Tο πιστόνι, ο εργάτης, ο γάντζος: ανατομία των cyborg προγόνων…


Οπωσδήποτε δεν είναι αναγκαίο για να χρησιμοποιεί κανείς μια μηχανή (από ένα smart phone ως έναν ρομποτικό αναλυτή) να έχει υπόψη του το πως κάθε κύμα μηχανοποίησης εντάσσεται στη καπιταλιστική διαδικασία. Είναι όμως απόλυτα αναγκαίο για εκείνες κι εκείνους που θέλουν να αποδιαρθρώνουν, με κριτικό τρόπο, την καπιταλιστική “λογική”, να κατανοούν το πως εντάσσονται σ’ αυτήν τα κάθε φορά κύματα μηχανοποίησης. Χωρίς μια τέτοια κατανόηση απομένουν, βέβαια, πολλά να πει κανείς για την τεχνική βάση (δηλαδή τις μηχανές) του βιο-πληροφορικού παραδείγματος. Όμως τα περισσότερα κινδυνεύουν να είναι αφόρητα φαινομενολογικά, έως φετιχιστικά. Και, δυστυχώς, έτσι συμβαίνει: οι καινούργιες βιο-πληροφορικές μηχανές θεωρούνται “μαγικές” έως “παντοδύναμες”, για άλλους απελευθερωτικές και για άλλους δαιμονικές σαν τέτοιες. Αλλά ακόμα και ενδιάμεσες στάσεις είναι συνήθως επιφανειακές, ρηχές.

Η αποκατάσταση της σύγχρονης εργατικής κριτικής είναι δύσκολο έργο, και σίγουρα δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μία ή δυο αναφορές. Όμως το περιοδικό αυτό σκοπεύει να υπηρετήσει (και) αυτόν τον σκοπό. Συνεπώς, στρεφόμαστε κατ’ αρχήν στις πηγές της κριτικής αποδιάρθρωσης του καπιταλισμού (εδώ στον Μαρξ) όπου παραδόξως (;) και παρά την ιδέα περί “παλαιότητας”, υπάρχουν πολλά εξαιρετικά σύγχρονα. Και σε ότι αφορά τις μηχανές, αλλά όχι μόνο.
Τα παρακάτω αφορούν, σαν πρώτη δόση, εκείνο που έχει μείνει στην ιστορία σαναπόσπασμα για τις μηχανές [fragment on machines], από τα Grundrisse [1], που έχει αποτελέσει βάση για μεγάλο μέρος των θεωρητικών αναλύσεων (και των πρακτικών) της ιταλικής αυτονομίας. Το “απόσπασμα για τις μηχανές” είναι λίγα κεφάλαια των Grundrisse, αλλά αρκετά μεγάλο ώστε να το αναδημοσιεύσουμε ολόκληρο σχολιάζοντάς το εδώ. Θα καταφύγουμε, για τις τωρινές ανάγκες, σε επιμέρους τμήματα που τα θεωρούμε σημαντικά.

… Όσο το μέσο εργασίας παραμένει μέσο εργασίας με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, έτσι όπως εντάχθηκε άμεσα, ιστορικά, από το κεφάλαιο στην αξιοποιητική του διαδικασία, δέχεται μόνο μια τυπική μεταβολή: καθώς τώρα δεν εμφανίζεται μόνο ως προς την υλική του πλευρά σαν μέσο εργασίας, αλλά εμφανίζεται και σαν ένα καθορισμένος από την συνολική διαδικασία του κεφάλαιου ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξής του: σαν πάγιο κεφάλαιο. Ενταγμένο στην παραγωγική διαδικασία του κεφάλαιου, το εργασιακό μέσο διατρέχει όμως διάφορες μεταμορφώσεις, με τελευταία τους τη μηχανή, ή καλύτερα, ένα αυτόματο σύστημα μηχανημάτων (σύστημα μηχανημάτων· το αυτόματο δεν είναι παρά η πιο ολοκληρωμένη, επαρκέστερη μορφή τους, και μόνο αυτό μετατρέπει τα μηχανήματα σε σύστημα), που το κινεί ένα αυτόματα, μια κινητήρια δύναμη που αυτο-κινείται· αυτόματο που αποτελείται από πολυάριθμα μηχανικά και πνευματικά όργανα, έτσι ώστε οι ίδιοι οι εργάτες καθορίζονται μόνο σαν συνειδητά μέλη του.
Στη μηχανή, κι ακόμα περισσότερο στα μηχανήματα σαν αυτόματο σύστημα, το μέσο εργασίας μετασχηματίζεται ως προς την αξία χρήσης του, δηλαδή ως προς την υλική του παρουσία, με μια ύπαρξη επαρκή για το πάγιο κεφάλαιο και για το κεφάλαιο γενικά· και η μορφή με την οποία εντάχθηκε σαν άμεσο μέσο εργασίας στην παραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου αίρεται σε μια μορφή τοποθετημένη από το ίδιο το κεφάλαιο και αντίστοιχή του.
Η μηχανή από καμιά άποψη δεν εμφανίζεται σαν μέσο εργασίας του ξεχωριστού εργάτη. Η δική της differentia specifica [ειδοποιός διαφορά] δεν είναι με κανένα τρόπο – όπως στο μέσο εργασίας – να διαμεσολαβεί τη δραστηριότητα του εργάτη πάνω στο αντικείμενο· αντίθετα, η δραστηριότητα αυτή έχει τοποθετηθεί με τρόπο που πια απλά διαμεσολαβεί τη δουλειά της μηχανής, τη δράση της πάνω στην πρώτη ύλη – την επιβλέπει και την προφυλάσσει από διαταραχές. Όχι όπως στο εργαλείο, που ο εργάτης το εμψυχώνει σαν όργανο με τη δική του επιδεξιότητα και δραστηριότητα, και που άρα ο χειρισμός του εξαρτιέται από τη δεξιοτεχνία του εργάτη. Αντίθετα η μηχανή, που αντί για τον εργάτη κατέχει αυτή επιδεξιότητα και δύναμη, είναι αυτή η ίδια δεξιοτέχνης, που έχει δική του ψυχή, τους μηχανικούς νόμους που επιδρούν μέσα στη μηχανή· και για την αδιάκοπη αυτο-κίνησή της, όπως ο εργάτης καταναλώνει μέσα διατροφής, αυτή καταναλώνει ενέργεια (κάρβουνο, πετρέλαιο, κλπ). Η δραστηριότητα του εργάτη, περιορισμένη σε απλά αφηρημένη δραστηριότητα, καθορίζεται και ρυθμίζεται ολόπλευρα από την κίνηση των μηχανημάτων – όχι το αντίστροφο. Η επιστήμη, που αναγκάζει τα άψυχα μέλη των μηχανημάτων με την κατασκευή τους να λειτουργούν σκόπιμα σαν αυτόματος μηχανισμός, δεν υπάρχει στη συνείδηση του εργάτη· αντίθετα, επιδρά διαμέσου της μηχανής σαν ξένη δύναμη πάνω στον εργάτη, σαν δύναμη της ίδιας της μηχανής. [2]

