Η σχολή του Φράιμπουργκ…


Θεωρώντας εαυτούς φιλελεύθερους οι οικονομολόγοι και νομικοί που συγκεντρώθηκαν τη δεκαετία του ‘30 στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ γύρω απ’ τον καθηγητή οικονομικών Walter Eucken και δύο καθηγητές νομικής (τους Franz Bohm και Hans Grosmann-Doerth) είχαν απέναντί τους τους γερμανούς κεϋνσιανούς· και πίσω τους την ιστορική και ιδεολογική παράδοση του γερμανικού κράτους, και την θεωρητική επιρροή του Max Weber. Η συγκεκριμένη “σχολή”, ενόσω ήταν εξαιρετικά μειοψηφική στα ‘30s (όχι εξαιτίας του κεϋνσιανισμού αυτού καθ’ εαυτού αλλά εξαιτίας του εθνικοσοσιαλισμού), επεξεργάστηκε μια νεωτερική φιλελεύθερη προσέγγιση για το καπιταλιστικό κράτος και την καπιταλιστική “οικονομία”, που έμελλε να στηρίξει, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, διάφορες πλευρές του μεταπολεμικού γερμανικού κοινωνικού κράτους· παράγοντας, κυρίως, την ιδέα της “κοινωνικής οικονομίας της αγοράς”.
Υπήρχαν ουσιώδεις θεωρητικές (και εν τέλει πολιτικές) διαφορές ανάμεσα σ’ αυτό που ονομάστηκε ordo-φιλελευθερισμός και στον ιστορικό φιλελευθερισμό που υποστήριζε τόσο η Αυστριακή σχολή όσο και οι άγγλοι και αμερικάνοι φιλελεύθεροι, ακόμα και στη διάρκεια της Μεγάλης Κρίσης. Η άποψη του Eucken, του Bohm και των οπαδών τους ήταν ότι δεν υπάρχει “ελεύθερη οικονομία” σαν “φυσική κατάσταση”, στην οποία καμία κεντρική εξουσία δεν πρέπει να παρεμβαίνει. Οποιοδήποτε σύστημα οικονομικών δραστηριοτήτων, συναλλαγών και πράξεων (έλεγαν) είναι προϊόν της ιστορίας, και διαμορφώνεται σαν ένα σύνολο πολλών επιμέρους κανόνων, που μπορεί να είναι θεσμισμένοι (και άρα υποκείμενοι σε τροποποιήσεις) ή εθιμικοί, αλλά πάντως υπάρχουν και αλλάζουν σαν τέτοιοι. Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις θεσμικές / νομικές διαστάσεις οποιασδήποτε οικονομικής οργάνωσης οποιουδήποτε τύπου οι Eucken, Bohm και σια κρατούσαν τη μορφή κράτος μέσα στα ερωτήματα (και τις απαντήσεις) της καπιταλιστικής ομαλότητας. Σε αντίθεση όμως με τον Κέυνς, που απέδιδε στο κράτος την ευθύνη του εγγυητή του μέλλοντος της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, οι ορντοφιλελεύθεροι περιόριζαν την εμπλοκή του κράτους (σαν εγγυητή του νόμου) στη διαμόρφωση και στην τήρηση των “κανόνων του παιχνιδιού” της αγοράς. [3]

Ο ορντοφιλελευθερισμός της σχολής του Φράιμπουργκ ξεκινούσε απ’ την βασική παραδοχή ότι η “τάξη της αγοράς” είναι συνταγματικού τύπου, ότι μπορεί να περιγραφτεί σαν ένα λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο και ότι, σαν τέτοια, αποτελεί ζήτημα επιλογής. Στη βάση αυτή η ελεύθερη αγορά μπορεί να εννοηθεί μόνο μέσα απ’ την κατανόηση του είδους και του χαρακτήρα των νομικών – θεσμικών πλαισίων εντός των οποίων συμβαίνουν οι λειτουργίες της. Προχωρώντας ένα βήμα, η αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε οικονομικής οργάνωσης (κατά τους ορντοφιλελεύθερους) μπορεί να κριθεί – και να τροποποιηθεί – στη βάση αυτών ακριβώς των πλαισίων· στη βάση “των κανόνων του παιχνιδιού”.
Παρότι η παραδοχή της ιστορικότητας αυτών των “κανόνων” θα μπορούσε να μοιάζει Μαρξιανή, η θέση στην οποία τους έθεταν οι ορντοφιλελεύθεροι ήταν κλασσικά Βεμπεριανή. Γιατί ναι μεν αναγνώριζαν ότι όλες οι κοινωνίες (και όλες οι “οικονομίες”) είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόντα εξελικτικών δυνάμεων και όχι εκφράσεις κάποιου θεϊκού ή “φυσικού” σχεδίου· και σ’ αυτό το βασικό σημείο οι ορντοφιλελεύθεροι διαχωρίζονταν απ’ τον Άνταμ Σμιθ και τους επιγόνους του. Επέμεναν όμως ότι οι νομικοί – θεσμικοί κανόνες υπόκεινται στον ανθρώπινο (και εν τέλει στον κρατικό) σχεδιασμό, και ότι μπορούν να αλλάξουν αλλάζοντας, με τη σειρά τους, τις παραγωγικές σχέσεις. Μιλώντας, στη διάρκεια της Μεγάλης Κρίσης, για το “πρόβλημα να επιτευχθεί μια λειτουργική και ανθρώπινη οικονομία” ο Eucken έμοιαζε να συμφωνεί “κάπως” με τον Κέυνς:

… Το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί από μόνο του, απλά αφήνοντας τα οικονομικά μας συστήματα να μεγαλώνουν αυθόρμητα. Η ιστορία του τελευταίου αιώνα το έχει δείξει καθαρά. Το οικονομικό σύστημα πρέπει να διαμορφωθεί συνειδητά. Τα επιμέρους ζητήματα της οικονομικής πολιτικής, της εμπορικής πολιτικής, των πιστώσεων, των μονοπωλίων, της φορολογικής πολιτικής, της νομοθεσίας για τις χρεωκοπίες, είναι τμήματα του μεγάλου προβλήματος για το πως ολόκληρη η οικονομία, εθνική και διεθνής, και οι κανόνες της, πρέπει να διαμορφωθούν…

