Christine Delphy- Ο κύριος εχθρός, μια υλιστική ανάλυση της καταπίεσης των γυναικών…


Από τη γέννηση του κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών στη Γαλλία, στις ΗΠΑ και αλλού, η μαρξιστική άποψη εκφράστηκε από μια γραμμή που συγκροτήθηκε έξω από το κίνημα. Αυτή προωθήθηκε τόσο από τα παραδοσιακά Κομμουνιστικά Κόμματα όσο και από τι νεότερες αριστερές ομάδες και μεταφέρθηκε στο κίνημα από μαχητικές γυναίκες μέλη των ομάδων αυτών.

Οι περισσότερες γυναίκες στο κίνημα δεν βρίσκουν αυτή τη γραμμή ικανοποιητική ούτε στη θεωρία ούτε στη στρατηγική, για δύο βασικούς λόγους:

  1. Δεν εξηγεί την καταπίεση που είναι κοινή σε όλες τις γυναίκες και
  2. Δεν έχει ως επίκεντρο τη γυναικεία καταπίεση, αλλά τις επιπτώσεις της στο προλεταριάτο (βλέπε την ανάλυση στο άρθρο των McAffee και Wood 1969).

Κάτι τέτοιο είναι δυνατό μόνο γιατί υπάρχει μια μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στις αρχές που διατείνονται ότι υποστηρίζουν οι μαρξιστές και στον τρόπο που τις εφαρμόζουν στην περίπτωση της κατάστασης των γυναικών. Ο ιστορικός υλισμός βασίζεται στην ανάλυση των κοινωνικών ανταγωνισμών με ταξικούς όρους. Οι τάξεις ορίζονται από τη θέση τους στο σύστημα παραγωγής. Ενώ αυτές οι αρχές υποτίθεται ότι χρησιμοποιούνται στην ανάλυση της κατάστασης των γυναικών ως γυναικών, η ιδιαίτερη σχέση των γυναικών με την παραγωγή έχει στην πραγματικότητα απλά αγνοηθεί, δηλ. δεν υπάρχει ταξική ανάλυση των γυναικών. Αυτό το θεωρητικό ολίσθημα έχει άμεσες συνέπειες:

  1. η καταπίεση των γυναικών αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα συνέπεια που προκύπτει από την ταξική πάλη, όπως αυτή ορίζεται αποκλειστικά από την καταπίεση του προλεταριάτου από το κεφάλαιο.
  2. Η συνεχιζόμενη καταπίεση των γυναικών σε χώρες όπου ο καπιταλισμός έχει καταργηθεί αποδίδεται σε καθαρά ιδεολογικούς παράγοντες. Αυτό όμως προϋποθέτει έναν ιδεαλιστικό και όχι μαρξιστικό ορισμό της ιδεολογίας. Την αντιμετωπίζει ως παράγοντα που μπορεί να επιβιώσει ακόμα κι όταν εξαλειφθεί κάθε υλική καταπίεση, της οποίας τη νομιμοποίηση εξυπηρετούσε.

Αυτές οι υποθέσεις είναι αντίθετες στη δυναμική του γυναικείου κινήματος και εμποδίζουν τις γυναίκες να συνειδητοποιήσουν μια διπλή ανάγκη. Πρώτα μια θεωρητική ανάγκη να βρεθούν οι δομικοί λόγοι για τους οποίους η ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δεν αρκεί για την απελευθέρωση των γυναικών και δεύτερον μια πολιτική ανάγκη: να καθιερωθεί το γυναικείο κίνημα ως αυτόνομη δύναμη.

Από τη στιγμή που γεννιέται το γυναικείο κίνημα, έχει να αντιμετωπίσει την παρακάτω αντίφαση: Την ίδια στιγμή που εξελίσσεται σε επαναστατική δύναμη, η μόνη ανάλυση που τοποθετεί τον αγώνα των γυναικών σε μια συνολική επαναστατική προοπτική, αρνείται την πρώτη από αυτές τις ανάγκες (δηλ. να ψάξει τις αιτίες της ιδιαίτερης καταπίεσης των γυναικών), και δεν προσφέρει καμιά θεωρητική βάση για τη δεύτερη (δηλ. επιτρέπει αλλά δεν καθιερώνει την ανάγκη για ένα αυτόνομο κίνημα). Οι συνέπειες αυτής της αντίφασης εκφράζονται άμεσα στο κίνημα με ένα κλίμα γενικής ανησυχίας, με την εμφάνιση αντιθετικών ομάδων και με κάποιες δυσκολίες στη λειτουργία.

Αυτά οφείλονται στην αδυναμία να διαμορφωθεί μια συνεκτική πρακτική, όσο υπάρχει απόσταση ανάμεσα στη θεωρία στην οποία αναφερόμαστε και στην πραγματική καταπίεση των γυναικών που αγωνιζόμαστε να ανατρέψουμε. Αυτό θα συνεχισθεί όσο ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης του κινήματος στερείται σταθερής θεωρητικής βάσης.

Η ύπαρξη αυτής της μαρξιστικής γραμμής στην πράξη, καθυστερεί το κίνημα – μια συνέπεια προφανώς όχι τυχαία. Σκοπός μου εδώ δεν είναι να αναλύσω τους μηχανισμούς με τους οποίους η γραμμή αυτή υιοθετήθηκε από τις ίδιες τις γυναίκες (1), ούτε να δείξω πώς αυτό αποτελεί παραπέρα απόδειξη της ύπαρξης αντικειμενικών συμφερόντων στην καταπίεση των γυναικών-συμφέροντα που δεν περιορίζονται στην καπιταλιστική τάξη. Αρκεί να πούμε ότι αυτή η μαρξιστική γραμμή, ακριβώς επειδή καθυστερεί αντικειμενικά την απελευθέρωση των γυναικών, πρέπει να θεωρηθεί ως δημιούργημα ομάδων που έχουν συμφέρον από την υποταγή των γυναικών. Επειδή δεν είναι επιστημονική, μπορεί μονάχα να αποτελεί μαρξιστικό καμουφλάζ για θεωρίες που δικαιολογούν αυτή την υποταγή: δηλ. είναι και η ίδια μια ιδεολογία. Αλλά, επαναλαμβάνω, ο στόχος μου δεν είναι η κριτική αυτής της γραμμής σημείο προς σημείο (πράγμα που κάνω σε άλλα κεφάλαια του βιβλίου αυτού [σημ.μετ. Close to Home]) αλλά να προσπαθήσω να δείξω τι χρειάζεται περισσότερο το κίνημα αυτή τη στιγμή: τη βάση για μια υλιστική ανάλυση της καταπίεσης των γυναικών.

Το ενδιαφέρον μου αντανακλά σίγουρα μια αντικειμενική ανάγκη στο κίνημα, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι το 1969-70, έγιναν διάφορες προσπάθειες προς μια τέτοια κατεύθυνση από πολλές γυναίκες που βρίσκονταν χιλιόμετρα μακριά, χωρίς καμιά επαφή η μία με την άλλη. Στις ΗΠΑ η Margaret Benston έγραψε την «Πολιτική Οικονομία της γυναικείας απελευθέρωσης» (1969) και η Suzie Olah την «H Οικονομική λειτουργία της καταπίεσης των γυναικών» (αχρονολόγητο), στην Κούβα γράφτηκε ένα άρθρο «Ενάντια στην αφανή εργασία» (Larguia 1970) και στη Γαλλία η ομάδα FMA (Φεμινισμός, Μαρξισμός, Δράση) (2) έγραψε ένα αδημοσίευτο μανιφέστο.

Οι σχέσεις παραγωγής όπου εντάσσονται οι γυναίκες

Για να επιβιώσει κάθε κοινωνία, πρέπει να παράγει υλικά αγαθά (παραγωγή) και ανθρώπινα όντα (αναπαραγωγή). Οι προσπάθειες ανάλυσης στις οποίες μόλις αναφερθήκαμε, επικεντρώνονται όλες στην καταπίεση των γυναικών με όρους συμμετοχής τους στην οικογενειακή παραγωγή (και όχι με τους όρους που συχνά τονίζονται, δηλ. της αναπαραγωγής). Αναλύουν δηλ.την οικιακή εργασία και την ανατροφή των παιδιών ως παραγωγικές δραστηριότητες. Αποτελούν έτσι το έμβρυο μιας ριζοσπαστικής φεμινιστικής ανάλυσης βασισμένης σε μαρξιστικές αρχές και απορρίπτουν τις «μαρξιστικές» ψευδοθεωρίες για την οικογένεια που αγνοούν τον οικονομικό της ρόλο και την θεωρούν πάνω απ’ όλα ως χώρο ιδεολογικής διαμόρφωσης των «μελλοντικών εργατών» (π.χ. θεωρούν ότι η οικογένεια υπάρχει για να διατηρεί έμμεσα τη μόνη αναγνωρισμένη στον καπιταλισμό μορφή εκμετάλλευσης: την εκμετάλλευση των εργατών). Οι νεότερες αναλύσεις παρουσιάζουν την οικογένεια ως χώρο οικονομικής εκμετάλλευσης: της εκμετάλλευσης των γυναικών. Έχοντας δείξει ότι η οικιακή εργασία και η ανατροφή των παιδιών είναι αποκλειστική ευθύνη των γυναικών και γίνονται χωρίς αμοιβή, τα κείμενα αυτά καταλήγουν ότι οι γυναίκες έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με την παραγωγή, που μοιάζει με των δουλοπάροικων. Αλλά δεν προχωρούν περισσότερο. Υπάρχει ανάγκη να:

  1. αναλύσουμε τη σχέση ανάμεσα στη φύση των οικιακών αγαθών και υπηρεσιών και στον τρόπο παραγωγής τους.
  2. διατυπώσουμε μια ταξική ανάλυση των γυναικών και
  3. στη βάση αυτής της ανάλυσης, να αναζητήσουμε τις βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής προοπτικής του κινήματος, σε ό,τι αφορά στους στόχους, στη συγκρότηση και στις πολιτικές συμμαχίες.