Grundrisse

Εδώ ο Μαρξ κάνει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα σε εργαλείο και μηχανή. Και τα δύο μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν μέσα εργασίας. Αλλά η χρήση του εργαλείου αποδίδει αποκλειστικά ανάλογα με την επιδεξιότητα και τις γενικές ικανότητες εκείνου που το χρησιμοποιεί. Η μηχανή, απ’ την άλλη, έχει τις “εσωτερικευμένες” δικές τις δυνατότητες, και αυτό που απαιτεί είναι η χρήση σύμφωνα μ’ αυτές τις “εσωτερικές” δυνατότητες. Κατ’ αυτήν την έννοια (λέει ή υπονοεί ο Μαρξ) ενώ το εργαλείο ανήκει σ’ αυτόν που το χρησιμοποιεί, εφόσον αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την προέκταση των σωματικών και διανοητικών δυνατοτήτων του, η μηχανή γίνεται (γενικά) μέρος του κεφάλαιου· ή, πιο σωστά, η δεσπόζουσα μορφή του κεφάλαιου, αυτό που ονομάζεται πάγιο κεφάλαιο.
Η επιστήμη τώρα (και η τεχνολογία θα προσθέταμε) που είναι η προϋπόθεση της κατασκευής και της λειτουργίας κάθε μηχανής, δεν αποτελεί ούτε αναγκαία ούτε ικανή γνώση εκείνου που χειρίζεται μια μηχανή. Έρχεται “απ’ έξω” σε σχέση μ’ αυτόν, και επιδρά επάνω του σαν ξένη δύναμη.
Στα τωρινά δεδομένα, των νέων μηχανών, κάποιος βιαστικός θα προέβαλε δύο ενστάσεις. Πρώτον, ότι υπάρχουν μηχανές που δεν ανήκουν στο αφεντικό αλλά θα μπορούσαν να θεωρηθούν “ιδιωτικές”: οι προσωπικοί υπολογιστές ή τα smart phones. Και δεύτερον, ότι υπάρχουν ειδικότητες χειριστών των μηχανών, όπως οι προγραμματιστές, που έχουν (πρέπει να έχουν) επιστημονικές / τεχνικές γνώσεις σε σχέση με τις νέες μηχανές.
Η πρώτη ένσταση είναι πολύ επιφανειακή· ουσιαστικά είναι λάθος. Οι προσωπικοί υπολογιστές έχουν όλο και μικρότερη αξία (που τείνει στο μηδέν) σαν διακριτές, ξεχωριστές μηχανές. Η λειτουργική τους αξία έγκειται στη δικτύωσή τους. Εάν τις δει κανείς σαν τα απλά “άκρα” ενός δικτύου (που μπορεί να είναι το παγκόσμιο δίκτυο ή ένα μικρότερο, επιχειρηματικό δίκτυο), τότε οι προσωπικοί υπολογιστές είναι μόνο τα “χειριστήρια” μιας μεγα-μηχανής. Το cloud εξαφανίζει ήδη και τα τελευταία υπόλοιπα “ιδιωτικότητας” των προσωπικών υπολογιστών. Αυτό είναι δεδομένο με τα smart phones: χωρίς την δικτύωση είναι σχεδόν εντελώς άχρηστα· ή, όχι περισσότερο χρήσιμα από σημειωματάρια.
Η δεύτερη ένσταση είναι σχετικά (και μόνο) σωστή. Ακόμα και οι προγραμματιστές δεν έχουν καμία γνώση πολλών πλευρών των μηχανών που προγραμματίζουν. Ας πούμε της φυσικής υλικών. Ενώ είναι πράγματι ειδικευμένοι, είναι κάτοχοι γνώσεων στο ίδιο τυπικά επίπεδο που ήταν / είναι ο τορναδόρος σε σχέση με την μηχανή – τόρνο: μπορεί να τον χρησιμοποιεί σωστά, μπορεί επίσης να αναπτύξει κάποιες δεξιότητες στη χρήση του, μπορεί ακόμα ακόμα και να επισκευάσει ορισμένες βλάβες του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει τις ηλεκτρομηχανολογικές γνώσεις που προϋποτίθενται για την κατασκευή του.
Δεν συνιστά, λοιπόν, “προφητεία” η ιδέα του Μαρξ για το αυτόματο σύστημα μηχανών που αποτελείται από πολυάριθμα μηχανικά και πνευματικά όργανα, έτσι ώστε οι ίδιοι οι εργάτες καθορίζονται μόνο σαν συνειδητά μέλη του – κάτι που δεν υπήρχε στον καιρό του παρά μόνο σπερματικά. Είναι, μάλλον, αυτό που θεωρεί σαν καπιταλιστική τάση. Και είναι δύσκολο να πει κάποιος ότι αυτό που πριν παραπάνω από 1,5 αιώνα αντιλαμβανόταν ο Μαρξ σαν τάση δεν είναι σήμερα σχεδόν πραγματικότητα, εάν εννοήσει το διαδίκτυο σαν μια μεγαμηχανή (με ιδιοκτήτες): όχι μόνον οι σύγχρονοι εργάτες σε πολλούς τομείς αλλά το σύνολο των χρηστών του είναι (είμαστε) τα “συνειδητά μέλη” της.


