Προπαντός, όχι δημοσιογράφους! …


του Ζακ Ντερριντά

 

Τι είναι αυτό που πρέπει να είπε ο Θεός στον Αβραάμ; Τι του σήμανε αναγκαία τη στιγμή που του έδωσε την εντολή να ανέβει στο όρος Μοριά συνοδευόμενος από τον Ισαάκ και τον γάιδαρό του, εν όψει της χειρότερης «θυσίας» (όπως λέμε συνήθως, μεταφράζοντας κατά τρόπο εσφαλμένο τη λέξηκορμπάν); Οι βιβλιοθήκες βρίθουν από φιλολογίες και ερμηνείες για το ανήκουστο αυτό γεγονός, γι’ αυτό που έλαβε χώρα χωρίς να λάβει χώρα σ’ αυτή τη χώρα. Θα αφήσω προσωρινά κατά μέρος, αφελώς, αυτές τις εικασίες. Μπορούμε όμως να ισχυριστούμε με κάθε βεβαιότητα, χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε άλλο, ότι θα πρέπει να του σήμανε κάτι που θα συνόψιζα ως εξής: «Προπαντός, όχι δημοσιογράφους!».

Ας μεταφράσουμε: «Αυτό που συμβαίνει εδώ, η κλήση μου, η επιταγή μου και η απάντησή σου, η ευθύνη σου («Ιδού εγώ!»), όλο αυτό πρέπει να μείνει απολύτως μυστικό: μεταξύ μας. Πρέπει να μείνειάνευ όρων ιδιωτικό, εσωτερικό σ’ εμάς τους δυο και απρόσιτο: μην πεις τίποτε σε κανέναν». Ξαναδιαβάστε την αφήγηση: υπογραμμίζει την σχεδόν πλήρη σιωπή του Αβραάμ. Δεν μίλησε σε κανέναν, και κυρίως όχι στη Σάρα, ούτε στην οικογένειά του, σε κανέναν στον οικογενειακό ή τον δημόσιο χώρο. Η σιωπή του κατά έναν τρόπο μοιάζει πιο αποφασιστική από αυτή την τρομερή ιστορία του γιου που τον θανατώνει ο πατέρας του. Λες και η ουσιώδης δοκιμασία παραμένει η δοκιμασία του μυστικού. Είναι αληθές a priori, δεν υπάρχει ανάγκη ερμηνείας επ’ αυτού. Οι ερμηνείες έρχονται μετά. Ο Θεός τού είπε το εξής, αρθρωμένο ή μη: θέλω να δω αν στην πιο ακραία δοκιμασία, δηλαδή στον ενδεχόμενο (απαιτούμενο) θάνατο του αγαπημένου σου γιου, θα είσαι ικανός να κρατήσεις το μυστικό ως προς την απόλυτα αθέατη, απόλυτα ενική, απόλυτα μοναδική σχέση που πρέπει να έχεις μ’ εμένα.

Η ύψιστη προδοσία θα ήταν τότε να μετασχηματίσει κανείς το μυστικό σε ένα δημόσιο πράγμα, με άλλα λόγια να εισάγει έναν τρίτο, να το κάνει μία είδηση στο δημόσιο χώρο, μια πληροφορία αρχειοθετήσιμη και ορατή από μακριά, τηλεορατή. «Προπαντός, όχι δημοσιογράφους, και προφανώς όχι εξομολογητές, όχι ψυχαναλυτές, μην το πεις ούτε στον ψυχαναλυτή σου!». Είναι σίγουρο, αποδεδειγμένο, αποδείξιμο, ότι ο Θεός θέλησε να του πει αυτό, και όλα δείχνουν ότι ο Αβραάμ το κατάλαβε πολύ καλά, εφόσον ήταν έτοιμος να υπακούσει.

