι, αυτούς που αρνήθηκαν να παζαρέψουν τον αυτοσεβασμό τους με το κράτος και απάντησαν με βία στη καθημερινή-κτηνώδη βία της εξουσίας. Οι αγώνες έγιναν, αφού το κράτος παρέταξε στους δρόμους της Σεούλ το σύνολο των κατασταλτικών του μηχανισμών, αποτελούμενους από χιλιάδες ροπαλοφόρους, χαφιέδες και φυσικά δημοσιογράφους που, για μια ακόμα φορά, έσπευσαν να καθαγιάσουν τα κρατικά εγκλήματα και να συκοφαντήσουν ασύστολα, όσους για μια ακόμα φορά έδωσαν το παρών στα χαρακώματα του κοινωνικού αγώνα. Τελικά οι αγώνες χαρακτηρίστηκαν ως οι «ολυμπιακοί των σκανδάλων», αφού αποδείχτηκε ότι πολλοί «αθλητές» έκαναν χρήση απαγορευμένων ουσιών για να σημειώσουν μεγάλες επιδόσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αφαίρεση του χρυσού μεταλλίου από τον καναδό δρομέα Μ. Τζόνσον, όταν αποκαλύφθηκε ότι έκανε συστηματική χρήση φαρμάκων. Εκτός από την συγκεκριμένη περίπτωση καθημερινό ήταν το φαινόμενο της αφαίρεσης μεταλλίων από «αθλητές» αφού χρησιμοποιούσαν αναβολικές ουσίες. Ο Βούλγαρος αρσιβαρίστας Μίτκο Γκράμπλεβ, ο Βρεττανός αθλητής του στίβου Μπράουν και ο Αυστραλός Γουότσον ήταν μερικοί μόνο από αυτούς. Ακόμα πολλοί «μεγάλοι αθλητές», ακύρωσαν τις συμμετοχές τους, ενώ η Βουλγαρία απέσυρε στο σύνολο της την ομάδα της άρσης βαρών πριν αγωνιστεί, κάτι που έκανε τις φήμες, για ευρύτατη χρήση απαγορευμένων ουσιών, να οργιάσουν.

Κάπου εκεί ήρθε και η σειρά του «ελληνικού» κομματιού της κυριαρχίας, να διεκδικήσει το κομμάτι που του αναλογούσε από την πίττα των ολυμπιακών, επιζητώντας την ανάληψη της ολυμπιάδας του 1996 και επιχειρώντας να την προβάλλει στην κοινωνία ως «το νέο μεγάλο όραμα του ελληνισμού». Οι λόγοι για τους οποίους οι εξουσιαστές επιθυμούσαν διακαώς την ανάληψη των αγώνων ήταν αρκετοί και συνδέονταν, όπως ήταν φυσικό, με την λειτουργικότερη συγκρότηση της επιβολής τους πάνω στους εξουσιαζόμενους.

Το κράτος βρισκόταν λίγο πριν από το κομβικό, για τους σχεδιασμούς του, χρονικό σημείο του 1992 και χρειαζόταν την υλοποίηση όλων εκείνων των εφαρμογών που θα του επέτρεπαν να συγκυριαρχήσει μαζί με τους υπόλοιπους εξουσιαστικούς σχηματισμούς στην ενωμένη Ευρώπη. Παράλληλα διεκδικούσε —και εξακολουθεί να διεκδικεί— τη θέση του τοποτηρητή και του φορέα σταθερότητας έναντι των παρακείμενων ανατολικών κρατών, που αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στο τομέα της επιβολής τους. Ωστόσο, όσο κι αν οι συνολικότεροι στόχοι των εξουσιαστών, είναι και θα παραμείνουν κοινοί, δεν παύουν να υφίστανται στο εσωτερικό τους αντικρουόμενα συμφέροντα. Συμφέροντα που —χωρίς φυσικά να αποτελούν απειλή για την, έτσι κι αλλιώς, αρραγή ενότητα της κυριαρχίας τους— στην προκειμένη περίπτωση, συνέβαλαν στην ανάθεση της ολυμπιάδας του 96 στην Ατλάντα, κάνοντας πολλούς από αυτούς που πάσχιζαν για τη διοργάνωση των αγώνων από την Αθήνα, να «ανακαλύψουν ότι τα στοιχεία του κέρδους και του πλουτισμού έχουν πλέον αντικαταστήσει τα ολυμπιακά ιδεώδη». Όλα αυτά βέβαια μέχρι τη στιγμή που η «χρυσή ολυμπιάδα» του 2004 ανατέθηκε στην Αθήνα.

Σ.Ν.

ΠΗΓΕΣ
Ε. Νικολαίδου Χ. Κάτσικα: Οι ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαία ελλάδα Η αθέατη πλευρά, Εκδ. Σαββάλας
Ευάγγελος Φιλλίπου: Η ιστορία των σύγχρονων ολυμπιακών αγώνων 1896-2000, Εκδ. Σαββάλας
Κ. Σιμόπουλος: Μύθος – απάτη και βαρβαρότητα οι ολυμπιάδες, Εκδ. Στάχυ

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.27, Σεπτέμβριος 2004

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s