Η εξέλιξη του μέσου εργασίας σε μηχανήματα δεν είναι τυχαία για το κεφάλαιο, αλλά αποτελεί τον ιστορικό μετασχηματισμό του παραδοσιακά δοσμένου μέσου εργασίας σε μορφή επαρκή για το κεφάλαιο. Η συσσώρευση της γνώσης και της επιδεξιότητας, των γενικών παραγωγικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού, απέναντι στον εργάτη απορροφήθηκε μ’ αυτό τον τρόπο στο κεφάλαιο, και εμφανίζεται σαν ιδιότητα του κεφαλαίου· πιο συγκεκριμένα του πάγιου κεφαλαίου, στο μέτρο που αυτό εντάσσεται στην παραγωγική διαδικασία σαν το καθαυτό μέσο παραγωγής. ‘Ωστε τα μηχανήματα εμφανίζονται σαν η επαρκέστερη μορφή του πάγιου κεφαλαίου, και το πάγιο κεφάλαιο – στο μέτρο που το κεφάλαιο εξετάζεται στη σχέση του με τον εαυτό του – σαν η επαρκέστερη μορφή του κεφάλαιου γενικά.

Παραπέρα, στο μέτρο που τα μηχανήματα εξελίσσονται – με τη συσσώρευση της κοινωνικής επιστήμης, γενικά της παραγωγικής δυναμης – η γενικά κοινωνική εργασία εκφράζεται όχι στην εργασία, αλλά στο κεφάλαιο. Η παραγωγική δύναμη της κοινωνίας μετριέται με το πάγιο κεφάλαιο, υπάρχει με αντικειμενική μορφή σ’ αυτό· και αντίστροφα, η παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου αναπτύσσεται μ’ αυτή τη γενική πρόοδο, που το κεφάλαιο ιδιοποιείται δωρεάν. Εδώ δεν πρόκειται να αναπτύξουμε λεπτομερειακά την εξέλιξη των μηχανημάτων· παρά μόνο από γενική άποψη· στο μέτρο που στο πάγιο κεφάλαιο το μέσο εργασίας, ως προς την υλική του πλευρά, χάνει την άμεση μορφή του και προβάλλει υλικά σαν κεφάλαιο απέναντι στον εργάτη. Στα μηχανήματα, η γνώση εμφανίζεται σαν ξένη, εξωτερική προς τον εργάτη· και η ζωντανή εργασία εμφανίζεται υποταγμένη στην αντικειμενοποιημένη, που διαθέτει αυτοτελή δράση. Ο εργάτης εμφανίζεται σαν περιττός, στο μέτρο που η δράση του δεν καθορίζεται από τις ανάγκες [του κεφάλαιου]. [3]
Η πλήρης λοιπόν ανάπτυξη του κεφαλαίου … συντελείται μόνο από τη στιγμή που το μέσο εργασίας δεν καθορίζεται μόνο τυπικά σαν πάγιο κεφάλαιο, αλλά έχει αρθεί στην άμεση μορφή του, και το πάγιο κεφάλαιο προβάλλει μέσα στην παραγωγική διαδικασία σαν μηχανή απέναντι στην εργασία· ολόκληρη όμως η παραγωγική διαδικασία όχι σαν υποταγμένη στην άμεση επιδειξιότητα του εργάτη, αλλά σαν τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης. Η τάση του κεφάλαιου είναι άρα να δίνει επιστημονικό χαρακτήρα στην παραγωγή, και η άμεση εργασία υποβαθμίζεται σε απλό συνθετικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας. Όπως στη μετατροπή της αξίας σε κεφάλαιο, έτσι και στην παραπέρα ανάπτυξη του κεφαλαίου, φαίνεται καθαρά πως το κεφάλαιο από τη μια μεριά προϋποθέτει μια ορισμένη, ιστορικά δοσμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων – ανάμεσα σ’ αυτές και της επιστήμης – κι από την άλλη τις ωθεί και τις αναγκάζει να αναπτυχθούν. [4]