Όλες οι σύγχρονες «ανεπτυγμένες» κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων και των «σοσιαλιστικών» εξαρτώνται από την απλήρωτη εργασία των γυναικών στις οικιακές υπηρεσίες και την ανατροφή των παιδιών. Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερης σχέσης με ένα άτομο (τον σύζυγο). Αποκλείονται από το χώρο της ανταλλαγής και γι’ αυτό δεν έχουν αξία. Είναι απλήρωτες. Ό,τι δέχονται οι γυναίκες ως ανταπόδοση είναι ανεξάρτητο της εργασίας που κάνουν, γιατί δεν πρόκειται για αντάλλαγμα αυτής της εργασίας (π.χ. ως μισθός που δικαιούνται) αλλά μάλλον για δώρο. Η μόνη υποχρέωση του συζύγου, που προφανώς λειτουργεί προς το συμφέρον του, είναι να παρέχει στη σύζυγό του τα απαραίτητα για τις βασικές ανάγκες, με άλλα λόγια να συντηρεί την εργατική της δύναμη.

Στο αμερικάνικο και κουβανικό κείμενα που αναφέρθηκαν πιο πάνω υπάρχει μια ασάφεια, ή μάλλον ένα υπόλειμμα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Παρ’ όλο που αναγνωρίζουν ότι η οικιακή εργασία είναι παραγωγική, υποστηρίζουν -ή λένε σαφώς- ότι το γεγονός ότι δεν παράγει αξία, δεν αμείβεται και αποκλείεται από το χώρο των οικονομικών ανταλλαγών, οφείλεται στην ίδια τη φύση των οικιακών υπηρεσιών. Αυτή η ιδέα βασίστηκε πάνω και εκφράστηκε μέσα από, δύο υποθέσεις:

  1. Ότι οι γυναίκες «δεν έχουν δομική υπευθυνότητα για την παραγωγή εμπορευμάτων» και «αποκλείονται από το χώρο της υπεραξίας» (Benston 1969).
  2. Ότι οι γυναίκες περιορίζονται σε δραστηριότητες που παράγουν εμπορεύματα και υπηρεσίες που έχουν μόνο «αξία χρήσης» και όχι «ανταλλακτική αξία» και δεν δημιουργούν «υπεραξία» (Languia 1970).

Εγώ υποστηρίζω, αντίθετα, ότι δεν είναι η φύση της εργασίας που κάνουν οι γυναίκες αυτό που εξηγεί τη σχέση τους με την παραγωγή, αλλά είναι οι σχέσεις παραγωγής τους αυτό που εξηγεί γιατί η εργασία τους αποκλείεται από το χώρο της αξίας. Είναι οι γυναίκες ως οικονομικοί παράγοντες που αποκλείονται από την αγορά (ανταλλαγή) και όχι αυτά που παράγουν.

  1. Οι σχέσεις παραγωγής της οικιακής εργασίας που περιγράφηκαν παραπάνω, π.χ. ότι δεν αμείβεται η εργασία της συζύγου από τον αρχηγό του νοικοκυριού, δεν περιορίζονται στα προϊόντα που καταναλώνονται μέσα στην οικογένεια (ανατροφή παιδιών, οικιακές υπηρεσίες) αλλά αφορούν ακόμα και σε προϊόντα που προορίζονται για την αγορά όταν αυτά που παράγονται μέσα στην οικογένεια, και στην εργασία που κάνουν άλλα μέλη της οικογένειας.

 

Η συμμετοχή των γυναικών στη δημιουργία εμπορευμάτων και αναγκαίων πραγμάτων πιστοποιείται από ολόκληρη την ανθρωπολογική βιβλιογραφία, κι αυτό αντικρούει τα ιδεολογήματα εκείνα που υποστηρίζουν ότι μπορούν να εξηγήσουν την κατώτερη θέση των γυναικών μέσα από τον δευτερεύοντα ρόλο τους στην επιβίωση του ανθρώπινου γένους, αν όχι τώρα, τουλάχιστον στην «αρχή». Σ’ ένα επόμενο κεφάλαιο («Protofeminism and antifeminism», Temps Modernes Νο 346, Μάιος 1976), θα εξετάσω περισσότερο το φαινόμενο των «νατουραλιστικών» ιδεολογιών που εξηγεί το σημερινό σύστημα μέσα από ένα μύθο της προέλευσής του. Είναι αρκετό να πούμε εδώ ότι οι ανθρωπολογικές εργασίες στο σύνολό τους δείχνουν ότι η οικονομική σημασία της εργασίας που κάνουν οι γυναίκες ή οι άνδρες δεν σχετίζεται με την κοινωνική υπεροχή του ενός ή του άλλου φύλου. Αντίθετα, όλες οι ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές εργασίες αποκαλύπτουν την αντίθετη σχέση: φαίνεται ότι οι κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις επιβάλλουν στις κυριαρχούμενες να κάνουν παραγωγική εργασία – το κυρίαρχο φύλο κάνει λιγότερη εργασία.

Στη Γαλλία σήμερα, η εργασία των γυναικών μπορεί να είναι απλήρωτη όχι μόνον όταν αφορά σε προϊόντα που χρησιμοποιούνται μέσα στο σπίτι,αλλά ακόμα όταν αφορά σε αγαθά και υπηρεσίες για την αγορά. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις που η μονάδα παραγωγής είναι η οικογένεια (και όχι το εργαστήριο ή το εργοστάσιο) π.χ. στα περισσότερα αγροκτήματα,στα μικρά καταστήματα και στα μικρά εργαστήρια. Έτσι, η εργασία των γυναικών στην οικογενειακή παραγωγή, με κανέναν τρόπο δεν είναι περιθωριακή.

Το 1968, οι σύζυγοι μικρών αγροτών, για παράδειγμα, αφιέρωσαν κατά μέσον όρο τέσσερις ώρες την ημέρα στις αγροτικές εργασίες (Bastide 1969). Η «αγροτική κρίση» που πέρασε η Γαλλία, οφείλονταν κατά μεγάλο μέρος στο γεγονός ότι τα κορίτσια δεν ήθελαν πλέον να παντρευτούν αγρότες και κατά γενική ομολογία «μια αγροτική εκμετάλλευση δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μια γυναίκα». Ο Michelet είπε ότι ένας αγρότης δεν μπορούσε να πληρώσει το μισθό ενός οικιακού βοηθούν, και απέκτησε σύζυγο. Αυτό συμβαίνει ακόμα. Όπως μου είπε η μητέρα ενός ανύπαντρου αγρότη: Ο Μιχάλης χρειάζεται ακόμα κάποιον να τον βοηθήσει και δεν μπορεί να βρει υπηρέτη. Αν μπορούσε μόνο να παντρευτεί…» Στη Γαλλία τα καθήκοντα που ανατίθενται στις συζύγους των αγροτών ποικίλουν από περιοχή σε περιοχή, αλλά παντού μεγαλώνουν τα μικρά ζώα και φροντίζουν τα πουλερικά και τα γουρούνια. Εκτός από αυτό, χρήσιμες είναι σε όλα. Είναι οι βοηθοί, οι υπηρέτες στους οποίους ανατίθενται όλες οι βρόμικες, δυσάρεστες, μη μηχανοποιημένες δουλειές. (Ιδιαίτερα τους δίνεται το άρμεγμα αν γίνεται με το χέρι. Αυτή η δουλειά είναι τόσο επίπονη και απαιτεί ένα τόσο κουραστικό πρόγραμμα που μερικές γυναίκες ζητούν να εξαιρεθούν απ’ αυτήν στα συμβόλαια γάμου τους. Όταν εκμηχανισθεί η δουλειά, την αναλαμβάνουν οι άντρες). Συχνά η μόνη πηγή ρευστού χρήματος με το οποίο το νοικοκυριό αγοράζει όσα δεν παράγονται μέσα σ’ αυτό, είναι η πώληση προϊόντων που παρήγαγε αποκλειστικά η σύζυγος: π.χ. γάλα, αυγά και πουλερικά. Όμως, οποιεσδήποτε κι αν είναι οι υποχρεώσεις της στο αγρόκτημα, η δουλειά της συζύγου είναι εντελώς απαραίτητη. Ένας άντρας μόνος δεν μπορεί να διατηρήσει ένα αγρόκτημα αν δεν διπλασιάσει το φόρτο της εργασίας του και, σε τελευταία ανάλυση, δεν μπορεί ούτε καν να το διαχειρισθεί – εννοώ εδώ μόνο την πραγματική αγροτική εργασία, γιατί ένας άντρας μόνος του χωρίς παιδιά δεν χρειάζεται πολλές οικιακές υπηρεσίες.

