Τεχνολογία, ολοκληρωτικός πόλεμος και δημιουργική καταστροφή…


Μια φενάκη πλανιέται πάνω από τον πρώτο κόσμο, ότι ο πόλεμος είναι αλλού, με χωρικούς και χρονικούς όρους. Συμβαίνει στις παρυφές του πολιτισμού και δεν αφορά “τον κόσμο μας” και “τη γενιά μας” που γαλουχήθηκε στην ευμάρεια, την πρόοδο και την παγκοσμιότητα του δυτικού πεπρωμένου. Κι αν τυχόν “συμβαίνει”, τότε συμβαίνει αλλιώς, αφού η αστρονομικών διαστάσεων τεχνολογικοποίηση της στρατιωτικής πυγμής, κάνει τον πόλεμο χειρουργικό, ακριβείας, καλοκουρδισμένο όργανο επιβολής του “καλού”, χωρίς περιττό αίμα και όλεθρο. Τα υπόλοιπα είναι απλά “ατυχήματα”, “ανθρώπινα λάθη”, “παράπλευρες απώλειες”, δυσλειτουργίες της πολεμικής μεγαμηχανής που ασφαλώς θα επιδιορθωθούν και θα εξαλειφθούν στο επόμενο κύμα τεχνολογικής εξέλιξης. Ευτυχισμένοι όσοι αφήνονται στην θαλπωρή αυτής της φενάκης. Γιατί αγνοούν ότι η ανθρώπινη καταστροφικότητα είναι η κατ’ εξοχήν δημιουργός τεχνολογίας, και μένουν τυφλοί στα σήματα κινδύνου που εκπέμπει το παρελθόν και το παρόν.

μηνύματα από το παρελθόν

Οολοκληρωτικός πόλεμος, δηλαδή η μετατροπή σε στόχο του συνόλου της κοινωνίας του αντιπάλου, χωρίς διάκριση μάχιμων – αμάχων, δεν είναι πρόσφατο ιστορικό φαινόμενο, επιβεβαιώνοντας τον Κλαούζεβιτς που υποστήριξε ότι ο πόλεμος από την φύση του οδηγείται υποχρεωτικά στα άκρα. Είναι όμως ο καπιταλισμός το πρώτο κοινωνικό σύστημα που υιοθέτησε μεν το δόγμα του ολοκληρωτικού πολέμου, αλλά τοεπαναστατικοποίησε, επαναπροσδιορίζοντας το συντακτικό της πολεμικής σύγκρουσης. Αν πριν η ολοκληρωτική καταστροφή προέκυπτε ως η έσχατη μέθοδος προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης και οριστική καθυπόταξη του αντιπάλου, στον καπιταλισμό συμβαίνει στην πραγματικότητα το ανάποδο. Η πλήρης και οριστική επικράτηση επί του αντιπάλου είναι η απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να επιτευχθεί ο πρωταρχικός στόχος που είναι η καταστροφή. Γιατί ο καπιταλισμός είναι το σύστημα που σε τελική ανάλυση μπορεί να θεραπεύσει τις κρίσεις του μόνο μέσω της καταστροφής και αδυνατεί να επιβιώσει διαφορετικά. Και εξαιτίας αυτού του λόγου, κάθε πόλεμος στον καπιταλισμό είναι εν εξελίξει ολοκληρωτικός πόλεμος και οδηγεί σε καταστροφή μεγάλης κλίμακας. Η ιστορία του προηγούμενου αιώνα είναι αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της θέσης.

Στα θεμέλια του καπιταλισμού εδράζεται η βασική αντινομία του: από την μια η κοινωνικοποίηση της παραγωγής κι από την άλλη η ιδιωτικοποίηση του παραγόμενου πλούτου. Είναι μια αντινομία που διατρέχει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, αυτοαναπαράγεται σε κάθε πεδίο και γεννάει μια πληθώρα παραλλαγών της: ανάμεσα στην αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας και την εντεινόμενη υποτίμηση των εργατών και εργατριών· ανάμεσα στο τι είναι δυνατόν να παραχθεί και άρα να εξασφαλίσει υπεραξία στα χέρια των αφεντικών και στο τι είναι δυνατόν να καταναλωθεί κι έτσι να πραγματοποιηθεί η υπεραξία· ανάμεσα στην συστηματική υποτίμηση της δημιουργικότητας των προλετάριων και την συστηματική εμπορευματοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών τους… Η αντινομία αυτή είναι ταυτόχρονα ο λόγος ύπαρξης του καπιταλισμού και η μήτρα των κρίσεών του (και η σημερινή κρίση ακριβώς τέτοια καταγωγή έχει). Καθώς ο καπιταλισμός αναπτύσσεται, ταυτόχρονα διογκώνεται η θεμελιώδης αντινομία του, μέχρι του σημείου να απειλείται ολόκληρο το σύστημα με κατάρρευση· και τότε μια καταστροφή μεγάλης κλίμακας γίνεται η μόνη εναλλακτική. Ήδη από τον 19ο αιώνα, το κομμουνιστικό μανιφέστο είχε περιγράψει με σαφήνεια αυτήν την διαδικασία:

Μια κοινωνική επιδημία ξεσπά, που σε άλλες εποχές θα φαινόταν παραλογισμός: η επιδημία της υπεραπαραγωγής. Η κοινωνία, έξαφνα, βρίσκεται οπισθοδρομημένη σε μια κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Νομίζει κανείς πως της κόπηκαν όλα τα μέσα της διατροφής, από καμιά πείνα ή από κανένα εξολοθρευτικό πόλεμο. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα διατροφής, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο.
Με ποιόν τρόπο ξεπερνά η μπουρζουαζία τις κρίσεις; Απ’ τη μια μεριά καταστρέφοντας αναγκαστικά ένα σωρό παραγωγικές δυνάμεις. Και απ’ την άλλη με το να κατακτά νέες αγορές και να εκμεταλλεύεται πιο εντατικά και πιο πλατιά όλες τις παλιές αγορές.

Μέχρι τον 19ο αιώνα, ο καπιταλισμός μπορούσε, σε γενικές γραμμές κι όχι απόλυτα, να “ελέγχει” την αντινομία του και να εκτρέπει τις κρίσεις ακολουθώντας βασικά την δεύτερη μέθοδο, της επέκτασης και της κατάκτησης νέων αγορών. Μέσω του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας μπορούσε να εξάγει τα προβλήματά του στις τέσσερις γωνιές της οικουμένης και να εισάγει πλούτο και σταθερότητα στις μητροπόλεις. Αλλά αυτή ήταν μια διαδικασία με περιορισμούς, γιατί ακόμη και για τον καπιταλισμό ο πλανήτης ήταν και τότε γεωγραφικά πεπερασμένος. Μολονότι η επέκταση δεν σταμάτησε ποτέ, μέσω της αποικιοποίησης από το εμπόρευμα όλο και περισσότερων πεδίων του κοινωνικού βίου, ο καπιταλισμός στράφηκε αποφασιστικά στην πρώτη μέθοδο, της καταστροφής και έριξε μεγάλο βάρος στην τεχνολογία, καθιστώντας την βασικό εργαλείο πειθάρχησης και ελέγχου για τις “ειρηνικές” περιόδους, και βασική μηχανή καταστροφής για τις περιόδους που κρίση γινόταν πλέον ανεξέλεγκτη. Για το καπιταλιστικό σύστημα η καταστροφή δεν είναι συμπωματικό προϊόν του πολέμου. Δεν είναι συνέπεια αγριότητας, ανικανότητας ή αδυναμία του ενός ή του άλλου αντιπάλου, αλλά εξ αρχής ζητούμενο, ο ανομολόγητος στόχος και η τεχνολογία είναι αυτή που μπορεί να προμηθεύσει τα μέσα ενός τέτοιου στόχου. Η ιστορική εμπειρία των τριών προηγούμενων παγκοσμίων πολέμων είναι αποκαλυπτική.

οι τρεις παγκόσμιοι πόλεμοι

Πρώτος Παγκόσμιος ΠόλεμοςΟ πόλεμος των χαρακωμάτων και της χημείας. Λόγω των οχυρώσεων και των χαρακωμάτων που κυριάρχησαν στον Α’ ΠΠ, η μηχανική και η τεχνολογία υλικών έκαναν άλματα. Επειδή τα χαρακώματα είχαν οδηγήσει σε καθήλωση των αντιπάλων, η γερμανία ξεκίνησε την συστηματική χρήση χημικών όπλων ελπίζοντας να την σπάσει. Όταν χρησιμοποιήθηκαν πρώτη φορά (χλωρίνη σε αέρια μορφή, Απρίλιος 1915), η άλλη πλευρά νόμισε ότι ήταν απλό προπέτασμα καπνού και οι στρατιώτες εφόρμησαν μέσα στο νέφος για να ανακόψουν τον εχθρό. Ταυτόχρονα, ο άνεμος διασκόρπισε το αέριο προς όλες τις κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες κι από τις δύο πλευρές.
Η χημική βιομηχανία, ένας από τους ισχυρότερους κλάδους του σύγχρονου καπιταλισμού, είναι προϊόν της μαζικής παραγωγής θανάτου του Α’ ΠΠ.