Σ’ αυτόν τον μικρό αλλά πυκνό γαλαξία, διάφορες επιμέρους νομοθεσίες, απ’ αυτήν για τις χρεωκοπίες ώς τη νομοθεσία για τα ακίνητα, το οικογενειακό δίκαιο, το εργατικό δίκαιο, το διοικητικό δίκαιο, αποτελούσαν για τους ορντοφιλελεύθερους συστατικά στοιχεία της συνταγματικής τάξης της ελεύθερης (καπιταλιστικής) οικονομίας.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, σ’ αυτό το σημείο, ότι οι θεωρητικοί της σχολής του Φράιμπουγκ “παραήταν κρατιστές” για να είναι φιλελεύθεροι! Όχι. Απλά ήταν γερμανοί! Και μ’ αυτό δεν εννοούμε, φυσικά, οτιδήποτε “φυλετικό”, αλλά την συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογική ιστορία τόσο του γερμανικού κράτους όσο και των διανοούμενών του, ήδη απ’ τον 18ο και τον 19ο αιώνα – σε διάκριση (και σε διάφορα σημαντικά ζητήματα σε αντίθεση) με την πολιτική και ιδεολογική ιστορία άλλων μεγάλων καπιταλιστικών κρατών, όπως η Αγγλία, οι ΗΠΑ ή η Γαλλία.
Ο Μισέλ Φουκώ, στο ενδιαφέρον βιβλίο Η γέννηση της Βιοπολιτικής [4] σημειώνει επ’ αυτού:

… Η γερμανική φιλελεύθερη σκέψη … δεν γεννήθηκε με τη σχολή του Φράιμπουργκ. Εδώ και πολλά χρόνια άνθρωποι όπως ο Λούγιο Μπρεντάνο, για παράδειγμα, προσπαθούσαν να υποστηρίξουν, να συντηρήσουν τα θέματα του κλασσικού φιλελευθερισμού μέσα σε μια ατμόσφαιρα που σίγουρα δεν ήταν ιδιαιτέρως ευνοϊκή γι’ αυτόν. Πολύ σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι υπήρχαν στη Γερμανία, πρακτικά από τα μέσα του 19ου αιώνα, και με διαδοχικές εμφανίσεις στη σκηνή της ιστορίας, κάποια μείζονα εμπόδια, κάποιες μείζονες κριτικές στον φιλελευθερισμό, στη φιλελεύθερη πολιτική. Κι εδώ, πάλι, πολύ σχηματικά:
Πρώτον, η αρχή που πρακτικά διατυπώθηκε από το 1840 από τον Λιστ, ότι για τη Γερμανία τουλάχιστον δεν μπορεί μια εθνική πολιτική να είναι συμβατή με μια φιλελεύθερη πολιτική. Η αποτυχία του Zollverein να συγκροτήσει ένα γερμανικό Κράτος βάσει ενός οικονομικού φιλελευθερισμού ήταν, κατά κάποιον τρόπο, η σχετική απόδειξη. Και ο Λιστ, οι διάδοχοι του Λιστ, έθεσαν ως βασική αρχή ότι η φιλελεύθερη οικονομία, χωρίς να είναι καθόλου η γενική, οικουμενικά εφαρμόσιμη συνταγή σε κάθε οικονομική πολιτική, δεν μπορούσε να είναι ποτέ, και όντως δεν ήταν, τίποτα περισσότερο από ένα τακτικό όργανο ή από μια στρατηγική στα χέρια κάποιων χωρών προκειμένου να επιτευχθεί μια οικονομικά ηγεμονική και πολιτικά επεκτατική θέση έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Υπό σαφείς και απλούς όρους, ο φιλελευθερισμός δεν είναι η γενική μορφή που κάθε οικονομική πολιτική οφείλει να υιοθετήσει. Ο φιλελευθερισμός είναι απλούστατα η αγγλική πολιτική, είναι η πολιτική της αγγλικής κυριαρχίας. Γενικότερα, είναι επίσης η πολιτική προσαρμοσμένη σε ένα ναυτικό έθνος. Στο βαθμό αυτόν η Γερμανία, με την ιστορία της, με τη γεωγραφική της θέση, με όλους τους καταναγκασμούς που την περικλείουν, δεν μπορεί να υιοθετήσει μια φιλελεύθεση οικονομική πολιτική. Χρειάζεται μια προστατευτική οικονομική πολιτική.
Δεύτερον, δεύτερο εμπόδιο, θεωρητικό και συγχρόνως πολιτικό που συνάντησε ο γερμανικός φιλελευθερισμός στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ο σοσιαλισμός του βισμαρκικού κράτους: για να υπάρξει το γερμανικό έθνος στην ενότητά του δεν έπρεπε απλώς να προστατευτεί απέναντι στο εξωτερικό, μέσω μιας προστατευτικής πολιτικής, έπρεπε επιπλέον στο εσωτερικό οτιδήποτε έθετε σε κίνδυνο την εθνική ενότητα να ελεγχθεί, να τιθασευτεί, και γενικά έπρεπε το προλεταριάτο, ως απειλή της εθνικής ενότητας και της κρατικής ενότητας, να επανενσωματωθεί στο εσωτερικό της κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Χονδρικά, είναι το θέμα του σοσιαλισμού του βισμαρκικού κράτους – δεύτερο εμπόδιο, συνεπώς, σε μια φιλελεύθερη πολιτική…

Θα αφήσουμε για αργότερα (στις κόκκινες σελίδες) το υπαρκτό ζήτημα του πως μια χ ή ψ “οικονομική ορθοδοξία” μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο μπορεί να αποτελεί όντως βασικό εργαλείο εθνικών ιμπεριαλισμών ενόσω εμφανίζεται σαν ένα υπερεθνικό δόγμα, για χρήση από οποιονδήποτε. Εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε εδώ είναι πως ενώ η κεϋνσιανή προσέγγιση, στα ‘30s, για την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης μέσα στο καπιταλιστικό “λειτουργικό” ήταν όντως προκλητική και καινοτόμα για εκείνα τα κράτη που νωρίτερα κυριαρχούσε ο “καθαρός” φιλελευθερισμός αγγλοσαξονικού τύπου, για την γερμανική περίπτωση το ίδιο ζήτημα ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μέρος της εθνικής ιστορίας και πολιτικής κουλτούρας. Έτσι ώστε οι γερμανοί ορντοφιλελεύθεροι μπορούσαν να θεωρούν εαυτούς φιλελεύθερους και, ταυτόχρονα, να διαχωρίζονται απ’ τον φιλελευθερισμό του laissez-faire (πρακτικά απ’ το μεγαλύτερο μέρος της φιλελεύθερης παράδοσης ως τα ‘30s) κατηγορώντας τους οπαδούς του ότι δεν είναι ικανοί να εκτιμήσουν τον δυνάμει θετικό ρόλο που μπορούν να παίξουν οι κυβερνήσεις δημιουργώντας και επιδιορθώνοντας όπου χρειάζεται το πλαίσιο των νόμων και των θεσμών που κάνουν την αγορά να λειτουργεί αποτελεσματικά.

