Yes Border, ή: οι αρχές μιας πόλης ως μπαχαλάκηδες…


του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στη συνέντευξη που μας είχε δώσει πριν λίγα χρόνια ο Αγκάμπεν για την ΕΤ3, είχε πει μια φράση την οποία έκτοτε ξαναθυμήθηκα και παρέθεσα αρκετές φορές, και εγώ και άλλοι: ότι οι αρχές σήμερα ενεργούν με σκοπό όχι να επιβάλουν την τάξη, αλλά να διαχειριστούν την αταξία.

Νομίζω ότι όσα εξελίχθηκαν τις τελευταίες λίγες εβδομάδες στη Θεσσαλονίκη με επίκεντρο το Noborder camp, είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνουμε ένα «κρας τεστ» σε πραγματικές συνθήκες για την βασική αυτή προσέγγιση, να την εξειδικεύσουμε και να τη συμπληρώσουμε. Κυρίως δε να συνειδητοποιήσουμε ότι το θέμα δεν κλείνει με το να πούμε απλώς «διαχείριση της αταξίας». Διότι μένει ακόμα να δούμε τι είδους διαχείριση, σε ποια κατεύθυνση, με τι σκοπούς ή/ και αποτελέσματα.

Για παράδειγμα, αν εξετάσουμε τη στάση των τοπικών αρχών της Θεσσαλονίκης πριν και κατά τη διάρκεια της κατασκήνωσης, δεν μπορούμε παρά να διαπιστώσουμε ότι αυτή είχε πιθανότατα ως σκοπό και, πάντως, σίγουρα ως αποτέλεσμα, τα μπάχαλα. Διαχειρίστηκε την αταξία για να παραγάγει περισσότερη αταξία.

Δεν ξέρω τι άλλο θα περίμενε ένας νοήμων άνθρωπος να συμβεί όταν ο δήμαρχος μίας πόλης και ο πρύτανης του πανεπιστημίου της βγαίνουν, μέρες πριν την τέλεση μιας διοργάνωσης, να προεξοφλήσουν ότι αυτή θα είναι «ο ορισμός της ανομίας» και θα οδηγήσει στη διασάλευση του νόμου, της ασφάλειας, της περιουσίας και της υγιεινής των πολιτών –δείχνοντας με το δάχτυλο κάποιους ανθρώπους, εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, τους οποίους δεν έχουν δει στα μάτια τους, και τους οποίους ρητά δηλώνουν οι ίδιοι ότι «δεν γνωρίζουν» (αφού δεν τους γνωρίζουν, τότε πώς είναι τόσο σίγουροι ότι είναι εγκληματίες και μάλιστα ότι θα εγκληματήσουν στο μέλλον; Η απουσία στοιχείων δεν μπορεί να αποτελεί στοιχείο).

Αξίζει να προσέξουμε ότι ο λόγος αυτός αναπαράγει με μαθηματική ακρίβεια τα κλισέ της αντιλαθρομεταναστευτικής ξενοφοβίας: οι ξένοι που έρχονται είναι απειλή για τους γηγενείς διότι είναι άγνωστοι και ανεξέλεγκτοι, βρώμικοι, κλέφτες και ανομικοί.

Στο σημείωμα αυτό, όμως, δεν θα μπω σε αυτό το ζήτημα. Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι, με τα ίδια τα (υποτιθέμενα) κριτήριά της, καθαρά δηλαδή από άποψη άσκησης μιας εξουσίας που έχει ως δηλωμένο σκοπό την προστασία των εννόμων αγαθών των πολιτών της, η κίνηση αυτή ήταν μίαπαταγώδης αποτυχία. Αυτό φαίνεται ήδη από μερικές τεχνικές λεπτομέρειες –που τελικά δεν είναι και τόσο τεχνικές. Λέει π.χ. στη σχετική συνέντευξη ο κ. πρύτανης με το χαρακτηριστικά μακεδονικό όνομα: «Πριν από περίπου μία εβδομάδα μάθαμε από το Διαδίκτυο ότι προγραμματίζεται η διοργάνωση κατασκήνωσης στην Πανεπιστημιούπολη από άγνωστες ομάδες ατόμων. Δεν ξέρουμε ποιοι και πόσοι είναι, δεν έχει επικοινωνήσει κανείς μαζί μας, δεν ζητήθηκε άδεια. Και προφανώς δεν έχει δοθεί άδεια».