Θεός: «Άρα, όχι μεσολαβητές μεταξύ μας (ούτε καν ο Χριστός που θα ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος ή ειδησεογράφος, όπως οι Ευαγγελιστές που μεταδίδουν την καλή είδηση), κανένα μέσο μεταξύ μας. Η δοκιμασία που μας συνδέει δεν πρέπει να γίνει είδηση. Ούτε καλή, ούτε κακή».

Τελικά, είδηση έγινε, μέσα στην ιστορία, ως ιστορία. Αλλά ακριβώς όπως στα ΜΜΕ, θα ήταν δύσκολο να πούμε ποιος ήταν ο πρώτος μάρτυρας, ο υπεύθυνος για τη μετάδοση και τη διάδοσή της. Τόσοι πόλεμοι που ακολούθησαν, πυροδοτήθηκαν από το διακύβευμα αυτής της είδησης!

Ας αφήσουμε αυτή την ιστορία εκκρεμή πάνω απ’ τα κεφάλια μας: δεν υπάρχει κανένα «καλό νέο» σε αυτό το συμβάν το οποίο, όπως γνωρίζετε, παραμένει η μείζων αναφορά για τον ιουδαϊσμό και για το ισλάμ, αλλά φυσικά όχι για το χριστιανισμό· όχι κατά τον ίδιο τρόπο, παρ’ όλες τις εικόνες, τις προεικονίσεις και τις προαναγγελίες που διέβλεψαν διάφοροι σε αυτή τη θανάτωση χωρίς θάνατο του υιού.

4isaac

Εδώ προκύπτουν δύο σειρές ερωτημάτων.

  1. Την πρώτη, την θέτω αφοπλισμένος μπροστά στο φαινόμενο της τηλεοπτικής παγκοσμιοποίησης, της παγκοσμιοποιημένης τηλεμετάδοσης της θρησκείας σήμερα. Γιατί η τηλεμετάδοση αυτή είναι θεμελιωδώς χριστιανική, και όχι εβραϊκή, ισλαμική, βουδιστική κ.λπ.; Υπάρχουν βεβαίως φαινόμενα κάλυψης όλων των θρησκειών από τα ΜΜΕ, αλλά υπάρχει ένα γνώρισμα απολύτως μοναδικό στην ισχύ και στη δομή της χριστιανικής τηλεμετάδοσης, σε αυτό που πρότεινα να προσονομάσουμε «παγκοσμιολατινοποίηση»[1]. Eκεί, το θρησκευτικό φαινόμενο περνά στα ΜΜΕ όχι μόνο υπό μορφή ενημέρωσης, παιδαγωγίας, έστω κηρύγματος, ομιλιών. Αν πάτε στις Ηνωμένες Πολιτείες –η αμερικανική αναφορά εδώ είναι θεμελιώδης- και αν δείτε τις θρησκευτικές εκπομπές, θα διαπιστώσετε, ασφαλώς, ότι υπάρχουν εκπομπές εβραϊκές, μουσουλμανικές κ.λπ. Τώρα στη Γαλλία έχει και βουδιστικές. Οι μη χριστιανικές εκπομπές, λοιπόν, συνίστανται στην κινηματογράφηση μιας ομιλίας, μιας παιδαγωγίας, μιας συζήτησης, αλλά ποτέ συμβάντων. Στη διάρκεια μιας χριστιανικής λειτουργίας, αντιθέτως, το ίδιο το πράγμα, το συμβάν εξελίσσεται μπροστά στην κάμερα: η κοινωνία, η έλευση της πραγματικής παρουσίας, η ευχαριστία τρόπον τινά, ακόμα και το θαύμα (στην αμερικανική τηλεόραση συμβαίνουν θαύματα), το πράγμα εκεί συμβαίνει απευθείας, στο παρόν, ως θρησκευτικό συμβάν, ωςιερατικό συμβάν. Στις άλλες θρησκείες μιλάνε για τη θρησκεία, αλλά το ιερατικό συμβάν δεν λαμβάνει χώρα στο ίδιο το σώμα όποιου εμφανίζεται στην τηλεόραση. Και αυτό, νομίζω, έχει κάποια δομική σχέση με αυτό που πιθανότατα διακρίνει την εβραϊκή ή τη μουσουλμανική από τη χριστιανική θρησκεία, ήτοι την ενσάρκωση, τη μεσολάβηση, το hoc est meum corpus [τούτον μου εστί το σώμα], την ευχαριστία: ο θεός γίνεται ορατός. Όλες οι συζητήσεις γύρω από αυτή τη διατύπωση, γύρω από τη μετουσίωση, θα ήταν εδώ απαραίτητες για να αναπτύξω αυτό που εισηγούμαι. Ξεκινώντας λοιπόν από την ιστορία του Αβραάμ ή του Ιμπραήμ, από αυτή την ιστορία του μυστικού που του ζήτησε ο Θεός να κρατήσει, υπενθυμίζω ότι αυτή η σκηνή χωρίς σκηνή συνδέεται συστηματικά με την απαγόρευση της εικόνας, με τη μη-ενσάρκωση, τη μη-μεσολάβηση από το σώμα του Χριστού. Θα έπρεπε επίσης να ξαναπιάσουμε την προβληματική της διάκρισης μεταξύ ειδώλου και εικόνας, η οποία προφανώς δεν λειτουργεί κατά τον ίδιο τρόπο στον ιουδαϊσμό ή στο ισλάμ.

