Καλοκαιράκι, αχ…


1.

Περιμένοντας στην ουρά τη βλέπω. Το ξανθό κορίτσι κουβαλάει καμιά ντουζίνα φακέλους από τη μία άκρη της αίθουσας στην άλλη. Περπατάει πάρα πολύ αργά, σέρνει τα πόδια της, τα μαλλιά της ακουμπάνε στη γυμνή πλάτη, το άσπρο μπλουζάκι της πίσω έχει μια τεράστια θαυμάσια τρύπα. Θυμήθηκα τις προάλλες (καθώς μου υποδείχθηκε ένα ποίημα) τη λέξη ραστώνη. Τι λέξη κι αυτή. Ορθώς είχα καιρό να τη συναντήσω και να την ακούσω, αφού είναι μια λέξη που μπορεί και ίσως πρέπει κιόλας να χρησιμοποιείται μόνο μόνη της. Είναι λέξη ολόκληρη νουβέλα, ολόκληρο τραγούδι, ολόκληρη σεκάνς και πάει λέγοντας. Ραστώνη. Καλώς δεν την ακούμε και πολύ συχνά, γιατί είναι λέξη εκτός της σημερινής πραγματικότητας, δεν μπορεί να μας καταλάβει και δεν μπορεί να χωρέσει σε ένα κόσμο διαρκούς εξωτερικής και εσωτερικής έντασης. Όσο εγώ σκέφτομαι τη λέξη ραστώνη το ξανθό κορίτσι συνεχίζει να την ενσαρκώνει. Όσοι – τυχεροί εν προκειμένω – περιμένουμε στην ουρά είμαστε μάρτυρες μιας υποβλητική σκηνής. Μια αόρατη δύναμη έχει σταθεί πάνω απ’ τα κεφάλια και απαντώντας στην ερώτηση κάποιου απ’ τους παρόντες, εξηγεί με πλήρη σαφήνεια τον ορισμό της «καλοκαιρινής νωχέλειας». Και όσο αυτή σέρνει σαδιστικά αργά τα πόδια της, θυμόμαστε όλοι ότι συνεχίζει ακόμη να υπάρχει κάτι πέρα απ’ την υπερβολικά αληθινή απόγνωση της σημερινής συγκυρίας. Μπορεί οι ζωές μας να πηγαίνουν ολοταχώς και με τα φρένα σπασμένα στο διάβολο, αλλά ο στιγμιαίος ερωτισμός του θέρους μας τραβάει απ’ τα μαλλιά σα να υπονοούσε ότι ποιος ξέρει ίσως και να μην πνιγούμε, ίσως και να μην υποκύψουμε αμέσως τώρα στο μοιραίο. Περιμένουμε αργοπίνοντας το μαγικό ελιξίριο, τους χυμούς της νωχελικής ομορφιάς.

Μετά από τρεις μέρες, περιμένοντας σε μια άλλη ουρά τη βλέπω. Το ξανθό κορίτσι κουβαλάει καμιά ντουζίνα φακέλους απ’ τη μία άκρη της αίθουσας στην άλλη. Περπατάει πάρα πολύ αργά, σέρνει τα πόδια της, το πρόσωπό της είναι παραμορφωμένο απ’ τις πιο βαθιές λαβωματιές της ανίας, το κορμί της είναι εξουθενωμένο. Αυτό δεν είναι νωχέλεια, αυτό είναι η ίδια η βαρβαρότητα μιας ζωής που τελειώνει σαδιστικά αργά ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους. Αυτό είναι όλα τα στερεότυπα περί δημοσίου υπαλλήλου κι άλλα τόσα ακόμη καρφωμένα σε μία μορφή, σε μία κίνηση, σε δύο ατελείωτα λεπτά υποχρεωτικού κουβαλήματος. Όσοι περιμένουμε την παρακολουθούμε σε αυτή την μισοκωμική μισόδραματική (πάντως ολότελα ανθρώπινη) στιγμή και αποσβολωμένοι καθρεφτιζόμαστε. Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένοι κουβαλητές του ασήμαντου, πηγαίνοντας ολόισια προς την μάταια πρόσκρουση, που βέβαια δεν μπορεί να αναμένεται ούτε ως κάτι λυτρωτικό ούτε ως κάτι τραγικό.