Σε αυτή την αφοπλιστική δήλωση θα είχε κανείς την τάση να απαντήσει: καλά, το ότι το έμαθες πριν από μία εβδομάδα, για καλό μας το λες; Είσαι υπερήφανος γι’ αυτό; Θα έπρεπε πρώτα απ’ όλα να ντρέπεσαι που πιάστηκες αδιάβαστος για κάτι που αφορά τα χωράφια σου. Εγώ, που εδώ και χρόνια δεν έχω καμία σχέση με το ΑΠΘ –πολύ περισσότερο με τη διοίκησή του- και δεν ζω καν στη Θεσσαλονίκη, γνώριζα ότι θα γίνει Noborder camp εδώ και μήνες.

Αρχίζοντας λοιπόν τη συνέντευξή τους με αυτό τον τρόπο, οι υπεύθυνες αρχές δείχνουν ότι ως πρώτιστη μέριμνα έχουν την προκαταβολική αποποίηση και όχι την ανάληψη των ευθυνών τους.

Ας πάμε τώρα στο δεύτερο στοιχείο, το ότι «δεν ζητήθηκε άδεια».

Δεχόμαστε ως δεδομένο ότι, σύμφωνα με τους κανονισμούς και τις νόμιμες διαδικασίες, για να τελεστεί μία δημόσια εκδήλωση απαιτείται να ζητηθεί και να δοθεί άδεια. Εν προκειμένω, αυτό δεν έγινε. Κακώς; Κακώς, από την οπτική της διοίκησης. Το θέμα είναι: από τη στιγμή που προκύπτει αυτό το κακό, η διοίκηση τι κάνει; Πώς αντιδρά; Όπως λέχθηκε, δουλειά μιας διοίκησης είναι να διαχειρίζεται την αταξία. Σε μια κοινωνία, θα συμβούν και κακά πράγματα. Εάν όλοι οι άνθρωποι δρούσαν σε κάθε πτυχή της ζωής τους όπως επιτάσσουν οι νόμοι και οι κανονισμοί, η διοίκηση θα ήταν περιττή.

Το χειρότερο που έχει να κάνει μια διοίκηση, είναι να ανοίξει βεντέτα με μία μερίδα των διοικουμένων και να παρασυρθεί σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων και ανακοινώσεων, σου είπα, μου είπες, φταίνε αυτοί όχι εμείς κ.λπ. Διότι τότε ανοίγει μία αντιδικία, στην οποία η ίδια μετέχει ως ένα από τα μέρη: ως αντίδικος και όχι ως δικαστής. Χωρίς όμως και να το παραδέχεται και να αναλαμβάνει τις συνέπειες.Θέλοντας δηλαδή να κρατήσει ταυτόχρονα και τους δύο ρόλους. Αλλά αντιδικία νοείται μόνο μεταξύ ίσων. Όποιος θέλει να πάρει μέρος σε μια αντιπαράθεση ως παίκτης, θα πρέπει να βγάλει το κουστούμι του διαιτητή.

 

Στο τέταρτο μέρος της Ηθικής, (και όχι σε ένα οποιοδήποτε σημείο, αλλά αμέσως μετά το Θεώρημα 51, όπου δίνεται ο ορισμός του πλέον πολιτικού πάθους: της αγανάκτησης [indignatio]), ο Σπινόζα σπεύδει να προσθέσει ένα Σχόλιο που λέει το εξής (η υπογράμμιση δική μου):

 

όταν η υπέρτατη εξουσία, από επιθυμία να διατηρήσει την ειρήνη στην πολιτεία, τιμωρεί έναν πολίτη που διέπραξε μία αδικία εις βάρος ενός άλλου, τότε δεν θεωρώ πως έχει αγανακτήσει εναντίον του, διότι δεν ωθείται από μίσος για να καταστρέψει τον πολίτη, αλλά τον τιμωρεί κινούμενη από ηθικότητα [pietate][1].