Εδώ ο Μαρξ σημειώνει δύο πράγματα. Απ’ την μια μεριά, ότι η εξέλιξη των μηχανών συνιστά εξέλιξη μιας ορισμένης αποξένωσης εκείνων που τις χρησιμοποιούν (των εργατών) σε ότι αφορά την εργασία τους (την “παραγωγική διαδικασία). Κι απ’ την άλλη μεριά ότι αυτή η ίδια εξέλιξη οφείλεται στην υπεξαίρεση απ’ τα αφεντικά της “γενικής κοινωνικής εργασίας”, των γνώσεων και των εμπειριών, που έχουν μορφοποιηθεί σαν επιστήμη. Έτσι ώστε μπορούμε να πούμε ότι η αρχική αποξένωση αποτελεί μια καπιταλιστικά χρήσιμη αντιπαράθεση της “γενικά κοινωνικής εργασίας” (επιστήμης / τεχνολογίας) με κάθε εργάτη χωριστά. Εάν την θέση του εργάτη την επεκτείνουμε στη γενική φιγούρα των χρηστών κάποιων νέων μηχανών έξω απ’ την στενά εννοημένη εργασία, προκύπτει η αποξένωση κάθε υπηκόου χωριστά (και άσχετα απ’ το είδος της εκπαίδευσης και της εξειδίκευσής του) απέναντι στη γενική κοινωνική εργασία και την δημιουργικότητά της. Αυτή η αποξένωση, με τη σειρά της, είναι η μήτρα του τεχνοφετιχισμού, της ιδέας δηλαδή (που από πολλούς θεωρείται πιο φυσικό πράγμα του κόσμου) ότι οι νέες μηχανές είναι “όντα” με αυτοτελείς ικανότητες.
Υπάρχει και κάτι ακόμα που σημειώνει ο Μαρξ, αλλά δεν το αναλύει σ’ αυτό το σημείο των Grundrisse: ότι είναι το κεφάλαιο (και οι δικές του αναγκαιότητες) που ωθεί τις παραγωγικές δυνάμεις / δυνατότητες σε παραπάνω, ασταμάτηση ανάπτυξη. Κι ανάμεσά τους την επιστήμη και την τεχνολογία (που εδώ και δεκαετίες έχουν σχεδόν συγχωνευτεί, έτσι να μπορούμε να μιλάμε για τεχνοεπιστήμες). Το ποια είναι η θεμελειώδης καπιταλιστική αναγκαιότητα γι’ αυτήν την ατελείωτη ανάπτυξη των τεχνοεπιστημών προκύπτει έμμεσα αλλά ξεκάθαρα απ’ το παρακάτω απόσπασμα:


Το πάγιο κεφάλαιο, στον προσδιορισμό του σαν μέσου παραγωγής, με επαρκέστερη μορφή τα μηχανήματα, παράγει αξία – δηλαδή αυξάνει την αξία του προϊόντος – μονάχα από δύο απόψεις: 1) στο μέτρο που έχει αξία· που είναι, δηλαδή, κι αυτό προϊόν της εργασίας, ορισμένη ποσότητα εργασίας σε αντικειμενοποιημένη μορφή· 2) στο μέτρο που αυξάνει την αναλογία της υπερεργασίας προς την αναγκαία εργασία, αυξάνοντας την παραγωγική δύναμη της εργασίας κι έτσι δίνοντας στην εργασία τη δυνατότητα να δημιουργεί σε συντομότερο χρόνο μεγαλύτερη μάζα από προϊόντα αναγκαία για τη συντήρηση του ζωντανού εργατικού δυναμικού.
Είναι λοιπόν απόλυτος παραλογισμός η αστική φρασεολογία πως ο εργάτης μοιράζεται το προϊόν με τον κεφαλαιοκράτη επειδή αυτός ο τελευταίος, με το πάγιο κεφάλαιο (που άλλωστε είναι κι αυτό προϊόν της εργασίας, και δεν αποτελεί παρά ξένη εργασία που το κεφάλαιο απλά ιδιοποιήθηκε), του διευκολύνει την εργασία (αντίθετα – με τη μηχανή στερεί από την εργασία κάθε αυτοτέλεια και κάθε ελκυστικό χαρακτήρα) ή συντομεύει την εργασία του. Αντίθετα, το κεφάλαιο χρησιμοποιεί τη μηχανή μόνο στο βαθμό που αυτή επιτρέπει στον εργάτη να δουλέψει μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του για το κεφάλαιο, να αντιμετωπίσει μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του σαν όχι δικό του, να δουλέψει περισσότερο για κάποιον άλλο. Μ’ αυτή τη διαδικασία μειώνεται πραγματικά στο ελάχιστο η εργασία που χρειάζεται για την παραγωγή ενός ορισμένου αντικειμένου, αλλά μόνο για να αξιοποιηθεί η μέγιστη ποσότητα εργασίας για την παραγωγή του μέγιστου αριθμού τέτοιων αντικειμένων.
Η πρώτη πλευρά έχει σημασία, γιατί εδώ το κεφάλαιο – παρά τη θέλησή του – μειώνει την ανθρώπινη εργασία, την δαπάνη δύναμης, στο ελάχιστο. Απ’ αυτό θα επωφεληθεί η απελευθερωμένη εργασία, και αποτελεί τον όρο για την απελευθέρωσή της. [5]