Με τη χριστιανική τηλεοπτικοποίηση, παγκόσμια καθόσον χριστιανική, έχουμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο τελείως μοναδικό, που συνδέει το μέλλον των ΜΜΕ, την ιστορία της παγκόσμιας ανάπτυξης των ΜΜΕ, από θρησκευτική άποψη, με την ιστορία της «πραγματικής παρουσίας», του χρόνου της θείας λειτουργίας και της θρησκευτικής πράξης.

Όταν σκεφτόμαστε σήμερα την παρουσία της θρησκείας στα ΜΜΕ, αναδύεται αμέσως η φιγούρα του Πάπα. Αν και τα πράγματα είχαν αρχίσει δειλά πριν απ’ αυτόν, ο Ιωάννης-Παύλος ο β’ ήταν αυτός που μπόρεσε να εκμεταλλευθεί την ισχυρότερη δύναμη της τεχνολογίας μετάδοσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Πέρα από τη δομή της μεσολάβησης και της ενσάρκωσης, πέρα από το hoc est meum corpus, αυτό προϋποθέτει μια ορισμένη δομή της εκκλησίας. Όλες οι χριστιανικές εκκλησίες είναι πιο «μηντιακές» από την εβραϊκή, τη μουσουλμανική, τη βουδιστική κ.λπ. Και η ρωμαιοκαθολική εκκλησία είναι σήμερα ο μόνος παγκόσμιος πολιτικός θεσμός που έχει ως επικεφαλής έναν αρχηγό κράτους, όσο κι αν φυσικά δεν πρόκειται για ένα κράτος όπως όλα τα άλλα.

Εντός αυτού του σχήματος, απαιτούνται πολλές διαφοροποιήσεις. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μεγάλη τηλεοπτική-θρησκευτική μηχανή είναι κυρίως προτεσταντική. Κάποιοι από σας θα έχουν δει «θαύματα» να αναπαρίστανται επί σκηνής: σώματα πέφτουν ανάσκελα κατ’ εντολήν του ιερέα-θαυματουργού, ή σηκώνονται μόλις θεραπευθούν, κ.λπ. Βρισκόμαστε πραγματικά μέσα στη Βίβλο: βλέπουμε παράλυτους να βαδίζουν, τυφλούς να βλέπουν, και όλα αυτά φυσικά απευθείας υπό το βλέμμα της κάμερας, όλα αυτά οργανωμένα από βιομηχανικές δυνάμεις, με κολοσσιαία κεφάλαια, από εταιρίες που πουλάνε τα παράγωγα προϊόντα τους και τα εξάγουν εκτός Ηνωμένων Πολιτειών.