 

Η δουλειά της πολιτείας λοιπόν δεν είναι να μπαίνει σε σχέσεις εμπάθειας με τους πολίτες, να οργίζεται και να μνησικακεί εναντίον τους, αλλά να (προσπαθεί στοιχειωδώς να δίνει την εντύπωση ότι) εφαρμόζει γενικές και απρόσωπες αρχές. Στο βαθμό που δεν το κάνει, χάνει αντιστοίχως το προνόμιο να επικαλείται το «νόμο και την τάξη». Και το «εφαρμόζει» βεβαίως δεν σημαίνει να επικαλείται ρητορικά τις αρχές αυτές, ή την ίδια την ιδέα του νόμου και της τήρησής του, ως όπλα σε μια πολιτικο-ιδεολογική διαμάχη. Διότι τότε εργαλειοποιεί την καθολικότητα και την μετατρέπει σε μερικότητα, άρα την ακυρώνει.

 

Και επειδή υπάρχει συναφώς μία μυθολογία γύρω από τα υποτιθέμενα «ευνομούμενα κράτη της Ευρώπης» όπου «ποτέ και πουθενά δεν γίνονται αυτά», ας γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι. Στο Βέλγιο που γνωρίζω κάπως, όπως και παντού, ισχύει επίσης η αρχή ότι όποιος θέλει να πραγματοποιήσει μία εκδήλωση σε δημόσιο χώρο οφείλει να ζητήσει την άδεια των αρχών. Και αυτό πράγματι ως επί το πλείστον τηρείται. Υπάρχουν όμως και φορές στις οποίες δεν τηρείται, για διάφορους λόγους. Όταν προκύψει κάτι τέτοιο, δεν είναι σπάνιο η βελγική αστυνομία –που είναι μία από τις πιο σκληρές και άρτια εξοπλισμένες στην Ευρώπη, και στην οποία επίσης αφθονούν ακροδεξιά στοιχεία- να δηλώσει ή να διοχετεύσει ημιεπίσημα προς τους διοργανωτές ότι θα ανεχθεί την πραγματοποίησή της. Αυτό έχει συμβεί αρκετές φορές, και μεταξύ άλλων το καλοκαίρι του 2011 όταν μία ομάδα νέων, εμπνευσμένη από την έκρηξη του κινήματος Occupy, είχε κατασκηνώσει σε πλατεία του Saint Gilles, δηλαδή σε πυκνοκατοικημένη περιοχή, και αρχικώς τους επιτράπηκε ντε φάκτο να παραμείνουν. Τελικά βέβαια πράγματι απομακρύνθηκαν από την αστυνομία και τα αντίσκηνα μαζεύτηκαν, αλλά μόνο μετά από αρκετές μέρες και αφού η κατασκήνωση είχε αρχίσει να φυλλοροεί. Το ίδιο εξάλλου συνέβη στο Σύνταγμα, στην Πλάθα ντελ Σολ της Μαδρίτης, στην Ουώλ Στρητ της Νέας Υόρκης και έξω από τον καθεδρικό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο, όπου οργανώθηκαν αντίστοιχες κατασκηνώσεις σε κεντρικότατα σημεία δυτικών μεγαλουπόλεων με πολλά εκατομμύρια κατοίκους, τα οποία σημεία δεν ήταν προορισμένα για κατασκήνωση, χωρίς να ζητήσει κανείς άδεια από τις αρχές. Οι τελευταίες το ανέχθηκαν, και μάλιστα ενίοτε φρόντισαν οι ίδιες ημιεπίσημα για την καθαριότητα, την υγιεινή και άλλα ζητήματα υλικοτεχνικής υποδομής.

Έχω λοιπόν την εντύπωση ότι ακόμα μια φορά αυτόκλητοι ευρωπαϊστές επικαλούνται καταχρηστικά μία παραμορφωτική εικόνα της «ευρωπαϊκότητας», που δεν αντιστοιχεί, ούτε πρακτικά ούτε θεωρητικά, προς όσα πράγματι συμβαίνουν στις χώρες που οι ίδιοι ορίζουν ως «πολιτισμένη Δύση» –και που, σε αντιδιαστολή με αυτές, υποτίθεται ότι η «χώρα μας» κατατάσσεται ανεπανόρθωτα στην «ανομική και παρωχημένη Ανατολή». Η επίκληση αυτή δεν δικαιώνει τα πεπραγμένα τους: η εικόνα ενός διοικητή ο οποίος, αφενός, πληροφορείται κάτι που έχει δημόσια ανακοινωθεί ότι πρόκειται να γίνει στο χώρο ευθύνης του μόλις λίγες μέρες πριν γίνει, και, αφετέρου, που μόλις το πληροφορηθεί καταλαμβάνεται από πανικό και κάνει ό,τι μπορεί για να διασπείρει αυτόν τον (ηθικό και γενικότερο) πανικό σε όλη την υπόλοιπη κοινωνία, δεν συνάδει με κανένα μοντέλο χρηστού κυβερνήτη, οποιασδήποτε γεωγραφικής προέλευσης.