Εδώ ο Μαρξ περιγράφει με εξαιρετική διαύγεια και απλότητα την καπιταλιστική αναγκαιότητα που οδηγεί στη διαρκή ανάπτυξη των τεχνοεπιστημών δυνατοτήτων και, κυρίως, την μορφοποίησή τους σε μηχανές. Το τεχνικό (μηχανικό) “οικοσύστημα” μειώνει όλο και περισσότερο τον αναγκαίο χρόνο εργασίας για το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα· στο συνδυασμό τους, μηχανές και ζωντανή εργασία, μειώνουν αυτό που ο Μαρξ ονόμασε κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Αλλά έτσι, μέσα στα δοσμένα ωράρια (κι ακόμα περισσότερο στην χρονική επέκτασή τους…) “περισσεύει” όλο και περισσότερος χρόνος εργασίας την παραγωγή, χρόνος τον οποίο ιδιοποιείται αποκλειστικά το αφεντικό. Συνεπώς, κάθε κύμα τεχνολογικών εφαρμογών (μηχανών) αυξάνει την υπεραξία που μπορεί να αποσπά το αφεντικό.
Αυτό εξηγεί επαρκώς το χωρίς όριο κυνήγι των τεχνοεπιστημονικών καινοτομιών, στη γενικότητά τους. Υπάρχει φυσικά (ο Μαρξ το αναλύει αλλού) και η αντίθετη τάση. Η χρήση νέων τεχνολογιών (στη θέση παλιότερων + εργασίας) συνιστά κατ’ αρχήν ένα έξοδο για κάθε εργοδότη. Το οποίο αποφεύγει να κάνει εάν (και μόνο εάν) η εργασία με τις παλιότερες μηχανές είναι τόσο φτηνή ώστε εκείνο που χάνει απ’ την άποψη της παραγωγικότητάς της ανά μονάδα χρόνου να το κερδίζει απ’ την επέκταση του χρόνου, την εντατικοποίηση, και το μικρό κόστος του “εμπορεύματος εργασία”.

Τον Οκτώβρη του 2013, στο τριήμερο φεστιβάλ του game over, παρουσιάστηκε ανάμεσα στα άλλα θέματα και το ηλεκτρονικό προλεταριάτο, μια εργατική έρευνα. Ένα απ’ τα ευρήματα εκείνης της έρευνας, απροσδόκητο για τις γενικές ιδέες περί εργασίας και νέων τεχνολογιών, ήταν το πόσο χαμηλοί είναι οι μισθοί ανθρώπων που θεωρούνται (και είναι) εξαιρετικά ειδικευμένοι. Ενώ, δηλαδή, θα περίμενε κανείς ότι οι μισθοί των προγραμματιστών είναι πολλαπλάσιοι του μισθού των ανειδίκευτων, η πραγματικότητα είναι πως συνήθως είναι μόνο λίγο μεγαλύτεροι· έτσι ώστε η έκφραση “ηλεκτρονικό προλεταριάτο” να είναι πέρα για πέρα ακριβής. Οι πιο πάνω σημειώσεις του Μαρξ φωτίζουν την μία απ’ τι δύο διαστάσεις αυτής της υποτίμησης.
Ο Μαρξ επαναλαμβάνει πιο κάτω:


Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: … μειώνει τον εργάσιμο χρόνο με την μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο – ζήτημα ζωής και θανάτου – για την αναγκαία. Από την μια μεριά, λοιπόν, επιστρατεύει όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως και του κοινωνικού συνδυασμού και της κοινωνικής συναλλαγής, για να κάνει τη δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από τον χρόνο εργασίας που καταβλήθηκε γι’ αυτόν. Από την άλλη μεριά, αυτές τις γιγαντιαίες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο θέλει να τις περιχαρακώσει μέσα στα όρια που απαιτούνται για τη διατήρηση της ήδη δημιουργημένης αξίας σαν αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις – που κι οι δυο είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου – εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα. Και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα, για να συνεχίσει να παράγει πάνω στη δική του στενή βάση….
Πραγματικά πλούσιο είναι ένα έθνος όταν δουλεύει 6 αντί για 12 ώρες…[6]

Grundrisse

ο “σιδερένιος άνθρωπος”