Η απλήρωτη δουλειά της συζύγου θεωρείται αυτονόητη στην αγροτική εκμετάλλευση όπως και η δουλειά των μικρότερων αδελφών του ιδιοκτήτη (που έχουν κυριολεκτικά αποκληρωθεί) και των παιδιών σε ορισμένες περιπτώσεις. Ακόμα κι αν σήμερα στις περισσότερες περιπτώσεις τα μικρότερα αδέλφια και τα παιδιά απειλήσουν ίσως ότι θα αποχωρήσουν από την οικογενειακή επιχείρηση αν δεν πληρωθούν (και μερικά πράγματι αποχωρούν) είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η εκμετάλλευσή τους ήταν κανόνας σε όλους τους τομείς της οικονομίας μέχρι την εκβιομηχάνιση (στο τέλος του 18ου αι.) και στον αγροτικό τομέα μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η οικογένεια, ιστορικά και ετυμολογικά, είναι μια μονάδα παραγωγής. Familia στα λατινικά σημαίνει όλη τη γη, τους σκλάβους, τις γυναίκες και τα παιδιά που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο (ή το συνώνυμο αυτού, την ιδιοκτησία) του πατέρα της οικογένειας. Ο πατέρας της οικογένειας κυριαρχούσε και κυριαρχεί ακόμα και σήμερα. Η εργασία των ανθρώπων που βρίσκονται στην εξουσία του ανήκει σ’ αυτόν. Με άλλα λόγια, η οικογένεια είναι μια ομάδα ατόμων που οφείλουν την εργασία τους σε ένα ιδιαίτερο «αφεντικό».

Αφού η οικογένεια βασίζεται στην εκμετάλλευση από ένα άτομο, όλων εκείνων που συνδέονται μ’ αυτόν με αίμα ή γάμο, όπου η μονάδα παραγωγής παραμένει η οικογένεια, η εκμετάλλευση παραμένει επίσης. Στο Μαρόκο, για παράδειγμα:

Στις αγροτικές κοινότητες οι γυναίκες συλλέγουν καρπούς και φροντίζουν τα ζώα. Δεν πληρώνονται για τη δουλειά τους. Έχουν το δικαίωμα να συντηρούνται από τον αρχηγό της οικογένειας (Nouase 1969).

Αυτό συνεχίζεται στη Δύση. Στη Γαλλία, σήμερα, 7 εκατ. γυναίκες ορίζονται ως «εργαζόμενες», δηλ. ότι συμμετέχουν στην παραγωγή. Από αυτά τα 7 εκατ., 1 εκατ. είναι «οικιακές βοηθοί», μια ανεπίσημη κατηγορία που σημαίνει ότι εργάζονται χωρίς να πληρώνονται στις οικογενειακές επιχειρήσεις. Από αυτές τις γυναίκες που εργάζονται χωρίς να πληρώνονται, σχεδόν οκτώ στις δέκα απασχολούνται στον αγροτικό τομέα.

Η κατηγορία της «οικιακής βοηθού» καθαγιάζει την οικογενειακή εκμετάλλευση στην επίσημη στατιστική γιατί θεσμοθετεί το γεγονός ότι μερικοί παραγωγοί δεν πληρώνονται, δηλ. ότι τα κέρδη που απορρέουν από την παραγωγή τους ανήκουν στον αδελφό τους, στο σύζυγο ή στον πατέρα τους. Η κατηγορία αυτή εφευρέθηκε μετά τον πόλεμο με σκοπό να επιτρέψει σε αυτούς τους ιδιαίτερους εργαζόμενους να απολαμβάνουν τα οφέλη της κοινωνικής πολιτικής. (Οι περισσότερες σύζυγοι των μικροαγροτών, εντούτοις, εξακολουθούν να δηλώνουν «άνεργες»). Αλλά, ακόμα κι έτσι, ο αριθμός των γυναικών εκτός από τις συζύγους που συμμετέχουν στην παραγωγή εμπορευμάτων μέσα στο πλαίσιο των οικογενειακών επιχειρήσεων, είναι πολύ μεγαλύτερος από τις γυναίκες που μετρήθηκαν στις απογραφές ως «οικιακές βοηθοί». Με την υπόθεση ότι ο αριθμός αυτός είναι υποεκτιμημένος κατά 40%, υπάρχουν 1.400.000 γυναίκες στα 14 εκατ. ενήλικων γυναικών (από 17 μέχρι 64 ετών), που υφίστανται αυτή τη σχέση παραγωγής, δηλ. μια γυναίκα στις δέκα.

Έτσι, η φύση της απλήρωτης εργασίας παντρεμένων και ανύπαντρων γυναικών στην οικογένεια, εξακολουθεί να θεωρείται δεδομένη. Εντούτοις, η απλήρωτη εργασία των αγοριών μπαίνει σε αμφισβήτηση. Όλο και πιο συχνά, όταν η οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση αποτελείται από διαφορετικές γενιές, ο γιος απαιτεί να πληρωθεί για την εργασία του και να μην «ανταμείβεται» μόνο και μόνο με τη συντήρηση της εργατικής του δύναμης. Η πρόταση όμως ότι θα έπρεπε να απαιτήσει και η σύζυγος το ίδιο πράγμα, ότι το νέο ζευγάρι θα έπρεπε να παίρνει δύο μισθούς για δύο δουλειές, αντιμετωπίζεται ως πλήρως ακατανόητη. Έτσι, ενώ η απλήρωτη εργασία των ανδρών δέχεται επιθέσεις (σήμερα μόνον ένας στους σαράντα τρεις «εργαζόμενους» άνδρες είναι οικογενειακός βοηθός σε αντίθεση με μία στις επτά «εργαζόμενες» γυναίκες), η απλήρωτη εργασία των γυναικών εξακολουθεί να είναι θεσμός. Είναι θεσμοθετημένη στην πράξη στα λογιστήρια του κράτους (μέσα από την κατηγορία των οικογενειακών βοηθών) και επίσης στα αιτήματα των πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης. Το MODEF, για παράδειγμα, ζητάει να ασφαλισθεί κάθε οικογενειακήαγροτική εκμετάλλευση ως προς εισόδημα που αντιστοιχεί σε ένα μισθό, που σημαίνει ότι η εργασία της συζύγου που ενσωματώνεται στην οικογενειακή παραγωγή δεν αξίζει μισθό – ή ίσως καλύτερα ότι η εργασία της ανήκει στο σύζυγο αφού αυτά που παράγει εκείνη ανταλλάσσονται από το σύζυγο ως δικά του.

  1. Οι οικιακές υπηρεσίες που παρέχονται από τις συζύγους δεν διαφέρουν από τα άλλα αποκαλούμενα παραγωγικά αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται και καταναλώνονται μέσα στην οικογένεια.

Στην παραδοσιακή αγροτική οικονομία, η οικογένεια παράγει ένα μεγάλο μέρος των αγαθών που καταναλώνει, και απορροφά άμεσα πολλά από αυτά που παράγει. Αλλά όσα παράγει μπορούν συγχρόνως να πουληθούν. Δεν υπάρχει εδώ καμία διάκριση ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην αξία ανταλλαγής. Το προϊόν που καταναλώνει η οικογένεια και ως εκ τούτου έχει αξία χρήσης, έχει επίσης και αξία ανταλλαγής, αφού θα μπορούσε να πουληθεί στην αγορά. Αντίθετα, θα μπορούσε να μην είχε παραχθεί μέσα στην οικογένεια, και τότε θα έπρεπε να αντικατασταθεί από το αντίστοιχό του που πουλιέται στην αγορά.

Λόγω αυτού, η παραγωγή του αγροκτήματος που αυτοκαταναλώνεται θεωρείται εισόδημα από αυτούς που τους αφορά και τμήμα της παραγωγής στην εθνική οικονομία (δηλ. περιλαμβάνεται στις εκτιμήσεις του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος). Το μόνο ζήτημα που μπαίνει είναι αν ένα γουρούνι που τρώει η οικογένεια θα πρέπει να αξιολογηθεί στην τιμή πώλησής του, δηλ. στην τιμή που θα μπορούσε να πουληθεί (το διαφυγόν κέρδος της επιχείρησης), ή στην τιμή αγοράς του, δηλ. στην τιμή που θα έπρεπε να αγορασθεί αν δεν είχε παραχθεί (το κόστος που αποφεύχθηκε από τη μονάδα κατανάλωσης) (βλέπε άρθρο «Housework and domestic work», Les femmes dans la societe marchande, A.Michel (επιμ.) 1978).

Όταν ο παραγωγός και ο καταναλωτής είναι ο ίδιος, όπως συμβαίνει στην αγροτική οικογένεια, είναι φυσικό να υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση: καλλιεργείς στάρι με σκοπό να το καταναλώσεις, το αλέθεις γιατί δεν μπορείς να το καταναλώσεις στη μορφή κόκκου, το ψήνεις γιατί δεν μπορείς να το καταναλώσεις στη μορφή του αλευριού. Καμιά από αυτές τις λειτουργίες δεν είναι χρήσιμη χωρίς τις άλλες, γιατί ο σκοπός είναι η τελική κατανάλωση. Είναι λοιπόν παράλογο να επιχειρηθεί ο διαχωρισμός αυτής της διαδικασίας. Κάτι τέτοιο όμως ακριβώς συμβαίνει όταν μόνον ένα τμήμα αυτής της διαδικασίας θεωρείται παραγωγικό – μέχρι και το σημείο που παράγεται το αλεύρι- και όταν η υπόλοιπη διαδικασία, για παράδειγμα το ψήσιμο του ψωμιού, θεωρείται μη παραγωγική. Είτε όλη η εργασία που απαιτείται στην κατασκευή ενός προϊόντος που αυτοκαταναλώνεται είναι παραγωγική είτε κανένα τμήμα της. Η τελευταία υπόθεση είναι παράλογη, επειδή το σιτάρι που τρώγεται θα μπορούσε να είχε πουληθεί στην αγορά, στην οποία περίπτωση θα έπρεπε να είχε αντικατασταθεί με ισότιμα τρόφιμα που θα αγοράζονταν. Όταν οι αγρότες καλλιεργούν ένα μόνον είδος προϊόντος ή εκθρέφουν ένα είδος ζώου και ιδιαίτερα όταν παράγουν προϊόντα που δεν μπορούν να καταναλώσουν, πρέπει να ανταλλάξουν τα προϊόντα δύο φορές πριν την κατανάλωση (Πουλούν τα αγαθά που παράγουν και αγοράζουν τα αγαθά που καταναλώνουν). Αυτό αποκρύπτει το γεγονός ότι ο τελικός σκοπός κάθε παραγωγής είναι η κατανάλωση. Αυτό όμως που σπάει τη συνέχεια ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση, δεν είναι το γεγονός ότι μερικές ενέργειες είναι απαραίτητες για τον τελικό σκοπό, την κατανάλωση, αλλά το γεγονός ότι όταν η παραγωγή εξειδικεύεται η κατανάλωση (το τελικό αντικείμενο κάθε παραγωγής) γίνεται μέσα από την ανταλλαγή.