Γιατί αυτή η αμερικανική επινόηση που αφορά θρησκείες εκπροσωπούμενες μαζικά και στην Ευρώπη, δεν επιστρέφει στην Ευρώπη; Όπως συμβαίνει αντιθέτως με ένα μεγάλο μέρος της αμερικανικής τηλεοπτικής και, ιδίως, της κινηματογραφικής παραγωγής; Δεν έχω έτοιμη απάντηση σε αυτή την ερώτηση, αλλά το διακύβευμα και οι επιπτώσεις της φαίνονται εδώ σημαντικές. Υπάρχουν φυσικά θρησκευτικές εκπομπές και στην Ευρώπη. Την Κυριακή το πρωί, στη Γαλλία, αρχίζαμε μέχρι πρόσφατα με το ισλάμ, αν και αποτελεί τη δεύτερη θρησκεία (οι μουσουλμάνοι εργαζόμενοι μάλλον θεωρείται ότι ξυπνούν πιο νωρίς), ώσπου εμφανίστηκε και ο βουδισμός και έγινε ακόμα πιο πρωινός· μετά έρχεται η εβραϊκή θρησκεία, μετά οι ορθόδοξες εκκλησίες, οι μεταρρυθμισμένες, και τέλος η ρωμαιοκαθολική –πλειοψηφική και κυρίαρχη στη Γαλλία. Ωστόσο, δεν υπάρχει εδώ τίποτε συγκρίσιμο με όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ.

Αυτές οι διαφορές αποτελούν ένα από τα συμπτώματα της ουσιαστικής σύγκρουσης: πώς να μεταχειριστούμε τα ΜΜΕ; Το ερώτημα αυτό αγγίζει τη διαφορά ουσίας μεταξύ των θρησκειών που κατάγονται από τον Αβραάμ.

2510131

  1. Μία δεύτερη σειρά ερωτημάτων αφορά την «επιστροφή του θρησκευτικού» –και όχι απλώς των θρησκειών: ποια η σχέση αυτής της επιστροφής με τα ΜΜΕ; Όταν μιλάμε για τα ΜΜΕ, σκεφτόμαστε άραγε κυρίως την τηλεόραση; Αυτή είναι απλώς στις απαρχές της υπό τη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα, μαζική αλλά μεταβατική. Θα υπάρξουν, και υπήρξαν, άλλες μορφές ΜΜΕ. Ας αρκεστούμε σε αυτή την πολύ γενική έννοια. Αυτή προϋποθέτει φυσικά το μέσον ή τη μεσολάβηση, το μήνυμα εξ αποστάσεως, που αποστέλλεται και παραλαμβάνεται αυτοστιγμεί μέσα σε έναν χώρο ο οποίος, συνεπώς, δεν είναι ιδιωτικός ούτε μυστικός. Η διάρρηξη του μυστικού από ένα δημόσιο μήνυμα σταλμένο εξ αποστάσεως, αυτό προϋποθέτει μια δομή που το καθιστά συγγενές με πράγματα για τα οποία μιλά η θρησκεία, και πρώτα απ’ όλα το πνεύμα. Η ενσάρκωση που διακρίνει το χριστιανισμό, η μεσολάβηση διά του σώματος του Χριστού, είναι μία πνευματική ενσάρκωση, μία φασματοποίηση, εφόσον το πνεύμα, χωρίς κανένα λογοπαίγνιο, είναι επίσης το φάντασμα (Geist, ghost, Holy Ghost). Η ίδια η διαδικασία της ενσάρκωσης, και εν συνεχεία το hoc est meum corpus, η ευχαριστία, είναι όχι μόνο μία πνευμάτωση αλλά, ταυτόχρονα, μία φασματοποίηση του νεκρού σώματος του Χριστού, και άρα μία εσωτερίκευση στην όστια. Σταλμένο εξ αποστάσεως στα μέσα, το μήνυμα, όσο και ο μηντιακός αγγελιοφόρος (ο άγγελος ή ο ευαγγελιστής), παράγει ή συνεπάγεται αυτή τη φασματοποίηση. Εξ ού η σχέση, η στενή συναλληλία ανάμεσα στο θρησκευτικό και το μηντιακό. Η φασματικότητα επιτρέπει να στέλνουμε εξ αποστάσεως σώματα που είναι μη-σώματα, ανεπαίσθητα αισθητά, ασώματα ή δυνητικά σώματα.

