αμπερλουδαχαμίν (απόσπασμα)…


κι έτσι με έπεισες
εσύ με έπεισες να μην πεθάνω από την ασιτία
κι έψαξα για δουλειά στις αγγελίες
έψαχνα κύκλωνα έψαχνα
μέχρι που βρήκα μία που ‘γραφε
ζητείται λαός για εξέγερση
έτσι ακριβώς
και τους πήρα τηλέφωνο αμέσως
και τα συμφωνήσαμε
μπήκα στη δούλεψή τους
ήμουν ο πιο πιστός εργάτης τους

και τι δεν έκανα να νιώσω μέλος του λαού
τύλιγα το κασκόλ μου στο λαιμό

και καραδοκούσα έξω από τους σινεμάδες
μόλις η ταινία τέλειωνε
εισχωρούσα στην ουρά που έβγαινε
κλαίγαν αυτοί έκλαιγα και γω
γελούσαν αυτοί γελούσα και γω
ένα πηγαδάκι σχηματιζότανε ευκαιρία δεν έχανα
άκουγα κάθε προβληματισμό
όλες τις εκδοχές του
μα πόσο ν’ άντεχα την ασυνέπεια

πες μου πως γίνεται το φιλμ
να βασίζεται σε αληθινή ιστορία
και όλοι οι ηθοποιοί να είναι όμορφοι;

Σαμσών Ρακάςthe-street-by-balthus-1933

___________________________________________________________

Aπό:https://komparsos.wordpress.com/2016/07/02/%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1/#more-3539

Καθρέφτες…


Στέκουν εκεί, άλλοτε διακριτικοί άλλοτε αφημένοι στην επίδειξη. Μεγαλώνουν τους χώρους πολλαπλασιάζοντάς τους, καλούν στην πάντα ρευστή εικόνα τους να τους ταΐσεις με νέα εικόνα, με περισσότερη εικόνα ενώ κάθεσαι μπροστά τους. Υπεράνω πάσης υποψίας, μάτια τετραγωνισμένα, διακριτικά, που εικονίζουν ακριβώς την όρασή τους, μάτια μαζί και πρόσωπα.

Ο καθρέφτης, λαίμαργος, καταπίνει τα πάντα. Δεν γνωρίζει από χώρους και χρόνους, αυτός που ορίζει τον χώρο πίσω μας, τον χρόνο πάνω μας.
Παιδιά μπαίνουν σε καθρέφτες για να βγουν μετά μεσήλικοι, κορίτσια χάνονται από τα παιδικά τους δωμάτια για να τα συναντήσεις αργότερα σε άδειες γερασμένες κάμαρες, αποφεύγοντας με το βλέμμα τους καθρέφτες, σκεπάζοντάς τους σαν για να ξορκίσουν το καθρέφτισμα και όσα αυτό αποδεικνύει.

Γιατί οι καθρέφτες είναι πιστοποιητικά πραγματικότητας, βεβαιώσεις που πρέπει να σου δοθούν για να συνεχίσεις. Αν, παρά τις προσπάθειες, δεν βρεθείς εκεί μέσα, οι άνθρωποι θα σε αποκλείσουν, θα σταματήσουν να σου μιλούν, θα σε αντιμετωπίσουν σαν μια αχρείαστη σκιά που δεν αξίζει καν το φορτίο της δροσιάς της.
Ετσι, τον κοιτάς σχεδόν απολογητικά, ζητάς να επιβεβαιώσεις όλα όσα σου δείχνει, να περάσεις τις εξετάσεις της πραγματικότητάς σου με αμοιβή την ίδια σου την απεικόνιση και την ανακούφιση που η επιβεβαίωσή της φέρνει.