Το παράδειγμα της αυτοκατανάλωσης στις μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις δείχνει ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε ασχολίες που ονομάζονται «παραγωγικές» (όπως η καλλιέργεια του σιταριού και το άλεσμά του) και σε οικιακές ασχολίες που ονομάζονται «μη-παραγωγικές» (όπως το ψήσιμο του ίδιου του αλευριού).

Για να συνοψίσουμε, στις μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις άνδρες και γυναίκες δημιουργούν μαζί αξίες χρήσης που:

α. είναι εν δυνάμει ανταλλακτικές αξίες. Οι γυναίκες και οι άνδρες παράγουν γάλα, αυγά και αγροτικά προϊόντα για αυτοκατανάλωση και ανταλλαγή. Το επίπεδο κατανάλωσης και η ποσότητα ρευστού χρήματος που επιθυμούν καθορίζει τι προσφέρουν στην αγορά και τι καταναλώνουν οι ίδιοι.

β. ορισμένες από τις αξίες χρήσης περιλαμβάνονται στον επίσημο υπολογισμό της παραγωγής (το ακαθάριστο εθνικό προϊόν).

γ. οι «παραγωγικές» αξίες χρήσης δεν διαφέρουν από τις «μη-παραγωγικές» αξίες χρήσης που δημιουργεί η καθαρά οικιακή εργασία της νοικοκυράς. Αποτελούν και οι δύο μέρη της ίδιας διαδικασίας δημιουργίας και μετατροπής των πρώτων υλών (πραγματοποιούνται με τις ίδιες πρώτες ύλες παραγωγής τροφίμων) και έχουν τον ίδιο στόχο: την αυτοκατανάλωση (4).

  1. Όπως ακριβώς υπάρχει συνέχεια και όχι διαχωρισμός ανάμεσα στις ασχολίες που ονομάζονται παραγωγικές και στις ασχολίες για αυτοκατανάλωση που ονομάζονται μη-παραγωγικές (οικιακές ασχολίες), έτσι υπάρχει και συνέχεια ανάμεσα στις υπηρεσίες που παρέχονται χωρίς πληρωμή από τις συζύγους και σε εκείνες που έχουν εμπορευματοποιηθεί.

Πολλές ενέργειες που απαιτούνται για τη μετατροπή των πρώτων υλών σε καταναλώσιμα αγαθά, έχουν τώρα βιομηχανοποιηθεί. Για παράδειγμα, η παρασκευή ψωμιού, ρούχων και διατηρούμενων τροφών, που ήταν άλλοτε μέρος των οικιακών δραστηριοτήτων, γίνονται τώρα έξω από το σπίτι. Τα αρτοποιεία, οι βιοτεχνίες ρουχισμού, οι εταιρίες κονσερβοποίησης και κατάψυξης τροφίμων πουλούν σήμερα προϊόντα που έχουν ενσωματώσει πληρωμένη εργασία, η οποία στο παρελθόν παραγόταν με την απλήρωτη εργασία γυναικών. Η παρασκευή αυτή θεωρείται παραγωγή και περιλαμβάνεται επίσημα στο εθνικό προϊόν. Η εργασία που απαιτείται θεωρείται παραγωγική εργασία, και τα άτομα που την παρέχουν είναι παραγωγοί. Αυτό δεν συνέβαινε στην περίπτωση που αυτά τα αγαθά παρασκευάζονταν με την απλήρωτη εργασία γυναικών.

Όταν οι γυναίκες στην οικογένεια δεν μπορούν να παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες, αυτά αγοράζονται. Και πράγματιόλες οι συνηθισμένες οικιακές υπηρεσίες υπάρχουν στην αγορά. Τα εστιατόρια προσφέρουν έτοιμα πιάτα, οι νηπιαγωγοί και οι μπέιμπι σίτερ προσφέρουν φροντίδα των παιδιών, τα καθαριστήρια και οι οικιακοί βοηθοί προσφέρουν τις δουλειές του σπιτιού, κ.λπ. Για παράδειγμα, η τροφή που απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού στη Γαλλία (50% έως 80% των εβδομαδιαίων εξόδων) μπορεί είτε να αγορασθεί έτοιμη,πληρώνοντας έτσι την αξία που προσθέτει στην πρώτη ύλη ο εστιάτορας με την πληρωμένη εργασία του κ.λπ., ή να αγορασθεί ωμή, οπότε απαιτεί εργασία για να γίνει φαγώσιμη. Τα περισσότερα νοικοκυριά ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους για διατροφή σε ωμά τρόφιμα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ίδιο το νοικοκυριό κατασκευάζει τελικά προϊόντα για κατανάλωση όπως ακριβώς κάνει η βιοτεχνική επιχείρηση. Για να γίνει αυτό, το νοικοκυριό χρησιμοποιεί εργασία (την οικιακή), διαρκή αγαθά (οικιακές συσκευές), και πρώτες ύλες (ενδιάμεσα προϊόντα από τους κατασκευαστές), που μεταποιούνται από το ίδιο το νοικοκυριό με τη βοήθεια ορισμένης ποσότητας εργασίας και κεφαλαίου. Από αυτή τη σκοπιά, η μόνη διάκριση ανάμεσα στο νοικοκυριό και στην επιχείρηση, είναι ότι το νοικοκυριό προσθέτει στην παραγωγή (που είναι η μόνη λειτουργία της επιχείρησης) την πράξη της κατανάλωσης (που είναι ο σκοπός της παραγωγής που κάνει το ίδιο το νοικοκυριό με τη βοήθεια των αγαθών που παράγει η επιχείρηση) (Wolfelsperger 1970, σελ. 20) (5).

Ο τελικός σκοπός της παραγωγής είναι για τον παραγωγό η κατανάλωση είτε των δικών του προϊόντων στην οικονομία της αυτοκατανάλωσης είτε των προϊόντων στην εξειδικευμένη οικονομία. Τα χρήματα που παίρνει από την ανταλλαγή εξειδικευμένων προϊόντων ή η πώληση της εργατικής του δύναμης στην αγορά, δεν είναι αρκετά ώστε να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός. Αυτό πρέπει να γίνει σε δύο στάδια: πρώτα με την αγορά των πρώτων υλών προς κατανάλωση, χρησιμοποιώντας τα χρήματα που κέρδισε από την πώληση προϊόντων ή από την αμοιβή της εργασίας. Μετά, η μετατροπή των πρώτων υλών αυτών σε καταναλώσιμα προϊόντα μέσα από την οικιακή εργασία. Έτσι, από τη μια μεριά έχουμε εργασία μέσα στο σπίτι που παρέχει μια συγκεκριμένη ποσότητα καταναλωτικών αγαθών, και από την άλλη εργασία έξω από το σπίτι, που αποφέρει ορισμένο χρηματικό εισόδημα. Πώς όμως χρησιμοποιείται αυτό το εισόδημα; Μπορούμε εύκολα να δούμε ότι δεν χρησιμοποιείται στην αγορά αγαθών έτοιμων προς κατανάλωση, όπως θεωρεί η παραδοσιακή θεωρία, αλλά, σύμφωνα με τις υποθέσεις μας, συμμετέχει στην παραγωγή τελικών προϊόντων έτοιμων προς κατανάλωση. Αυτό σημαίνει ότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά που αγοράζονται με αυτό το εισόδημα (πρώτες ύλες και μηχανήματα) συμμετέχουν σ’ αυτή την παραγωγή. (Wolfelsperger 1970, σελ. 22).

Ο αστός αυτός οικονομολόγος δεν αναφέρει ότι αν τα περισσότερα «νοικοκυριά» προτιμούν να αγοράζουν ωμές τροφές, αυτό συμβαίνει γιατί η οικιακή εργασία δεν πληρώνεται και γιατί αυτή η εργασία παρέχεται σχεδόν ολόκληρη από γυναίκες. Έτσι διαιωνίζεται η ιδεολογία ότι ο μισθός του συζύγου αγοράζει όλα όσα καταναλώνει το νοικοκυριό ενώ η νοικοκυρά δεν «κερδίζει τα προς το ζην» παρ’ όλες τις ώρες εργασίας που κάνει κάθε βδομάδα (βλέπε Girard 1958, για αριθμητικά στοιχεία των ωρών οικιακής εργασίας). Το γεγονός ότι η εργασία των γυναικών αποκλείεται από το χώρο της ανταλλαγής δεν είναι αποτέλεσμα της φύσης αυτών που παράγει αφού η απλήρωτη εργασία τους χρησιμοποιείται στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που:

α. φθάνουν και ανταλλάσσονται στην αγορά (στον αγροτικό τομέα, στην οικοτεχνία και στο μικρό λιανεμπόριο) και

β. πληρώνονται όταν γίνονται έξω από την οικογένεια. Η εργασία τους δεν πληρώνεται μόνο όταν γίνεται μέσα στην οικογένεια, το σύνολο της εργασίας που κάνουν μέσα στην οικογένεια δεν πληρώνεται ανεξάρτητα από τη φύση της.