Όταν τελείωσαν (προσωρινά μόνο εννοείται) οι ουρές αναρωτιόμουν ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε, πως προχωράμε τα πρωινά του Ιουλίου και πως μας καταγράφει ο αόρατος φακός. Είμαστε ζωντανά σκίτσα της νωχέλειας, ερωτικά πλάσματα σε διάλειμμα απ’ την αληθινή ζωή (που όμως υπόσχεται ότι δεν αργεί να ξαναξεκινήσει) ή καταδικασμένα κορμιά, εξουθενωμένες σκουριές που κουβαλάνε το βάρος ενός ανόητου και ανιαρού κόσμου; Τι λέει ο ξένος που σε βλέπει να ιδροκοπάς με τα ρούχα της δουλειάς στο (άνευ κλιματισμού) μετρό; Σε πονάει, σε κρίνει, σε κατατάσσει στους κακομοίρηδες; Τι εκπέμπεται από ένα τυχαίο συρμό του Μετρό καθημερινή μεσημέρι; Μυρίζουν αργό βασανιστικό ερωτικό προσκλητήριο τα κορμιά ή μοιράζουν απλόχερα τη θλίψη του πλάσματος που πρέπει να παλέψει για να κερδίσει την πιθανότητα μιας υπερβαρετής καθημερινότητας.

2.

Θέλω να γράψω κάτι εξόχως αντικαλοκαιρινό και απαισιόδοξο για τους πρόσφυγες αλλά όλο το σταματάω. (Για όποιον κοιτάζει λίγο προσεκτικά το μέλλον προδιαγράφεται δραματικό. Έχουν μπει σε λειτουργία τα γρανάζια και προσεχώς ξεκινάει ο φαύλος κύκλος της – ακόμη μεγαλύτερης – βαναυσότητας.) Κάθε φορά που το αποφασίζω να κάτσω να το γράψω κάτι συμβαίνει. Τη μια φορά με προλαβαίνουν οι συμβολισμοί, τους καταναλώνω όπως το οξυγόνο κι ύστερα μπορώ να ξεράσω μόνο συγκίνηση και σκέψεις για το πόσο μεγάλο εσωτερικό μπαμ μπορεί να κάνει μια στιγμή. Έχω δίπλα μου τη Γιούσρα, ένα 9χρονο παιδί που έχει ζήσει 4 χρόνια πόλεμο, ανάβαση στα τούρκικα βουνά και πυροβολισμούς τούρκων μπάτσων, πλεύση του Αιγαίου με φουσκωτό και μετά διαμονή στα πατώματα του Πειραιά. Το παιδί δεν έχει πάει καν σχολείο, δεν έχει ζήσει σχεδόν τίποτα, απ’ όσα μπορούμε να πούμε ότι συγκροτούν ένα παιδί. Αλλά την έχω δίπλα μου, βόλτα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ (δεν μπορεί να αντιληφθεί καν τι εστί αντιρατσιστικό φεστιβάλ, δεν ξέρει αγγλικά, δεν ξέρω αραβικά, της κουτσολέω: πίπλ χίαρ λοβ λοβ ρεφιουτζίς και κάνει ααα γκουντ γκουντ). Είναι λοιπόν δίπλα μου και καθώς πάμε μπροστά για να δούμε τη συναυλία, συνειδητοποιώ ότι κατά πάσα πιθανότητα είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται σε συναυλία και ξεκινάει η Φριτζήλα και ο Δεληβοριάς (άγνωστο πως θα λειτουργήσει αυτό στο συναυλιακό της μέλλον) και λένε το κλάμα του εμιγκράντου.

