Να λοιπόν που »εμφανίζεται ένας παράξενος στρατιώτης»: το μητροπολιτικό προλεταριάτο…


Οι ολοκληρωτικές επιδιώξεις του Μεγάλου Φετίχ είναι σημαδεμένες από μια αξεπέραστη αντίφαση: όσο περισσότερο προχωρά στο σκοπό του, τόσο περισσότερο αυτός του διαφεύγει.

Πράγματι, η μέγιστη αλλοτρίωση όλων των κοινωνικών σχέσεων ισοδυναμεί με τη μέγιστη αποξένωση του προλεταριάτου, το οποίο έτσι αναγκάζεται παρά τη θέληση του να αναπαράγει »heavy metal» σενάρια τα οποία συνοδεύουν τη σύντηξη του καπιταλιστικού σχηματισμού. Και βέβαια δεν λείπουν από τούτη τη σκηνή οι διάφοροι »Ranxerox» και είναι φανερό γιατί. Οι προλετάριοι, σαν κατεξοχήν θύματα αυτής της διαδικασίας, βρίσκονται »σε σχέση εξέγερσης με αυτή, την αισθάνονται σαν διαδικασία εξανδραποδισμού».

Μέχρι εδώ βρισκόμαστε ακόμα στον Μαρξ. Όμως οι ίδιοι, σαν εμπορεύματα, είναι ολοκληρωτικά υποταγμένοι σ’αυτή. Έτσι, δουλεία και εξέγερση αποτελούν τους δυο ακραίους πόλους της διάρρηξης η οποία διαπερνά την τάξη και βυθίζεται στα βαθύτερα στρώματα της συνείδησης του καθένα.

Ταυτόχρονα, ο κάθε προλετάριος, μέσα στο αδυσώπητο δίκτυο των μητροπολιτικών κοινωνικών σχέσεων, ακριβώς επειδή είναι θύμα και εμπόρευμα, παραμένει δια-μελισμένος, κατακερματισμένος, ακρωτηριασμένος, διασπαρμένος από αντιφατικές γλώσσες και τελετουργικοποιημένες συμπεριφορές που πολτοποιούν την αυθόρμητη ταυτότητα του, τη μνήμη του και τη φαντασία του. ΄Με λίγα λόγια μετατρέπεται σε φυσιολογικό σχιζοειδές. Κι όχι μόνο πια μέσα στην εργασιακή διαδικασία πλέον, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο χρόνο του, ο οποίος έχει πια ρουφηχθεί ολόκληρος από το κεφάλαιο, έχει σφραγιστεί κάθε μη καπιταλιστικός πόρος του.

Έτσι, μαζί με την επεκτατική κίνηση του κεφαλαίου, το οποίο πολώνει όλες τις αντιθέσεις οδηγώντας τες πέρα από τα όρια της ρήξης, παράλληλα, σχηματίζεται και σχηματοποιείται και η διαδικασία της διευρυμένης αναπαραγωγής της σχιζοφρένειας, σαν η τερατώδης μορφή αναγκαστικής ομαλότητας, η οποία αποτελεί τη σύγχρονη κοινωνική επιδημία των μητροπόλεων.

Φετίχ αλλά και εξεγερμένος, εμπόρευμα αλλά και καταστροφέας του εμπορεύματος, εν δυνάμει αυτόχειρας αλλά και φονιάς – να λοιπόν που »εμφανίζεται ένας νέος στρατιώτης»:  ο σχιζομητροπολιτάνος προλετάριος.

Στρατιώτης που εκρήγνυται στη μαζική βία και στις φωτιές είτε του νεοϋορκέζικου Blackout, είτε στο Μπρίξτον ή τη Νάπολη, αλλά που παρ’ όλα αυτά παραμένει δούλος της αγοράς.

Αφήνεται στην περιπέτεια του ένοπλου μετασχηματισμού των συνθηκών της ζωής του, αλλά στην πρώτη ευκαιρία αλλάζει σελίδα και »μετανιώνει».

Αγωνίζεται για την κλεμμένη ανθρωπιά του, όμως μετά από λίγο δε θυμάται για τι ακριβώς πρόκειται.

Για να γίνει »για τον εαυτό του» πρέπει να δώσει λυσσώδεις μάχες και ενάντια στον εαυτό του, κι από αυτή την αντίφαση ΄σχίσμα] δεν μπορεί να ξεφύγει παρά  μόνο αν προσπαθήσει να επικοινωνήσει μ’ όλες τις δυνατές γλώσσες των συνθηκών της ζωής του.

Όμως ούτε κι αυτό είναι εύκολο, γιατί κι αυτές οι ίδιες οι γλώσσες της υπερβατικής επικοινωνίας του, απ’ τη μουσική επένδυση ως τα μαλλιά του που υψώνονται προς την εξέγερση, ενδιαφέρουν εξίσου και το κεφάλαιο σαν πηγές κέρδους και σαν μέσα μιας πιθανής επαν-ενσωμάτωσης.