Επί έναν αιώνα σχεδόν, από τους ναπολεόντειους πολέμους μέχρι το 1914, ο καπιταλισμός διένυσε την μεγαλύτερη περίοδο σχετικής ηρεμίας της ιστορίας του, με πολεμικές συγκρούσεις που δεν πήραν παγκόσμιες διαστάσεις. Η εποχή αυτή έφτασε στο τέλος της όταν ξέσπασε η κρίση, παρά την διαδεδομένη ψευδαίσθηση ότι η τότε “παγκοσμιοποίηση” θα απέτρεπε κάθε συμπλοκή. Μετά από δεκαετίες ανάπτυξης, το χάσμα ανάμεσα στο τι ήταν δυνατόν να παραχθεί και τι ήταν δυνατόν να καταναλωθεί ήταν τόσο μεγάλο, ώστε χρειάστηκε όχι ένας, αλλά δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, μια καταστροφή δηλαδή ανθρώπων, υποδομών και εμπορευμάτων πρωτόγνωρης κλίμακας στην ιστορία, προκειμένου να επιτευχθεί μια νέα ισορροπία. Μ’ άλλα λόγια, η εργατική δύναμη υψηλής παραγωγικότητας αφού δεν ήταν δυνατόν να αξιοποιηθεί σαν “ειρηνική δύναμη”, μετατράπηκε σε εργασία υψηλής καταστροφικότητας, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για ένα νέο κύκλο. Χωρίς την υπερεντατική εφαρμογή όλο και περισσότερων, όλο και νεώτερων τεχνολογικών μέσων, η διαδικασία αυτή θα ήταν αδύνατον να ολοκληρωθεί. Μέσω των δύο πρώτων παγκοσμίων πολέμων, η τεχνολογία έγινε η “παγκόσμια σταθερά” της δημιουργικής καταστροφής.
Η εντατική χρήση της τεχνολογίας στον Α’ ΠΠ σηματοδότησε το βίαιο πέρασμα στην εποχή της βιομηχανοποίησης και της μαζικής παραγωγής. Όταν ξεκίνησε, η λαϊκή εικονογραφία του πολέμου ήταν αυτή του ιππικού και του κομψευμένου αξιωματικού με το ξίφος· όταν έληξε, στα πεδία της μάχης – και τον κόσμο όλο πλέον – κυριαρχούσαν τα πυροβόλα όπλα, τα δηλητηριώδη αέρια, τα χημικά όπλα, το πετρέλαιο, τα υποβρύχια, τα αεροπλάνα, η μετεωρολογία, η εξελιγμένη μηχανική και φυσικά, η κορωνίδα των μοντέρνων καιρών, τα οχήματα με κινητήρα εσωτερικής καύσης. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, όλοι πίστευαν ότι θα είναι υπόθεση εβδομάδων και “οι φαντάροι θα κάνουν χριστούγεννα στα σπίτια τους”· όταν έφτασε στον τέταρτο χρόνο κάθε διαθέσιμος πόρος και παραγωγική δυνατότητα είχε υπαχθεί στον πολεμικό σχεδιασμό. Σύσσωμες οι κοινωνίες των αντιπάλων είχαν επιστρατευτεί στην πολεμική προσπάθεια. Κατά μία έννοια, ο πρώτος παγκόσμιος ήταν πόλεμος ανάμεσα στις τεχνολογίες του 20ου αιώνα από την μία και των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων (και στρατιωτικών πρακτικών) του 19ου από την άλλη.