Και η Γιούσρα μένει με το στόμα ανοιχτό, κοιτάζει με δέος, ακούει με δέος, ούτε βέβαια που ξέρει τι λέει το κομμάτι, δεν συνειδητοποιεί τίποτα, μόνο κοιτάζει και ακούει αυτή τη γυναίκα που τραγουδάει και είναι ενθουσιασμένη. Είναι ένα παιδί που ακούει μια φωνή που τραγουδάει και δεν ξέρει πώς να αντιδράσει παρά να χειροκροτήσει εκστασιασμένη και αυτή που συνήθως πάει ροδάνι η γλώσσα της να ακούει το ένα τραγούδι μετά το άλλο κολλημένη στο κάγκελο.

Πριν κάποια ώρα τυχαία καθώς τριγυρνούσαμε στο φεστιβάλ πέσαμε πάνω σε μια μίνι παράσταση, όλο το σκηνικό διαδραματιζόταν σε ένα ταξί (πέντε καρέκλες έκαναν το ταξί) η μία κοπέλα μίλαγε αραβικά, δύο μιλούσαν ελληνικά και μία αγγλικά. Και τα μικρά γελούσαν και έκατσαν να δουν απορροφημένα και ούτε παραπονέθηκαν όταν ακούγονταν ελληνικά ή αγγλικά και ούτε βιάστηκαν να ρωτήσουν τι και πως. Και στο τέλος οι συντελεστές της μίνι παράστασης κάπως όλοι μαζί πιάστηκαν και βγήκε απ’ την υπόκλιση κάτι περίεργο, μια αίσθηση αλλόκοτης συγκίνησης – ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, άραγε να αγαπιούνται στ’ αλήθεια έτσι;

Κάποιοι φίλοι μας απ’ τη Συρία αυτές τις μέρες φεύγουν για Γαλλία, το περίφημο relocation. Κάποιοι άλλοι απ’ το Αφγανιστάν κι αλλού, ετοιμάζονται να ζήσουν την απόλυτη σκληρότητα στην Αθήνα, υποδυόμενοι πότε τα θύματα και πότε τους θύτες μιας κατάστασης που έχει στηθεί με τέτοιο τρόπο λες και πρέπει να ζήσουμε κι αυτό το Κακό σαν κάτι το αναπόφευκτο.

Την επόμενη μέρα, περιμένοντας στο ταχυδρομείο, σκεφτόμουν ποιος είναι άραγε ο δίκαιος τρόπος να μετρήσεις τη ζωή. Τι είναι στ’ αλήθεια καθοριστικό; Μια αγαπητική στιγμή την ώρα που η μουσική πλημμυρίζει τα πάντα ή η αγωνία ότι οι φίλοι σου θα πάνε να ζήσουν στα γαλλικά γκέτο, καταδικασμένοι να γυρνοβολάνε αιωνίως απ’ τη μνήμη του πολέμου στον κυνισμό της μητρόπολης; Ποια είναι η αληθινή ουσία των ημερών που ζω; Αυτές οι ώρες που συνυπάρχεις εντός μιας αφάνταστης μέχρι πρόσφατα παρέας ή η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το υλικό ζόρι το δικό τους και το δικό μας;

Οι απαντήσεις ασφαλώς είναι περισσότερο θέμα οπτικής. Με ένα περίεργο τρόπο όμως, τον τελευταίο καιρό, άνθρωποι των οποίων το μέλλον (το κοντινό και πρακτικό) είναι συζητήσιμο, αόριστο και επισφαλές, βρήκαν ένα κοινό παρόν. Κι ας τρέχουμε προς τον τοίχο με το μαύρο μαντήλι στα μάτια, μπορούμε να κοιτάξουμε τριγύρω και να πούμε ότι ναι, υπάρχουμε. Μέχρι νεωτέρας έστω, υπάρχουμε σ’ αυτό το κοινό παρόν και έχουμε εξορίσει το χθες και το αύριο κι όποτε πια τελικά μας προλάβουν και τα δύο, ας μας προλάβουν. Θα δούμε τι θα γίνει.

__________________________________________________________

Aπό:https://tovytio.wordpress.com/2016/07/05/axkalokairaki/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s