Μέσα από αυτή τη δυνητικοποίηση που στην πραγματικότητα «ενεργοποιεί» τη διαδικασία πνευματοποίησης-φασματοποίησης, αναπαράγεται η ίδια η ουσία του θρησκευτικού.

Σημειωτέον ότι αυτές οι μηντιακές εκφάνσεις της θρησκείας, χριστιανικής ή άλλης, στην παραγωγή και την οργάνωσή τους, συνδέονται πάντοτε με εθνικά φαινόμενα. Αυτό δεν συμβαίνει στα διεθνή κανάλια. Συνδέεται πάντοτε με τη γλώσσα, με το έθνος-κράτος. Στο CNN, καθόσον γνωρίζω, δεν παράγουνούτε αναπαράγουν θαύματα, ούτε θείες λειτουργίες με επίκληση της «πραγματικής παρουσίας». Αν το θρησκευτικό εκδηλώνεται πάντοτε μέσω του εθνικού, εδώ υπάρχει μια αντίφαση: εκδηλώνεται μία διαμαρτυρία κατά της τεχνικής διαμέσου της τεχνικής. Η τηλεόραση είναι πάντοτε μία διαμαρτυρία κατά της τηλεόρασης· η τηλεόραση παριστάνει ότι εκθλίβεται, κάνει τα πάντα για να αρνηθεί ή να απαρνηθεί την τηλεόραση: τον εαυτό της. Υποτίθεται ότι μας δείχνει το ίδιο το πράγμα, απευθείας. Το «απευθείας», το «live», είναι –ας μεταφράσουμε στον χριστιανικό κώδικα- η «πραγματική παρουσία», η «μετουσίωση» ή η «ευχαριστία», και κατά γενικότερο τρόπο το φαινόμενο της ενσάρκωσης: δεικτική και αισθητή αμεσότητα του μεσολαβητή, εδώ τώρα, μέσα στο αυτό, παρουσιοποίηση της μεσολάβησης ή της συμφιλίωσης.

Η διαμαρτυρία κατά της τεχνικής είναι μία από τις μείζονες σημασίες αυτής της τεχνικής που λέγεται τηλεόραση, εκείνης που παριστάνει ότι σας δίδει την αντίληψη του ίδιου του πράγματος, εκεί όπου όλα τα άλλα μέσα εμφανίζονται ως ετεροχρονισμένη αναπαραγωγή του. Και μέσα από την ψηφιοποίηση των εικόνων, περνάμε σε μία άλλη σφαίρα ή μία άλλη δύναμη φασματικής δυνητικοποίησης. Η ψηφιακή εικόνα επιταχύνει ίσως μία πρόοδο ας πούμε στο «πνεύμα του χριστιανισμού», στον εκπνευματισμό που φασματοποιεί ή δυνητικοποιεί. Αλλά το γεγονός ότι αυτή η επιτάχυνση περνάει και πάλι από εθνικά κανάλια, μας εφιστά την προσοχή στο ζήτημα της διαμαρτυρίας κατά της κοσμοπολιτικής τεχνικής, κατά της μετατόπισης, της  μετεγκατάστασης, της τηλε-τεχνολογικής εκρίζωσης. Η διαμαρτυρία αυτή εγγράφεται πάντοτε στη θρησκεία ως εθνικό φαινόμενο. Εάν, εν τέλει, συνδέσουμε, όπως κάνω εγώ στην υπόθεσή μου, την ιστορία της τηλε-τεχνολογικής επιστήμης αν όχι με το χριστιανισμό, πράγμα που θα ήταν καταχρηστικό, αλλά πάντως με την ελληνο-ρωμαιο-χριστιανική ηγεμονία, τότε οι πιο αποφασισμένες διαμαρτυρίες κατά αυτής της ηγεμονίας (που είναι ταυτόχρονα πολιτική, οικονομική και θρησκευτική) θα έρθουν ακριβώς από εθνικότητες, από φαντασματικά εθνικο-θρησκευτικά συμπλέγματα μη χριστιανικά. Στον ιουδαϊσμό, το ισλάμ ή το βουδισμό, η προφανής οικειοποίηση της δύναμης των ΜΜΕ τείνει να συμβαίνει ενάντια στη χριστιανική τηλε-τεχνολογική ηγεμονία. Όλη αυτή η διαδικασία αντιτίθεται στην παλιά «προοδευτική» υπόθεση του Διαφωτισμού κατά την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα σύζευξης ή συμμαχίας ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει: κληρονομούμε θρησκείες που είναι προφανώς φτιαγμένες για να συζευχθούν με την επιστήμη και την τεχνική.