  1. Η οικειοποίηση της εργασίας των γυναικών σήμερα περιορίζεται κατά μεγάλο μέρος στην απλήρωτη παραγωγή τους (εκμετάλλευση) οικιακής εργασίας και ανατροφής των παιδιών.

 

Με την εκβιομηχάνιση, η οικογένεια αποστερήθηκε από πολλές λειτουργίες που είχε ως μονάδα παραγωγής, εκτός από ορισμένους τομείς, γιατί μία από τις κύριες συνέπειες της εκβιομηχάνισης ήταν να μην μπορεί να γίνει μέσα στην οικογένεια η παραγωγή που απευθύνεται στην αγορά. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή αυτή ενσωμάτωνε όλο και λιγότερο την απλήρωτη εργασία των συζύγων και των παιδιών. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, η εργασία των συζύγων δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί για την οικογενειακή παραγωγή που προοριζόταν για ανταλλαγή, αφού η παραγωγή προς ανταλλαγή γινόταν έξω από την οικογένεια. Όσο επεκτείνονταν ο βιομηχανικός καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, μειωνόταν ο αριθμός των ανεξάρτητων εργαζομένων που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την εργασία των συζύγων τους για ανταλλαγή, ενώ αυξανόταν και συνεχίζει να αυξάνεται ακόμα ο αριθμός των μισθωτών που δεν μπορούσαν να ανταλλάξουν την εργασία αυτή.

Όπου όλη η παραγωγή με προορισμό την ανταλλαγή γίνεται με πληρωμένη εργασία, η απλήρωτη εργασία της συζύγου μπορεί τώρα να γίνει μόνο για παραγωγή που δεν προορίζεται για την ανταλλαγή. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, ο οικογενειακός τρόπος παραγωγής -η εκμετάλλευση της εργασίας των συζύγων (και άλλων μελών της οικογένειας)- δεν μπορεί πλέον να γίνει για την παραγωγή που προορίζεται για την ανταλλαγή. Πρέπει να σημειωθεί εντούτοις ότι αυτό αφορά ανταλλαγή από τον σύζυγο. Για παράδειγμα, η αγροτική εργασία μιας γυναίκας δεν πληρώνεται μόνο όταν γίνεται μέσα στην οικογένεια. Δεν μπορεί να ανταλλάξει την οικογενειακή της παραγωγή στην αγορά. Στην οικογενειακή παραγωγή, δεν χρησιμοποιεί εκείνη την εργατική της δύναμη. Την χρησιμοποιεί ο άνδρας της. Εκείνος μόνο ανταλλάσσει την παραγωγή της συζύγου στην αγορά. Με τον ίδιο τρόπο μια γυναίκα δεν χρησιμοποιεί την οικιακή της εργασία όσο διάστημα αυτή γίνεται μέσα στην οικογένεια, μπορεί να την ανταλλάξει μόνον έξω από την οικογένεια. Έτσι, η παραγωγή των γυναικών έχει πάντα μια ανταλλακτική αξία, δηλ. μπορεί πάντα να ανταλλαγεί από αυτές – εκτός και αν δουλεύουν μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας. Με την εκβιομηχάνιση, η οικογενειακή παραγωγή περιορίστηκε στην οικιακή εργασία. Η, με μεγαλύτερη ακρίβεια ονομάζουμε οικιακή εργασία αυτό στο οποίο περιορίστηκε η απλήρωτη εργασία της νοικοκυράς.

Η είσοδος των γυναικών στη βιομηχανία ως μισθωτές εργαζόμενες ήταν η άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι έγινε αδύνατη η πλήρης εκμετάλλευση της εργατικής τους δύναμης μέσα στην οικογένεια. Εντούτοις, η οικειοποίηση της εργατικής τους δύναμης από τους συζύγους τους ήταν τόσο απόλυτη, ώστε ακόμα και όταν οι γυναίκες εργάζονται έξω από την οικογένεια, ο μισθός τους εξακολουθούσε να ανήκει στους συζύγους τους. Μία σύζυγος είχε τη νομική χρήση του μισθού της στη Γαλλία από το 1907 αλλά στην πραγματικότητα τα έθιμα στους περισσότερους γάμους ακύρωναν αυτή τη συναίνεση. Όλα όσα κερδίζει μπαίνουν στο κοινό πορτοφόλι που ελέγχει μόνον ο σύζυγος. Έτσι, ολόκληρη την εργατική δύναμη των γυναικών οικειοποιούνται οι άνδρες. Μέχρι το 1965, ο σύζυγος μπορούσε να εμποδίσει τη γυναίκα του να εργασθεί έξω από το σπίτι και έτσι από τότε είχαν οι γυναίκες νόμιμα τον έλεγχο τμήματος της δικής τους εργατικής δύναμης (δηλ. ήταν νόμιμα ελεύθερες να δουλέψουν έξω από το σπίτι) στην πραγματικότητα δεν είναι ελεύθερες. Μέρος της εργατικής δύναμης της γυναίκας γίνεται ακόμα αντικείμενο οικειοποίησης εφόσον «πρέπει να εκπληρώσει τα οικογενειακά της καθήκοντα» – που σημαίνει ότι πρέπει να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να αναθρέψει τα παιδιά χωρίς πληρωμή. Η εργασία έξω από το σπίτι όχι μόνο δεν ελευθέρωσε τις γυναίκες από τις δουλειές του σπιτιού, αλλά ούτε και τους επέτρεψε να παρέμβουν σ’ αυτήν. Έτσι, αυτό που ήταν ελεύθερες να κάνουν οι γυναίκες, ήταν να έχουν διπλό φορτίο σε αντάλλαγμα μιας ορισμένης οικονομικής ανεξαρτησίας.

Η κατάσταση της παντρεμένης γυναίκας που έχει μια δουλειά αποκαλύπτει καθαρά τη νόμιμη οικειοποίηση της εργατικής της δύναμης. Η παροχή οικιακής εργασίας δεν μπορεί στην πραγματικότητα να δικαιολογηθεί από την οικονομική ανταλλαγή στην οποία αποδίδεται συχνά η σκλαβιά της νοικοκυράς, δηλ. δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί ότι κάνει οικιακή εργασία ως αντάλλαγμα της συντήρησής της, που αντιστοιχεί σε μισθό, κι ότι έτσι η εργασία της πληρώνεται εφ’ όσον οι γυναίκες που εργάζονται έξω από το σπίτι συντηρούν οι ίδιες τον εαυτό τους. Φαίνεται έτσι καθαρά ότι κάνουν οικιακή εργασία για το τίποτα.

Ακόμα όταν μια γυναίκα εργάζεται έξω το κόστος της ανατροφής των παιδιών και οι επιπλέον φόροι κ.λπ. πληρώνονται από το δικό της εισόδημα. Δεν βαρύνουν το σύνολο του εισοδήματος του ζευγαριού. Αυτό δείχνει ότι:

α. πιστεύεται ότι αυτές οι υπηρεσίες πρέπει να παρέχονται δωρεάν, αντίθετα από άλλες όπως η κατοικία και οι μεταφορές, που θεωρούνται κανονικά έξοδα και

β. μόνον η σύζυγος ευθύνεται αποκλειστικά για την παροχή αυτών των υπηρεσιών, αφού θεωρείται ότι το μέρος του μισθού της με το οποίο πληρώνονται αυτές όταν εργάζεται έξω από το σπίτι εξαφανίζεται, σαν να μην είχε ποτέ κερδίσει τα χρήματα αρχικά. Με τέτοιους υπολογισμούς φαίνεται ότι η σύζυγος δεν κερδίζει «σχεδόν τίποτα».

  1. Σε αυτή τη βάση μπορούμε τώρα να περιγράψουμε τα κυριότερα στοιχεία μιας ανάλυσης της ταξικής θέσης των γυναικών.

Υπάρχουν δύο τρόποι παραγωγής στην κοινωνία μας. Τα περισσότερα αγαθά παράγονται με το βιομηχανικό τρόπο. Οι οικιακές υπηρεσίες, η ανατροφή των παιδιών και ορισμένα άλλα αγαθά, παράγονται με τον οικογενειακό τρόπο. Ο πρώτος τρόπος παραγωγής φέρνει καπιταλιστική εκμετάλλευση. Ο δεύτερος, φέρνει οικογενειακή, πιο σωστά, πατριαρχική εκμετάλλευση.

307.000 άνδρες (οι οικογενειακοί βοηθοί) στα 15 εκατομ. Ενήλικες άνδρες, υφίστανται πατριαρχική εκμετάλλευση. Βρίσκονται κύρια στον αγροτικό χώρο και παρέχουν ειδικευμένες απλήρωτες υπηρεσίες μέσα στην οικογένεια. Όλες οι παντρεμένες γυναίκες (δηλ. 80% των ενήλικων γυναικών κάθε στιγμή), υφίστανται πατριαρχική εκμετάλλευση. Παρέχουν ελάχιστα ή καθόλου πληρωμένες οικιακές υπηρεσίες και ανατροφή των παιδιών μέσα στην οικογένεια. Η θέση του γιού ή του μικρότερου αδελφού, στον οποίο βασίζεται η οικογενειακή εκμετάλλευση των ανδρών, είναι παροδική, ενώ η θέση των γυναικών διαρκεί όλη τη ζωή. Ακόμα, οι άνδρες οικογενειακοί βοηθοί δεν υφίστανται εκμετάλλευση γιατί είναι άνδρες, ενώ οι γυναίκες γιατί είναι γυναίκες (σύζυγοι). (6) Ενώ η απλήρωτη εργασία στο αγρόκτημα, το εργαστήριο ή το κατάστημα μπορεί να γίνει το ίδιο εύκολα τόσο από άνδρες όσο και από γυναίκες μέλη της οικογένειας, η απλήρωτη οικιακή εργασία γίνεται αποκλειστικά από γυναίκες, συνήθως από τις συζύγους των αρχηγών του νοικοκυριού.