Συνέχεια

Ο Σπινόζα μυθιστοριογράφος…


του Πιερ-Φρανσουά Μορώ

Ο Αλέξανδρος κατακτά την Ασία, αλλά πέφτει στη δεισιδαιμονία και αρχίζει να συμβουλεύεται μάντεις μόλις συναντήσει τις πρώτες αναποδιές στο πεδίο της μάχης· ένας Ισπανός ποιητής, μετά από μια βαριά αρρώστια, παθαίνει αμνησία και δεν αναγνωρίζει πλέον τις τραγωδίες που έχει γράψει· ένας νέος που δεν αντέχει πλέον την πατρική εξουσία φεύγει και κατατάσσεται στο στρατό, όπου θα υποστεί μια εξουσία ακόμη πιο τυραννική· ένας εραστής που τον αγνοεί η αγαπημένη του ξεσπαθώνει κατά των γυναικών και ορκίζεται ότι δεν θα ξαναασχοληθεί μαζί τους –αλλά μόλις η φίλη του του γνέψει και πάλι, τρέχει να ξανασμίξει μαζί της· ένας ενάρετος ηθικολόγος κατακεραυνώνει τα ελαττώματα των ανθρώπων αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να κάνει τη ζωή τους εξίσου ανυπόφορη με τη δική του και το μόνο που καταφέρνει είναι να τον μισήσουν όσοι τον ακούνε. Τόσες και τόσες ιστορίες από τις οποίες ο Σπινόζα μάς αφηγείται την αρχή, ενίοτε μάλιστα και περισσότερα επεισόδια (ο Αλέξανδρος επανεμφανίζεται συχνά στα γραπτά του): οι δύο Πραγματείες (πολιτική καιθεολογικο-πολιτική) είναι διάσπαρτες από εμβρυώδεις αφηγήσεις, υπαινιγμούς σε πολύ γνωστές ιστορίες, αλλά και ανέκδοτα με ανώνυμους ήρωες.

H αφηγηματική φλέβα του Σπινόζα συνεχίζεται στην αλληλογραφία του: στις επιστολές του προς τον Μπλέιενμπερχ εμφανίζονται ο Ηρώδης και ο Νέρων, οι οποίοι σκότωσαν και οι δύο τη μητέρα τους, αλλά με διαφορετικά κίνητρα (ο ένας τιμωρεί έτσι τη δολοφονία του πατέρα του, ο άλλος ενεργεί απλώς από φιλοδοξία και βαναυσότητα)· η επιστολή στον Άλμπερτ Μπυρχ αναφέρεται σε έναν προτεστάντη στρατηγό ο οποίος δίνει όστιες να τις φάνε τα άλογά του για να δείξει την περιφρόνησή του προς την καθολική διδασκαλία περί ευχαριστίας· ωστόσο, παρατηρεί ο Σπινόζα στο συνομιλητή του ο οποίος θέλει να τον προσηλυτίσει, αυτό το έκανε ατιμώρητα (δεν τον κεραυνοβόλησε η οργή του θεού). Όσο για τον Αδάμ και το αμάρτημά του, φιλοξενούνται ουσιαστικά σε όλα τα έργα τού Ολλανδού φιλοσόφου, από τη Σύντομη Πραγματεία μέχρι την Ηθική.

Συνέχεια

ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΟΥ RAVACHOL …


ravachol_face_cropped-tt-width-1600-height-1067-fill-0-crop-0-bgcolor-eeeeee-nozoom_default-1-lazyload-0

«Υπάρχουν νεκροί που περπατούν ξανά, και ορισμένες κραυγές που δε σωπαίνουν. Και το κενό καλύπτεται με απεγνωσμένες αμβιφολίες», έγραφε οΓάλλος μυθιστοριογράφος Οκτάβ Μιρμπώ

1

Το γέλιο του Ravachol, Εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου, Σελίδες: 60