Παρά την εκατόμβη θυμάτων, ο Α’ ΠΠ άφησε πίσω του άλυτα προβλήματα και εκκρεμότητες, οδηγώντας αναγκαστικά σε νέο κύκλο αναμέτρησης και καταστροφής, δύο δεκαετίες αργότερα. Στο μεσοδιάστημα, οι δυνάμεις της επιστήμης και της τεχνολογίας κινητοποιήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς, ιδίως προς το τέλος του μεσοπολέμου. Το βασικό χαρακτηριστικό του Β’ ΠΠ και αυτό που αύξησε εκθετικά την καταστροφική παραγωγικότητά του, ήταν το γεγονός ότι το τεχνολογικό υπόδειγμα κατά την λήξη του πολέμου ήταν συντριπτικά διαφορετικό από αυτό της αφετηρίας. Πράγματι, όταν ξεκίνησαν οι μάχες, οι περισσότεροι στρατοί χρησιμοποιούσαν τεχνολογίες που ελάχιστα είχαν αλλάξει από τον Α’ ΠΠ ή ακόμη κι από τον 19ο αιώνα (ακόμη και τα χαρακώματα αλλά και το ιππικό έκαναν την εμφάνισή τους τον πρώτο καιρό). Ο καταλύτης υπήρξε ο “αστραπιαίος πόλεμος” (blietzkrieg) των ναζί – ουσιαστικά η εντατική μηχανοποίηση των δυνάμεων εφόδου – που κατέστησε άχρηστη κάθε προηγούμενη τακτική και πρακτική και υποχρέωσε τους αντιπάλους σε τεχνολογικά άλματα. Μέσα σε έξι μόλις χρόνια, από τότε που το πολωνικό ιππικό κλήθηκε να αντιμετωπίσει τα γερμανικά τανκς, οι εμπόλεμοι είχαν στην διάθεσή τους αεριωθούμενα αεροπλάνα, σύγχρονα ραντάρ, βαλλιστικούς πυραύλους, ασύρματες τεχνολογίες, υπολογιστικές μηχανές, ακόμη και πυρηνικά όπλα. Στην υποθετική αναμέτρηση ενός στρατού του 1939 μ’ έναν αντίστοιχο του 1945, ο δεύτερος θα επικρατούσε κατά κράτος. Εντωμεταξύ, η γραμμή συναρμολόγησης και η μαζική παραγωγή που εγκαινίασε ο Α’ ΠΠ έγιναν οριστικά καθεστώς χάρη στον Β’ ΠΠ (και μαζί τους, εξίσου καθεστώς έγινε το στρατο-βιομηχανικό σύμπλεγμα). Ενδεικτικά, μόνο οι ηπα μεταξύ 1939 και 1945 κατασκεύασαν 100.000 τεθωρακισμένα, 800.000 πυροβόλα, 36 δισεκατομμύρια οβίδες, 41 δισεκατομμύρια φυσίγγια και 500.000 πολεμικά αεροσκάφη. Ανάλογη ήταν και η παραγωγή οπλισμού από τη σοβιετική ένωση, κυρίως κατά τα τελευταία χρόνια του πολέμου. Από τις στάχτες και την καταστροφή των δύο παγκοσμίων πολέμων, ανέτειλε πλέον ο μοντέρνος κόσμος.

Ητελευταία πράξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ήταν η πρώτη του τρίτου: η καταστροφή της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι με την ρίψη ατομικών βομβών. Ο “ψυχρός πόλεμος”, όπως ονομάζεται επίσημα, με διάρκεια από το 1945 μέχρι το 1991, ήταν από όλες τις απόψεις ο τρίτος στη σειρά παγκόσμιος. Πράγματι, ήταν μια αναμέτρηση παγκόσμιας εμβέλειας, ενέπλεξε τα περισσότερα κράτη του πλανήτη και ήταν ολοκληρωτικός αφού κινητοποιήθηκαν συντεταγμένα όλες οι παραγωγικές δυνάμεις στην διεξαγωγή του και στόχος ήταν το σύνολο των δομών των αντίπαλων κοινωνιών. Εν τέλει (και θα το εξηγήσουμε αυτό) η καταστροφή που προκλήθηκε ήταν τέτοιας κλίμακας που μόνο με τους  προηγούμενους παγκόσμιους πολέμους μπορεί να συγκριθεί. Κι όλα αυτά χωρίς τυπικά να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός ανάμεσα στους δύο επίσημους αντιπάλους, τις ηπα και την εσσδ. Επιπλέον, ο Γ’ ΠΠ εμφάνισε καινοφανή χαρακτηριστικά που κληροδοτήθηκαν ατόφια στον πόλεμο της νέας εποχής του 21ου αιώνα.