Η εργασία των γυναικών γίνεται αντικείμενο οικειοποίησης για την οικογενειακή παραγωγή, όταν η οικογένεια είναι η μονάδα παραγωγής για την αγορά (σύζυγοι αγροτών, ανεξάρτητων οικοτεχνών και καταστηματαρχών – περίπου ένα εκατομμύριο στα 14 εκατ. των ενήλικων γυναικών στη Γαλλία) και χρησιμοποιείται αποκλειστικά στην οικιακή παραγωγή όταν η οικογένεια δεν παράγει πλέον για την αγορά (π.χ. σύζυγοι των μισθωτών). Στην πρώτη περίπτωση, η εργατική δύναμη της γυναίκας γίνεται αντικείμενο οικειοποίησης στο σύνολό της. Στη δεύτερη, η εργατική της δύναμη οικειοποιείται στο σύνολο αν δεν εργάζεται έξω από το σπίτι και κατά ένα μέρος αν εργάζεται (37,8% των παντρεμένων γυναικών στη Γαλλία είναι οικονομικά «ενεργές» αλλά πρέπει να αφαιρέσουμε από αυτό τον αριθμό τους οικογενειακούς βοηθούς – περίπου 8.000.000 συζύγους αγροτών, ανεξάρτητων οικοτεχνών και καταστηματαρχών). Η πλειοψηφία των παντρεμένων γυναικών, λοιπόν, δεν έχουν ανεξάρτητο εισόδημα και δουλεύουν για τη συντήρησή τους.

Η διαφορά ανάμεσα στον οικογενειακό τρόπο παραγωγής και στον αμειβόμενο τρόπο της καπιταλιστικής παραγωγής δεν βρίσκεται ούτε στην ποσότητα των ανταμοιβών της εργασίας ούτε στη διαφορά της αξίας ενός μισθού με τη συντήρηση, αλλά στις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής. Ο αμειβόμενος εργάτης πουλάει την εργατική του δύναμη έναντι καθορισμένου μισθού που εξαρτάται από την υπηρεσία που προσφέρει. Αυτές οι υπηρεσίες είναι επίσης καθορισμένες: σε ποσότητα (ώρες εργασίας) και σε είδος (απαιτήσεις). Οι αναλογίες καθορίζονται στη βάση μιας κλίμακας (που είναι σε τιμή που προσδιορίζει η συνολική προσφορά και ζήτηση στην αγορά εργασίας στο καπιταλιστικό σύστημα) – μια κλίμακα που δεν υπόκειται στις επιθυμίες κανενός μέρους. Ο εργοδότης και ο εργάτης δεν επηρεάζουν προσωπικά τους όρους του συμβολαίου τους και τα άτομα μπορούν να εναλλάσσονται. Η εργασία που γίνεται έχει μια καθολική αξία, κι είναι αυτή η αξία την οποία ο εργοδότης αγοράζει και γύρω από την οποία ο εργάτης μπορεί να διαπραγματευθεί εφόσον μπορεί να πουλήσει την εργατική του δύναμη αλλού. Το γεγονός ότι είναι συγκεκριμένες υπηρεσίες που αγοράζονται, μπορεί να οδηγήσει τον εργάτη να αυξήσει τις απολαβές του με τη βελτίωση της εργασίας του είτε σε ποσότητα είτε σε είδος.

Αντίθετα, οι υπηρεσίες που παρέχει η παντρεμένη γυναίκα δεν είναι καθορισμένες. Εξαρτώνται από την επιθυμία του εργοδότη, του συζύγου της. Και αυτές οι υπηρεσίες δεν πληρώνονται με καθορισμένη κλίμακα. Η συντήρησή της δεν εξαρτάται από την εργασία της, αλλά από τον πλούτο και την καλή θέληση του συζύγου της. Για την ίδια εργασία (για παράδειγμα το μεγάλωμα τριών παιδιών) η σύζυγος ενός στελέχους επιχείρησης απολαμβάνει δέκα φορές περισσότερα οφέλη από τη σύζυγο ενός χειρώνακτα εργάτη. Από την άλλη μεριά, για τα ίδια οφέλη, η σύζυγος μπορεί να προσφέρει πολύ διαφορετική ποσότητα και είδος υπηρεσιών, ανάλογα με τις ανάγκες του συζύγου της. Για παράδειγμα, η οικιακή εργασία της συζύγου ενός αστού μπορεί να είναι να διατηρεί αυτή μόνη της ένα μεγάλο σπίτι ενώ μια άλλη που διαθέτει μερικούς υπηρέτες να είναι ελεύθερη για κοινωνικές εκδηλώσεις.

Εφ’ όσον τα οφέλη που απολαμβάνουν οι γυναίκες δεν έχουν καμία σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρουν, είναι αδύνατο για τις παντρεμένες γυναίκες να βελτιώσουν το δικό τους βιοτικό επίπεδο βελτιώνοντας τις υπηρεσίες τους. Η μόνη λύση γι’ αυτές είναι να παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες σε έναν πλουσιότερο άνδρα. Έτσι, η λογική συνέπεια της χωρίς αξία εργασίας των γυναικών, είναι το κυνήγι ενός καλού γάμου. Αλλά, ακόμα και αν ο γάμος με έναν άνδρα της καπιταλιστικής τάξης ανυψώνει το βιοτικό της επίπεδο, αυτό δεν την κάνει μέλος αυτής της τάξης. Εκείνη η ίδια δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής. Γι’ αυτό το βιοτικό της επίπεδο δεν εξαρτάται από την ταξική της σχέση με το προλεταριάτο, αλλά από τη δουλική της σχέση παραγωγής με το σύζυγό της. Στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, οι σύζυγοι των αστών ανδρών των οποίων ο γάμος διαλύθηκε, πρέπει να κερδίσουν τα προς το ζην ως μισθωτές εργαζόμενες. Έτσι, γίνονται στην πράξη (με τα επιπρόσθετα μειονεκτήματα της ηλικίας και/ή της έλλειψης επαγγελματικής εκπαίδευσης) οι προλετάριοι, όπως στην ουσία ήταν ήδη.

Η μη αξία της εργασίας της γυναίκας φαίνεται με την ανεξαρτησία των υπηρεσιών που παρέχει από τη συντήρηση που απολαμβάνει. Αυτό προέρχεται από την αδυναμία να ανταλλάξει την εργασία της, που στη συνέχεια προέρχεται από την αδυναμία να αλλάξει εργοδότη (πρέπει μόνο να συγκρίνουμε τον αριθμό των χωρισμένων γυναικών που ξαναπαντρεύονται με τον αριθμό των εργατών που αλλάζουν δουλειά μέσα σε ένα χρόνο). Ακόμα το συμβόλαιο μπορεί να διακοπεί μονομερώς από τον σύζυγο, ακόμα κι όταν η γυναίκα συνεχίζει να παρέχει τις κατάλληλες υπηρεσίες. (Οι γυναίκες φροντίζουν τα παιδιά στο χωρισμό, ενώ μόνο η συντήρησή τους καλύπτεται από διατροφή – όταν η πληρωμή πραγματοποιείται (βλ. κεφ. 6 σελ. 93). Συνοπτικά, όταν ο μισθωτός εργαζόμενος εξαρτάται από την αγορά (με ένα θεωρητικά απεριόριστο αριθμό εργοδοτών), η παντρεμένη γυναίκα εξαρτάται από ένα άτομο. Ενώ ο μισθωτός πουλάει την εργατική του δύναμη, η παντρεμένη γυναίκα την προσφέρει. Η αποκλειστικότητα και η μη αμοιβή είναι στενά συνδεδεμένες.

  1. Η παροχή απλήρωτης εργασίας σε ένα πλαίσιο καθολικής και προσωπικής σχέσης (γάμος) συνιστά σχέση δουλείας.

Εφ’ όσον λιγότερες από το 10% όλων των γυναικών πάνω από τα 25 δεν παντρεύτηκαν ποτέ στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, οι πιθανότητες να παντρευτούν οι γυναίκες κάποια στιγμή της ζωής τους είναι πολλές. Έτσι, πραγματικά όλες οι γυναίκες, πρόκειται να συμμετάσχουν σε αυτές τις σχέσεις παραγωγής. Ως ομάδα που υφίσταται αυτή τη σχέση παραγωγής, συνιστούν κοινωνική τάξη, ως κατηγορία ανθρώπινων όντων που προορίζονται εκ γενετής να αποτελέσουν μέλη αυτής της τάξης, συνιστούν κάστα (7). Η οικειοποίηση της εργασίας τους μέσα στο γάμο αποτελεί την κοινή καταπίεση όλων των γυναικών. Προορισμένες ως γυναίκες να γίνουν «η σύζυγος» κάποιου και να υποστούν τις ίδιες σχέσεις παραγωγής, οι γυναίκες δεν συνιστούν παρά μία τάξη.

Όταν συμμετέχουν στην καπιταλιστική παραγωγή, οι γυναίκες συμμετέχουν ακόμα σε μια δεύτερη σχέση παραγωγής. Γύρω στα 6 εκατ. γυναίκες στη Γαλλία συμμετέχουν στην καπιταλιστική παραγωγή: 5.160.000 μισθωτές και 675.000 αυτο-απασχολούμενες. Στο σύνολο, στη Γαλλία, μόνο 11.000 είναι «βιομήχανοι». Αυτή η μικρή μειονότητα των γυναικών ανήκει στην καπιταλιστική τάξη, ενώ η πλειοψηφία των γυναικών που δουλεύουν, ανήκουν στο προλεταριάτο. Σε αυτή την τάξη, συνιστούν μια υπερεκμεταλλευόμενη κάστα όπως γνωρίζουμε. Αυτή η υπερεκμετάλλευση μσυνδέεται στενά με την ιδιαίτερη οικογενειακή εκμετάλλευσή τους ως γυναίκες.