Σύμφωνα λέει με πληροφορίες της Καθημερινής, «η ηγεσία του ΑΠΘ, εκτός από την ενημέρωση των υπουργείων Προστασίας του Πολίτη και Παιδείας, της αστυνομίας, του δήμου, της περιφέρειας και των εισαγγελικών αρχών, έχει κοινοποιήσει εγγράφως στο Γραφείο του Πρωθυπουργού την αναφορά με την οποία ζητεί τη συνδρομή της πολιτείας για την εξεύρεση εναλλακτικού χώρου κατασκήνωσης και προστασίας του ΑΠΘ».

Η «ηγεσία του ΑΠΘ», λοιπόν, σε αυτή την γιγαντιαία επικοινωνιακή επιχείρηση, απευθύνθηκε σε όλους τους σχετικούς και άσχετους, αλλά το μόνο που δεν φαίνεται να διανοήθηκε –τόσο αυτή όσο και η καλή εφημερίδα που εξυπηρετεί προθύμως τις δημόσιες σχέσεις της, πλειοδοτώντας κιόλας- ήταν να επικοινωνήσει με τους ίδιους τους διοργανωτές, ώστε να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις τους και, γιατί όχι, να αναζητήσει μαζί τους τρόπους να αποφευχθούν οι όποιοι κίνδυνοι. Αυτό θα πει συναίνεση, κράτος δικαίου και αποφυγή των συγκρούσεων: θα πει συνεννόηση με όσους δεν σκέφτονται και δεν ενεργούν σαν κι εμάς. Με αυτούς που σκέφτονται ήδη σαν κι εμάς, δεν χρειάζεται καμία συνεννόηση.

Οι αρχές όμως του πανεπιστημίου αντί γι’ αυτό προτίμησαν να νίψουν τας χείρας τους και να επιρρίψουν τις ευθύνες σε άλλους, φτάνοντας στα όρια της δαιμονοποίησης και προσφεύγοντας σε πραγματικά κωμικές κατηγορίες, όπως αυτές που διατύπωσαν οι πρυτανικές αρχές της σχολής ΝΟΠΕ του ΑΠΘ –κατά τις οποίες οι καταληψίες «εκτελούσαν μεθοδικά συγκεκριμένο σχέδιο (…), είχαν στρατιωτικού τύπου [sic] οργάνωση και πειθαρχία (…) και εντυπωσιακούς οικονομικούς πόρους»[2]. Όποιος το κάνει αυτό, δημιουργεί την υποψία ότι επιδιώκει τη σύγκρουση και όχι την αποτροπή της.

Δυστυχώς η εξέλιξη που αμέσως ακολούθησε, η μεθοδική εκτέλεση συγκεκριμένου σχεδίου επιθέσεων με στρατιωτική πειθαρχία σε τρία κατειλημμένα κτίρια και η κατεδάφιση του ενός εξ αυτών, μάλλον ενισχύει αυτή την υποψία.

thessaloniki_squat

[1] Το σημείο αυτό το έχω αναπτύξει περαιτέρω στο Η δημοκρατία κατά του φιλελευθερισμού. Η έννοια του φυσικού δικαίου στη φιλοσοφία του Σπινόζα, σελ. 196 επ.

[2] Εδώ, η δαιμονοποίηση έχει φυσικά ως μοντέλο όχι την ξενοφοβία γενικώς, αλλά μια ειδικότερη μορφή της: τον αντισημιτισμό (έχουν οργάνωση, είναι ζάπλουτοι …). Και πράγματι, στο συγκεκριμένο σάιτ όπου αναρτήθηκε η έκθεση υπάρχουν δύο –μέχρι αυτή τη στιγμή- απροκάλυπτα αντιεβραϊκά σχόλια χρυσαυγίτικης έμπνευσης. Χωρίς απ’ ό,τι φαίνεται να ενοχλούνται οι διαχειριστές του σάιτ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s