Αλλά ήταν όντως φιλελεύθεροι! Και ο αναγνώστης / η αναγνώστρια των κόκκινων σελίδων θα πρέπει από τώρα να υποψιαστεί την πιθανότητα ο ορντοφιλελευθερισμός να απέκτησε μια ευρύτερη (δηλαδή: όχι αποκλειστικά γερμανική) αξία και εφαρμογή ακριβώς επειδή, μέσα στην ιστορική διαλεκτική εξέλιξη του ίδιου του φιλελευθερισμού (σαν ενός απ’ τα ταξικά προγράμματα των αφεντικών) περιέλαβε κι εκείνο που παραδοσιακά ήταν ανάθεμα: ενεργές κυβερνητικές / κρατικές επεμβάσεις υπέρ της καπιταλιστικής συσσώρευσης, κερδοφορίας, λειτουργίας. Πάντα στο όνομα της αγοράς.
Ενδεικτικά να τι γράφει για τον φιλελευθερισμό της σχολής του Φράιμπουργκ ο Φουκώ:

Όλες αυτές οι μορφές παρέμβασης οφείλουν να καταργηθούν αυστηρά προς όφελος των οργάνων της καθαρής αγοράς…. Ιδιαίτερα, είναι απολύτως ξεκάθαρη η νεοφιλελεύθερη πολιτική σε σχέση με την ανεργία. Σε μια κατάσταση ανεργίας δεν πρέπει καθόλου, όποια κι αν είναι τα ποσοστά ανεργίας, να παρεμβαίνει κανείς άμεσα ή κυρίως στην ανεργία, λες και η πλήρης απασχόληση θα έπρεπε να είναι ένα πολιτικό ιδανικό και μια οικονομική αρχή που πρέπει να διασωθεί σε κάθε περίπτωση. Αυτό που πρέπει να διασωθεί, και πρέπει να διασωθεί κατ’ αρχάς και πρωτίστως, είναι η σταθερότητα των τιμών. Στη συνέχεια, η σταθερότητα των τιμών θα επιτρέψει, αναμφίβολα, τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης και την ύπαρξη ενός επιπέδου απασχόλησης υψηλότερου απ’ ό,τι σε κρίση ανεργίας. Αλλά η πλήρης απασχόληση δεν είναι στόχος, ενώ πρέπει να δεχθούμε ότι ένα περιθώριο ανεργίας είναι απολύτως απαραίτητο για την οικονομία. Όπως το λέει, νομίζω, ο Ρέπκε, τί είναι άνεργος; Δεν είναι ένας οικονομικά μειονεκτικός. Ο άνεργος δεν είναι ένα κοινωνικό θύμα. Τί είναι ο άνεργος; Είναι ένας εργαζόμενος σε μεταβατική κατάσταση. Είναι ένας εργαζόμενος σε μετάβαση μεταξύ μιας μη αποδοτικής δραστηριότητας και μιας δραστηριότητας περισσότερο αποδοτικής…

… Κατ’ αρχάς – λένε οι ορντοφιλελεύθεροι – μια κοινωνική πολιτική, αν θέλει πράγματι να ενσωματωθεί σε μια οικονομική πολιτική και αν δεν θέλει να είναι καταστρεπτική σε σχέση με αυτήν την οικονομική πολιτική, δεν πρέπει να της χρησιμεύει ως αντίβαρο και δεν πρέπει να ορίζεται ως αυτό που αντισταθμίσει τα αποτελέσματα των οικονομικών διαδικασιών. Ιδιαίτερα η εξίσωση, η σχετική εξίσωση, η ικανότητα πρόσβασης του καθενός στα καταναλωτικά αγαθά δεν μπορεί, επ’ ουδενί, να αποτελέσει έναν στόχο.

Συνεπώς, μια κοινωνική πολιτική που θα είχε ως πρώτιστο αντικείμενο την έστω σχετική εξίσωση, που θα είχε ως κεντρικό θέμα την, έστω σχετική, εξίσωση, αυτή η οικονομική πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι αντιοικονομική.
Μια κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να ορίζει την ισότητα ως στόχο της. Πρέπει, αντίθετα, να αφήνει την ανισότητα να λειτουργήσει, και όπως έλεγε … δεν ξέρω πια ποιός είναι, νομίζω ότι είναι ο Ρέπκε που έλεγε: οι άνθρωποι παραπανιούνται για την ανισότητα, τι σημαίνει όμως αυτό; “Η ανισότητα, λέει, είναι η ίδια για όλους”. Διατύπωση που, βέβαια, μπορεί να φαίνεται αινιγματική, αλλά κατανοείται αν σκεφτούμε ότι για τους ορντοφιλελεύθερους το οικονομικό παιχνίδι, με τα φαινόμενα ανισότητας που ενέχει, είναι ένα είδος γενικής ρύθμισης της κοινωνίας, στο οποίο προφανώς ο καθένας πρέπει να προσχωρήσει και ενώπιον του οποίου πρέπει να υποχωρήσει. Όχι, λοιπόν, εξίσωση, και συνεπώς, αλλά και ακριβέστερα, όχι μεταβίβαση εισοδημάτων των μεν προς του δε. [Ειδικότερα, μια μεταβίβαση εισοδημάτων είναι επικίνδυνη, όταν αντλείται από το μέρος των εισοδημάτων που παράγει αποταμίευση και επενδύσεις]. Και όταν την αφαιρείς σημαίνει ότι στερείς από τις επενδύσεις ένα μέρος των εισοδημάτων και το διοχετεύεις στην κατανάλωση. Το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να αφαιρέσεις από τα υψηλότερα εισοδήματα ένα μέρος που, ούτως ή άλλως, θα αφιερωνόταν στην κατανάλωση ή, θα λέγαμε, στην υπερκατανάλωση, και αυτό το κομμάτι της υπερκατανάλωσης να το μεταβιβάσεις σ’ αυτούς που, είτε για λόγους οριστικής μειονεξίας είτε για λόγους κοινών δυσχερειών, βρίσκονται σε μια κατάσταση υπο-κατανάλωσης. Αλλά τίποτα περισσότερο. Πολύ περιορισμένος χαρακτήρας, λοιπόν, όπως βλέπετε, των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Σε γενικές γραμμές, δεν διασφαλίζεται τόσο η διατήρηση μιας αγοραστικής δύναμης, αλλά ενός ζωτικού ελάχιστου γι’ αυτούς που, υπό μία οριστική ή παροδική ιδιότητα, δεν θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την ίδια τους την ύπαρξη. Έχουμε την οριακή μεταβίβαση ενός μεγίστου προς ένα ελάχιστο. Δεν έχουμε καθόλου σταθεροποίηση, εξομάλυνση γύρω από έναν μέσο όρο…