Μετά από όσα έχουμε πει, φαίνεται ότι είναι τόσο σωστό να πούμε ότι η σύζυγος του αστού είναι και η ίδια αστή όσο να πούμε ότι ο σκλάβος ενός ιδιοκτήτη φυτείας είναι και ο ίδιος ιδιοκτήτης. Παρ’ όλα αυτά, αυτό υποστηρίζεται από πολλούς. Υπάρχει πράγματι σύγχυση ανάμεσα στις εργάτριες και στις συζύγους των εργατών. Αυτό σημαίνει ότι μερικές φορές η κοινωνική τάξη των γυναικών βασίζεται σε ένα μαρξιστικό ορισμό της τάξης – στη σχέση τους με την παραγωγή- και μερικές φορές στην αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι ιδιοκτησία και προέκταση των συζύγων τους.

Η κοινωνία διαιρείται σε κοινωνικές τάξεις και οι γυναίκες δεν βρίσκονται έξω από αυτές. Κατά συνέπεια η τύχη κάθε γυναίκας συνδέεται με αυτή των άλλων γυναικών και ανδρών που ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη και κοινωνική κατηγορία (Κ.Κ. Γαλλίας – PCF 1970, σελ. 129).

Αν όμως λαμβάνεται υπ’ όψιν μόνον ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής-όπως συμβαίνει συνήθως- και αν εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια σε γυναίκες και άνδρες, τότε μπορούμε να πούμε ότι όλες οι γυναίκες που δεν εργάζονται έξω από το σπίτι βρίσκονται έξω από το σύστημα των κοινωνικών τάξεων (προλεταριακή/καπιταλιστική). Και ακόμα, αυτές οι γυναίκες μπορούν να ενταχθούν στο ταξικό σύστημα με τον καθορισμό της τάξης τους σύμφωνα με μη μαρξιστικά κριτήρια (δηλαδή αποδίδοντάς τους την τάξη των συζύγων τους). Θεωρώντας ότι οι γυναίκες ανήκουν στην κοινωνική τάξη του συζύγου τους, αποκρύβεται το γεγονός ότι οι γυναίκες ανήκουν από χέρι σε μια άλλη τάξη από τους συζύγους τους. Θεωρώντας ότι ο γάμος υποκαθιστά τις σχέσεις παραγωγής στο καπιταλιστικό σύστημα ως κριτήριο ταξικής ένταξης σ’ αυτό το σύστημα, συγκαλύπτεται η ύπαρξη ενός άλλου συστήματος παραγωγής και αποκρύβεται το γεγονός ότι οι σχέσεις παραγωγής σ’ αυτό το σύστημα τοποθετούν τους συζύγους και τις συζύγους σε δύο ανταγωνιστικές κοινωνικές τάξεις (τους πρώτους να απολαμβάνουν υλικά οφέλη από την εκμετάλλευση των δεύτερων). Η «επανένταξη» των γυναικών σε κοινωνικές τάξεις όπου ορίζονται ως ιδιοκτησία των συζύγων τους, έχει ως αντικειμενικό σκοπό να αποκρύψει το γεγονός ότι στην πραγματικότητα είναι ιδιοκτησία των συζύγων τους.

Αν ήθελε κανείς να ενεργοποιήσει τις γυναίκες στον αντικαπιταλιστικό αγώνα, θα αρκούσε μόνο να δείξει ότι στο βαθμό που είναι ενσωματωμένες σ’ αυτό τον τρόπο παραγωγής (ως μισθωτές εργαζόμενες) η μεγάλη πλειοψηφία  των γυναικών (εννέα στις δέκα που εργάζονται) έχουν αντικειμενικό συμφέρον από αυτό τον αγώνα. Αλλά επειδή οι γυναίκες καταχωρούνται στην κοινωνική τάξη των συζύγων τους, οι γυναίκες σύζυγοι της αστικής τάξης (που δεν συμμετέχουν στην καπιταλιστική παραγωγή) θεωρούνται εχθροί του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Είναι έτσι σαφές, ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο πώς θα ενεργοποιηθούν όλες οι γυναίκες στον αντικαπιταλιστικό αγώνα, αλλά η άρνηση της ύπαρξης ενός μη καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, με την άρνηση της ύπαρξης αυτού του συστήματος, αρνούμαστε επίσης και τις ιδιαίτερες σχέσεις παραγωγής αυτού του συστήματος, ενώ όσοι συμμετέχουν σ’ αυτό το σύστημα στερούνται τη δυνατότητα να ξεσηκωθούν εναντίον του. Ωστόσο, η προτεραιότητα της αριστεράς φαίνεται να είναι η διατήρηση του πατριαρχικού τρόπου παραγωγής οικιακών υπηρεσιών (δηλ. της απλήρωτης παροχής αυτών των υπηρεσιών από γυναίκες). Σχετικά μ’ αυτό το σημείο, η σύγκριση των σημερινών ιδεών του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος με τις συστάσεις του Λένιν, είναι αποκαλυπτική. Ο Λένιν έλεγε: Η πραγματική απελευθέρωση των γυναικών και ο πραγματικός κομμουνισμός θα αρχίσουν μόνο όταν αρχίσει ο αγώνας των μαζών κατά της μικροαστικής οικιακής οικονομίας (αγώνας που θα καθοδηγηθεί από το προλεταριάτο στην εξουσία),ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, όταν η οικονομία μετασχηματισθεί συνολικά σε μια σοσιαλιστική οικονομία μεγάλης κλίμακας.

Ωστόσο, η λύση του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι: «να γίνουν οι οικιακές συσκευές προσιτές σε όλα τα νοικοκυριά έτσι ώστε να μηχανοποιηθεί η οικιακή εργασία» (ΓΚΚ, 1970). Σύμφωνα με το Κομμουνιστικό Κόμμα, οι εργοδότες και οι δημόσιες υπηρεσίες θα πρέπει να «δώσουν τη δυνατότητα στις γυναίκες να εκπληρώσουν το ρόλο τους ως γυναίκες» (ΓΚΚ, 1970). Ο ίδιος ο Λένιν έλεγε:

Ανάμεσα στους συντρόφους μας υπάρχουν πολλοί για τους οποίους θα μπορούσε κάποιον να πει «αν ξύσεις τον κομμουνιστή θα βρεις ένα Φιλισταίο». Δεν υπάρχει πιο πειστική απόδειξη γι’ αυτό, από το γεγονός ότι κάποιοι άνδρες παρατηρούν ήσυχα τις συζύγους τους να εξαντλούνται από την ιδιαίτερα μονότονη δουλειά που απορροφά το χρόνο και την ενέργειά τους: τη δουλειά του σπιτιού… Υπάρχουν λίγοι μόνον άνδρες, ακόμα και ανάμεσα στους προλετάριους, που θα σκέφτονταν να ελαφρώσουν σημαντικά τις συζύγους τους από τη δουλειά και τις φροντίδες τους, ή ακόμα να τις αναλάβουν όλες κάνοντας «γυναικείες δουλειές» (αναφέρεται στην Τσέτκιν). Παρ’ όλα αυτά, το Κομμουνιστικό Κόμμα λέει ότι «η ίση κατανομή των δυσκολιών και της κούρασης σε ένα νοικοκυριό αποτελεί περιορισμένη αντίληψη της ισότητας» (ΓΚΚ, 1970).

Οι συνέπειες αυτής της ανάλυσης για την αγορά εργασίας

Η πατριαρχική εκμετάλλευση είναι η κοινή, ιδιαίτερη και βασική καταπίεση των γυναικών.

  1. κοινή: γιατί αφορά όλες τις παντρεμένες γυναίκες (80% των γυναικών σε μια δεδομένη στιγμή)
  2. ιδιαίτερη: γιατί μόνον οι γυναίκες υποχρεώνονται να παρέχουν δωρεάν οικιακές υπηρεσίες
  3. βασική: γιατί ακόμα και όταν οι γυναίκες εργάζονται έξω από το σπίτι, η ταξική τους θέση που προκύπτει από την εργασία αυτή, αλλοιώνεται από την εκμετάλλευσή του ως γυναικών με τον ακόλουθο τρόπο: Πρώτα, απαγορευόταν η πρόσβαση στα μέσα παραγωγής μέσα από τους νόμους του γάμου (στη Γαλλία μέχρι το 1968) και τις κληρονομικές πράξεις (η πλειοψηφία των γυναικών που έχουν περιουσία και απασχολούν άλλα άτομα, είναι χήρες ή κόρες). Δεύτερον, γιατί όσα κερδίζουν μειώνονται με την αφαίρεση της αξίας των υπηρεσιών που υποχρεούνται να αγοράσουν για να αντικαταστήσουν τις απλήρωτες υπηρεσίες τους. Και τρίτον, γιατί οι υλικές συνθήκες για την άσκηση της εξωτερικής απασχόλησης καθορίζονται από την πατριαρχική τους καταπίεση. Από τη μια μεριά, ακριβώς αυτή η δυνατότητα να απασχοληθούν εξαρτάται από την εκπλήρωση των πρωταρχικών «οικογενειακών υποχρεώσεων» έτσι ώστε άλλοτε δεν είναι δυνατή και άλλοτε γίνεται επιπλέον των δουλειών του σπιτιού. Από την άλλη μεριά, οι οικογενειακές υποχρεώσεις ανάγονται σε ελάττωμα από τον καπιταλισμό και χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα στην εκμετάλλευση των γυναικών στην εργασία τους έξω από το σπίτι.