Ήδη από το τέλος του Β’ ΠΠ, η τεχνολογική ανάπτυξη είχε αποκτήσει τη δική της αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική. Η έρευνα και επένδυση σε νέα εξελιγμένα συστήματα, που ήταν ευκαιριακή πριν τον Α’ ΠΠ και περισσότερο συστηματική πριν τον Β’, έγινε στην διάρκεια του ψυχρού θεμελιώδες χαρακτηριστικό του πολέμου, σε βαθμό που να μας επιτρέπει να θεωρήσουμε την ίδια την τεχνολογία ως ένα στρατηγικό πεδίο μάχης, με τη νίκη σε αυτό να έχει καθοριστική σημασία. Η «κούρσα εξοπλισμών», όπως είχε ονομαστεί η διαρκής τεχνολογική αναβάθμιση των πολεμικών μέσων, δεν αποσκοπούσε απλά στην υπεροπλία, αλλά στο γονάτισμα του αντιπάλου με την εξάντληση των πόρων του. Η τεχνολογία έπαψε να είναι ένα μέσο του πολέμου κι έγινε πόλεμος η ίδια.
Ο τρίτος παγκόσμιος είναι ο πόλεμος της πυρηνικής τεχνολογίας· για πρώτη φορά στην ιστορία οι εμπόλεμοι είχαν την τεχνική δυνατότητα ενός συντριπτικού χτυπήματος στον αντίπαλο, της ισοπέδωσής του και κατά συνέπεια – λόγω των αντιποίνων – της ολοσχερούς καταστροφής του πλανήτη. Ήταν μια ιδιάζουσα συνθήκη με παράδοξα αποτελέσματα. Η άμυνα με την κλασσική στρατιωτική έννοια είχε χάσει την σημασία της και η καταστροφική δύναμη της πυρηνικής τεχνολογίας είχε φτάσει σε τέτοιο ακραίο βαθμό αποτελεσματικότητας, ώστε πρακτικά κατέληγε στην αυτο-αναίρεσή της. Το αποτέλεσμα ήταν να πάρει ο Γ’ ΠΠ τον χαρακτήρα μιας παρατεταμένης πολιορκίας ολοκληρωτικού χαρακτήρα, που χωρίς να ενεργοποιεί τα πυρηνικά μέσα κι εφαρμόζοντας κατά κόρον τεχνικές προπαγάνδας, σαμποτάζ, προβοκάτσιας, οικονομικού πολέμου και συγκρούσεων μέσω τρίτων, στόχευε στην εξουθένωση και την εκ των έσω κατάρρευση του εχθρού.
Όταν ο πόλεμος έληξε με την ήττα του ανατολικού μπλοκ, ούτε η Ευρώπη, η αγαπημένη ήπειρος της καταστροφής, είχε γίνει ένα σωρός ερειπίων, ούτε κάποιος στρατός είχε αποδεκατιστεί, ούτε κάποια ταπεινωτική συνθήκη υπογράφτηκε. Μοιάζει σαν ένας ολοκληρωτικός πόλεμος να έκλεισε χωρίς τον προαπαιτούμενο επίλογο της καταστροφής μεγάλης κλίμακας. Αλλά αυτή είναι μια παραπλανητική εικόνα. Γιατί στην πραγματικότητα αυτό που συνέβη ήταν η αμείλικτη συσσώρευση της καταστροφικότητας στο παρασκήνιο επί τέσσερις δεκαετίες και το ορμητικό ξέσπασμά της σε δεύτερο χρόνο. Ας μην μας ξεγελούν τα χρονολόγια. Μπορεί η αναμέτρηση να έληξε το 1991, με την πτώση του τείχους, αλλά το ανατολικό μπλοκ γνώρισε την κατάρρευση και την καταστροφή στη συνέχεια, σε τέτοια κλίμακα ώστε να μην έχει ορθοποδήσει πλήρως ούτε καν μέχρι σήμερα. Η ρωσία και η ανατολική Ευρώπη μετατράπηκαν το 1991 σε μια απέραντη κοινωνική έρημο.

Pop κουλτούρα και ολοκληρωτικός πόλεμος

Pop κουλτούρα και ολοκληρωτικός πόλεμος

Αριστερά: Το βομβαρδιστικό B-29 “Enola Gay”, ενώ ετοιμάζεται να απογειωθεί στις 6/8/1945 για να ρίξει την ατομική βόμβα στην Χιροσίμα. Το 1980 οι Orchestral Manoeuvres in the Dark κυκλοφόρησαν το ομώνυμο αντι-πολεμικό τραγούδι, ένα από τα ιστορικότερα τραγούδια του new wave και της pop.