Πώς να ξανασυνδεθούμε εδώ με την παλαιά μορφή του ερωτήματος που λέγεται «πίστη και γνώση»; Η εν λόγω «επιστροφή του θρησκευτικού» οδηγεί εκ νέου σε μια μορφή υπερβατολογικής καταπίστευσης. Ο κοινωνικός δεσμός ολοένα και περισσότερο αποκαλύπτεται ως ένα φαινόμενο πίστης, και ιδίως μέσα από αυτές τις νέες καπιταλιστικές δομές. Δεν υπάρχει κοινωνικός δεσμός χωρίς υπόσχεση αλήθειας, χωρίς ένα «σε πιστεύω», χωρίς ένα «πιστεύω». Η ανάπτυξη των επιστημών ή της τεχνο-επιστημονικής κοινότητας προϋποθέτει η ίδια ένα στρώμα πίστωσης, πίστης, αξιοπιστίας –η οποία δεν ταυτίζεται με μία καλή είδηση ή μία συγκεκριμένη θρησκευτική αποκάλυψη, ούτε με έναν θρησκευτικό δογματισμό ή ορθοδοξία, αλλά απλώς ξαναφέρνει την πίστη σε γυμνή κατάσταση. Το να πραγματευόμαστε την τεχνοεπιστήμη, σε μία λέξη, σημαίνει να μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι δεν υπάρχει επιστήμη χωρίς τεχνικό μηχανισμό, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα διάκρισης μεταξύ επιστήμης και τεχνικής, δηλαδή χωρίς μία βαθιά και ουσιώδη «επιτελεστικότητα» της γνώσης. Αυτό απλώς επιβεβαιώνει αυτή την ουσιώδη καταπιστευματική διάσταση της κοινόχρηστης γνώσης, δηλαδή κάθε γνώσης. Ακόμη και στην πιο θεωρητική πράξη κάθε επιστημονικής κοινότητας (δεν υπάρχει επιστήμη χωρίς δημόσιο χώρο και χωρίς επιστημονική κοινότητα), κάθε οργάνωση του κοινωνικού δεσμού παραπέμπει σε μία πράξη πίστης, πέραν ή εντεύθεν κάθε είδους αποδείξεων. Το «σε πιστεύω» ή το «πίστεψέ με», ο «όρκος πίστης» είναι ταυτόχρονα ο κοινωνικός δεσμός, ο οικονομικός δεσμός, η πίστωση, όπως και η αληθοφάνεια και η προϋπόθεση της αλήθειας.