Ο «Δαίμων του Τυπογραφείου» ξαναχτύπησε με ένα βιβλίο αφιερωμένο σε έναν αναρχικό για τον οποίο δεν έχει ξαναβγεί ποτέ στα ελληνικά. Δεν έχει τολμήσει μάλλον να βγάλει κανείς. Αφενός γιατί ο Ραβασόλ ο ίδιος άλλωστε δεν ήταν συγγραφέας για να έχει πρόσφορα κείμενα, δεν τον ένοιαζε δηλαδή να γράφει, να κάνει σπουδαίες αναλύσεις ή να διαβάζεται από γενιές αναρχικών. Δεν νοιαζόταν δηλαδή για το τι θα πουν γι’ αυτόν, να κερδίσει δημόσια υποστήριξη (δεν νοιάστηκε άλλωστε ούτε καν στο δικαστήριο που τον καταδίκασε σε θάνατο, να προσπαθήσει να απενοχοποιηθεί ή να αποκρούσει τις κατηγορίες). Ήταν από τους πρωτεργάτες της προπαγάνδας δια της πράξης. Ο Ραβασόλ δηλαδή έδρασε, δεν κήρυττε, και πλήρωσε με το κεφάλι του για τη δράση του αυτή. Και αφετέρου είναι ένας αναρχικός που μαζί με τον άλλο αδύστακτο συμπατριώτη του Εμίλ Ανρύ, προκαλούν με τις ενέργειές τους ακόμη και στους αναρχικούς κύκλους. Στο ενεργητικό του; Δολοφονίες, πλαστογραφίες, τυμβωρυχίες, λαθρεμπόριο, φυλακίσεις, αποδράσεις, βομβιστικές επιθέσεις σε σπίτια δικαστών και κυβερντητικών.

Συνέχεια

Οι τράπεζες…


Πρώτα το απόσπασμα απ’ το ρεπορτάζ (ναυτεμπορική 4/7):
Η απειλή μιας νέας τραπεζικής κρίσης χτυπά την πόρτα της Ιταλίας, με τους επενδυτές να τρομάζουν μπροστά στο «βουνό» επισφαλών δανείων άνω των 350 δισ. ευρώ, που βαρύνει το ιταλικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Βρυξέλλες και Ρώμη έσπευσαν σιωπηρά να λάβουν μέτρα, ώστε η κατάσταση να μην τεθεί εκτός ελέγχου, θέτοντας σε ετοιμότητα προληπτικό μηχανισμό διοχέτευσης ρευστότητας και παρακάμπτοντας το ενιαίο πλαίσιο, που προβλέπει τη διάσωση με συμμετοχή των επενδυτών.
… Στο διάστημα μεταξύ του Οκτωβρίου 2008 και 31 Δεκεμβρίου 2012, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις χρειάστηκε να δαπανήσουν περισσότερα από δύο τρισ. ευρώ – ή το 14% του συνολικού ΑΕΠ της ε.ε. – για τη διάσωση προβληματικών τραπεζών και τη στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος με τη μορφή «ενέσεων ρευστότητας» ή εγγυήσεων. Οι τέσσρεις χώρες που συνεισέφεραν τα περισσότερα κεφάλαια για την απευθείας διάσωση τραπεζών ήταν οι Βρετανία (82 δισ. ευρώ), Γερμανία (64 δισ. ευρώ), Ιρλανδία ( 64 δισ. ευρώ) και Ισπανία (60 δισ. ευρώ).

Αν οι ιταλικές τράπεζες βρίσκονται ακόμα, το 2016, σε μαύρο χάλι, για την κατάσταση των ελληνικών δεν υπάρχει χρώμα. Σε απόλυτους αριθμούς το ποσό των «κόκκινων δανείων» είναι αισθητά μικρότερο στα μέρη μας. Αλλά σαν ποσοστό του αεπ είναι θηριώδες. Τα επισφαλή δάνεια προς τις ελληνικές τράπεζες είναι επίσημα 85 δις ευρώ, λίγο πάνω απ’ το 44% του αεπ (και ανεπίσημα πάνω από 110 δις ευρώ, πάνω απ’ το 58% του αεπ).