Οcyborg, η σύνθεση του οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί “ζωντανός οργανισμός” (με μια έννοια που, πιθανόν, περνάει στην ιστορία…) και των κυβερνητικών μηχανών / τεχνολογιών, είναι η τέταρτη ή πέμπτη στη σειρά μορφή που έχει πάρει, στην ιστορία του καπιταλισμού, η προσαρμογή (ακόμα και η απορρόφηση) του ανθρώπινου απ’ το μηχανικό. Κάθε τέτοια μορφοποίηση πατούσε ιδεολογικά στις προηγούμενες, ακόμα κι αν αυτό δεν γινόταν ρητά. Καθε τέτοια μορφοποίηση είχε μια καθολική ρητορική αφενός για την υποτιθέμενα εγγενή αναλογία μεταξύ των μηχανικών και των ανθρώπινων “λειτουργιών”, και αφετέρου για το (λαμπρό) μέλλον της ανθρωπότητας χάρη στις μηχανές. Κάθε φορά οι λαμπρές ιδεολογικές συνηγορίες, που ανάμεσα στ’ άλλα είχαν στόχο να υπερκεράσουν τις αντιδράσεις ή και τους φόβους απέναντι στις όποιες “φοβερές” μηχανές, συσκότιζαν την κατ’ αρχήν στόχευση, την κατ’ αρχήν σκοπιμότητα της χρήσης τους.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν το πρώτο κύμα της μηχανοποίησης (μέσω της καθιέρωσης της ατμομηχανής) είχε αρχίσει να απλώνεται στα αγγλικά υφαντουργεία, ο Andrew Ure, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, έγινε διάσημος υποστηρίζοντας δημόσια την μεταφορά της ανθρώπινης σκέψης σε σιδερένιες μηχανές, ώστε να μορφοποιηθεί ένας αυτοκινούμενος μηχανισμός που θα μεγαλώνει και θα μαθαίνει. Ο Ure, εντυπωσιασμένος από μια αυτόματη κλωστική μηχανή που είχε κατασκευάσει το 1824 ο μηχανικός και εφευρέτης Richard Roberts, πανηγύριζε για τις μηχανές που είναι προικισμένες με την σκέψη, την αίσθηση και την προσοχή ενός πεπειραμένου τεχνίτη. Ο Ure ονόμασε τέτοιου είδους μηχανές, που τις φανταζόταν να αντικαθιστούν ή να πειθαρχούν την ανθρώπινη εργασία στα υφαντουργεία (και μελλοντικά σε όλο και περισσότερους τομείς) δανειζόμενος μια αρχαιοελληνική λέξη: ανδροειδή(androids)… Στην κλωστική μηχανή του Roberts ο Ure έβλεπε πολύ περισσότερα από ένα μηχάνημα. Έβλεπε τον επερχόμενο “σιδερένιο άνθρωπο”: ο σιδερένιος άνθρωπος, προέκυψε απ’ τα χέρια του σύγχρονου Προμηθέα [του Roberts] – και είναι ένα πλάσμα προορισμένο να αποκαταστήσει την ομαλότητα και την ειρήνη στις βιομηχανικές τάξεις και να κάνει την Μεγάλη Βρετανία αυτοκρατορία των τεχνολογιών.
Όχι μόνο για τον Ure αλλά και το αυξανόμενο πλήθος των υποστηρικτών των τότε “νέων τεχνικών”, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, οι αυτοκινούμενες μηχανές έδειχναν το ίδιο έξυπνες με τους τεχνίτες που αντικαθιστούσαν. Η διάκριση μεταξύ ανθρώπινου και μηχανικού ξεπερνιόταν· και, εφόσον οι μηχανές θεωρούνταν σαν ζωντανά όντα, οι άνθρωποι θα ήταν εύλογο να θεωρούνται ζωντανές μηχανές. Έμοιαζε ότι η ιδέα του χρονικά προγενέστερου κατά δύο σχεδόν αιώνες Descartes γινόταν πια πραγματικότητα: ο Descartes θεωρούσε ότι τα οργανικά σώματα υπάγονται στους ίδιους φυσικούς νόμους με κάθε άλλο ανόργανο πράγμα στη φύση. Φυσικά ο Descartes δεν ταύτιζε απόλυτα το μηχανικό με το έμβιο και το ανθρώπινο: η διαφορά, υποστήριζε, είναι η ψυχή. Αρχικά συνεπείς σ’ αυτό που στη συνέχεια θα θεωρούνταν λεπτομέρεια, οι βιομηχανιστές του 19ου αιώνα μπορούσαν να αποδόσουν όλα τα κύρια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης δραστηριότητας σε κατά βάση μηχανικές λειτουργίες, που θα μπορούσαν να μορφοποιηθούν αποτελεσματικά “χωρίς ψυχή”.

Εκείνο που αποδείκνυε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η σύζευξη μηχανικού / τεχνητού και ανθρώπινου δεν είναι μόνο επιθυμητή αλλά και αποτελεσματική, ήταν η δυνατότητα (κι αυτή των αρχών του 19ου αιώνα) τεχνητών μελών για τα ανθρώπινα σώματα: ξύλινων ποδιών ή σιδερένιων γάτζων στα χέρια. Ειδικά τα ξύλινα πόδια άρχισαν να χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο εξαιτίας των επίσης συχνών εργατικών ατυχημάτων λόγω της καθιέρωσης των νέων μηχανών, πρώτα στα υφαντουργεία και ύστερα αλλού. Εκείνοι οι πρώιμοι cyborgs (πιο σωστά: machorgs) έγιναν αντικείμενο μιας κάπως άβολης αλλά αισιόδοξης συνηγορίας εκ μέρους του Ure: η προσθήκη εργαλείων στη θέση των ανθρώπινων χεριών … που γίνεται για να βοηθήσει την δουλειά εκείνων που είναι αδικημένοι απ’ τη φύση ή έχουν υποστεί κάποιο ατύχημα, όπως επίσης και η προσθήκη ξύλινων ποδιών, επιτρέπει στους εργάτες να κάνουν τη δουλειά τους με ακρίβεια, παρότι δουλεύουν με το μειονέκτημα της απώλειας ενός χεριού ή ποδιού.