Ας επανέλθουμε στην τηλεόραση και τα μέσα. Η πρόοδός τους έγκειται στο ότι διασχίζουν αυτή την αντίφαση, στο ότι προσφεύγουν στην πίστη τη στιγμή της «γνωστοποίησης». Τεκμήριο πίστης ενώπιον του ίδιου του πράγματος. Δεν έχουμε πλέον ανάγκη να πιστέψουμε· βλέπουμε. Αλλά η θέαση οργανώνεται πάντοτε από μία τεχνική δομή (που συνδέεται με τα ΜΜΕ και εκπέμπει μέσα απ’ αυτά) η οποία προϋποθέτει την πίστη. Το ομοίωμα της αμεσότητας, το «live», μας κάνει να πιστέψουμε αυτό που δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε: είμαστε μπροστά στο «ίδιο το πράγμα», παρακολουθούμε τον πόλεμο του Κόλπου, υπάρχουν ρεπόρτερ που είναι εκεί με τις κάμερές τους, και που μας αναμεταδίδουν, απευθείας, χωρίς παρέμβαση, χωρίς τεχνική παρεμβολή! Όλα τα δωμάτια ξενοδοχείων του κόσμου πιάνουν CNN και έτσι έχετε μπροστά σας, σε απευθείας μετάδοση, οτιδήποτε συμβαίνει στην άλλη άκρη του κόσμου· ως εκ θαύματος, υπάρχει εκεί ένας δημοσιογράφος που περιμένει να κινηματογραφήσει και να σας παραδώσει την ίδια την παρουσία του πράγματος, χωρίς φίλτρα, χωρίς επιλογή. Κι όμως το ξέρουμε πολύ καλά, στην τηλεόραση δεν υπάρχει ποτέ απευθείας. Όλα αυτά μοντάρονται σε κλάσματα δευτερολέπτου, στα στούντιο όπου είναι δυνατό στη στιγμή να καδράρεις, να διαγράψεις, να ανασυστήσεις, να παραποιήσεις. Το τεκμήριο παραμένει, και η κοινή προκατάληψη, η δομική πεποίθηση ότι η τηλεόραση, σε αντίθεση με τις εφημερίδες και το ραδιόφωνο, μας δίνει να δούμε το ίδιο το πράγμα, να δούμε αυτό που μας αγγίζει, με την ευαγγελική διάσταση του όρου: μπορούμε σχεδόν να βάλουμε το δάχτυλο πάνω στην πληγή· θα έρθει κάποια μέρα όπου θα μπορούμε όχι μόνο να δούμε αλλά και να αγγίξουμε. Η πίστη ταυτόχρονα αναστέλλεται εν ονόματι της διαίσθησης και της γνώσης, και την ίδια στιγμή φυσικά ενισχύεται. Όπως στο σινεμά και σε κάθε εμπειρία μυθοπλασίας.

Για να επανέλθουμε στις αμερικανικές αυτές σειρές των θαυμάτων επί σκηνής, βλέπουμε εκεί ένα πρόσωπο πολύ κομψό, έναν μακιγιαρισμένο ηθοποιό, ντυμένο με προφανή εκζήτηση, που μιλάει ωραία, είναι μια βεντέτα στο σανίδι. Έρχεται και μεμιάς κάνει δέκα άτομα να σηκώνονται, να πέφτουν, να ξανασηκώνονται τη στιγμή που τα αγγίζει, αν όχι που τα κοιτάζει απλώς. Δεν απαιτείται καμιά προσπάθεια για να πιστέψουμε, απλώς πιστεύουμε επειδή είμαστε μπροστά στο ίδιο το πράγμα, όπως και τα δέκα χιλιάδες άτομα μέσα στην αίθουσα.

Αυτή είναι η στρατηγική επιχειρηματολογίας που ακολουθείται σήμερα σε όλους τους κύκλους του προσηλυτισμού, της μεταστροφής, της μύησης σε μια καθορισμένη θρησκεία. Ποντάρει –και αυτό αποτελεί μια αμφιλογία από την οποία λίγοι μπορούν να ξεφύγουν- σε αυτή την καταπιστευματική δομή που έχει ως αποτέλεσμα ότι, εν πάση περιπτώσει, η πίστη δεν είναι αναγώγιμη, δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς απεύθυνση στην πίστη, χωρίς «πίστεψέ με, σου λέω την αλήθεια!». Πίστεψέ με άμεσα διότι δεν είναι πλέον ανάγκη να πιστέψεις τυφλά, η βεβαιότητα είναι εκεί, στην αισθητή αμεσότητα.

