Ο Σπινόζα μυθιστοριογράφος…


του Πιερ-Φρανσουά Μορώ

Ο Αλέξανδρος κατακτά την Ασία, αλλά πέφτει στη δεισιδαιμονία και αρχίζει να συμβουλεύεται μάντεις μόλις συναντήσει τις πρώτες αναποδιές στο πεδίο της μάχης· ένας Ισπανός ποιητής, μετά από μια βαριά αρρώστια, παθαίνει αμνησία και δεν αναγνωρίζει πλέον τις τραγωδίες που έχει γράψει· ένας νέος που δεν αντέχει πλέον την πατρική εξουσία φεύγει και κατατάσσεται στο στρατό, όπου θα υποστεί μια εξουσία ακόμη πιο τυραννική· ένας εραστής που τον αγνοεί η αγαπημένη του ξεσπαθώνει κατά των γυναικών και ορκίζεται ότι δεν θα ξαναασχοληθεί μαζί τους –αλλά μόλις η φίλη του του γνέψει και πάλι, τρέχει να ξανασμίξει μαζί της· ένας ενάρετος ηθικολόγος κατακεραυνώνει τα ελαττώματα των ανθρώπων αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να κάνει τη ζωή τους εξίσου ανυπόφορη με τη δική του και το μόνο που καταφέρνει είναι να τον μισήσουν όσοι τον ακούνε. Τόσες και τόσες ιστορίες από τις οποίες ο Σπινόζα μάς αφηγείται την αρχή, ενίοτε μάλιστα και περισσότερα επεισόδια (ο Αλέξανδρος επανεμφανίζεται συχνά στα γραπτά του): οι δύο Πραγματείες (πολιτική καιθεολογικο-πολιτική) είναι διάσπαρτες από εμβρυώδεις αφηγήσεις, υπαινιγμούς σε πολύ γνωστές ιστορίες, αλλά και ανέκδοτα με ανώνυμους ήρωες.

H αφηγηματική φλέβα του Σπινόζα συνεχίζεται στην αλληλογραφία του: στις επιστολές του προς τον Μπλέιενμπερχ εμφανίζονται ο Ηρώδης και ο Νέρων, οι οποίοι σκότωσαν και οι δύο τη μητέρα τους, αλλά με διαφορετικά κίνητρα (ο ένας τιμωρεί έτσι τη δολοφονία του πατέρα του, ο άλλος ενεργεί απλώς από φιλοδοξία και βαναυσότητα)· η επιστολή στον Άλμπερτ Μπυρχ αναφέρεται σε έναν προτεστάντη στρατηγό ο οποίος δίνει όστιες να τις φάνε τα άλογά του για να δείξει την περιφρόνησή του προς την καθολική διδασκαλία περί ευχαριστίας· ωστόσο, παρατηρεί ο Σπινόζα στο συνομιλητή του ο οποίος θέλει να τον προσηλυτίσει, αυτό το έκανε ατιμώρητα (δεν τον κεραυνοβόλησε η οργή του θεού). Όσο για τον Αδάμ και το αμάρτημά του, φιλοξενούνται ουσιαστικά σε όλα τα έργα τού Ολλανδού φιλοσόφου, από τη Σύντομη Πραγματεία μέχρι την Ηθική.

Καμιά φορά, μπροστά σε αυτή την αφθονία ιστοριών οι οποίες σχηματίζουν κάτι σαν ένα υπόστρωμα της έκθεσης more geometrico [με γεωμετρικό τρόπο], έχει κανείς την εντύπωση ότι στο Σπινόζα υπάρχει τρόπον τινά ένας απωθημένος μυθιστοριογράφος, και ότι οι αφηγήσεις της συγκεκριμένης ζωής των ανθρώπων, διάσημων ή αφανών, πιέζουν για να αναδυθούν στην επιφάνεια των φιλοσοφικών πραγματεύσεων.

Σε αυτό θα μπορούσαμε να δούμε τη θεμιτή του μέριμνα να δώσει στον αναγνώστη παραδείγματα ώστε να τον βοηθήσει να καταλάβει καλύτερα τη θεωρία: τα αφηγηματικά στοιχεία θα είχαν έτσι απλώς χαρακτήρα εικονογράφησης, χωρίς να εισφέρουν τίποτε ουσιαστικό στο στοχασμό· θα ήταν λοιπόν χρήσιμα μόνο για όσους δεν μπορούν να παρακολουθήσουν έναν υπερβολικά αφηρημένο συλλογισμό και χρειάζονται εικόνες για να δώσουν ζωή στις έννοιες. Αλλά η επιμονή αυτών των αφηγηματικών χωρίων και η διάταξή τους μέσα στο κείμενο δεν μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε αυτή την υπόθεση. Πραγματικά, όσα λέγονται στην αφήγηση συχνά λένε περισσότερα απ’ όσα έχουν αποδειχθεί. Και αυτό το πλεόνασμα εξήγησης πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Έχει σχέση με το καθεστώς της εμπειρίας στο Σπινόζα, καθώς και με τους τρόπους συνάρθρωσής της με το Λόγο.