… Πράγμα που μας οδηγεί, βέβαια, στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μόνο μία κοινωνική πολιτική που είναι αληθινή και θεμελιώδης, δηλαδή η οικονομική ανάπτυξη. Η θεμελιώδης μορφή της κοινωνικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι κάτι που θα μπορούσε να αντιβαίνει στην οικονομική πολιτική και να την αντισταθμίζει: η κοινωνική πολιτική δεν θα έπρεπε να είναι πιο γενναιόδωρη απ’ όσο το επιτρέπει η οικονομική ανάπτυξη. Η οικονομική ανάπτυξη, και μόνο αυτή, θα έπρεπε να επιτρέπει σε όλα τα άτομα να επιτύχουν ένα επίπεδο εισοδημάτων το οποίο θα τους επέτρεπε εκείνες τις ατομικές ασφάλειες, εκείνη την πρόσβαση στην ιδιωτική ιδιοκτησία, εκείνη την ατομική ή οικογενειακή κεφαλαιοποίηση με τις οποίες θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν τους κινδύνους…

Έχει ενδιαφέρον ότι ενώ η σχολή του Φραϊμπουργκ στην ουσία ανανεώνει και προσαρμόζει τον φιλελευθερισμό στα δεδομένα του βιομηχανικού 20ου αιώνα αφήνοντας στην άκρη σαν περιττές και επικίνδυνες τις δοξασίες του ιστορικού φιλελευθερισμού περί “μη κρατικής παρέμβασης στην αγορά”, το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων και συμπερασμάτων της δεν εφαρμόστηκε στη δυτική γερμανία (δηλαδή ως το τέλος της δεκαετίας του ‘80) αλλά μετά την επανένωση με την ανατολική. Αντίθετα, από πολύ νωρίτερα, ο ορντοφιλελευθερισμός ενέπνευσε τους άγγλους και τους αμερικάνους νεοφιλελεύθερους.
Τι ήταν όμως, κατά την άποψή μας, εκείνο που έκανε τον ορντοφιλελευθερισμό πραγματικά επίκαιρο (αν και ο νεοφιλελευθερισμός γενικά θα έπρεπε να περιμένει ως τα ‘70s για να πλησιάσει και ύστερα να καθίσει στον θρόνο του) στην ίδια ιστορική περίοδο που, μέσα στη Μεγάλη Κρίση και την διαχείρισή της, ο κεϋνσιανισμός γινόταν η καινούργια αλήθεια, το Νέο Παράδειγμα;
Ήταν το γεγονός ότι προσπερνώντας τον παλιό δογματισμό του laissez-faire που είχε διαμορφωθεί έχοντας σαν κεντρικό του ήρωα τον αυτοτελή, μοναχικό, ενσικτώδη και μαχητικό επιχειρηματία (την φιγούρα που ο Κέυνς ειρωνεύτηκε ανοικτά και άλλοι, πριν ή/και παράλληλα μ’ αυτόν, κήρυξαν σχεδόν ανύπαρκτη [5]) αναγνώριζε όχι απλά την αναγκαιότητα “κανόνων του παιχνιδιού” της αγοράς, αλλά και το αρμόδιο (πολιτικό) υποκείμενο της διαμόρφωσης αυτών των κανόνων: όχι τον σύνδεσμο βιομηχάνων, όχι τον σύλλογο εξαγωγέων, αλλά εκείνο το πολιτικό υποκείμενο που έχει το μονοπώλιο διαμόρφωσης (ή τροποποίησης) των νόμων. Το κράτος. Την ιστορική στιγμή που ο Κέυνς έβαζε το κράτος στην “οικονομία”, οι ορντοφιλελεύθεροι το κρατούσαν τυπικά απ’ έξω, όμως του ανέθεταν όλα εκείνα τα καθόλου ασήμαντα καθήκοντα της νομικής περιφρούρησης των “ελευθεριών” αυτής της οικονομίας, όλες τις αρμοδιότητες προστασίας της “αγοράς”.
Αυτό το δίπολο άμεσης εμπλοκής (μέσω, για παράδειγμα, δημόσιων επενδύσεων και προσφοράς εργασίας) ή όχι του καπιταλιστικού κράτους στην “οικονομία”, θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση δύο εντελώς αντίθετων στρατηγικών, μεταξύ κεϋνσιανισμού και ορντοφιλελευθερισμού (και των μετέπειτα επιρροών του). Έχουμε διαφορετική γνώμη. Επρόκειτο για δύο διαφορετικές τακτικές επιβολής ή/και εξασφάλισης ταξικής ειρήνης. Η μία, η κεϋνσιανή, όπου το κράτος / οικονομικός παράγοντας εμφανιζόταν σαν “ουδέτερο” στην ταξική πάλη, χρειαζόταν λιγότερες “ιδεολογικές καινοτομίες” με βάση το γενικό περιβάλλον (και τα δεδομένα της ταξικής πάλης) στα ‘30s· κι ύστερα, μετά τον Β παγκόσμιο, για 3 περίπου δεκαετίες, μπορούσε απλά να απολαμβάνει τις επιτυχίες της. Η δεύτερη τακτική, η νεοφιλελεύθερη, όπου το κράτος / φύλακας των νόμων (της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς) δεν είναι καθόλου “ουδέτερο”, μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο παράλληλα με μείζονες ιδεολογικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς· αυτοί οι τελευταίοι ήταν όχι μόνο οι ικανές αλλά και οι αναγκαίες προϋποθέσεις της επιτυχίας της.