Η τηλεόραση εκμεταλλεύεται αυτή την απογύμνωση της πίστης. Το θρησκευτικό πεδίο είναι ένα προνομιακό παράδειγμα γι’ αυτό. Όταν μιλάμε για το τέλος των ιδεολογιών, το θάνατο της φιλοσοφίας, το τέλος των συστημάτων κ.λπ., θα μπορούσαμε απ’ αυτό να συμπεράνουμε ότι τα δόγματα, οι ηθικολογίες, οι ηθικές, τα δικαιώματα, οι πολιτικές, τουλάχιστον ως ιστορικές κατασκευές, αγγίζοντας τα όριά τους, δοκίμασαν την εμπειρία της περατότητάς τους όσο και της επισφάλειάς τους, αν όχι και της ουσιώδους αποδομησιμότητάς τους. Δεν μένει λοιπόν πλέον παρά το γυμνό έδαφος του κοινωνικού δεσμού, πάνω στον οποίο θα πρέπει να αναθεμελιώσουμε, να ανοικοδομήσουμε τα πάντα. Αυτό που μένει –το ελάχιστο, αλλά είναι «θεμελιώδες»- είναι η πίστη. Όταν είμαι ενώπιον του άλλου («ο άλλος», όπως λένε τώρα, «ο σεβασμός του άλλου», «η σχέση με τον άλλο» –η λέξη αυτή, «ο άλλος», προλέγω ότι σύντομα θα γίνει τελείως αδύνατο να προφερθεί, με δεδομένη την κατάχρηση ή τον πληθωρισμό του οποίου είναι θύμα, μεταξύ άλλων και στην τηλεόραση), η καθαρή «σχέση με τον άλλο», εκεί όπου η ετερότητα του alter ego μού στερεί για πάντα απόδειξη και πρωτογενή ενόραση, είναι η πίστη …

Δεν μπορούμε να το πούμε αλλιώς: «σε πιστεύω». Ακόμα και για να πούμε ψέματα, για να εξαπατήσουμε, να καταχραστούμε, πρέπει αυτό το «σε πιστεύω» ή «πιστεύω σε σένα» να βρίσκεται επί το έργον. Στο έδαφος αυτής της γυμνής πίστης οικοδομούνται τα ΜΜΕ, προσπαθώντας να ανοικοδομούν διαρκώς τη γυμνή παράσταση αυτής της εμπειρίας τού «πίστεψέ με». Σε αυτό τον τόπο οι λόγοι των θρησκειών προσπαθούν να ξαναχτίσουν τη φωλιά τους, άλλοτε η κάθε μια για το εκκλησάκι της και άλλοτε μέσα στον οικουμενισμό.

Τι κοινό έχουν οι τρεις μεγάλοι μονοθεϊσμοί; Πέρα από την αναφορά στον Αβραάμ (σε διαφορετική εκδοχή για τον καθένα), έχουν τη μοιρασμένη πίστη. Είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε αυτόν τον οικουμενισμό στις διαστάσεις του κοσμοπολιτισμού, της παγκοσμιοποίησης, και της παγκόσμιας λατινικότητας.

 

Eκτεταμένα αποσπάσματα από το βιβλίο: Jacques Derrida, Surtout, pas de journalistes !, Éditions Galilée, Paris 2016, σ. 9-30. Μετάφραση-σημειώσεις Α.Γ.

[1] Στο πρωτότυπο: mondialatinisation.

_____________________________________________________________

Από:https://nomadicuniversality.wordpress.com/2016/05/09/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%82-%CF%8C%CF%87%CE%B9-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82/#more-2877

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s