Ηκατασκευή και η χρήση όλο και αποτελεσματικότερων ατμομηχανών προχώρησε παράλληλα με την ανάπτυξη ενός καινούργιου (τότε) επιστημονικού κλάδου της φυσικής, της θερμοδυναμικής. Η θερμική ενέργεια επρόκειτο να γίνει το ανάλογο της ζωϊκής ψυχής, και πλέον η διάκριση μεταξύ έμβιων όντων και μηχανών γινόταν ασήμαντη. Όπως διατυπωνόταν ξανά και ξανά, το ανθρώπινο σώμα και η μηχανή του εργοστασίου είναι και τα δύο κινητήρες που μετατρέπουν την ενέργεια σε έργο. ‘Ηδη απ’ το 1783 ο εφευρέτης της ατμομηχανής James Watt είχε εισηγηθεί σαν μονάδα μέτρησης την ιπποδύναμη, την δύναμη ενός αλόγου· μια μονάδα που επιζεί σε πείσμα της ιδεολογικής της προέλευσης μέχρι και σήμερα στους δεκάδες ή εκατοντάδες “ίππους” που κρύβονται στους κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Η αναμόρφωση της ιδέας περί ανθρώπου (: ουσιαστικά περί εργάτη…) στη βάση των προδιαγραφών των μηχανών, άλλαξε και το ρεπερτόριο της πειθαρχίας μέσα στα εργοστάσια. Στην πρώτη φάση το πρόβλημα ήταν να πειθαρχήσουν οι εργάτες και οι εργάτριες που ήταν αγρότες και είχαν μια “ηλιακή” και “εποχιακή” αίσθηση του χρόνου, στο ρολόι και στην απαίτηση διαρκούς και έντονης / εντατικής προσοχής στις μηχανές. Αλλά με την αναλογία του ανθρώπινου και του μηχανικού, το πρόβλημα της ανθρώπινης παραγωγικότητας άρχισε να μετατρέπεται σταδιακά σε πρόβλημα συντήρησης και καλύτερης εκμετάλλευσης της “ανθρώπινης ενέργειας”. Το ζητούμενο άρχισε να παίρνει την μορφή της αναζήτησης της μέγιστης απόδοσης με κριτήρια την σχέση ενέργειας / έργου ανά μονάδα χρόνου.

Σ’αυτό το περιβάλλον όπου οι μηχανές απ’ τη μια μεριά προσομοίωναν ή/και αντικαθιστούσαν εργασία και απ’ την άλλη μεριά εντατικοποιούσαν ή και σακάτευαν τους εργάτες, ο Μαρξ είδε πολύ περισσότερα και ουσιαστικότερα απ’ την λατρευτική φιλοσοφία της τεχνολογίας ή τον φόβο απέναντί της. O Ure και οι υπόλοιποι βιομηχανιστές είδαν στην εξάπλωση του πρώτου κύματος μηχανοποίησης εκείνο που τους συνέφερε: την υπαγωγή, την προσάρτηση της ανθρώπινης εργασίας στη μηχανή· την απαλλοτρίωση της ζωντανής εργασίας απ’ τις μηχανές. Η σύμπλεξη γινόταν, κατά τη γνώμη τους, τόσο στη μικρή κλίμακα (σε κάθε ατομική δουλειά) όσο και συνολικά: το εργοστάσιο γινόταν το γενικό ιδεώδες του machorg, το πρότυπο της επωφελούς για τους εργοδότες προόδου.
Ο Μαρξ είδε εντελώς διαφορετικά πράγματα στην ίδια διαδικασία. Είδε μια δομική πόλωση ανάμεσα στην ανθρώπινη εργασία και την μηχανή, ανάμεσα στη ζωντανή εργασία απ’ την μια και την μηχανική έκφραση, την μηχανική “εκπροσώπηση” του κεφάλαιου απ’ την άλλη. Αυτή η αντίθεση / πόλωση όμως δεν θα ξεπερνιόταν μέσω της καταστροφής της μηχανής, μέσω ενός αντεστραμμένου τεχνοφετιχισμού, που θα καθήλωνε την ανθρώπινη δημιουργικότητα σε προηγούμενες κοπιαστικές μορφές. Όχι. Η αντίθεση / πόλωση θα μπορούσε να ξεπεραστεί (αυτή ήταν η άποψη του Μαρξ) μόνο εάν οι μηχανές, εννοημένες και πάλι σα μορφοποίηση της κοινωνικής γνώσης (: επιστήμης, τεχνικής) αποσπούνταν απ’ την ιδιοκτησία και την δικαιοδοσία των αφεντικών· εάν έμπαιναν στην υπηρεσία της κοινωνικής δημιουργικότητας οριστικά και αποκλειστικά.
Μια πιο άμεση πρακτικά έκφανση αυτής της αντίθεσης αφορά – υπέδειξε ο Μαρξ – τον χρόνο εργασίας. Με τα σημερινά δεδομένα θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε αυτή την έκφανση και στον γενικό χρόνο “εμπλοκής” με τις νέες μηχανές και τις χρήσεις τους, για εργασία, για διασκέδαση, κοινωνικότητα, κλπ. Για το μηχανοποιημένο εργοστάσιο του 19ου αιώνα τα δεδομένα ήταν καθαρά: όσο επεκτείνεται αυτός ο χρόνος όπου οι εργάτες είναι τα “συνειδητά εξαρτήματα” των μηχανών τόσο εντατικοποιείται και βαθαίνει η εκμετάλλευση και η αλλοτρίωση.