Κόκκινες Σελίδες

Πάνω: επαναστάτες στα οδοφράγματα στο Βερολίνο, στις αρχές του 1919.
Κάτω: σύλληψη των τελευταίων Κόκκινων Φρουρών της Βιέννης, τον Φλεβάρη του 1934.
Η φασιστική κυβέρνηση απαγόρευσε το σοσιαλιστικό κόμμα και τα συνδικάτα.

Κόκκινες Σελίδες

 

Επειδή αυτά είναι θέματα που θα τα βρούμε μπροστά μας και μέσα στο χρονικό / ιστορικό τους περιβάλλον σε επόμενα τεύχη των κόκκινων σελίδων, θα περιοριστούμε εδώ σε ένα μόνο παράδειγμα. Η κεντρικότερη απ’ τις έννοιες κάθε φιλελεύθερου είναι οι τιμές – και μαζί τους η κίνηση του χρήματος: επιτόκια, αποταμιεύσεις, πληθωρισμός, κλπ.  Χωρίς να απομακρυνθούν απ’ αυτές τις έγνοιες, οι ορντοφιλελεύθεροι έβαλαν στο κέντρο του ενδιαφέροντός τους κι αυτό: τα μονοπώλια, τον σχηματισμό τους, την αντιμετώπισή τους. Θεωρητικά, κάθε φιλελεύθερος είναι εχθρός των μονοπωλίων και των καρτέλ· και απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα, κι ακόμα εντονότερα στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου υπήρχαν άφθονα τέτοια (μονοπώλια και καρτέλ) τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ ώστε να έχουν οι φιλελεύθεροι στόχους πολέμου.
Κι όμως. Για τους “παραδοσιακούς” της Αυστριακής σχολής, για παράδειγμα, τα καρτέλ ήταν “φυσιολογικά” μέσα στην ελεύθερη, laissez-faire αγορά. Ο Murray Rothbard, της Αυστριακής σχολής, υποστήριζε ότι δεν υπάρχει τίποτα επιλήψιμο στα καρτέλ, αφού (όπως έλεγε) σε μια ελεύθερη αγορά οι καταναλωτές και οι παραγωγοί προσαρμόζουν τις πράξεις τους σε μια εθελοντική συνεργασία, κι αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία μεγιστοποίησης των κερδών τους, επιλέγοντας τομείς της παραγωγής που τους επιτρέπουν μεγάλα κέρδη… Τα καρτέλ δεν ήταν τίποτα άλλο από εθελοντικές συμφωνίες μεταξύ παραγωγών… Το να θεωρείται ένα καρτέλ σαν κάτι ανήθικο ή κάτι που μειώνει με κάποιον τρόπο την κυριαρχία του καταναλωτή είναι τελείως ανεδαφικό. Ο Rothbard, πιστός στο παλιό δόγμα, έβρισκε ότι όπως οι καταναλωτές μπορούν να συνασπιστούν (σε ενώσεις), έτσι και οι παραγωγοί (οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες) μπορούν να κάνουν το ίδιο, φτιάχνοντας καρτέλ· ελέγχοντας παρεμπιπτόντως και τις τιμές. Αποκλείοντας οποιαδήποτε έξωθεν (κυβερνητική) παρέμβαση θεωρούσε ότι το “αόρατο χέρι” στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι μια άρνηση των αγοραστών να καταναλώσουν σε τέτοιες τιμές· πράγμα που θα οδηγούσε στην πτώση τους…
Ο Hayek πάλι, της ίδιας σχολής και τάσης, είχε μια περισσότερο χοντροκομμένη άποψη. Γι’ αυτόν τα μονοπώλια ήταν βέβαια κακό πράγμα· που οφείλονταν όμως; Σε φιλικές προς συγκεκριμένους επιχειρηματίες κυβερνητικές παρεμβάσεις! Παρότι τέτοιες δεν ήταν ούτε είναι έξω “απ’ το παιχνίδι” (οι δυνατοί παίκτες του καπιταλισμού έχουν ιδιαίτερες σχέσεις με τους κυβερνητικούς, και πάντα προσανατολίζονται στο να γίνουν δυνατότεροι μέσα και από αποφάσεις ή σκόπιμες παραλείψεις των φίλων τους), θα ήταν λάθος να αποδώσει κανείς τη συγκέντρωση κεφαλαίου και την δημιουργία μονοπωλίων και καρτέλ αποκλειστικά και μόνο στο ότι … οι κυβερνήσεις φυτρώνουν εκεί που δεν θα έπρεπε! Ειδικά σε περιόδους μεγάλων τεχνολογικών αλλαγών (όπως ήταν οι αρχές του 20ου αιώνα) όπου η υιοθέτηση νέων τεχνικών και μηχανών στην παραγωγή μπορεί να δώσει στους πρωτοπόρους την δυνατότητα να ρίξουν τα κόστη τους, να αυξήσουν τις εκροές τους, να “κατακτήσουν την αγορά” και να εξαφανίσουν όλους τους ανταγωνιστές τους· αυτά σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας και χωρίς οποιουδήποτε τρίτου την παρέμβαση.
Για τον ιστορικό φιλελευθερισμό η κεντρική, λειτουργία της αγοράς (αυτή που θα έπρεπε να γίνεται ελεύθερα και απερίσπαστα) ήταν η ανταλλαγή. Η θεωρητική τομή των ορντοφιλελεύθερων είναι ότι πήραν μια άλλη λειτουργία της αγοράς, που ήταν έτσι κι αλλιώς αναγνωρισμένη αλλά καθόλου τοποθετημένη στη θέση του μηχανοδηγού των απόψεων και των αναλύσεων, και έβαλαν αυτήν στο κέντρο: ο ανταγωνισμός έγινε ο καινούργιος θεός.
Αλλά ο ανταγωνισμός (και σ’ αυτό το σημείο το θέμα των μονοπωλίων και της αντιμετώπισής τους έβρισκε την στρατηγικής σημασίας θέση του, αφού η προστασία του ανταγωνισμού είναι που εμποδίζει, υποτίθεται, τη δημιουργία μονοπωλίων) δεν είναι μια de facto κατάσταση της αγοράς. Ποιος, άραγε, δεν έβλεπε ότι τα συνδικάτα μπορούσαν να πετύχουν την κατάσταση ενός είδους “μονοπωλίου εργατικής δύναμης” απαιτώντας διαρκώς μεγαλύτερους μισθούς; Όχι λοιπόν! Για τους ορντοφιλελεύθερους, μια λειτουργούσα “ελεύθερη αγορά” είναι μια ανταγωνιστική αγορά. Και για να υπάρξει τέτοια, δεν είναι (έλεγαν) αρκετό να καταργηθούν τα φεουδαρχικά προνόμια και οι περιορισμοί στο εμπόριο και στις ανταλλαγές. Χρειάζεται μια οικονομική νομοθεσία με σαφή στόχο το να προστατεύει τον ανταγωνισμό από αντι-ανταγωνιστικά συμφέροντα.