Συνέχεια

ΗΠΑ: η εξέγερση ενάντια στην εργασία…


του John Zerzan [1]

Οι σοβαροί σχολιαστές που καταπιάστηκαν με τις εργατικές εξεγέρσεις της περιόδου της μεγάλης οικονομικής ύφεσης, φαίνεται να συμφωνούν στην εκτίμηση ότι η αιτία των κάθε είδους ταραχών, συμπεριλαμβανόμενων και των καταλήψεων του 1936 – 1937 ήταν, πριν απ’ όλα, η επιτάχυνση των ρυθμών παραγωγής. Οι εργάτες της παραγωγής έδειξαν γρήγορα τη δυσαρέσκειά τους για το καινούργιο τους συνδικάτο, το CIO1: αυτό δεν έκανε καμιά προσπάθεια να εναντιωθεί στο δικαίωμα των διευθυντών να εφαρμόζουν νέες μεθόδους παραγωγής και να μεταβάλλουν τις συνθήκες εργασίας κατά την κρίση τους. Το 1945, μια έρευνα με τίτλο “Trends in Collective Bargainings” (Τάσεις στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας) παρατηρούσε ότι γύρω στο 1940, ο διάχυτος κυνισμός που χαρακτήριζε τη συμπεριφορά των αμερικάνων μισθωτών προς τ’ αφεντικά τους, επεκτάθηκε και στη συμπεριφορά τους προς τους συνδικαλιστές ηγέτες. Αργότερα, στη δεκαετία του ‘40, ο C. Wright Mills, στο βιβλίο του “The new men in power: America’s labor leaders” (Οι νέοι άνδρες της εξουσίας: οι αμερικάνοι συνδικαλιστές ηγέτες), περιέγραφε το ρόλο των συνδικάτων ως εξής:

Η ενσωμάτωση των συνδικάτων μέσα στο εργοστάσιο έχει σα συνέπεια να επιφορτίζεται το συνδικάτο με ένα μεγάλο μέρος της εργασίας του γραφείου προσωπικού των επιχειρήσεων, και να γίνεται έτσι ο κύριος επιτηρητής της πειθαρχίας της βάσης.

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, ο Daniel Bell κατάλαβε πως το γεγονός ότι οι εργάτες συνδικαλίζονταν δεν τους απέφερε έναν έλεγχο πάνω στην ίδια τους τη ζωή σαν εργαζόμενων. Εντυπωσιασμένος απ΄ τη μεγάλη αυθόρμητη απεργία στο προάστιο του Ντητρόιτ River Rouge, που ξέσπασε τον Ιούλη του 1949 λόγω της επιτάχυνσης του ρυθμού παραγωγής στις αλυσίδες της Ford, ο Bell σημείωνε ότι:

…Μερικές φορές οι καταναγκασμοί που επιβάλλονται στην εργασία οδηγούν σε μια έκρηξη τόσο ξαφνική, όσο και η έκρηξη ενός geyser…

Στο έργο του “Work and its Discontents” (Η δουλειά και οι δυσανασχετήσεις εξαιτίας της), το 1956, αποδείκνυε ότι:

… Η εξέγερση ενάντια στην εργασία ήταν πολύ διάχυτη κι έπαιρνε διάφορες μορφές…

Παρόμοια ήταν και η μελέτη των Walker και Guest, που έγινε στο Harvard το 1953, με τίτλο “The Man on the Assembly Line” (Ο άνθρωπος στην αλυσίδα συναρμολόγησης), που μαρτυρούσε τη δυσαρέσκεια και την αντίσταση των εργατών της αλυσίδας. Επίσης το βιβλίο “The myth of the happy worker” (Ο μύθος του ευτυχισμένου εργάτη) του Harvey Swados (The Nation, Αύγουστος 1957) έλεγε παρόμοια πράγματα· ο συγγραφέας, άλλωστε, είχε μακρόχρονη εμπειρία σαν εργάτης.

Συνέχεια