Έχει επιπλέον σημασία, και εδώ μόνο θα υποδείξουμε το θέμα, ότι ο machorg (και ακόμα εντονότερα ο σύγχρονος cyborg) δεν ήταν στα βιομηχανικά όνειρα του Ure και των σύγχρονών του (και δεν είναι στην βιοπληροφορική σημερινή πραγματικότητα) μια ατομική σχέση ή ένα σύνολο ατομικών σχέσεων ανθρώπων – μηχανών. Ήταν η κωδικοποίηση του γενικού μοντέλου της επιθυμητής καπιταλιστικής πραγματικότητας, το καθολικό φαντασιακό για τον κόσμο.

ΟΜαρξ είδε στην μηχανοποίηση όχι απλά μια οντολογική τροποποίηση ή σύγκρουση, αλλά μια δυναμική διαδικασία κυριαρχίας του κεφάλαιου πάνω στην εργασία, που περιελάμβανε ωστόσο μια αυξημένη δυνατότητα απελευθέρωσης, όχι αυτής καθεαυτής της λειτουργίας των μηχανών, αλλά του (κοινωνικού) χρόνου και συμ-φέροντος που αφιερώνεται στη χρήση τους. Εάν πρόκειται για το συμφέρον του αφεντικού τότε οι μηχανές (με τους εντατικούς ρυθμούς τους, με τις λειτουργικές τους απαιτήσεις, με τη μεγάλη παραγωγικότητά τους, με τη μεταφυσική και τον φετιχισμό τους) πρέπει να είναι πανταχού παρούσες, γιατί μορφοποιούν και συμβάλλουν αποτελεσματικά στον διαρκή σφετερισμό της δημιουργικότητας. Εάν πρόκειται για το συμφέρον των εργατών (και, με μια διευρυμένη έννοια, το “κοινωνικό συμφέρον”) τότε ο αληθινά και ποιοτικά απελευθερωμένος χρόνος είναι αντίθετος σ’ αυτόν τον σφετερισμό.
Οι τότε machorg (όπως και οι τωρινοί cyborg) ήταν για τον Μαρξ ένας κόμπος που δεν θα μπορούσε να λυθεί τεχνικά. Αλλά μόνον πολιτικά. Γιατί πολιτική  (με την έννοια της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού) ήταν η γενέθλια αιτία τους.

Αλλά, βέβαια, εκείνο που δεν είδε (γιατί δεν μπορούσε) ο Μαρξ ήταν εκείνο το στάδιο της καπιταλιστικής εξέλιξης όπου ορισμένες μηχανές θα γίνονταν τόσο οργανικά ατομικά αξεσουάρ ώστε να μοιάζει αδιανόητο ότι υπάρχει ακόμα ζωή χωρίς αυτές. Οι πρώιμοι cyborg ξεκίνησαν σαν αποκατάσταση κάποιου είδους αναπηρίας, σαν αποκατάσταση της κανονικής ζωής. Μετά από μερικά κύματα τεχνολογικών εφαρμογών και αναθεωρήσεων πάνω στο τι είναι (ή τι πρέπει να είναι) το ανθρώπινο, οι cyborg εκτοξεύονται στο στερέωμα της σχεδόν “θεϊκής” παντοδυναμίας.

Ziggy Stardust

mecanhumanimal

Σημειώσεις

1 – Grundrisse, der Kritik der Politischen Ökonomie (βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας). Γραφόταν απ’ τον Μαρξ ως το 1858, αλλά δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1939. Όλα τα αποσπάσματα αυτής εδώ της αναφοράς είναι απ’ την ελληνική έκδοση των Grundrisse, απ’ τις εκδόσεις στοχαστής.
[ επιστροφή ]

2 – Τετράδιο VI, 44, Β τόμος, σελ. 531.
[ επιστροφή ]

3 – Τετράδιο VI, 44, Β τόμος, σελ. 532, 533.
[ επιστροφή ]

4 – Τετράδιο VII, 1, Β τόμος, σελ. 533.
[ επιστροφή ]

5 – Τετράδιο VII, 1, Β τόμος, σελ. 535.
[ επιστροφή ]

6 – Τετράδιο VII, 3, B τόμος, σελ. 539.
[ επιστροφή ]

_____________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/cyborg/issues/02/i02_p51_marx.html

One comment on “Tο πιστόνι, ο εργάτης, ο γάντζος: ανατομία των cyborg προγόνων…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s