Ηαναγνώριση του ανταγωνισμού σαν διέπουσας (αλλά ταυτόχρονα ευαίσθητης) αρχής της ελεύθερης αγοράς, δεν δικαιολογούσε μόνο την κυβερνητική δράση. Άλλαζε, και έμελλε να αποδειχθεί πως άλλαζε δραματικά, την οπτική σχετικά με τις καπιταλιστικές λειτουργίες αλλά και τις καπιταλιστικές οντότητες. Η πλέον συνεπής φιγούρα της ελεύθερης (καπιταλιστικής) οικονομίας δεν (θα) ήταν πια (οι ορντοφιλελεύθεροι έκαναν την τομή, η ωρίμανση αυτού του καινούργιου Παραδείγματος θα χρειαζόταν το χρόνο της· είπαμε ήδη κάτι για τις ιδεολογικές προϋποθέσεις…) ο παραγωγός σκέτος ή/και ο καταναλωτής σκέτος. Όχι. Δεν θα ήταν ούτε η ανταλλαγή σαν τέτοια. Η πλέον συνεπής φιγούρα θα έπρεπε να είναι ο ανταγωνιστικός homo economicus. Επιπλέον, σε ότι αφορά τις μορφές, τις κλίμακες, θα έπρεπε η επιχειρηματική ανταγωνιστικότητα, για να κρατιέται ρωμαλέα, να είναι είναι πανταχού παρούσα, να κατεβαίνει – προς – τα – κάτω, προς τα μικρότερα μεγέθη. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι μήπως αλήθεια (μια φιλελεύθερη, ή μια νεοφιλελεύθερη αλήθεια) ότι η ίδια η φύση είναι ανταγωνιστική;
Συνεπώς (κι αυτό ήταν στα ‘30s το δυνάμει ευαγγέλιο του νέου θεού, της κεντρικότητας του ανταγωνισμού), και πάντα στο όνομα της ομαλής και καλής λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς, πέρα απ’ την απαραίτητη κρατική περιφρούρηση των κανόνων της, θα έπρεπε να ανακαλυφθεί ο ανταγωνισμός παντού. Όχι ο ταξικός ανταγωνισμός, για όνομα του θεού! Όλες οι υπόλοιπες, παραγωγικές και καταναλωτικές μορφές του. Όπου, λοιπόν, υπάρχει ατομική ιδιοκτησία θα πρέπει να ανακαλυφθεί (ή, στην ανάγκη να εφευρεθεί) ο αντίστοιχος επιχειρηματικός ανταγωνισμός. Τι είναι, για παράδειγμα, μια οικογένεια σαν οικονομική μονάδα; Δεν είναι άραγε μια “μικρή επιχείρηση”; Τι είναι ένα ιδιόκτητο σπίτι; Δεν είναι κι αυτό μια “μικρή επιχείρηση”; Δεν είναι χρήσιμο, για την δική τους πρόοδο και βελτίωση, αυτές οι “μικρές επιχειρήσεις” να ανταγωνίζονται μεταξύ τους;

Δεν τα είπαν αυτά (ή δεν τα είπαν έτσι) οι ορντοφιλελεύθεροι τη δεκαετία του ‘30. Όμως πρέπει να σημειώσουμε, για να τα τονίσουμε, τα σημεία μιας καινούργιας φιλελεύθερης (καπιταλιστικής) αντίληψης που θεμελίωσαν, σημεία που έμελλε να συνδιαμορφώσουν την απάντηση των αφεντικών στις μεγάλες εργατικές ανταρσίες των ‘60s και ‘70s:
α) Η αγορά και η ελευθερία της αγοράς δεν είναι μόνο ένα σετ οικονομικών λειτουργιών, αλλά είναι επίσης μια νομικό-πολιτική διακύβευση·
β) Εγγυητής της ελευθερίας της αγοράς δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι η ίδια η αγορά, ή κάποιοι απ’ τους μετέχοντες σ’ αυτήν, αλλά ο μόνος νομικο-πολιτικός θεσμός που μπορεί να διατείνεται ότι υπηρετεί το γενικό συμφέρον: το κράτος (μέσω των κυβερνήσεων)·
γ) Η θεμελιώδης αρχή της ελευθερίας της αγοράς που πρέπει να προστατεύεται είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ των συντελεστών της, σε όλα τα επίπεδα και σ’ όλες τις κλίμακες· εξαιρείται (φυσικά!) η πάλη των τάξεων σαν τέτοια. Όμως για τους ορντοφιλελεύθερους ο ανταγωνισμός δεν είναι απλά μια τεχνική διαδικασία, ένας μηχανισμός. Είναι ο ηθικός σκελετός της ελεύθερης αγοράς. Κατά τον Bohm:

… Ο ανταγωνισμός … είναι πάνω απ’ όλα μια διαδικασία διασποράς της εξουσίας … η πιο εξαιρετική διαδικασία τέτοιου είδους στην ανθρώπινη ιστορία…

Με μια διαφορετική ορολογία, αλλά με το ίδιο πνεύμα, οι ορντοφιλελεύθεροι σχεδόν χαρακτήρισαν τον ανταγωνισμό δημόσιο αγαθό…
δ) Ο τελικός κριτής της ελευθερίας και της ευρυθμίας της αγοράς είναι ο καταναλωτής και η εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων. Τα καταναλωτικά συμφέροντα είχαν (και έχουν) να κάνουν τόσο με την ποικιλία των εμπορευμάτων, όσο και με τις τιμές.