Κέντρο: Σκηνή από την ταινία “Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb” (1964) του Stanley Kubrick. Η κορυφαία κινηματογραφική κριτική στην πυρηνική παράνοια του ψυχρού πολέμου. Ο πλανήτης οδεύει στην πυρηνική καταστροφή και στο καταφύγιό του, το επιτελείο σχεδιάζει την αυριανή μετα-πυρηνική κοινωνία με φασιστικές προδιαγραφές.

Δεξιά: Σινεμά της φρίκης. Ισραηλινοί έχουν στήσει καρέκλες σε λόφο έξω από την Λωρίδα της Γάζας για να παρακολουθήσουν τον βομβαρδισμό της τον Ιούλιο του 2014. Μόλις ακούγεται έκρηξη, χειροκροτούν…

Από την κριτική στάση βουτιά στον κυνισμό κι ακόμη χαμηλότερα· σε μεγάλο βαθμό το ανθρώπινο πνεύμα του 21ου αιώνα δείχνει να έχει βουλιάξει τελεσίδικα στον απανθρωπισμό και την κτηνωδία.

πόλεμος τέταρτης γενιάς

Οτρίτος παγκόσμιος, εξαιτίας της ανελαστικής πυρηνικής συνθήκης, είχε θέσει στα στρατιωτικά επιτελεία ένα ακανθώδες ερώτημα: πώς θα μπορούσε να διεξαχθεί ένας πόλεμος, εάν και η παραμικρή στρατιωτική κινητοποίηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πυρηνική καταστροφή; Μ’ άλλα λόγια: πώς θα μπορούσε να “μεταμφιεστεί” ο πόλεμος ώστε να μην οδηγήσει σε πυρηνική κλιμάκωση; Οι απαντήσεις που δόθηκαν και οι τάσεις που άρχισαν να σχηματοποιούνται ίσως να μην καθόρισαν την έκβαση του τρίτου είχαν όμως μεγάλη επίδραση στον πόλεμο που έμελλε να ακολουθήσει.
Το 1989, μόλις λίγες μέρες πριν την πτώση του τείχους και δύο χρόνια πριν λήξει οριστικά ο Γ’ ΠΠ, η αμερικανική στρατιωτική εφημερίδα Marine Corps Gazette δημοσίευσε ένα θεωρητικό κείμενο με τίτλο Το μεταβαλλόμενο πρόσωπο του πολέμου: προς μία τέταρτη γενιά (The Changing Face of War: Into the Fourth Generation). Συγγραφείς του κειμένου ήταν μια ομάδα αναλυτών, αξιωματικών του αμερικανικού στρατού. Πρόθεση των συγγραφέων ήταν να σκιαγραφήσουν, ή μάλλον να ανιχνεύσουν, τη μορφή του πολέμου στο εγγύς μέλλον. Με βάση την προσέγγισή τους, εντόπισαν τρεις γενιές πολέμου. Η πρώτη ήταν αυτή των μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών που βάδιζαν συντεταγμένα κατά του αντιπάλου. Η δεύτερη ήταν αυτή της μεγάλης πυροβολικής ισχύος. Η τρίτη εγκαινιάστηκε με τον γερμανικό blietzgrieg κι έριχνε βάρος στην διείσδυση στα μετόπισθεν του αντιπάλου. Εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων γενιών, σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές εξελίξεις, οι συγγραφείς προσπάθησαν να σχηματίσουν την εικόνα ενός ενδεχόμενου πολέμου τέταρτης γενιάς. Για την ακρίβεια, άρχισαν να περιγράφουν πώς θα μπορούσε να είναι ένας άτυπος παγκόσμιος πόλεμος στον 21ο αιώνα:

Βλέπουμε δύο κρίσιμους καταλύτες προς την αλλαγή στις προηγούμενες γενεαλογικές μετατοπίσεις: την τεχνολογία και τις ιδέες. Ποια οπτική μας ανοίγεται από αυτές τις προηγούμενες μετατοπίσεις καθώς κοιτούμε προς μια πιθανή τέταρτη γενιά πολέμου;

[…]

Harry Tuttle


Aπό:http://www.sarajevomag.gr/cyborg/issues/03/i03_p17_war.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s