Βρισκόμαστε ήδη μπρος στην τελευταία τερατώδη ανακάλυψη της επιστήμης: την χειραγώγηση της σχιζοφρένειας με σκοπό το κέρδος, την καταπίεση και τον έλεγχο.

»Σχίζο-σχίζο», ουρλιάζει ο Joe Squilo σ’ ένα τραγούδι του που έγινε επιτυχία, κι ο July Rosso απαντά »εγώ διαχωρίζομαι [η λέξη αναφέρεται σ’ αυτούς που διαχωρίστηκαν από την ένοπλη πάλη και τις Ε.Τ.] από μένα».

Εν τω μεταξύ η μηχανή του θεάματος, σαν ένας τεράστιος παραμορφωτικός καθρέπτης, συγκεντρώνει κέρδη επιστρέφοντας στους ίδιους τους σχιζοειδείς τα ίδια τους τα σήματα αναγνώρισης.

Με αυτή την επιχείρηση η μητρόπολη συμπληρώνει την εικόνα της σαν συγκεντρωτικού-αντιδραστικού ολοκληρώματος, που, για να ακυρώσει τον ανταγωνισμό που η ίδια παράγει, ενσωματώνει και υποκινεί ταυτόχρονα τα είδωλα της αποπλάνησης και τα φαντάσματα του φόβου. Μηχανισμοί και φαντάσματα που επωμίζονται την κεντρική λειτουργία του νευρικού συστήματος της κυρίαρχης κουλτούρας και που καθιστούν πλέον την μητρόπολη ένα απέραντο κάτεργο-φρενοκομείο [τον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό], του οποίου τα δαιδαλώδη τμήματα χωρίζονται σε ακτίνες υψίστης ασφαλείας, πτέρυγες παρατεταμένου ελέγχου, καθηλωτήρια για »τρελούς», κλούβες συλλήψεων, εφεδρείες για εθελοντικούς μητροπολιτικούς σκλάβους, υπερεπιτηρούμενες ζώνες για τα παράφρονα φετίχ.

Aπό τον απόλυτο ως τον πιο συμβιβασμένο ανταγωνισμό ανάμεσα στα διαχωρισμένα δι-άτομα, καθένα τους είναι φυλακισμένο μέσα σε ειδικά σχήματα, κανόνες και απαγορεύσεις που η παράβαση τους συνεπάγεται και την αντίστοιχη ποινή. Έτσι συχνά μπρος στο φόβο να μετατραπούν σε κενά άτομα ή εθελοντές φετίχ, εσωτερικοποιούν το Ψυχρό Τέρας και παραμένουν υποτελείς! Να γιατί η λεγόμενη τρέλα στη μητρόπολη δεν είναι καθόλου ατομική αρρώστια αλλά η φυσιολογική κοινωνική κατάσταση, ακριβώς γιατί αποτελεί τη συμπυκνωμένη έκφραση ανάλογα με την κοινωνική τάξη, το στρώμα και την ομάδα που ανήκει ο καθένας της καπιταλιστικής μητροπολιτικής σχέσης.

Σαν κάτοικοι της μητρόπολης, όλοι μας κατά κάποιο τρόπο είμαστε κάτοικοι αυτού του κόσμου της τρέλας και του απόλυτου ανταγωνισμού ενάντια στο σύνολο των φετίχ και για αυτό το λόγο η απόλυτη απομόνωση των παρανοϊκών ή εγκληματιών μπορεί επιτέλους να εξηγηθεί τι ακριβώς είναι: μια πρακτική τρομοκράτησης που μας αφορά άμεσα. Εγκλείοντας τους τρελούς σε ιδρύματα από καουτσούκ και τους »μεγάλους εγκληματίες» σε τσιμεντένια ή ατσάλινα κλουβιά, η ιμπεριαλιστική αστική τάξη μεταδίδει ένα καθησυχαστικό μήνυμα στα συμβιβασμένα φετίχ:

Καθίστε φρόνιμα, εσείς είστε φυσιολογικοί, συνεχίστε έτσι, μην ψάχνετε την υπέρβαση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων!!!

Η εγκλεισμένη στα μητροπολιτικά κάτεργα του φόβου μειοψηφία καθησυχάζει έτσι την πλειοψηφία που »ζει» δίπλα της, μ’ άλλα λόγια χρησιμοποιείται έτσι ώστε να ενισχύει τα διάφορα προγράμματα των τελετουργοποιημένων συμπεριφορών, την αναπαραγωγή των κοινωνικών εκείνων σχέσεων που η αστική τάξη προσπαθεί να εν – τυπώσει στη σκέψη και στην αυθόρμητη συνείδηση των προλετάριων, μέχρι που να τους καταστήσει »εμφανώς φυσιολογικούς».

Πρόκειται λοιπόν για ένα διεστραμμένο κύκλο, ο οποίος μπορεί να σπάσει μόνο με μια βίαιη και απελευθερωτική κίνηση, με μια συλλογική διαδικασία επαναστατικού κοινωνικού ανταρτοπόλεμου.

 

 

 

The Clash – Guns Of Brixton

jo squillo – skizzo skizzo
_____________________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s