Αυτοί οι νεωτερισμοί περί φιλελευθερισμού θα απλωθούν γρήγορα εκτός γερμανίας, όχι σαν εφαρμοσμένη κρατική πολιτική, αλλά σαν θεωρητικές απόψεις μεταξύ όλων εκείνων που αμφισβητούν τον κεϋνσιανισμό, σχεδόν αποκλειστικά με ιδεολογικά κριτήρια. Υπάρχει πάντα ο στόχος: να σωθεί ο καπιταλισμός. Σε αντίθεση όμως με τον Κέυνς που θεωρούσε ότι η σοβαρή απειλή για τον καπιταλισμό, ειδικά μετά το ξέσπασμα της Μεγάλης Κρίσης, προέρχεται απ’ την εργατική αυτοπεποίθηση και την πιθανότητα / δυνατότητα επαναστάσεων ανάλογων εκείνης στη Ρωσία, κι αφού έχουν περάσει μερικά κρίσιμα χρόνια εφαρμογής της άμεσης κρατικής εμπλοκής στην καπιταλιστική παραγωγή, η απειλή στον καπιταλισμό για τους παλιούς και τους υπό διαμόρφωση νέους φιλελεύθερους βρίσκεται σ’ αυτήν την άμεση κρατική εμπλοκή. Δεν ανησυχούν για εργατικές επαναστάσεις· κι ίσως με το δίκιο τους, αφού ο φασισμός έχει απλωθεί σε πολλά κράτη της ευρώπης (μιλάμε για την δεκαετία του ‘30) και έχει “καθαρίσει”, με τον τρόπο του, το ενδεχόμενο της εργατικής εξουσίας.
Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου του 1938 γίνεται λοιπόν στο Παρίσι μια συνάντηση φιλελεύθερων οικονομολόγων, το συνέδριο (προς τιμήν του) Walter Lippman. [6] Την συγκεκριμένη χρονική στιγμή θα συναντηθούν εκεί, στη γαλλική πρωτεύουσα, ορντοφιλελεύθεροι, μέλη της Αυστριακής σχολής, άγγλοι, γάλλοι και αμερικάνοι της μετέπειτα Σχολής του Σικάγο. Οργανωτής του συνεδρίου είναι ο επιστημολόγος Λουί Ρουζιέ. Και να τι θα πει:

… Το νεοφιλελεύθερο καθεστώς δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της αυθόρμητης φυσικής τάξης, όπως διακήρυτταν τον 18ο αιώνα οι πολυάριθμοι συγγραφείς των “κωδίκων της φύσης”· είναι, επίσης, το αποτέλεσμα μιας νομικής τάξης, η οποία προϋποθέτει έναν νομικό παρεμβατισμό του Κράτους. Η οικονομική ζωή εκτυλίσσεται μέσα σε ένα νομικό πλαίσιο που καθορίζει το καθεστώς της ιδιοκτησίας, των συμβολαίων, των ευρεσιτεχνιών, της πτώχευσης, το πλαίσιο των επαγγελματικών ενώσεων και των εμπορικών εταιρειών, το νόμισμα και τις τράπεζες, όλα αυτά που δεν είναι δεδομένα εκ φύσεως, όπως οι νόμοι της οικονομικής ισορροπίας, αλλά συγκυριακά δημιουργήματα του νομοθέτη. Άρα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι οι νομικοί, ιστορικώς υπάρχοντες την παρούσα στιγμή θεσμοί, είναι καθοριστικά και διαρκώς οι καταλληλότεροι για τη διατήρηση της ελευθερίας των συναλλαγών. Το ζήτημα του καταλληλότερου νομικού πλαισίου για την πλέον ευέλικτη, πλέον αποτελεσματική, πλέον έντιμη λειτουργία της αγοράς αγνοήθηκε από τους κλασσικούς οικονομολόγους, και θα άξιζε να γίνει το αντικείμενο ενός Διεθνούς Κέντρου Σπουδών για την ανανέωση του φιλελευθερισμού.
Το να είσαι φιλελεύθερος δεν σημαίνει καθόλου ότι είσαι συντηρητικός, υπό την έννοια της διατήρησης των κατεστημένων προνομίων που προκύπτουν από τη νομοθεσία του παρελθόντος. Σημαίνει, τουναντίον, ότι ουσιαστικά είσαι προοδευτικός υπό την έννοια μιας διαρκούς προσαρμογής της νομικής τάξης στις επιστημονικές ανακαλύψεις, στις προόδους της οικονομικής και τεχνικής οργάνωσης, στις μεταβολές της δομής της κοινωνίας, στις απαιτήσεις της σύγχρονης συνείδησης. Το να είσαι φιλελεύθερος δεν σημαίνει ότι είσαι “μαντσεστεριανός”, [7] ότι αφήνεις τα αυτοκίνητα να κυκλοφορούν όπως τους αρέσει, προς όλες τις κατευθύνσεις, πράγμα που θα προκαλούσε συμφόρηση και αδιάκοπα ατυχήματα· δεν σημαίνει ότι είσαι του “σχεδιασμού”, ότι ορίζεις σε κάθε αυτοκίνητο πότε θα βγει και τι δρομολόγιο θα ακολουθήσει: είναι να επιβάλεις έναν Οδικό Κώδικα έχοντας επίγνωση ότι δεν είναι αναγκαστικά ο ίδιος την ώρα που κυκλοφορούν τα γρήγορα μεταφορικά μέσα και την ώρα που κυκλοφορούν οι άμαξες.
Σήμερα καταλαβαίνουμε καλύτερα απ’ ό,τι οι μεγάλοι κλασσικοί σε τι συνίσταται μια όντως νεοφιλελεύθερη οικονομία. Είναι μια οικονομία υποκείμενη σε διπλή διαιτησία: σε μια αυθόρμητη διαιτησία των καταναλωτών, οι οποίοι μοιράζονται τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρει η αγορά ανάλογα με την προτίμησή τους και σε τιμές που διαμορφώνει ο λαός, και αφετέρου στην οργανωμένη διαιτησία του Κράτους, που διασφαλίζει την ελευθερία, την εντιμότητα και την αποτελεσματικότητα της αγοράς…

Ενδιαφέρουσες απόψεις, λίγο πριν το ξέσπασμα του δεύτερου ημιχρόνου της καπιταλιστικής καταστροφικότητας, του Β παγκοσμίου· απόψεις που απέχουν ακόμα απ’ το να γίνουν πράξεις.