 

Μεγάλη ιστορία

και αφηγήσεις του καθημερινού

 

Πολύ συχνά, ο Σπινόζα, για να οχυρώσει τις θέσεις του, χρησιμοποιεί μια διατύπωση που επικαλείται ταυτόχρονα δύο πηγές: «Η εμπειρία και ο Λόγος διδάσκουν ότι …» –ή, για να κλείσει μία συζήτηση που του φαίνεται περιττή: «η εμπειρία και ο Λόγος το έχουν δείξει επαρκώς και υπέρ-επαρκώς». Έτσι, απ’ τη στιγμή που μιλάμε για το συγκεκριμένο σύμπαν των ανθρώπων, δηλαδή για όλα όσα αφορούν τα πάθη, τους κανόνες συμπεριφοράς, την ελευθερία, την κοινωνία, τα πάντα μπορούν να διδαχθούν δύο φορές: ο Λόγος δεν αντιβαίνει ποτέ προς την εμπειρία· εξηγεί τις αιτίες όσων διαπιστώνουμε, ενώ η εμπειρία μάς προσφέρει μία γνώση χωρίς αιτίες, η οποία όμως έχει το τεράστιο πλεονέκτημα να μας κρατά μέσα στον κύκλο των πραγματικοτήτων. Χωρίς την εμπειρία, θα κρίναμε το πραγματικό εν ονόματι των κανονιστικών μας αυταπατών, και θα πέφταμε στην ηθικολογία, τη σάτιρα ή τη μελαγχολία όταν τίθεται ζήτημα να κατανοήσουμε τα άτομα και τις διαθέσεις τους· ή στην ουτοπία όταν τίθεται ζήτημα να σκεφτούμε την κοινότητα των ανθρώπων και το κράτος. Η ιστορία, επομένως, εκείνη που γνωρίζουμε από τον Τάκιτο ή τον Κουίντο Κούρτιο, αλλά και από τα αφηγηματικά βιβλία της Βίβλου, μας προσφέρει αυτή την εμπειρία η οποία μας διδάσκει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επενεργούν οι μεν επί των δε, οικοδομούν κοινωνίες, ζουν σε αυτές καλά ή λιγότερο καλά και, τέλος, τις βλέπουν να καταρρέουν. Βιαιότητες στους ρωμαϊκούς εμφύλιους πολέμους, συνωμοσίες στον οίκο του Δαυίδ, θεοποίηση των βασιλέων στους Πέρσες: καταστάσεις, όλες, που εφιστούν την προσοχή μας στην πολυπλοκότητα αλλά επίσης και στον επαναληπτικό χαρακτήρα των διανθρώπινων σχέσεων. Και δίπλα σε αυτή την «μεγάλη» ιστορία, εκείνη των λαών και των ηγετών τους, υπάρχει η πιο καθημερινή ιστορία, εκείνη των επιθυμιών και των προστριβών μας, της συμπεριφοράς μας και των αποκλίσεών της, εκείνη του μεθυσμένου που μίλησε παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε χάρη στο ποτό και του υπνοβάτη που «κάνει κοιμισμένος πράξεις που δεν θα τολμούσε να κάνει ξύπνιος», εκείνη του φιλάργυρου και εκείνη του μνησίκακου … όλες όσες φτιάχνουν το νήμα της ζωής μας, του καθενός από μας και όλων μαζί. Αυτές εδώ τις ιστορίες δεν μας τις παρέχουν οι ιστορικοί, αλλά το δικό μας βλέμμα και η δική μας μνήμη, αλλά επίσης και οι ποιητές και οι δραματικοί συγγραφείς, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο τις συμπύκνωσαν στα έργα τους και τους οποίους ο Σπινόζα παραθέτει συχνά εντάσσοντάς τους μέσα στην πρόζα του. Κάθε φορά που αναφέρει την αρχέγονη αδυναμία του Λόγου απέναντι στα πάθη επανέρχεται τακτικά η φράση που βάζει ο Οβίδιος στο στόμα της Μήδειας: «Βλέπω το καλύτερο και το επιδοκιμάζω, αλλά πράττω το χειρότερο». Καταλαβαίνουμε γιατί ποιητές και ιστορικοί μετρούν περισσότερο στην κουλτούρα του απ’ ό,τι οι φιλόσοφοι –τους οποίους ελάχιστα παραθέτει, πέρα από κάποιες πολεμικές κατά του Ντεκάρτ: για το φιλοσοφικό στοχασμό, φροντίζει ο ίδιος· αλλά αυτό που ζητά ανατρέχοντας στη λογοτεχνία και την ιστορία, είναι το βάρος των γεγονότων, το όριο της έκτασής τους, και η μορφοποίησή τους σε αφηγήσεις. Κάποτε μάλιστα σκιαγραφεί ο ίδιος ιστορίες, εάν ξέρει ότι ο αναγνώστης του θα αναγνωρίσει σε αυτές διδάγματα της δικής του ζωής. Η αυτοβιογραφία όλου του κόσμου, με δυο λόγια. Διότι το ενδιαφέρον με την εμπειρία είναι ότι μπορείς να τη μοιραστείς.