Δεν στάθηκε δυνατό σ’ αυτό το άρθρο να μελετήσουμε τη σχέση ανάμεσα στην εκμετάλλευση της παραγωγικής ικανότητας των γυναικών και την εκμετάλλευση της αναπαραγωγικής ικανότητάς τους. Ο έλεγχος της αναπαραγωγής αποτελεί ταυτόχρονα την αιτία και το μέσον της δεύτερης μεγάλης υλικής καταπίεσης των γυναικών – της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ο έλεγχος της αναπαραγωγής είναι η δεύτερη όψη της καταπίεσης των γυναικών. Ένας από τους πρωταρχικούς θεωρητικούς στόχους του κινήματος θα πρέπει να είναι η διερεύνηση του πώς και γιατί αυτές οι δύο μορφές εκμετάλλευσης επηρεάζονται και ενισχύονται η μία από την άλλη και πώς και γιατί συμβαίνουν και οι δύο στον ίδιο χώρο και θεσμό, την οικογένεια.

Μια τέτοια ανάλυση είναι βασική για τη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στην πατριαρχία και τον καπιταλισμό. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζουμε τι είναι η πατριαρχία για να καταλάβουμε σε ποιο βαθμό είναι ανεξάρτητη θεωρητικά από τον καπιταλισμό. Μόνο μια τέτοια κατανόηση μας δίνει τη δυνατότητα να μελετήσουμε την ιστορική ανεξαρτησία των δύο αυτών συστημάτων. Τότε μόνο θα είναι δυνατόν να κατανοήσουμε την υλική βάση της σύνδεσης ανάμεσα στον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία και στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Όσον καιρό αυτή η σύνδεση εξακολουθεί να βασίζεται σε αναπόδεικτες υποθέσεις γύρω από τη σχετική προτεραιότητα των δύο αγώνων, υποθέσεις που δεν απορρέουν από την ανάλυση αλλά από το φόβο ανατροπής της πολιτικής πρακτικής και των πολιτικών προτεραιοτήτων που υπήρχαν πριν από το γυναικείο κίνημα, είμαστε καταδικασμένες σε θεωρητικές συγχύσεις και σε πολιτικές ανεπάρκειες στην αρχή και σε ιστορικές αποτυχίες αργότερα.

Αυτή την ανάλυση πρέπει να ακολουθήσει μια ταξική ανάλυση που ενσωματώνει τα άτομα και στα δύο συστήματα εκμετάλλευσης (το πατριαρχικό και το καπιταλιστικό) σύμφωνα με τα αντικειμενικά τους συμφέροντα. Κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο βραχυπρόθεσμα για να μπορέσουμε να κινητοποιηθούμε στον αγώνα άμεσα, και μακροπρόθεσμα για να μπορέσουμε να δούμε πώς η δυναμική του αγώνα κατά της πατριαρχίας και ο αγώνας κατά του καπιταλισμού μπορεί να προσανατολισθεί στο συνδυασμό και των δύο σε ένα επαναστατικό αγώνα (Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτός πρέπει να είναι το αντικείμενο μιας συνεχούς μελέτης της οποίας οι βάσεις μεταβάλλονται συνέχεια όσο ο αγώνας εξελίσσεται).

Προς το παρόν, μπορούμε να πούμε ότι οι γυναίκες δεν θα απελευθερωθούν αν δεν καταστραφεί το πατριαρχικό σύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής. Εφ’ όσον αυτό το σύστημα είναι βασικό σε όλες τις γνωστές κοινωνίες (όπως και αν προήλθε), η απελευθέρωση αυτή απαιτεί τη συνολική ανατροπή της βάσης όλων των κοινωνιών. Αυτή η ανατροπή δεν μπορεί να συμβεί χωρίς επανάσταση, δηλαδή, χωρίς την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας πάνω σε μας (της δικής μας πολιτικής εξουσίας) που τώρα ανήκει σε άλλους. Αυτή η κατάληψη της εξουσίας θα πρέπει να αποτελεί τον απώτερο στόχο του κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών και το κίνημα θα πρέπει να προετοιμάζει επαναστατικό αγώνα.

Η στρατηγική μας θα πρέπει να επικεντρώνεται στην πατριαρχική καταπίεση και να περιλαμβάνει όλα τα άτομα που καταπιέζονται από την πατριαρχία και έχουν συμφέρον από την καταστροφή της, δηλαδή όλες τις γυναίκες. Η δουλειά της κινητοποίησης πρέπει να δώσει έμφαση στην αλληλεγγύη όλων των ανθρώπων που καταπιέζονται από το ίδιο σύστημα. Για να γίνει αυτό, πρέπει:

  1. Να χτυπήσουμε τα προβλήματα της ψευδούς συνείδησης, δηλαδή ότι η ταξική συνείδηση καθορίζεται σύμφωνα με τις καπιταλιστικές τάξεις και όχι τις πατριαρχικές τάξεις, και, μ’ αυτή τη βάση, η ταύτιση των γυναικών με τις εχθρικές πατριαρχικές τάξεις.
  2. να δείξουμε πώς αυτή η ψευδής συνείδηση εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πατριαρχίας και αποσπά την προσοχή από τον αγώνα μας. Τελικά, στο άμεσο μέλλον, οι πολιτικές συμμαχίες και η στρατηγική του κινήματος σε σχέση με άλλες ομάδες, κινήματα ή επαναστατικά κόμματα, πρέπει να βασισθεί μόνο σε μια αναμφισβήτητη αποδοχή των στόχων του γυναικείου κινήματος από αυτά. Δηλαδή, στη βάση της σαφούς και ρητά εκφρασμένης επιθυμίας τους να καταστρέψουν την πατριαρχία και της ενεργού συμμετοχής τους στον επαναστατικό αγώνα για την καταστροφή της.

Σημειώσεις και αναφορές

  1. Αυτοί είναι μηχανισμοί αλλοτρίωσης και ψευδούς συνείδησης που διαιωνίζουν την καταπίεση. Οι γυναίκες είναι θύματα της καταπίεσης και δεν

ευθύνονται γι’ αυτό.

  1. Η ομάδα Feminisme, Marxisme, Action ήταν μια από τις πρώτες δύο νεο-φεμινιστικές ομάδες στη Γαλλία. Άρχισε το 1968 ως μια μικτή ομάδα (άνδρες και γυναίκες), αλλά σιγά-σιγά έγινε γυναικεία ομάδα. Το 1970 ενώθηκε με μια άλλη γυναικεία ομάδα και με γυναίκες που μέχρι τότε δεν συμμετείχαν σε καμία ομάδα, για να δημιουργηθεί τοMouvement de la Liberation des Femmes (MLF) (Κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών). (Για περισσότερες πληροφορίες γύρω από την ιστορία του κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών στη Γαλλία, βλέπε το βιβλίο των de Pisan A. Και Tristan A. Histoires du M.L.F. Paris: Galmann-Levy 1977).
  2. Mouvement de Defense des Exploitations Familiales (Κίνημα Υπεράσπισης των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων): οργάνωση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος γύρω από τη γεωργία.
  3. Ο Ερνέστ Μαντέλ στη Marxist Economy Theory (Μαρξιστική Οικονομική Θεωρία) επιβεβαιώνει ότι οι όροι «αξία χρήσης» και «αξία ανταλλαγής» δεν αναφέρονται ούτε στη φύση ούτε στην πραγματική αξία ούτε στην παραγωγικότητα της εργασίας που εμπλέκεται στα διάφορα είδη παραγωγής, αλλά απλά στη χρήση που αποκτά η παραγωγή – άμεση κατανάλωση ή κατανάλωση μέσω ανταλλαγής.
  4. Αυτό το κομμάτι αφορά στις οικιακές συσκευές και γράφτηκε από έναν οικονομολόγο για μια διάλεξη γύρω από την παραγωγή και πώλησή τους.
  5. Στα γαλλικά η λέξη «femme» σημαίνει «γυναίκα» και «σύζυγο». Στην περίπτωση των ανδρών υπάρχουν δύο λέξεις: «mari» που σημαίνει «σύζυγος» και «homme» που σημαίνει «άνδρας». Έτσι, ακόμα και στο επίπεδο των λέξεων το βιολογικό γεγονός να είναι γυναίκα και ο κοινωνικός ρόλος της συζύγου είναι συνώνυμα.
  6. Αυτό που ειπώθηκε στην προηγούμενη σημείωση μπορεί να επεκταθεί. Ο όρος «slav» έχει την ίδια ρίζα με το γαλλικό «eslave» (σκλάβος). Εδώ μια ολόκληρη εθνική ομάδα είναι υποταγμένη εκ γενετής. Με τον ίδιο τρόπο ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός είναι υποχρεωμένος να γίνει γυναίκες/σύζυγοι.
  7. Τέτοιες στάσεις δεν περιορίζονται μόνο στο Κομμουνιστικό Κόμμα μέσα στην αριστερά. Το Programme Commun (Κοινό πρόγραμμα), η πλατφόρμα στην οποία βασίστηκε η πρόσφατη συμμαχία του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος, προτείνει να επιτρέπεται στις γυναίκες να φύγουν από τη δουλειά τους 5 λεπτά νωρίτερα για να προλάβουν να κάνουν τα ψώνια της οικογένειάς τους πριν κλείσουν τα μαγαζιά. Ένα πράγματι ιδιόρυθμο προνόμιο.

πηγή: genderpanteion [pdf]

_____________________________________________________________

Aπό:http://bestimmung.blogspot.gr/2016/08/christine-delphy.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s