Οσπόρος έχει ριχτεί. Και είναι πρωτότυπος σπόρος. Η ελευθερία (της αγοράς, μέσα στην αγορά) δεν είναι “φυσική”, αλλά ιστορική και κατασκευασμένη· και το κράτος πρέπει τώρα να αναλάβει καθαρά τις ευθύνες του επ’ αυτού. Ούτε περισσότερα (άμεση εμπλοκή στην καπιταλιστική οικονομία), ούτε λιγότερα (αποστασιοποίηση και “αποχή”) ούτε διαφορετικά τα καθήκοντα του κράτους· αυτά συγκεκριμένα: το νομικό εργαλείο στο “χέρι της αγοράς”, που δεν είναι πια αόρατο.
Όμως σ’ αυτήν την καινούργια θέση που εισάγεται το κράτος (καινούργια για τα δεδομένα των ‘30s αλλά και των αμέσως επόμενων δεκαετιών) δεν αρκεί η κατασκευή των νόμων (που διασφαλίζουν τον ανταγωνισμό, την εντιμότητα, την αποτελεσματικότητα…). Είναι απαραίτητη επίσης η εφαρμογή τους. Όχι μόνο ο νομοθετικός αλλά και ο εκτελεστικός βραχίονας του κράτους καλούνται τώρα να επιβλέπουν, να επιτηρούν, να προστατεύουν την ελευθερία της αγοράς.
Κι εφόσον αυτή η ελευθερία είναι η πράξη του ανταγωνισμού, κάθε χιλιοστό καπιταλιστικής προόδου και ανάπτυξης, δεν μπορεί παρά να σημαίνει πολλαπλασιασμό των υποκειμένων, των μορφών, των επιμέρους πεδίων αυτού του θεού – ανταγωνισμού. Άρα πολλαπλασιασμό των σημείων, των γραμμών, των επιπέδων τριβής μεταξύ ανταγωνιζόμενων· αύξηση των πιθανοτήτων να χρησιμοποιηθούν αθέμιτα μέσα επιβολής του ενός πάνω στον άλλο. Άρα, τελικά, πολλαπλασιασμό και εξειδίκευση τόσο των νόμων (που προστατεύουν την ελευθερία και τον ανταγωνισμό), όσο και της επιτήρησης της εφαρμογής τους.
Κατά έναν απρόοπτο αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο, ενόσω οι υπό διαμόρφωση νεοφιλελεύθεροι έχουν μέτωπο (απ’ τα ‘30s και μετά) μ’ ό,τι ονομάζαν/ζουν “σοσιαλισμό” και την (σίγουρη κατά την άποψη πολλών απ’ αυτούς) εκτροπή των κοινωνικών συστημάτων προς μόνιμους ολοκληρωτισμούς, θα μαστορέψουν από διαφορετική αφετηρία ένα κράτος αφοσιωμένο κύρια στη δημόσια τάξη. Για το καλό της αγοράς – πάντα. Γιατί όσο πιο σύνθετη και ποικιλόμορφη γίνεται (πρόκειται να γίνει) αυτή η αγορά μέσα στο χρόνο, τόσο περισσότεροι θα είναι οι αρμοί και τα μέτωπα στο εσωτερικό της· και τόσο πιο “πανταχού παρόν” θα είναι, θα πρέπει να είναι, για να “διαιτητεύει”, αυτό το νεοφιλελεύθερο κράτος…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

3 – Η λέξη ordo, που χρησιμοποιήθηκε απ’ τη συγκεκριμένη φιλελεύθερη φράξια απ’ τα ‘30s και κατέληξε γρήγορα να γίνει μέρος του ονόματός της, είναι λατινική, και σημαίνει “τάξη”· από εκεί προέρχεται η αγγλική λέξη order, η ιταλική ordine, κ.α. Αλλά ο Eucken και οι υπόλοιποι με το ordo εννούσαν την θεσμισμένη, συνταγματική τάξη.
[ επιστροφή ]

4 – Με υπότιτλο Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας 1978 – 1979, ελληνική έκδοση Πλέθρον, 2012.
[ επιστροφή ]

5 – Το 1932 ένας πανεπιστημιακός νομικός, ο Adolf Berle, και ένας οικονομολόγος, ο Gardiner Means, και οι δύο απ’ το πανεπιστήμιο Κολούμπια, εξέδωσαν μια μελέτη με τίτλο The Modern Corporation and Private Property, όπου με μια καθηλωτική έκθεση στατιστικών στοιχείων έδειχναν αυτό που λέγεται συγκέντρωση κεφαλαίου αλλά και τους μετασχηματισμούς στο καπιταλιστικό επιχειρείν τότε. Οι 200 μεγαλύτερες μη τραπεζικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ κατείχαν το 1/2 του βιομηχανικού πλούτου, σχεδόν το 1/4 του αεπ των ΗΠΑ. Επιπλέον όμως, στις μισές από εκείνες τις επιχειρήσεις  οι μέτοχοι είχαν από ελάχιστη έως καθόλου εξουσία, αφού η διαχείριση (και οι ουσιαστικές αποφάσεις) βρισκόταν στα χέρια των μάνατζερ, μιας καινούργιας εταιρικής (καπιταλιστικής) γραφειοκρατίας, που μόνο τυπικά έδινε λογαριασμό στα αντίστοιχα δ.σ.
Η μελέτη ήταν κόλαφος για τις θεμελιώδεις παραδοχές των παραδοσιακών φιλελεύθερων οικονομολόγων, οπότε αγνοήθηκε απ’ αυτούς για μεγάλο διάστημα.
[ επιστροφή ]

6 – Αμερικάνος δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδρυτικό μέλος ενός απ’ τα πρώτα αμερικανικά think tank, του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, που ξεκίνησε σαν σοσιαλιστής αλλά απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 30 μετατράπηκε σε ορκισμένο φιλελεύθερο. Διετέλεσε στον Α και μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο και σύμβουλος αμερικάνων προέδρων.
[ επιστροφή ]

7 – Η σχολή (οικονομικών) του Μάντσεστερ ήταν μια παραδοσιακή φωλιά καθαρόαιμων φιλελεύθερων.
[ επιστροφή ]

__________________________________________________________

Από:http://www.autonomia.gr/autonomia/red_pages/volumes/00-3/3.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s