Το χαρακτηριστικό αυτών των ιστοριών, πράγματι, είναι ότι ουσιαστικά όλος ο κόσμος μπορεί να αναγνωριστεί σε αυτές ή να τις αναγνωρίσει. Όλος ο κόσμος έχει γνωρίσει στιγμές οργής ή ανημπόριας ή φόβου και ελπίδας. Υπό διαφορετικές συνθήκες, ασφαλώς, σε διαφορετικές στιγμές, αλλά ακριβώς η ανωνυμοποίηση της εμπειρίας επιτρέπει τη διαγραφή των συνόρων. Όσο για τα διδάγματα της μεγάλης ιστορίας, στην οποία ο συνήθης αναγνώστης δεν εμπλέκεται προσωπικά, αλλά την οποία ο καθένας γνωρίζει από έμμεση εμπειρία, θα παρατηρήσουμε ότι ο Σπινόζα μεριμνά να παραθέτει μόνο βιβλία τα οποία, στην εποχή του, όλος ο κόσμος γνωρίζει καλά: τους ιστορικούς που διάβαζαν όλοι όταν μάθαιναν λατινικά, και τη Βίβλο που ο καθένας συμβουλευόταν στους προτεσταντικούς κύκλους. Έτσι, και με τις δύο πτυχές της –τις ανώνυμες ιστορίες και εκείνες των διάσημων προσώπων- η αφήγηση προσφέρει μία κοινή, αναμφισβήτητη βάση στο στοχασμό, και του εισφέρει το συμβαντικό της βάρος. Στη συνέχεια, εναπόκειται στο στοχασμό αυτό να ανακαλύψει τους νόμους από τους οποίους απορρέει ο κόσμος των συμβάντων.

Ακόμα περισσότερο: αυτά τα «παραδείγματα», στην ίδια τη δομή του κειμένου, είναι ενίοτε πιο μπροστά από τους συλλογισμούς· λένε περισσότερα απ’ αυτούς, και ο πλούτος των συμφραζομένων υπερβαίνει το περιεχόμενο της απόφανσης που υποτίθεται ότι επιβεβαιώνουν. Δημιουργούν κατά κάποιο τρόπο μία ανισορροπία που «ξεχειλίζει» προς τις επόμενες αποδείξεις. Η σάρκα με την οποία η ιστορία, ο θρύλος ή η καθημερινή χρήση επενδύουν τις θεωρητικές διατυπώσεις δεν είναι της τάξης του ενδεχομενικού ή του άσκεπτου· παραπέμπει σε άλλους νόμους, ή σε άλλα αποτελέσματα του συστήματος των νόμων, πέρα από την απόφανση που καλούνται να συνοδεύσουν. Στη γεωμετρική τάξη, ένα θεώρημα (ή, στη λογοθετική τάξη των Πραγματειών, μία φιλοσοφική ή πολιτική θέση) διατυπώνει τα αφηρημένα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα τη συγκεκριμένη στιγμή της νοητικής διαδικασίας, και μόνο αυτά· η ιστορική μορφή, αντιθέτως, κουβαλάει μαζί της μία πρόσθετη συνοχή, δεδηλωμένη ή εύκολα αντιληπτή με τη φαντασία, η οποία της προσδίδει μια μεγαλύτερη δύναμη πειθούς και μάλιστα, απλούστατα, παρουσίας. Γι’ αυτό και δεν είναι απλώς αναγώγιμη σε μια απλή εικονογράφηση. Γι’ αυτό και ο μυθιστοριογράφος Σπινόζα είναι απαραίτητος στον φιλόσοφο Σπινόζα.

 

Μετάφραση: Α.Γ.

 

ClaudiusCivilis

Ρέμπραντ βαν Ρέιν, «Ο όρκος των Μπατάβων» (Rijksmuseum, Άμστερνταμ). Ο πρώτος χαρακτήρας στην άκρη αριστερά φαίνεται να έχει ζωγραφιστεί με μοντέλο τον Σπινόζα

 

Ο Pierre-François Moreau είναι καθηγητής φιλοσοφίας στην ENS της Λυόν και διευθύνει το ινστιτούτο ιστορίας της κλασικής σκέψης. Έργα του, μεταξύ άλλων: Spinoza et le spinozisme (στη σειρά Que sais-je ?, Paris, PUF 2007), Les passions à l’âge classique (Léviathan, PUF 2015). Το πρωτότυπο, με τίτλο Spinoza romancier, δημοσιεύτηκε στο Philosophie Magazine, τεύχος εκτός σειράς (2016) αφιερωμένο στο Σπινόζα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s